Ἀλφαβητάρι Α' Δημοτικοῦ (1956 κ.ε)



Αλφαβητάρι Α Δημοτικού
To αλφαβητάριο που διδάχθηκε
από το 1956 ως το 1974




των
Ι. Κ. Γιαννέλη &
Γ. Σακκά




Αλφαβητάριο Α Δημοτικού



Ὁ Ἐλύτης διά τήν ποίησι, τήν τέχνην καί τήν κριτική (ΜΕΡΟΣ Β')(ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ)



της
Κατερίνας Τολίκα*



Οι απόψεις των ερμηνευτών για τα μορφικά αλλά και τα νοηματικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Ελύτη είναι προφανώς ποικίλες. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι ο Ελύτης με σύνεση ακολουθεί τους νόμους διαφορετικών τρόπων γραφής, παραδοσιακούς αλλά και νεωτερικούς, (κυρίως υπερρεαλιστικούς). 



Ὁ Ἐλύτης διά τήν ποίησι, τήν τέχνην καί τήν κριτική (ΜΕΡΟΣ Α')





της
Κατερίνας Τολίκα*



Η ποίηση, η κριτική, η γραφή, η τέχνη και η ζωή του καλλιτέχνη και του ανθρώπου, αποτελούν τους κύριους άξονες γύρω από τους οποίους υφαίνονται όλα τα ελυτικά θέματα. 



Θεωρία της λογοτεχνίας





 της
Ζωής Σαμαρά



ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Ο Αριστοτέλης δηλώνει στην Ποιητική του ότι δεν έχουμε μία λέξη για να ονομάσουμε όλα τα ποιητικά είδη, όπως είναι η επική, λυρική και δραματική ποίηση αφενός και η επιστημονική αφετέρου. Ο πατέρας της ποιητικής ήθελε να μελετά ταυτόχρονα τη μυθοπλαστική και τη μη μυθοπλαστική ποίηση, να κάνει θεωρητικά σχόλια για τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Σοφοκλή, τον Εμπεδοκλή. 



Τίς ἀγορεύειν βούλεται;






Αδαμαντίου Κοραή

ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν





Όταν εις τας εκκλησίας των προγόνων ημών ήτον ο λόγος περί της σωτηρίας της πατρίδος, και εκκλησίαι περί τούτου πολλάκις εσυναθροίζοντο, αφ’ ού έκαμναν τας συνηθισμένας τότε θυσίας εις τους θεούς και τας ευχάς των, εσηκώνετο ο κήρυξ και έλεγεν μεγαλοφώνως, «Τις αγορεύειν βούλεται;»

Την φωνήν ταύτην ουχί ο κήρυξ αλλ’ αυτή η πατρίς με το στόμα του κήρυκος την εφώναζεν εις όλους τους πολίτας . . . «Τις αγορεύειν βούλεται;» Τουτέστιν… τους έλεγεν ωσάν τα εξής «Τέκνα μου, τίς από σας έχει φρόνησιν ικανήν και αγάπην προς εμέ ειλικρινήν δια να συμβουλεύση τα κοινώς εις όλους συμφέροντα;». Κι τότε όστις ήθελεν από τους πολίτας εσυμβούλευεν ό,τι εγνώριζεν ωφέλιμον εις την πατρίδαν του. Αλλ’ αν και ευτυχούσα τότε η πατρίς είχεν όμως χρείαν συμβουλής από τα τέκνα της, πόσον είναι την σήμερον αναγκαιοτέρα η συμβουλή εις την πατρίδαν;

Από πολυχρόνιον δουλείαν κατασπαραγμένη, από πολλών αιώνων απαιδευσίαν ασχημισμένη, ίσχυσεν όμως να σηκώση από της γής το πληγωμένον της σώμα και να σταθή εις τους κλονουμένους αυτής πόδας, όχι δια να φωνάξη,  - και πού πλέον έμεινεν ισχύς εις αυτήν, ίνα φωνάξη - αλλά μεν συχνά κοπτόμενην από δάκρυα ταπεινήν φωνήν, δεικνύουσα προς όλους ημάς τας πληγάς της,  ίνα λέγη «Τις αγορεύειν βούλεται;
Βλέπετε εις οποίαν ελεεινήν αδοξίαν εκατήντησα εγώ η πατρίς των επιστημών και των τεχνών. Τις αγορεύειν βούλεται;. Τις από εσάς, ω τέκνα μου, είναι ικανός να εύρη και να συμβουλεύση τα πρόσφορα μέσα να επιστρέψω πάλι εις την αρχαίαν μου δόξαν;»

Ουαί και μυριάκις ουαί εις εκείνον από τους λογίους άνδρας του γένους, όστις δεν ακούσει της μητρός αυτού και πατρίδος το θλιβερόν κάλεσμα τούτο και δεν αποκριθεί πάραυτα εις αυτό.

«Εγώ, πατρίς μου… εγώ αγορεύειν βούλομαι». Μήτε επιστήμην έχω ικανήν να ερευνήσω και να καταλάβω το βάθος όλον των πληγών σου, μήτε δύναμιν αρκούσαν να τας θεραπεύσω. Αλλ’ όμως, ότι εμπορώ να κάμω δια εσέ δυστυχεστάτη μου πατρίς και μήτηρ, εις εσέ μετά χαράς το προσφέρω. Η προσφορά μου είναι πολλά μικρά το γνωρίζω αλλ’ είναι αναγκαία εις το ν’ αυξήση τον σωρόν των καλών, όσα δύνανται να προσφέρωσι εις εσέ οι άλλοι μου αδελφοί ή κάν να μ’ ελευθερώση από την καταισχύνην του μόνος εγώ να φανώ κωφός εις την φωνήν σου, μόνος εγώ να φανώ τυφλός εις τας πληγάς σου.

Τοσαύτη είναι την σήμερον η χρεία του συμβουλευτικού μέρους της Ρητορικής εις ημάς και πλήν από τους λογίους άνδρας άλλοι να πληρώσωσιν την χρείαν ταύτην δεν είναι καλοί.



Ἀφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




1.
του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ  ΚΩΝ. ΦΑΣΕΓΚΑ

Ὁ Φώτης Κόντογλου ἢ Φώτιος, ὅπως εἶναι κανονικὰ τὸ ὄνομά του, γεννήθηκε στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1895, στὸ Ἀϊβαλὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Πατέρας του ἦταν ὁ Νικόλαος Ἀποστολέλης καὶ μητέρα του ἡ Δέσποινα Κόντογλου. Ὁ Φώτης Κόντογλου ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ ποὺ γεννήθηκε στὴν οἰκογένειά του καὶ μόλις ἕνα χρόνο μετὰ τὴ γέννησή του, ὁ πατέρας του ἀπεβίωσε. Ὁ ἀδελφός τῆς μητέρας του, ποὺ ἦταν ὁ ἱερομόναχος πατήρ Στέφανος Κόντογλου, ἔγινε ὁ κηδεμόνας του στὴ θέση τοῦ πατέρα του.
Αὐτὴ ἡ κηδεμονία, καθὼς καὶ ἡ μεγάλη ἀγάπη ποὺ ὁ Φώτης Κόντογλου εἶχε πρὸς τὸν θεῖο του, τὸν ἔκαναν νὰ ἐπιλέξει ὡς ἐπίθετό του αὐτὸ τῆς μητέρας του καὶ τοῦ θείου του. Τὸ 1906, ἀφοῦ τελείωσε τὸ δημοτικὸ σχολεῖο, ὁ Φώτης Κόντογλου μετέβη, γιὰ νὰ φοιτήσει στὸ γυμνάσιο, ποὺ βρισκόταν στὸ Ἀϊβαλί. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ, ἔδωσε καὶ τὰ πρῶτα δείγματα γραφῆς του, ἀφοῦ ἄρχισε νὰ ἐκδίδει τὸ περιοδικὸ «Μέλισσα», σὲ συνεργασία μὲ δυὸ συμμαθητές του, τὸν Στρατὴ Δούκα καὶ τὸν Πάνο Βαλσαμάκη.
Τὸ 1913, ὁ Φώτης Κόντογλου ἄρχισε τὶς ἀνώτατες σπουδὲς του, ὅταν ὁ θεῖος του τὸν ἐνέγραψε στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του ὅμως ἀντιμετώπισε πολὺ μεγάλες δυσκολίες. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ξέσπασε ὁ Α ́ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ ἡ οἰκογένειά του βρέθηκε στὴ δύσκολη θέση νὰ σταματήσει νὰ χρηματοδοτεῖ τὶς σπουδὲς τοῦ Κόντογλου διακόπτοντας ἕνα ἐπίδομα, ποὺ τοῦ ἔδινε γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό.
Ὁ Κόντογλου ὅμως δὲν ἔμεινε ἀδρανὴς καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ὁλοκληρώσει τὶς σπουδές του. Ἔτσι, μαζὶ μὲ ἕνα συμμαθητή του, τὸν Σπύρο Παπαλουκᾶ, ἄρχισε νὰ ἐργάζεται σὲ φωτογραφεῖο, καθὼς ἐπίσης καὶ νὰ βάφει σκηνικὰ γιὰ τὸ θέατρο.
Τὶς σπουδὲς του ὅμως τελικῶς δὲν κατάφερε νὰ τὶς ὁλοκληρώσει, γιατί τὴν περίοδο 1914-1917, ποὺ καταστράφηκε τὸ Ἀϊβαλί, ὁ Φώτης Κόντογλου ἔχασε τὴ μητέρα του ἀλλὰ καὶ τὸ θεῖο του. Αὐτὸ τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ διακόψει τὶς σπουδές του καὶ νὰ φύγει στὴν Εὐρώπη, ὅπου ἄρχισε νὰ ἐργάζεται ὡς ἀνθρακωρύχος. Γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα στὸ Παρίσι ἔκανε καὶ μία συνεργασία μὲ τὴ γαλλικὴ ἐφημερίδα Illustration.
Τὸ 1919 ἐπέστρεψε ἐκ νέου στὸ Ἀϊβαλὶ καὶ ἄρχισε νὰ ἐργάζεται ὡς καθηγητὴς στὸ τοπικὸ παρθεναγωγεῖο διδάσκοντας γαλλικά. Ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλὶ ἔφυγε τελικῶς μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ τὸ 1922 καὶ πῆγε στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἄρχισε νὰ ζωγραφίζει καὶ πάλι καὶ μάλιστα ὀργάνωσε καὶ κάποιες ἐκθέσεις τῶν ἔργων του.
Τὸ 1927 ἦταν μία ἰδιαίτερη χρονιὰ γιὰ τὸν Κόντογλου, λόγω δύο γεγονότων ποὺ συνέβησαν σὲ αὐτή. Τὸ πρῶτο ἦταν ὅτι ὁ Κόντογλου παντρεύτηκε μία γυναίκα ἀπὸ τὸ Ἀϊβαλί, τὴ Μαρία Χατζηκαμπούρη. Τὸ δεύτερο ἦταν ὅτι προσλήφθηκε ὡς ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ περιοδικοῦ Φιλικὴ Ἑταιρεία.
Τὸ 1929 εἶναι τὸ ἔτος τῆς γέννησης τῆς κόρης τοῦ Φώτη Κόντογλου, Δέσπως. Τὴν ἴδια χρονιὰ ξεκινᾶ καὶ ἡ συνεργασία του μὲ ἄλλα δυὸ περιοδικά, τὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα καὶ τὴ Νέα Ἑστία. Παράλληλα ὅμως, ὁ Φώτης Κόντογλου συνέχισε νὰ ἐργάζεται καὶ σὲ μία δουλειὰ, ποὺ τὴ γνώριζε καλά, τὴν κατασκευὴ θεατρικῶν σκηνικῶν, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως τὰ φιλοτεχνοῦσε ἐξ ὁλοκλήρου καὶ δὲν τὰ ἔβαφε ἁπλῶς.
Μία νέα ἐργασία γι’ αὐτὸν ἐμφανίζεται τὸ 1930. Πιὸ συγκεκριμένα, τὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν τὸν προσέλαβε, προκειμένου νὰ εἶναι ὁ τεχνικὸς ἐπόπτης τῶν συλλογῶν του. Ἡ ζωγραφικὴ ὅμως συνέχισε νὰ παραμένει μία ἀπὸ τὶς μεγάλες ἀγάπες τοῦ Φώτη Κόντογλου. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα αὐτῆς εἶναι τὸ ὅτι, ὅταν τὸ 1932 ἔκτισε τὸ σπίτι του, ἕνα ἀπὸ τὰ δωμάτιά του ζωγραφίστηκε μὲ νωπογραφίες ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φώτη Κόντογλου, τὸν Νίκο Ἐγγονόπουλο καὶ κάποιους μαθητὲς τοῦ Γιάννη Τσαρούχη.
Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ, ὁ Φώτης Κόντογλου πῆγε στὴν Αἴγυπτο, γιὰ νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὸ Κοπτικὸ Μουσεῖο. Τὴν ἀμέσως ἑπόμενη, ἔκανε τὴν πρώτη του συμμετοχὴ σὲ «Biennale», καὶ πιὸ συγκεκριμένα στὴ 19η, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὴ Βενετία. Μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καὶ τῆς Κατοχῆς στὴν Ἑλλάδα, ὁ Φώτης Κόντογλου βρέθηκε σὲ δεινὴ θέση καὶ ἀναγκάστηκε νὰ πουλήσει ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ σπίτι του μὲ ἀντίτιμο ἕνα σακὶ ἀλεύρι.
Τὴν περίοδο μετὰ τὴν Κατοχή, ἀπὸ τὸ 1944 δηλαδὴ μέχρι καὶ τὸ 1950, ὁ Κόντογλου ἐβίωσε μία πολὺ δημιουργικὴ ἐποχή. Ἄρχισε νὰ συμμετέχει σὲ διάφορες ὁμαδικὲς ἐκθέσεις ζωγραφικῆς, ἐνῶ μία σειρὰ βιβλίων του ἄρχισε νὰ ἐκδίδεται. Ἡ περίοδος 1950-1960 σηματοδοτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐνασχόλησή του μὲ τὴν ἁγιογραφία καὶ μάλιστα θεωρήθηκε ἡ περίοδος τῆς ἀκμῆς του σὲ αὐτὸ τὸν τομέα.
Τὸ 1960, γιὰ τὸ συνολικὸ λογοτεχνικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ ἔργο του, ὁ Φώτης Κόντογλου τιμήθηκε μὲ τὸ παράσημο τοῦ Ταξιάρχη τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Φοίνικος.
Αὐτὴ δὲν ἦταν ἡ μόνη διάκριση ποὺ ἔλαβε, ἀφοῦ στὶς 24 Μαρτίου 1965 τιμήθηκε μὲ τὴν ἀνώτερη διάκριση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν.
Ὁ Φώτης Κόντογλου ἀπεβίωσε στὶς 13 Ἰουλίου 1965, νοσηλευόμενος στὸ νοσοκομεῖο Εὐαγγελισμὸς, ὅπου βρισκόταν ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου, μετὰ ἀπὸ ἕνα ἰδιαίτερα σοβαρὸ αὐτοκινητιστικὸ ἀτύχημα ποὺ εἶχε. Στὶς 14 Ἰουλίου ἔγινε ἡ κηδεία του στὸ Α ́ Νεκροταφεῖο Ἀθηνῶν καὶ ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τελέστηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Χρυσόστομο. Οἱ ἐπικήδειοι λόγοι ἐκφωνήθηκαν τόσο ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τοῦ πνεύματος, ὅπως ὁ Ἠλίας Βενέζης.
Ὅταν ἔγινε ἡ ἐκταφὴ τοῦ Φώτη Κόντογλου, τὰ ὀστᾶ του μεταφέρθηκαν στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὴ Νέα Μάκρη.

Ἐργογραφία τοῦ Φώτη Κόντογλου

Ὁ Φώτης Κόντογλου ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορᾶ στὴ λογοτεχνία καὶ τὰ γράμματα τὸ 1919, μὲ τὸ βιβλίο Πέδρο Καζᾶς. Ἀκολούθησαν τὰ κάτωθι ἔργα σύμφωνα μὲ χρονολογικὴ σειρά:
•Βασάντα (1923)
•Ταξίδια (1928)
•Ὁ ἀστρολάβος (1934)
•Φημισμένοι ἄνδρες καὶ λησμονημένοι (1942)
•Ὁ Θεὸς Κόναμος καὶ τὸ Μοναστήρι του τὸ λεγόμενο Καταβύθιση (1943)
•Τὰ Δαιμόνια τῆς Φρυγίας, Ἐξ Ἀνατολῶν πνεύματα ὀργισμένα (1943)
•Ἕλληνες θαλασσινοὶ στὶς θάλασσες τῆς Νοτιᾶς, Ἡ Ἀφρικὴ καὶ οἱ θάλασσες τῆς Νοτιᾶς (1944)
•Ἱστορία ἐνὸς καραβιοῦ ποὺ χάθηκε ἀπάνου σὲ μιὰ ξέρα (1944)
•Ἱστορίες καὶ περιστατικὰ (1944)
•Οἱ ἀρχαῖοι ἄνθρωποι τῆς Ἀνατολῆς (1945)
•Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Βλασίου Πασκὰλ τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ (1947)
•Βίος καὶ ἄσκησις τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἠμῶν Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀναχωρητοῦ (1947)
•Ἄνθος ἤγουν λόγια ἀνθολογημένα ἀπὸ τοὺς πατέρας (1949)
•Πηγὴ ζωῆς (1951)
•Τὸ κατὰ Ματθαῖον Ἅγιον Εὐαγγέλιον ἐξηγημένον (1952)
•Τὸ θρηνητικὸ συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου (1953)
•Εἰκόνες τῆς Παναγίας (1953)
•Βίος καὶ πολιτεία τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Θεράποντος τοῦ Θαυματουργοῦ (1955)
•Ἡ ἁγιασμένη Ἑλλάδα (1957)
•Ὂρη ἅγια (1958)
•Οἱ Ἅγιοι Ραφαὴλ καὶ Νικόλαος καὶ ἡ Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὁποῦ εὑρέθη εἰς τὴν Καρυᾶν τῆς Θέρμης (1961)
•Ἡ ἀπελπισία τοῦ θανάτου εἰς τὴν θρησκευτικὴν ζωγραφικήν τῆς Δύσεως καὶ ἡ εἰρηνόχυτος καὶ πλήρης ἐλπίδος ὀρθόδοξος εἰκονογραφία (1961)
•Σημεῖον Μέγα (1961)
•Ἔργα Α’ Τὸ Ἀϊβαλὶ καὶ ἡ πατρίδα μου (1961)
•Ἔργα Β’ Ἀδάμαστες ψυχὲς (1961)
•Ἔκφρασις (1961)

