Θεωρία της λογοτεχνίας





 της
Ζωής Σαμαρά



ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Ο Αριστοτέλης δηλώνει στην Ποιητική του ότι δεν έχουμε μία λέξη για να ονομάσουμε όλα τα ποιητικά είδη, όπως είναι η επική, λυρική και δραματική ποίηση αφενός και η επιστημονική αφετέρου. Ο πατέρας της ποιητικής ήθελε να μελετά ταυτόχρονα τη μυθοπλαστική και τη μη μυθοπλαστική ποίηση, να κάνει θεωρητικά σχόλια για τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Σοφοκλή, τον Εμπεδοκλή. 


Για το σκοπό αυτό, οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη γράμματα ή και το επίθετο γραμματική (εννοείται τέχνη). Μεταγενέστερη είναι η λέξη γραμματεία. Η λέξη λογοτεχνία είναι μεσαιωνική, ενώ λογοτέχνης είναι ο μετά τέχνης κοσμών τον λόγον, ο ρήτωρ.
Στα λατινικά, literatura χρησιμοποιείται από τον Κικέρωνα και σημαίνει «το γραπτό, τα γράμματα», από τον Σενέκα και σημαίνει «μόρφωση, γνώσεις», ενώ στον Τάκιτο είναι το αλφάβητο, πιθανότατα αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε, στη θεωρία της λογοτεχνίας, σημαίνον, γράμμα, αλλά με τη δυνατότητα να σημαίνει.
Η λέξη που προέρχεται από το λατινικό literatura εμφανίστηκε στα γαλλικά γράμματα γύρω στα 1432, με την έννοια «γνώσεις, μόρφωση», και γύρω στα μέσα του 18ου αιώνα άρχισε να σημαίνει στη γαλλική, αγγλική και γερμανική έργα με αισθητική ποιότητα και πρόθεση. Σήμερα στα γαλλικά και τα αγγλικά, littérature, literature αντίστοιχα σημαίνουν επίσης την κριτική και τη μελέτη της λογοτεχνίας (άρα λογοτεχνία και φιλολογία). Με άλλα λόγια, οι λέξεις αναφέρονται στο αντικείμενο και την κριτική του, η μελέτη της λογοτεχνίας ταυτίζεται με την ίδια, θεωρείται το alter ego της.
Η θεωρία της λογοτεχνίας, σύγχρονη μορφή της ποιητικής του Αριστοτέλη, αρχίζει με τους Ρώσους φορμαλιστές. Το χειμώνα του 1914-1915, Ρώσοι φοιτητές ιδρύουν τον Γλωσσολογικό Κύκλο της Μόσχας, με στόχο να προωθήσουν τη γλωσσολογία και την ποιητική. Το 1926 ιδρύεται ένας παρόμοιος κύκλος στην Πράγα και από εκεί οι ιδέες των Φορμαλιστών γίνονται γνωστές σε όλο τον κόσμο.
Οι Φορμαλιστές δεν εξηγούν το λογοτεχνικό έργο, χρησιμοποιώντας τη βιογραφία του λογοτέχνη ή το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί. Τοποθετούν το λογοτεχνικό έργο στο επίκεντρο της μελέτης τους και το εξετάζουν ως εντελώς αυτόνομο. Χρειάζεται επομένως μια ειδική επιστήμη για να το μελετήσει και αυτή είναι η ποιητική, την οποία αποκαλούν επίσης θεωρία της λογοτεχνίας (ή, καλύτερα, επιστήμη της φιλολογίας).
Οι Φορμαλιστές δεν αρνούνται ότι η ζωή μπορεί να επηρεάσει ένα έργο. Ισχυρίζονται, ωστόσο, πως «Όταν η ζωή εισέρχεται στη λογοτεχνία, γίνεται λογοτεχνία και πρέπει να εκτιμάται ως λογοτεχνία», όπως γράφει ο Τυνιάνοφ ( «Η έννοια της δομής»[1923]). Η ζωή μεταμορφώνεται τόσο πολύ όταν γίνεται λογοτεχνία που είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι από το έργο και όχι αντανάκλαση της πραγματικότητας. Πρέπει επομένως να κριθεί ως λογοτεχνία και όχι σύμφωνα με το βαθμό ομοιότητας που έχει με την πραγματικότητα.