Λόγια τοῦ ἴδιου το Κόντογλου

Ὅσα γράφω, λέει ὁ Φ. Κόντογλου, βγαίνουν ἀπὸ μέσα μου, ὅπως ὁ ἀγέρας ποὺ ἀνασαίνουμε. Πολλοὶ δὲν προσέχουν τί πράγμα γράφω, ἀλλὰ ψαρεύουν κανέναν ζωντανὸ καὶ ἐπιτυχημένο λόγο καὶ τὸν χαίρονται. Πρέπει νὰ δίνεται σημασία στὸ ὕφος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ξεχωριστὸ χάρισμα. Ὁ καθένας ἔχει τὸ δικό του ξεχωριστὸ ὕφος. Μερικοὶ τὸ χάνουν, γιατί μιμοῦνται ἄλλους. Τὸ πᾶν εἶναι νὰ εἶσαι εἰλικρινής. Ἡ προσποίηση εἶναι ὁ θάνατος τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας.
Τὸ νὰ εἶναι ὅμως κάποιος πρωτότυπος, πρέπει νὰ ἔχει ψυχὴ βαθειά. Οἱ ἀπροσποίητοι ἔχουν μία νοστιμάδα καὶ μία δροσεράδα στὸ γράψιμό τους. Σὲ ἁπλὰ γραψίματα βρίσκεις ἐξαίσια λόγια. Γίνεσαι ἀπὸ τὶς μυστηριώδεις κινήσεις τῆς ψυχῆς. Ἄλλωστε, τὰ ἁπλὰ μυρίζουν ζωὴ καὶ ἀθανασία.
Διαβάζουμε σὲ ἀθησαύριστο κείμενο τοῦ Φ. Κόντογλου (ἀπὸ τὸ ἀρχεῖο τῆς Δέσποινας Μαρτίνου).
Ἔλεγε:
Ἐκεῖνος ποὺ θὰ καθίσει νὰ σκεφθεῖ τί ἀπέραντα κλωνάρια βλαστήσανε ἀπὸ τὴ ρίζα τῆς ζωῆς, θέλω νὰ πῶ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιό του καὶ δεῖ μὲ τὴ φαντασία του τ’ ἀμέτρητα ποὺ τὸν ἀκολουθήσανε ἀκούγοντάς τον νὰ λέει: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω αυτὸν καί ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι» ἄφησαν ἀξιώματα, γονεῖς, γυναίκα, παιδιὰ καὶ κάθε τί τοῦ κόσμου τούτου, θὰ δοξάσει τὸ Θεό.
Ἀπὸ τὸν ἴδιο:
«Ὅταν δημοσιευθεῖ κάτι γιὰ ἐμένα, αἰσθάνομαι θλίψη. Ἀνέκαθεν ἀπέφευγα τά δοξάρια». Τί ὄμορφο πράγμα νὰ ζεῖς ξεχασμένος! Ξεχασμένος ἀλλὰ χαρούμενος, ἀφοῦ «ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διανοίας καὶ ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς, ποὺ ἀξιώνονται, ὅσοι θέλουν νὰ μὴν τοὺς ξέρουν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός».
Ὅλα γίνονται ἀπ’ αὐτὸν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του. Ὅλα του εἶχαν ἕνα μυστήριο, αὐτὸ θέλουν νὰ ἐξαφανίσουν οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι. Μὰ δὲν ὑπάρχει Χριστιανισμὸς χωρὶς μυστήριο, δηλαδὴ χωρὶς Χριστό.
Στὸ μυστήριο αὐτὸ ὑπάρχουν ἀκόμα καὶ οἱ πειρασμοί, αὐτοὶ ἀγγίζουν τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὰ βλέφαρα τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Ὁ Θεὸς τὰ οἰκονόμησε ἔτσι γιὰ ὠφέλεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα καὶ μέσα ἀπὸ τὸν φόβο τῶν λυπηρῶν, θυμᾶται ὁ ἄνθρωπος Ἐκεῖνον, τὸν σιμώνει μὲ τὴν προσευχή του. Ἁγιάζεται ἡ καρδιὰ του, καθὼς τὸν συλλογίζεται. Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ θὰ τὸν γλυτώσει. Δὲν πλάστηκε ἄλλωστε ὁ ἄνθρωπος ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ λυπηρά. Μήποτε θαρρευόμενος στὴ θεότητα κληρονομήσει, ὅ,τι κληρονόμησε κεῖνος, ποὺ πρῶτα λεγόταν ἑωσφόρος κι ὕστερα γίνηκε Σατανᾶς.
Σκέψεις γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ καιροῦ μας:
Ὅταν βλέπω τὴν νευρικὴ δραστηριότητα τῶν ἀνθρώπων, μου ἔρχονται τὰ λόγια τοῦτα στὸ μυαλό μου, τοῦ Δαυὶδ: «ἰδοὺ παλαιστάς ἔθου τάς ἡμέρας μου καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ὡσεὶ οὐδὲν ἐνώπιόν σου. Πλὴν τὰ σύμπαντα ματαιότης, πᾶς ἄνθρωπος ζῶν. Μέντοι γε, ἐν εἰκόνι διαπορεύεται ἄνθρωπος, πλὴν μάτην ταράσσεται».
Σὰν μανιακοὶ οἱ ἄνθρωποι τρέχουν ἀπὸ ‘δῶ κι ἀπὸ ‘κεῖ. Βιάζονται. Δοξάζω τὸ Θεὸ, ἅμα δῶ κάποιον νὰ πορεύεται ἥσυχα. Ποιὸς τὸν κυνηγᾶ μὲ μία βουκέντρα; Σκουντουφλᾶνε ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο στὰ χρηματιστήρια, στὶς τράπεζες, στὶς μποῦρσες, στὶς κοῦρσες, στὰ καζίνα. Βρίσκονται σὲ συνέδρια, σὲ σωματεῖα, σὲ συλλόγους, σὲ ἑταιρεῖες. Μαζεύονται σὰν τὰ μυρμήγκια, ἄλλοι τυπώνουν βιβλία, ἄλλοι βγάζουν λόγους.
Σὲ λίγα χρόνια ὅμως, θὰ καταντήσουν σὰν ξεφουσκωμένες καραμοῦζες, ἀφοῦ πέρασαν ἀπὸ θέατρα νιώθοντας τὸ ρίγος τῆς τέχνης. Οἱ περισσότεροι καταγίνονται μὲ ὅλα, ὅσα μποροῦν νὰ γίνουν σὲ τοῦτον τὸν ντουνιὰ, γιὰ νὰ ξεχάσουν τὸν ἑαυτό τους, γιὰ νὰ μὴν μείνουν μονάχοι καὶ δοῦνε τὴ γύμνια τους, τὴ μιζέρια τους, τὸ χάος ποὺ τοὺς ζώνει.
Κι ὅλα αὐτὰ ποὺ κάνει, γιὰ νὰ ἡσυχάσει ὁ ἄνθρωπος, δὲν καταφέρνει τίποτα, «μάτην ταράσσεται», Θεέ μου! Πόσο δυστυχισμένος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ βρίσκεται μακριά σου! Ἐκεῖνος, ποὺ θέλει νὰ ἔχει τὴν λεγόμενη ἐλευθερία, στηρίζεται μόνο στὸν ἑαυτό του! «Ματαιότης πᾶς ἄνθρωπος ζῶν». Καλὰ τὰ λὲς, Δαυίδ, ποὺ πέρασες ἀπὸ ὅλα αὐτὰ, ὥσπου νὰ ἀράξεις, ὥσπου βρῆκες τὸν πολύτιμον μαργαρίτην.
Κι ὁ γιὸς σου, ποὺ τὰ δοκίμασε ὅλα, νὰ τί λέγει. «Ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης. Τὶς περίσσεια τῷ ἀνθρώπῳ ἐν παντὶ μόχθω αὐτοῦ μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον. Γενεὰ πορεύεται καὶ γενεὰ ἔρχεται καὶ τί ἡ γῆ, εἰς τὸν αἰώνα έστηκε;
Βρῆτε, ἄνθρωποι, τὸν ἑαυτό σας καὶ μὴν εἶστε περισπασμένοι. Μὴν θησαυρίζετε, ὅπως λέει ὁ Χριστὸς, θησαυροὺς στὴ γῆ. Θησαυρίστε θησαυροὺς στὸν οὐρανὸ, ποὺ δὲν τοὺς τρῶνε τὰ κοράκια καὶ ἡ βρωτίδα. Μὴ μαζεύετε πράγματα, ποὺ δὲν θρέφουν τὸ πνεῦμα, δηλαδὴ τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό τους. Μὴ καταγίνεσθε μὲ πολλά, ἐνῶ ἕνα πράγμα μονάχα χρειάζεται «ἑνός ἐστι χρεία».
Ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας, γυρίστε νὰ δεῖτε τοὺς ἴσκιους, ποὺ περνᾶτε για αλήθειες τότε θὰ πετάξετε ἀπὸ μέσα σας καὶ ἀπὸ γύρω σας ὅλα τὰ περιττὰ, ποὺ σώρεψαν βιαστικὰ: «ἐκβάλλει ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ψυχῆς αὐτοῦ κενὰ καὶ παλαιά». Βάλτε μέσα σας τὸν ἀληθινὸ μαργαρίτη. Τότε, θὰ φωνάξετε: «Βρήκαμε τὴ δραχμὴ ποὺ χάσαμε», δηλαδὴ τὸν ἑαυτό μας. Θὰ βαδίζετε τότε μέσα στὸ φῶς. Τὸ εἶπε ὁ Σολομῶν: «Αί ὁδοὶ τῶν δικαίων ὁμοίως φωτὶ λάμπουσιν, προπορεύονται καὶ φωτίζουσιν ἕως κατορθώσει ἡ ἡμέρα. Αι δὲ ὁδοὶ τῶν ἀσεβῶν σκοτειναί».
Κρίμα, ποὺ οἱ ψευτιὲς φαίνονται σὰν ἀληθινὴ ζωὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὅλοι κολυμπᾶνε στὸ ἀπέραντο πέλαγος τῆς ζωῆς, ποὺ «μάτην ταράσσεται». Ἀκούγεται πάλι ἡ φωνὴ τοῦ Προφητάνακτος: «Υἱοὶ ἀνθρώπων,ίνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος»; Γίναμε ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες, φιλάργυροι, ἐγωιστές, ἀχάριστοι, ἀνυπάκουοι, ἄδικοι, ἀμετανόητοι καὶ ἀδιάλλακτοι. Κύριε, λυπήσου μας.

 2.



Οδυσσέας Γκιλής. Αγιογραφίες, εικόνες, κείμενα του ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ





Ένα παράλληλο κείμενο για το «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη





επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου




Νομίζω ότι το «όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη σχετίζεται με τον «ποιμένα του Ερμά». Αλλά ας τα δούμε παράλληλα.



Καβάφη Άπαντα



Βιογραφία

H συρρίκνωση του Eλληνισμού μετά την επικράτηση των εθνικισμών –δεν το συνειδητοποιήσαμε ποτέ όσο έπρεπε– μας αποστέρησε από τον τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα με την ανοιχτωσύνη εκείνη και την ισχύ που διέθετε το ίδιο μας το γλωσσικό όργανο σε μια μεγάλη έκταση του πολιτισμένου τότε κόσμου. Aπ’ αυτή την άποψη, όσο περίεργο και αν φαίνεται, ο πριν από τους δύο παγκόσμιους πολέμους υπήκοος του μικροσκοπικού τούτου κράτους, ανάσαινε τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Oι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας, καλύπτανε μεγάλα μέρη της Iταλίας και της Aυστρίας, ολόκληρη την Aίγυπτο, τη νότιο Bουλγαρία, τη Pουμανία, τη Pωσία του Kαυκάσου και, φυσικά, την Kωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της ώς κάτω, κατά μήκος του Aιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας Nοτιοδυτική Tουρκία.
            Eίναι, το ξέρω, δύσκολο ν’ αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι και όμως αν θέλεις να κρίνεις αντικειμενικά (θέλω να πω να ’ρθείς στη θέση ενός μεγαλοαστού την εποχή που οι μεγαλοαστοί αντί να παίζουν κουμ-καν, δημιουργούσανε την Eλλάδα) πρέπει να το πράξεις? εάν όχι τίποτε άλλο, για ν’ αντιληφθείς πόσο διαφορετική νοοτροπία μπορεί να έχει κάποιος που, από τη Bιέννη ώς την Oδησσό και από την Tεργέστη ώς το Πορτ-Σάιντ, νοιώθει σαν στο σπίτι του.
                                                               Oδυσσέας Eλύτης, «Aναφορά στον Aνδρέα Eμπειρίκο»

O Kωστής Πέτρου Φωτιάδης Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Iωάννη Iωάννου Kαβάφη και της Xαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια της Aιγύπτου στις 29 Aπριλίου 1863. Oι γονείς του ήσαν Kωνσταντινουπολίτες, και ο Kωνσταντίνος υπερηφανευόταν για την καταγωγή του και για τους διαπρεπείς προγόνους του. O Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ ο επίσης Φαναριώτης προ-προπάππος του Iωάννης Kαβάφης (1701-1762) διετέλεσε κυβερνήτης του Iασίου. Kυβερνήτης του Iασίου διετέλεσε και ο προπάππος του Mιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος (αδελφός του Mελετίου, Πατριάρχου Aλεξανδρείας), ενώ ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης (αδελφός του Kυρίλλου, Eπισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων) διετέλεσε Aξιωματούχος της Oθωμανικής κυβέρνησης.
            Kοσμοπολίτης λοιπόν κυριολεκτικά από τα γεννοφάσκια του, αφού οι οικογενειακές του ρίζες απλώνονταν από την Kωνσταντινούπολη στην Aλεξάνδρεια και από την Tραπεζούντα στο Λονδίνο (αλλά και τη Xίο, την Tεργέστη, τη Bενετία και τη Bιέννη), ο Kαβάφης ήταν ο βενιαμίν μιας πολυμελούς οικογένειας: είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς, ενώ δύο ακόμη αδέλφια (ένα αγόρι και το μοναδικό κορίτσι) πέθαναν βρέφη στην Aλεξάνδρεια.
            O πατέρας του Πέτρος-Iωάννης ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας (είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές), και απεδείχθη ικανότατος έμπορος (ο δικός του πατέρας ήταν επίσης έμπορος και κτηματίας). Eίχε αποκτήσει διπλή υπηκοότητα, Eλληνική και Bρετανική. Mετά την Kωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Aλεξάνδρεια, όπου και υπήρξε από τους ιδρυτές της Eλληνικής Kοινότητας. H οικογένεια Kαβάφη απέκτησε εκεί ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την Xαρίκλεια να φύγει από την Aλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Bρετανία.
            H μητέρα του Xαρίκλεια ήταν πρακτικός άνθρωπος. O πατέρας της ήταν έμπορος πολυτίμων λίθων, και η Xαρίκλεια είχε επτά αδέλφια, όλα μικρότερα (έξι κορίτσια και ένα αγόρι). Mικροπαντρεύτηκε, περίπου δεκατεσσάρων ετών, και πέρασε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου της στο σπίτι της πεθεράς της, στην Kωνσταντινούπολη, όσο ο Πέτρος-Iωάννης ταξίδευε για δουλειές. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μαζί στην Aγγλία, όπου ο σύζυγός της φρόντισε να προσλάβει δασκάλους για την κατ’ οίκον επιμόρφωσή της. Mετά τον θάνατο του Πέτρου-Iωάννη, η Xαρίκλεια επέστρεψε σε αυτό το περιβάλλον, ώστε να είναι κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Kαβάφη, αδελφού και συνεταίρου του εκλιπόντος.
            H Xαρίκλεια έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Aυτές οι μετακομίσεις είχαν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας? η εταιρεία «Kαβάφης και Σια» διαλύθηκε περί το 1876, και το 1877 η Xαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Aλεξάνδρεια, όχι πια σε μονοκατοικία αλλά σε διαμέρισμα.
            Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τα πέντε χρόνια που πέρασε ο Kωνσταντίνος στη Bρετανία, από τα εννέα ώς τα δεκατέσσερά του, εκτός από το ότι πήγε σε σχολείο και ότι παραθέρισε στο Nτόβερ. Γνωρίζουμε όμως ότι στην Aλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής», όπου έκανε και τους πρώτους του φίλους (τον Mικέ Pάλλη, τον Iωάννη Pοδοκανάκη και τον Στέφανο Σκυλίτση), ότι χρησιμοποιούσε τις δημόσιες βιβλιοθήκες και ότι στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό.
            Aυτή η δεύτερη παραμονή του Kαβάφη στην Aλεξάνδρεια διακόπηκε βιαίως πριν περάσουν πέντε χρόνια, εξ αιτίας των ταραχών που ακολούθησαν ένα εθνικιστικό στρατιωτικό κίνημα. H Xαρίκλεια, βλέποντας ότι η επέμβαση των ξένων δυνάμεων ήταν επικείμενη, μάζεψε για άλλη μια φορά τα παιδιά της και κατέφυγε στο σπίτι του πατέρα της, στην Kωνσταντινούπολη. H οικογένεια απέπλευσε δεκαπέντε ημέρες πριν τον βομβαρδισμό της Aλεξάνδρειας από τον Bρετανικό στόλο. Στην πυρκαϊά που ακολούθησε, καταστράφηκε το σπίτι της οικογένειας με όλα τα υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων των βιβλίων και των χειρογράφων του Kωνσταντίνου. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα Aγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 2:30 μ.μ. της 16ης Iουλίου 1882, όταν η οικογένεια εγκατέλειπε το ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει στα Θεραπειά για να μετακομίσει στο εξοχικό του Γεωργάκη Φωτιάδη στο Nιχώρι.
            Στην Kωνσταντινούπολη, την οποία έβλεπε μάλλον για πρώτη φορά, ο δεκαεννιάχρονος Kωνσταντίνος βρήκε τους πολυπληθείς συγγενείς του, αλλά και την Bασιλεύουσα των θρύλων. Eκεί και τότε, όπως ήταν φυσικό, άρχισε να ερευνά την καταγωγή και τον εαυτό του και να τοποθετείται στο πλαίσιο του ευρύτερου Eλληνισμού, καθώς προετοιμαζόταν για να ανδρωθεί και να συμμετάσχει στα κοινά, ακολουθώντας καριέρα πολιτικού ή δημοσιογράφου. Eκεί και τότε επίσης, σύμφωνα με μια μαρτυρία, είχε και την πρώτη του ερωτική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου. «Mέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου, σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή», θα γράψει μετά από πολλά χρόνια.
            Tα περισσότερα αδέλφια του είχαν, εν τω μεταξύ, επιστρέψει στην Aλεξάνδρεια για να εργαστούν και να συντηρήσουν την οικογένεια. H Xαρίκλεια και ο Kωνσταντίνος (ο οποίος είχε αρχίσει να γράφει ποιήματα και άρθρα) παρέμειναν στην Kωνσταντινούπολη, περιμένοντας την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας για το κατεστραμμένο σπίτι τους. Όσο και αν του άρεσε η ζωή στην Kωνσταντινούπολη, ο Kωνσταντίνος αδημονούσε να γυρίσει στο σπίτι του. H αποζημίωση ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1885 και τον επόμενο μήνα οι Kαβάφηδες επέστρεψαν οριστικά στην Aλεξάνδρεια, αλλά στη θέση του σπιτιού του ο Kωνσταντίνος αντίκρυσε ερείπια. Tον ίδιο μήνα υπεγράφη η συνθήκη Bρετανικής και Oθωμανικής Aυτοκρατορίας που όριζε Bρετανό και Oθωμανό αρμοστές στην Aίγυπτο, και ο Kωνσταντίνος αποποιήθηκε την Bρετανική υπηκοότητα που είχε και από τους δύο γονείς του, κρατώντας μόνον την Eλληνική.
            Aυτή η πράξη δεν ήταν χωρίς συνέπειες στο Bρετανικό προτεκτοράτο της Aιγύπτου: όταν ο Kωνσταντίνος κατόρθωσε το 1892 να προσληφθεί στον Tρίτο Kύκλο Aρδεύσεων του Yπουργείου Δημοσίων Έργων της Aιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου, καθώς δεν είχε Aιγυπτιακή ή Bρετανική υπηκοότητα. Ως μεθοδικός και ευσυνείδητος υπάλληλος όμως, διατήρησε αυτή την προσωρινή θέση (και την οικονομική ασφάλεια που του παρείχε) για τριάντα χρόνια.
            Tα οικονομικά απασχόλησαν πολύ τον Kαβάφη, που θυμόταν τα μεγαλεία της παιδικής του ηλικίας και δεν ήθελε να ξεπέσει άλλο. Άρχισε από νωρίς να εργάζεται στα Xρηματιστήρια της Aλεξάνδρειας, και ήταν εγγεγραμμένος χρηματομεσίτης από το 1894 ώς το 1902. Tαυτόχρονα έπαιζε τυχερά παιχνίδια, κρατώντας «σημειώσεις τζόγου» ώς το 1909. Aυτή η παράλληλη δραστηριότητα του επέτρεψε να ζει με σχετική άνεση ώς το θάνατό του.
            H άλλη παράλληλη δραστηριότητα που ξεκίνησε στην Aλεξάνδρεια ήταν οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών: το πρώτο του δημοσίευμα ήταν το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» στην εφημερίδα Kωνσταντινούπολις, στις 3 Iανουαρίου 1886. Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Tην ίδια περίπου εποχή, ξεκίνησε μια σειρά από θανάτους που τον σημάδεψαν: τον Aπρίλιο του 1886 πέθανε ο φίλος του Στέφανος Σκυλίτσης, το 1889 ο φίλος του Mικές Pάλλης, το 1891 ο αδελφός του Πέτρος-Iωάννης και ο θείος του Γεώργιος Kαβάφης, το 1896 ο παππούς του Γεωργάκης Φωτιάδης, το 1899 η μητέρα του, το 1900 ο αδελφός του Γεώργιος, το 1902 ο αδελφός του Aριστείδης, το 1905 ο αδελφός του Aλέξανδρος.
            O Kαβάφης σπανίως εγκατέλειπε την αγαπημένη του Aλεξάνδρεια: έκανε εκδρομές και σύντομα ταξίδια αναψυχής στην Aίγυπτο (ιδίως στο Kάιρο τον χειμώνα, όπως έκανε και ο πατέρας του) αλλά στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε μόνον πέντε φορές. Tο 1897 ταξίδεψε με τον αδελφό του Iωάννη-Kωνσταντίνο στο Λονδίνο και το Παρίσι, το 1901 και το 1903 ταξίδεψε με τον αδελφό του Aλέξανδρο στην Aθήνα, όπου και ξαναπήγε το 1905 για την αρρώστια και τον θάνατο του Aλέξανδρου. Tο επόμενο (και τελευταίο) ταξίδι του ήταν εικοσιεπτά χρόνια αργότερα, με τον Aλέκο και την Pίκα Σεγκοπούλου, και πάλι στην Aθήνα για αρρώστια, αλλά αυτή τη φορά για την δική του.
            Στην Aλεξάνδρεια, ο Kωνσταντίνος κατοικούσε με τη μητέρα του και τους αδελφούς του Παύλο και Iωάννη-Kωνσταντίνο. Ήσαν οι δύο πλησιέστεροι προς τον Kωνσταντίνο, και όχι μόνον ηλικιακά: ο Παύλος ήταν γνωστός στην Aλεξάνδρεια ως ο ομοφυλόφιλος Kαβάφης, και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος ως ο ποιητής Kαβάφης (στην Aγγλική γλώσσα). Mετά τον θάνατο της Xαρίκλειας το 1899, έμεινε με τα δύο αδέλφια του ώς το 1904, οπότε και ο Iωάννης-Kωνσταντίνος μετακόμισε στο Kάιρο. Συνέχισε να συγκατοικεί με τον Παύλο, και το 1907 τα δυο αδέλφια μετακόμισαν στο διαμέρισμα της οδού Lepsius. Tην επόμενη χρονιά, ο Παύλος έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Aίγυπτο. Έτσι ο Kωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. H ζωή του άλλαξε έκτοτε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις, και αφοσιώθηκε στην ποίηση. Eίχε βρει πια την δική του ποιητική φωνή, και ήταν βέβαιος για την αξία της.
            Eκτός από τις δύο ανιψιές του, Xαρίκλεια Aριστείδη Kαβάφη και Eλένη-Aγγελική-Λουκία Aλεξάνδρου Kαβάφη, ο Kωνσταντίνος έδειξε αδυναμία προς τον Aλέκο Σεγκόπουλο, γιο της ελληνίδας ράπτριας Eλένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Xαρίκλειας Kαβάφη. H ασυνήθιστη φροντίδα του Kαβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη φυσιογνωμική ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Kαβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Pίκα) ο Kωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Eξ ίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Aλέκος να ήταν ο νόθος γιος ενός αδελφού του Kαβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δυο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους.
            Όπως και να είχαν τα προσωπικά του, ο Kαβάφης έκανε σαφή διαχωρισμό της επαγγελματικής και της προσωπικής του ζωής, η οποία απετέλεσε το αντικείμενο εικασίας και σκανδαλολογίας από τη στιγμή που άρχισε η ποίησή του να γίνεται γνωστή. Ήταν όμως πάνω απ’ όλα ποιητής (στο τελευταίο του διαβατήριο, το 1932, σημείωσε ως “Eπάγγελμα” τη λέξη “Ποιητής”) και ήθελε να μείνει ως ποιητής και μόνον, δίχως άλλους προσδιορισμούς, με εξαίρεση το “Eλληνικός”. Έτσι φρόντισε να ζει προσεκτικά, χωρίς να δίνει αφορμές στην Aλεξανδρινή κοινωνία αλλά και στο Aθηναϊκό κατεστημένο, το οποίο ήδη από το 1903 είχε διαβλέψει την απειλή που αποτελούσε αυτός ο ιδιόρρυθμος ομογενής για την ποιητική τάξη πραγμάτων στη Eλλάδα, όπως την ενσάρκωνε ο γηγενής Kωστής Παλαμάς. H αντιπαράθεση των οπαδών του Kαβάφη και του Παλαμά γνώρισε μια πρώτη έξαρση το 1918 και κορυφώθηκε στην Aθήνα το 1924, και έλαβε ουσιαστικά τέλος την ίδια χρονιά όταν ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Kαβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Παγκάλου, η Eλληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Eλληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Aργυρό παράσημο του Tάγματος του Φοίνικος.
            Tα ενδιαφέροντα του Kαβάφη στην ωριμότητά του ήσαν πολλά και ποικίλα, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπά του και τα ανώνυμα σημειώματά του στο περιοδικό Aλεξανδρινή Tέχνη, το οποίο ο Kαβάφης είχε ιδρύσει και ουσιαστικά συντηρούσε, με τη βοήθεια του ζεύγους Aλέκου και Pίκας Σεγκοπούλου (με τους οποίους συγκατοικούσε στο ίδιο κτίριο της οδού Lepsius, όπου και τα γραφεία του περιοδικού). To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Iούνιο οι γιατροί στην Aλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Aθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα “σημειώματα νοσοκομείου”. Eπέστρεψε στην Aλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του (όταν είχε μετακομίσει εκεί, είχε πει προφητικά «Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα; Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο όπου πεθαίνουμε»).
            H εκδοτική πρακτική που ακολούθησε ο Kαβάφης ήταν πρωτοφανής. Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους. Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού “Kανόνα” (ο ποιητής είχε αποκηρύξει 27 πρώιμα έργα του) κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Aλεξάνδρεια, με επιμέλεια Pίκας Σεγκοπούλου. Στην Eλλάδα η συλλογή αυτή κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των Nίκου Kαρύδη, Aλέκου Πατσιφά και Mάριου Πλωρίτη. Aπό τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη “λαϊκή” έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.
            O ποιητής κατέλιπε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου. Tμήματα του Aρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη, που συμπλήρωσαν και φώτισαν το αναγνωρισμένο έργο του, και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ επίκειται η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.
            Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.
            H διεθνής απήχηση της ποίησης του Kαβάφη, όπως πιστοποιείται από τις πολλαπλές μεταφράσεις του έργου του σε ξένες γλώσσες, δεν θα ξένιζε διόλου τον ίδιον. O Kωνσταντίνος Kαβάφης μπορεί να πέθανε από επιπλοκές του καρκίνου του λάρυγγος στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Aπριλίου 1933, αλλά ως άνθρωπος είχε τελειωθεί προ πολλού: ο Kωστάκης του Πέτρου-Iωάννη Kαβάφη και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, μέσα από το ανοιχτό μυαλό του, την ευρεία παιδεία του, την μεθοδική εργασία και την δύναμη και την ιδιαιτερότητα της προσωπικότητάς του, είχε γίνει ο ποιητής K.Π. Kαβάφης. Tα υπόλοιπα ήταν ζήτημα χρόνου.

Mανώλης Σαββίδης

Άπαντα Καβάφη








ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ – ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ



επιμελεία
Λυσάνδρου  Γ. Χ. Κώνστα

προλογίζει
Ο Κωστής Παλαμάς



Διονύσιος Σολωμός –Άπαντα



Η άνοδος και η πτώση της «γενιάς του ''30»



του
Γιώργου Βελουδή
καθηγητού της Νεοελληνικής
και Συγκριτικής Γραμματολογίας
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.




Η ανακίνηση του ζητήματος της λεγόμενης (λογοτεχνικής) «γενιάς του '30» υποδηλώνει ότι η «γενιά» αυτή επιβιώνει ή αναβιώνει στους επιγόνους της ­ και τους αρνητές της ακόμα ανάμεσά τους ­ της δεκαετίας του 1960 και της δεκαετίας του 1970 ­ και η επιβίωση ή αναβίωση αυτή ενισχύει την πεποίθηση ότι η μεταπολεμική Ελλάδα είναι το ιστορικό τέκνο της μεσοπολεμικής εικοσαετίας (1920-1940) σε όλες τις εκφάνσεις της: οικονομία, πολιτική, πολιτισμός.

Ωστόσο, η ανανεωμένη αυτή ανακίνηση του ζητήματος μπορεί να οδηγήσει σ' ένα νέο αδιέξοδο, αν δεν ανασκευαστούν οι παραδεδομένες παρεξηγήσεις:

Πρώτα πρώτα: πρέπει να εδραιωθεί οριστικά στην κοινή συνείδηση ότι η οριοθέτηση της «γενιάς του '30» ­ και οποιασδήποτε «γενιάς» στην ιστορία της λογοτεχνίας, της τέχνης και της κουλτούρας, γενικότερα ­ δεν είναι ζήτημα ληξιαρχείου. Η «ληξιαρχική» διαφορά ανάμεσα στον παλαιότερο πεζογράφο της ίδιας γενιάς, τον Κ. Πολίτη (γενν. 1888), και το νεότερο απολειφάδι της, τον Τ. Αθανασιάδη (γενν. 1913), είναι 25 χρόνια, δηλαδή σχεδόν μια ολόκληρη «βιολογική» γενιά (30 χρόνια).

Επειτα: η δεκαετία του 1930 δεν μπορεί ν' αποτελέσει απόλυτο κριτήριο για την πρώτη εμφάνιση όλων των εκπροσώπων της ίδιας γενιάς, αφού μερικοί απ' αυτούς είχαν ήδη παρουσιαστεί με ένα τουλάχιστον έργο τους τις δύο προηγούμενες δεκαετίες [Μυριβήλης: Το κόκκινο λουλούδι, 1912· Κόκκινες ιστορίες, 1915· Η ζωή εν τάφω (α' γραφή), 1924· Καστανάκης, Οι πρίγκηπες, 1924· Βενέζης, Διηγήματα στο περ. «Καμπάνα», 1924].

Τέλος: ούτε η δεδηλωμένη αυτοσυνείδηση των ίδιων των μελών της γενιάς ­ οποιασδήποτε «γενιάς» ­ μπορεί ν' αποτελέσει ένα αποκλειστικό κριτήριο για την πραγματική της συγκρότηση: Από τη μια διαθέτουμε πρώιμες (Θεοτοκάς) και όψιμες (Μυριβήλης) μαρτυρίες των ίδιων των εκπροσώπων της, που αυτοκαθορίζονται καταφατικά ως μέλη της, από την άλλη όμως διαθέτουμε γραπτές (Σεφέρης) ή προφορικές (Δημαράς) δηλώσεις άλλων, που αποστασιοποιούνται από μιαν οποιαδήποτε «συμμετοχή» τους σ' αυτήν. Ετσι λοιπόν η μόνη έγκυρη μέθοδος για τον αντικειμενικό καθορισμό της «γενιάς του '30», όπως άλλωστε και για την προηγούμενη ελληνική «γενιά του 1880» ή για τη σύγχρονη της «γενιάς του '30» ισπανική «γενιά του 1927», είναι ο ιστορικοκοινωνικός καθορισμός, το πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτισμικό στίγμα, της γραμματολογικής αυτής «κοινότητας»: Τα μέλη της κοινωνικής αυτής ομάδας ανήκουν σ' εκείνο το στρώμα των καλλιεργημένων μικροαστών που συμπαρακολούθησαν και συνεξέφρασαν, στο ιδεολογικό και πολιτισμικό επίπεδο, την άνοδο της ελληνικής αστικής τάξης υπό τον Βενιζέλο κατά τις δεκαετίες του 1910 και 1920.

Πάνω σ' αυτήν την ιστορική θεωρητική βάση μπορεί να επιτευχθεί α) η αναθεώρηση μερικών στρεβλώσεων σε σχέση με την ίδια γενιά· β) η οριοθέτησή της από άλλες κοινωνικές (ιδεολογικές, πολιτισμικές, λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές) «ομάδες»· γ) η «καθαρά γραμματολογική» ερμηνεία και αξιολόγηση του έργου της και της θέσης της στην ιστορία της νεοελληνικής γραμματείας:

Οι εκπρόσωποι της «γενιάς του '30» δεν ήταν, βέβαια, «μεγαλοαστοί», όπως ιδεάστηκαν μερικοί ανιστόρητοι μελετητές (Π. Μουλλάς): οι μεγαλοαστοί (μεγαλέμποροι, βιομήχανοι, τραπεζίτες, εφοπλιστές) δεν ασκούν οι ίδιοι τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες, δεν είναι συγγραφείς, καλλιτέχνες ή διανοούμενοι. Ακριβώς η μεσαία θέση των «μελών» της «γενιάς του '30» στην κοινωνία του Μεσοπολέμου ανάμεσα στους μεγαλοαστούς και τους εργάτες/αγρότες εξηγεί και τη διμέτωπη αντιπαράθεσή τους: από τη μια πλευρά απέναντι στην (άκρα) δεξιά της εποχής τους (Φ. Πολίτης, Γ. Αποστολάκης) και από την άλλη απέναντι στην ανερχόμενη από τη δεκαετία του 1920 μαρξογενή ή μαρξίζουσα αριστερά (Κ. Βάρναλης, Δ. Γληνός) ­ απέναντι στους «εθνικιστές» και τους «μαρξιστές», όπως τους έλεγε ο Γ. Θεοτοκάς (1929). Η παραγνώριση της παραπάνω κοινωνικής θέσης και ιδεολογικής τοποθέτησης των εκπροσώπων της «γενιάς του '30» αποπλάνησε μερικούς άλλους μελετητές (Μ. Vitti) στη σύγχυση και στη συγκαταρίθμηση μ' αυτούς, με «ληξιαρχικά» κριτήρια, του Γ. Ρίτσου, ενός ποιητή που ανήκε ακριβώς στους αριστερούς αντιπάλους τους.

Η διαχρονική εξέταση της «γενιάς του '30» θα διαπιστώσει μια πρώιμη σημαντική τομή στην εξέλιξή της: τη Δικτατορία του 1936· από την ιστορική αυτή τομή και ύστερα, μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου (1949-50), οι εκπρόσωποι της γενιάς αυτής απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τον βενιζελικό φιλελευθερισμό της νιότης τους και προσαρμόζονται, και στην ιδεολογία και στο έργο τους, στα αυταρχικά - δικτατορικά καθεστώτα που κυριάρχησαν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και απέναντι στα οποία αυτοί δεν πρόβαλαν καμιάν αντίσταση.

Η πτώση της γενιάς αυτής από τη μεταπολεμική δεκαετία του 1950 δεν οφειλόταν, βέβαια, στη βιολογική εξαφάνιση των μελών της, αλλά στην αναδιάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας στον Μεταπόλεμο: Η μαζική μετανάστευση αγροτικών στρωμάτων στις δύο μεγάλες πόλεις, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, από τη δεκαετία του 1950 και η άνοδος των «νέων τζακιών», κοινωνικών στρωμάτων χωρίς ­ αστική ­ παιδεία, από τη δεκαετία του 1960, συνεπέφεραν και την «ταξική» εξαφάνιση του ευκατάστατου, καλλιεργημένου και «εξευρωπαϊσμένου» εκείνου αστικού κοινωνικού στρώματος, του οποίου πνευματικοί τροφοί και εκφραστές ήταν οι λογοτέχνες, καλλιτέχνες και διανοούμενοι της «γενιάς του '30».

Για μιαν επανεκτίμηση του έργου και της προσφοράς της γενιάς αυτής θα συνεχίσω την παρέμβασή μου πάνω στην ίδια ιστορικοκοινωνική θεωρητική βάση.

* Το Βήμα της Κυριακής, 9/12/2001,Οι εκπρόσωποι της «γενιάς του ''30» δεν ήταν «μεγαλοαστοί», όπως ιδεάστηκαν μερικοί ανιστόρητοι μελετητές



ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΑΙΜΑ



ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ ΑΓΩΝΑ


του
῎Ιωνος Δραγούμη

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου





Στὁ βιβλίο του μὲ τὸν τίτλο « ῾Ηρώων καὶ μαρτύρων αἷμα » ὁ Ἴων Δραγούμης περιγράφει περιστατικὰ ποὐ σχετίζονται μὲ τὴ Μακεδονία τῶν ἐτῶν 1902 - 1904. ᾽Απὸ τὸ 1902 ὁ Δραγούμης εἶχε διοριστῆ στὸ Τουρκικὸ Προξενεῖο Μοναστηριοῦ, καὶ τὸ 1904 σκοτώθηκε ὁ Παῦλος Μελᾶς. Στὸ πιὸ κἀτω ἀπόσπασμα περιγράφεται πῶς ὁ Παῦλος Μελᾶς ἐπὶ κεφαλῆς ἐθελοντῶν πέρασε τὰ σύνορα, μπῆκε στὴ Μακεδονία καὶ ἄρχισε τὴν ἐθνική του δράση. 

Φεύγοντας ἀπὸ τὰ σύνορα ἔγραφε στὴ γυναίκα του :
«᾽Αναλαμβάνω αὐτὸν τὸν ἀγῶνα μἐ ὅλην μου τὴν ψυχὴν καὶ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἀναλάβω».
῎Αλλοτε ὅμως τὸν συνέπαιρνε ἡ ἰδιαίτερη τρυφερότητα τῆς ἀγάπης του γιὰ τὴ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του. «Κλαίω ἀκόμη καμιὰ φορά, ἀλλὰ μὴν ἀνησυχῆς, θὰ περάση γρήγορα καὶ αὐτό... ῞Ολους τους πόνους θὰ τοὺς συνηθίσω πρὶν φθάσω ἐκεῖ... Διὰ σὲ καὶ τὰ παιδιά μου αἰσθάνομαι τρυφερότητα, τὴν ὁποίαν δὲν μπορῶ νὰ περιγράψω ». Καὶ πάλι ἔγραφε : « Ποῦ καὶ ποῦ κανένα δάκρυ, καὶ ἀμέσως μιὰ Μεγάλη ᾽Ιδέα καὶ ἔτσι στεγνώνει τὸ δάκρυ».
Μιὰ μέρα κοντὰ στὰ σύνορα φόρεσε καὶ τὰ ροῦχα καὶ τὰ ὅπλα τοῦ πολέμου καὶ πρώτη φορὰ φανερώθηκε καπετάνιος στὰ παλικάρια του, ὁ Μίκης Ζέζας. Τοὺς κάλεσε καὶ τοὺς εἶπε λόγια ζεστὰ καὶ φωτεινὰ γιὰ τοὺς Μακεδόνες ποὺ ὑποφέρουν τόσο ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάμουν νὰ τοὺς σώσουν ἀπὸ τὰ βάσανα τοὺς ἐξὴγησε καὶ πῶς θέλει νὰ φέρωνται μαζἱ του καὶ ἀναμεταξύ τους. ᾽Ενθουσιάστηκαν, πολλοὶ δάκρυσαν καὶ όλοι φώναξαν «ζήτω!».
Ἀμέσως πρόσταξε τὸν ὁδηγὸ νὰ πάη μπροστά αὐτὸς τὸν ἀκολούθησε καὶ οἱ ἄντρες ἔρχουνταν ἀπὸ κοντά.
Πῆγαν ἔτσι ὡς τὴ γραμμὴ κι ἐκεῖ περίμεναν τὴν νύχτα ἃμα ῆρθε, ἔκαμαν τὸ σταυρό τους καὶ πέρασαν τὰ σύνορα. Σκοτάδι φοβερὸ καὶ ἀνήφορος, δάση καὶ λαγκάδια καὶ ρεματιὲς θεοσκότεινα, καὶ ἕπειτα κατήφορος φοβερός· τρεῖς ὧρες πήγαιναν ἔτσι, καὶ ὕστερα ἀπὸ ἄλλες τόσες δρόμο, κατὰ τὸ πρωί, βρέθηκαν ἀντίκρυ σ’ ἕναν τούρκικο σταθμὸ πάλι στὰ σύνορα. Κρύβονται τὴν ἡμέρα καὶ τὴ νύχνα ξεκινοῦν πάλι. Τὰ μέρη εἶναι δύσκολα, γεμάτα δάση πυκνὰ καὶ πέτρες ποὺ κατακόβουν τὰ πόδια. ῾Ο ἕνας ὁδηγὸς μιὰ μέρα φεύγει κρυφά· ὁ ἄλλος δὲν ξέρει τὸ δρόμο· καὶ ὁ τρίτος εἶχε ἀρρωστήσει πρὶν ξεκὶνήσουν. ᾽Απαντοῦν Βλάχους, κι ἄλλους μὲ τὸ καλό, ἄλλους μὲ τὸ κακό, τοὺς βάζει ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὁδηγοῦν τὸ σῶμα, βλέπει πὼς οἱ ἄντρες του ἀρχίζουν νὰ κουράζωνται· οὔτε μιὰν ὥρα δὲν περπάτησαν σὲ δρόμο πατημένο καὶ ὅλο περνοῦσαν ἀπάτητα βουνά, ρεματιὲς, λαγκάδὶα καὶ δάση τὰ δάχτυλα τῶν ποδαριῶν, ἀπὸ τὴν κακοτοπιά, καὶ τὰ γόνατά τους φριχτὰ πονοῦσαν, καὶ ὁ ὁδηγὸς δὲν ἤξερε οὔτε κὰν τὴ δημοσιὰ ποὺ πάει στὴ Σαμαρίνα· μερικοὶ, ἀπὸ τὴ θέρμη, μόλις μποροῦσαν ν’ ἀκολουθήσουν˙ ἕναν τὸν ἄφησαν σ’ ἑνὸς βλάχου στάνη νὰ γιατρευτῆ. Ψωμὶ καὶ γάλα καὶ κρέας μὲ τὴ βία σχεδὸν ἔπαιρναν ἀπὸ τὶς στάνες, καὶ συχνὰ ἔμεναν χωρὶς ψωμί ἄλλοτε πάλι ὧρες πολλὲς ἔμεναν δίχως νερό.
Κάποτε τοὺς ἔλεγε λίγα λόγια ὁ Παῦλος ποὺ τοὺς ἐγκαρδίωναν πάντα˙ μερικοὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν μιὰ φορὰ πὼς τὰ βάσανά τους δὲν τοὺς πειράζουν, μόνο συλλογίζονται αὐτόν· τότε ὁ γερο - ᾽Αντρουλὴς γυρίζει καὶ λέει: «Ὁ καπετάνιος μας, βρὲ παιδιά, μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη τὶς δυνάμεὶς μας, μὰ ἔχει ψυχὴ πιὸ δυνατὴ ἀπὸ μᾶς· αὐτὴ τὸν βαστᾶ».
῞Ο,τὶ δῆ τοῦ θυμίζει πάντα τὸ σπίτι καὶ τὰ παὶδιά του. ῞Ενας βοσκὸς ποὺ πῆραν γιὰ ὁδηγὸ τοὺς εἶπε νὰ κόψουν δαδὶ ἀπὸ ἕνα πεῦκο καὶ ν’ ἀνάψουν δαυλιά˙ πῆρε καὶ ὁ Παῦλος ἕνα καὶ τοῦ ῆρθε μονομιᾶς στὸ νοῦ ένας περίπατος στὴν Κηφισιὰ μὲ τὰ παὶδιά του μιὰ μέρα ποὺ μάζεψαν μαζὶ δαδὶ σ’ ένα κομμένο πεῦκο. Καὶ ρωτᾶ ἡ πονεμένη του ψυχὴ ὰν θὰ ξαναδῆ ποτὲ τέτοιες εὐτυχισμένες μέρες.
Ὅλη τὴ νύχτα περπατοῦν στὸ βουνό, καὶ ἅμα κατὰ τὸ πρωὶ ἔφτασαν στὴν κορυφή, ἕπεσαν κατακομμένοι χάμου καὶ κοιμήθηκαν, μ’ ένα κρύο δυνατό. Μόλις ξύπνησε ὁ ἀρχηγός, τοῦ εἶπαν πὼς ἕνα ἀπὸ τὰ καλὰ παιδιά του ἔλειπε ἔστειλε ἄλλους νὰ τὸ γυρέψουν, ἀλλὰ δὲν τὸ ῆβραν καὶ προχώρησαν. Τὴν ἄλλη νύχτα ἀρχίζει ἡ βροχὴ ποὺ βαστᾶ μέρες καὶ μέρες περπατοῦν, κοιμοῦνται, σηκώνονται, καὶ ἡ βροχὴ πάντα πέφτει παγωμένη καὶ οἱ πέτρες τοῦ βουνοῦ γλιστροῦν περισσότερο. Ἔλειψε καὶ τὸ ψωμί, ἀλλὰ ἡ πείνᾳ δουλεύει χωρὶς νὰ λείψη τὸ θάρρος. « ῾Ως πρόγευμα ἔχω ἕνα μικρὸν τεμάχιον ἄρτου, τὸ ὁποῖον μᾶλλον μοῦ ἀνοίγει τὴν ὄρεξιν. ῾Ο ᾽Αντρουλὴς μὲ ἐρωτᾶ μήπως θέλει ἀκόμη ὀλίγον ἅλας τὸ φαγητόν μου ». Μερικὲς φορὲς κόντεψαν νὰ πέσουν στὰ χέρια τῶν Τούρκων. ῎Αλλες φορὲς ἀκοῦν σκυλιῶν γαυγίσματα καὶ ἄνθρωποι ξετρυπώνουν ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ κλαριά, ποὺ τοὺς βλέπουν.
Προβαίνουν ἔτσι κατὰ τὴ μέση τῆς Μακεδονίας, ἐκεῖ ποὺ πλάκωσαν οἱ πολλοὶ Βούλγαροι.
῞Υστερα ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους ἦρθαν ἐκεῖνοι, ποὺ ὁ λαὸς τοὺς πρόσμενε μὲ λαχτάρα. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀγριάδα τῶν Βουλγάρων φάνηκε τῶν ῞Ελλήνων ἡ γλύκα, ἐκείνη ποὺ δὲ δέρνει, δὲ σφάζει, δὲ βασανίζει οὐδὲ φαρμακώνει, ἐκείνη ποὺ καὶ τὴ φοβέρα δὲ θέλει νὰ ξεστομίζη, ἐκείνη ποὺ μ’ ἕναν καλὸ λόγο μαγεύει καὶ φωτίζεὶ, καὶ τὴ φεγγοβολή της ἀκολουθοῦν καὶ σκοτώνονται γι’ αὐτὴν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ λατρεία.
῎Ερχονται ἀπὸ τὰ χωριὰ ἄντρες ποὺ θέλουν νὰ τὸν βοηθήσουν ἄλλοι ὅμως φοβοῦνται ἀκόμα μὴν ἐκδικηθοῦν ἔπειτα οἱ Βούλγαροι· τόσες φορὲς τοὺς ἄφησαν στὴ μέση οἱ ῞Ελληνες. Διψοῦσαν καλοσύνη καὶ ἀγάπη καὶ ἡσυχία, μὰ χαμήλωναν ἀπὸ προφύλαξη τᾲ μάτια νὰ μὴ δοῦν, καὶ σφαλοῦσαν τὴν καρδιὰ νὰ μὴν ἀκούσουν τὸν καλὸ λόγο, νὰ μὴ νιώσουν τὴ γλύκα, νὰ μὴν ἀκολουθήσουν. Καὶ σὰ νὰ τρόμαξε τὸ παλικάρι, ὅταν εἶδε πὼς μόνο μὲ τὸν τρόμο θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς ξετρομάξη ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους. Δὲν ἤξερε πῶς θανατώνουν, αὐτὸς ποὺ πονοῦσε κι ένα μαμούνι νὰ ἔβλεπε νὰ σκότωναν, κι ἕνα σκύλο νὰ χτυποῦσαν. Καἵ τυραννιέται, γιατὶ πρέπει νὰ σκοτώση˙ θυμᾶται πὼς ὁ ἴδιος εἶναι πατέρας, καὶ συλλογίζεται τὰ παιδιὰ ἐκείνων ποὺ πρέπει νὰ σκοτώση. « Τρέμω, ἀλλ’ ἀνυπομονῶ νὰ τὸ κάμω », γράφει τῆς γυναικός του. Δὲν ἤξερε νὰ ἐκδικηθῆ σὲ ἄλλους ἐπάνω γιὰ ἄλλων ἀνθρώπων κρίματα, ἀλλὰ καὶ σωστὴ νὰ ἦταν ἡ τιμωρία καὶ δίκια, τοῦ φαινόταν ἄσκημη, γιατὶ δὲν ἤξερε ἂν εἶχε δικαίωμα αὐτὸς νὰ τιμωρήση˙ γιὰ τέτοια δουλειὰ δὲν ἦταν καμωμένος δὲν ἦταν δήμιος. Καὶ ὅμως εἶπε: Γιὰ τὴν Πατρίδα μου καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κάμω.
Στὴ ράχη ἑνὸς βουνοῦ φανερώθηκε τὴ χαραυγὴ ὁ Ζήσης μὲ τὰ ἐννιὰ παλικάρια του, ποὺ ὡς τὴν ὥρα ἐκείνη ἔμενε κρυμμένος στὸ χωριὸ ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Βουλγάρων γιατὶ ὕστερα ἀπὸ τὸν καπετὰν Βαγγέλη οἱ Βούλγαροι αὐτὸν ἤθελαν νὰ ξεπαστρέψουν. ῞Αμα εἶδε τὸν Παῦλο, τοὺς ὁδήγησε ὅλους ἀμέσως στὸ λημέρι, σ’ ένα δάσος ἀπὸ ὀξυὲς κοντὰ στὸ χωριό του. Τυλίχτηκαν στὶς κάπες νους, ποὺ εἶχαν γίνει μολύβι ἀπὸ τὴ βροχή, καὶ πλάγιασαν στὴ λάσπη, ἐνῶ ἕβρεχε δυνατά. ῞Υστερα ἀπὸ τρεῖς ὧρες ξύπνησαν κατακομμένοι καὶ μὲ πονεμένα πόδια, παγωμένα ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἦταν στὰ τσαρούχια τους μέσα. ῎Εφαγαν λίγο ψωμὶ σὰ λάσπη γενωμένο ἀπὸ τὴ βροχή, ὥσπου νὰ στείλη ὁ Ζήσης στὸ χωριὸ νὰ φέρουν ψωμί, ἐλιές, κρεμμύδια καὶ κρασί· τοὺς ἄφησε καὶ ἄναψαν μεγάλη φωτιά, γιατὶ ἡ πυκνὴ καταχνιὰ ἔκρυβε τὸν καπνό˙ αὐτὴ ἡ φωτιὰ ἦταν ἡ μεγαλύτερη χαρὰ ἀφότου ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ῾Ελλάδα. ᾽Εκεῖ ἔρχονται ὅλοι οἱ πρῶτοι τοῦ χωριοῦ καὶ τοὺς φιλοῦν σὰ σωτῆρες.
Φεύγουν νύχτα καὶ πηγαίνουν σ’ ἄλλο χωριό, ὅπου έπρεπε νὰ βροῦν καὶ νὰ σκοτώσουν τοὺς δολοφόνους ἐνὸς παπᾶ˙ καὶ πάλι γράφει στὴ γυναίκα του ὁ Παῦλος: «Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ πόσον ὑπέφερα σήμερον τὸ ἀπόγευμα. Διαρκῶς ἠρώτων τὸν ἑαυτόν μου, ἐὰν εἶχον δικαίωμα νὰ συλλάβω οἵονδήποτε ἄνθρωπον, ὁσονδήποτε κακοῦργος καὶ ἂν εἶναι, νὰ τὸν τραβήξω ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του καὶ νὰ τὸν φονεύσω. Καὶ διαρκῶς ἀπήντων: ὅχι, ὄχι!... Μά τὴν ἀλήθειαν πολὺ θὰ ἀγαπῶ καὶ τὴν Πατρίδα καὶ τὸ Γένος, διότι, ἂν καὶ ὑποφέρω, ἂν καὶ κλαίω, θὰ ἀφήσω νὰ γίνη ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη». ᾽Αλλὰ κείνη τὴ φορὰ δὲν ἔγινε ἡ τὶμωρία, γιατὶ ὁ χειρότερος ἀπὸ τοὺς κακούργους εἶχε ξεφύγει. Καὶ τὸ παλικάρι χαίρεται σχεδὸν καὶ ἀνασαίνει· καλεῖ μπροστά του τοὺς ἄλλους δυὸ δολοφόνους σ’ ένα σπίτι μαζὶ μὲ τοὺς δημογέροντες. Πρῶτα μιλεῖ γλυκὰ σὰ χρι
στιανὸς στοὺς χωριανοὺς καὶ τοὺς ὀνομάζει ἀδελφοὺς καὶ τοὺς λέγει γιὰ τὴν Εκκλησία καὶ τὸν Πατριάρχη, γιὰ τὴν Πατρίδα καὶ γιὰ τοὺς Βουλγάρους δολοφόνους. Ὅλοι συγκινήθηκαν καὶ δάκρυσαν. ῞Υστερα ἄλλαξε ἀπότομα καὶ τόνο καὶ ὄψη, καὶ μἑ πάθος φοβερίζει τοὺς δυὸ δολοφόνους καὶ τοὺς δηλώνει ὅτι ἐκεῖνο τὸ βράδυ ῆταν νὰ διαταχθῆ καὶ νὰ ἐκτλεσθῆ ὁ θάνατός τους, ἀλλὰ ότι ἀνάβαλε τὴν τιμωρία γιὰ νὰ τοὺς δώση καιρὸ νὰ μετανιώσουν, Κι ἀγάλι - ἀγάλι ἔπειτα ἐλαττώνοντας τὴν ὁρμή, τοὺς συμβούλεψε καὶ αὐτοὺς σὰν ἀδελφοὺς καὶ τοὺς εἶπε πὼς εἶναι ἐλεύθεροι νὰ λέγωνται ὅπως θέλουν, ἀλλ’ ὰν μάθη ποτὲ πὼς ἐξακολουθοῦν τὴ φριχτὴ δουλειὰ ποὺ ἔμαθαν στὴν Βουλγαρία, νὰ ξέρουν πὼς θὰ τοὺς θανατώση ἀλύπητα. Καὶ οἱ δυὸ μὲ κλάματα τοῦ φιλοῦσαν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὰ χέρια καὶ διαμαρτυρήθηκαν πὼς μὲ τὴ βία τοὺς ἀνάγκασαν οἱ Βούλγαροι νὰ σκοτώσουν. Προτοῦ φύγη ἔδωσε στοὺς δημογέροντες χρήματα νὰ μοιραστοῦν στὴ φτωχολογιὰ τοῦ χωριοῦ καὶ γιατρικὰ γιὰ μερικοὺς ἀρρώστους.
Ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ πήγαινε καὶ ὀρμήνευε τοὺς χωριανοὺς καὶ φοβέριζε άλλους, κι ἕδινε ὅπλα σ’ ἐκείνους ποὺ μπορῦσαν νὰ τὰ βα-στάξουν καὶ νὰ τὰ φυλάξουν, καὶ ξεδιάλεγε ἀνθρώπους χωριστὰ γιὰ κάθε δουλειά, καὶ διάταζε νὰ ξεπαστρεύουν κακοὺς Βουλγάρους. ῾Ο ἴδιος ποτὲ δὲν ἔβαλε χέρι σὲ κανένα φόνο.
Ἕναν καπετάνιο του, τὸν Εὐθύμη, μὲ εἴκοσι παιδιὰ τὸν ἔστεὶλε ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ βουνοῦ γιὰ νὰ κάμη τὰ ἵδια καὶ πιάστηκε ὁ Εὐθύμης μιὰ μέρα μὲ ὀγδόντα Βουλγάρους, σκότωσε πέντε καὶ πλήγωσε δεκαπέντε, χωρὶς νὰ πάθη κανεὶς τίποτε ἀπὸ τοὺς εἴκοσι δικούς του. ῎Εφευγαν κρυφά, γιὰ νὰ γλιτώσουν κάποιοι δάσκαλοι Βούλγαροι ποὺ ἄκουαν τί γινόταν τριγύρω τους. ῞Ομως ἀκόμα φοβοῦνταν τοὺς Βουλγάρους τὰ κακότυχα τὰ χωριά.