Στην προσπάθειά τους να δώσουν έναν ορισμό στη λογοτεχνία, οι Φορμαλιστές ανακάλυψαν ότι η συνήθεια μας εμποδίζει να δούμε και να νιώσουμε τα αντικείμενα. Για να τραβήξει την προσοχή μας στα πράγματα, ο λογοτέχνης χρησιμοποιεί τη μέθοδο της αποξένωσης: παραμορφώνει την πραγματικότητα με μια σειρά από λογοτεχνικές συμβάσεις. Ωστόσο, τα τεχνάσματα αυτά γίνονται εύκολα αυτοματισμοί. Γι’ αυτό υπάρχουν οι λογοτεχνικές επαναστάσεις, που αλλάζουν τις λογοτεχνικές συμβάσεις, αλλά και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα, που ξεφεύγει και από τη ρουτίνα της ζωής και από τη ρουτίνα της λογοτεχνίας. Το καινούργιο στοιχείο που φέρνει κάθε λογοτέχνης είναι ο τρόπος που βλέπει και που μας προκαλεί να βλέπουμε την πραγματικότητα.
Υπό τη σκιά των Φορμαλιστών, οι Wellek και Warren δημοσιεύουν το κλασικό βιβλίο τους Theory of Literature. Και ίσως δεν πρέπει να αγνοήσουμε το γεγονός ότι literature αντιστοιχεί σε δύο ελληνικές λέξεις: λογοτεχνία και φιλολογία, άρα η μετάφραση του τίτλου θα μπορούσε να ήταν «Φιλολογική θεωρία», άλλωστε Théorie littéraire το μετέφρασαν οι Γάλλοι. Οι συγγραφείς του βιβλίου αποκαλούν φιλολογική θεωρία τη «μελέτη των αρχών, των κατηγοριών και των κριτηρίων της λογοτεχνίας». Φιλολογική θεωρία είναι κάθε προβληματισμός σχετικός με τη λογοτεχνία και τα λογοτεχνικά κείμενα. Κριτική της λογοτεχνίας είναι η συγχρονική μελέτη των λογοτεχνικών κειμένων ή η μελέτη μεμονωμένων έργων. Ιστορία της λογοτεχνίας είναι η διαχρονική μελέτη των λογοτεχνικών έργων ή η εξέλιξη των λογοτεχνικών ειδών. Φιλολογική θεωρία ονομάζουν επίσης τη θεωρία της κριτικής και της ιστορίας της λογοτεχνίας: κριτική και ιστορία της λογοτεχνίας είναι τόσο αλληλένδετες με τη φιλολογική θεωρία που δεν είναι δυνατόν να τις διανοηθούμε χωριστά.
Σύμφωνα με τους Wellek και Warren η μελέτη της λογοτεχνίας μπορεί να είναι εξωτερική ή εσωτερική. Εξωτερική είναι η κριτική που μελετά το έργο με τη βοήθεια της βιογραφίας του συγγραφέα, του περιβάλλοντος στο οποίο έζησε, της φιλοσοφίας και των ιδεών, των ιστορικών γεγονότων. Οι θεωρίες όμως έχουν αλλάξει από τότε που οι δύο θεωρητικοί δημοσίευσαν το βιβλίο τους. Μονάχα στη Γαλλία, αναπτύχθηκαν μεταξύ άλλων η φαινομενολογική κριτική του Bachelard, η ψυχοκριτική του Mauron, η κοινωνιοκριτική του Goldmann, η στρουκτουραλιστική κριτική του Barthes, η αποδόμηση του Derrida. Έγιναν γνωστές στη Δύση οι θεωρίες του Μπαχτίν, ενώ ο Jakobson συνεργάστηκε με τον Lévi-Strauss. Σε αυτές τις θεωρίες, ενώ τονίζεται η αυτονομία του λογοτεχνικού έργου, αυτόνομο δεν σημαίνει αποκομμένο από τις άλλες δημιουργίες ή πράξεις του ανθρώπου.
Η εσωτερική κριτική ταυτίζεται με την ποιητική – την επιστήμη που μελετά τη λογοτεχνία από τη σκοπιά της λογοτεχνικότητας. Το λογοτεχνικό κείμενο εξετάζεται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της λογοτεχνικής παραγωγής και αγνοεί οτιδήποτε δεν είναι λογοτεχνία. Η ποιητική συνδέει τη φιλολογία με τη γλωσσολογία και τη ρητορική.
Σήμερα ο θεωρητικός της λογοτεχνίας προβληματίζεται όχι μονάχα για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου αλλά και για τις σχέσεις της λογοτεχνίας με τους άλλους θεσμούς. Η θεωρία της λογοτεχνίας επισημαίνει τη σπουδαιότητα της λογοτεχνίας, αφού τη μεταχειρίζεται ως αντικείμενο ειδικής μελέτης, ενώ συνδέει τη φιλολογία με άλλες επιστήμες.
Η μεγαλύτερη κατάκτηση της επιστήμης της φιλολογίας τα τελευταία χρόνια είναι η συνειδητοποίηση ότι πρέπει να αλλάξουν οι ερωτήσεις που θέτουμε στο κείμενο. Τον δέκατο ένατο αιώνα ρωτούσαμε: ποιος ήταν ο άνθρωπος που έγραψε το κείμενο, τι συνέβαινε γύρω του τότε που το έγραφε; Αντί να ρωτάμε, λ. χ., τι λέει ένα κείμενο (περιεχόμενο) ή, όπως οι Φορμαλιστές, να κάνουμε καταλόγους των υφολογικών στοιχείων (μορφή), ρωτάμε: α) Πώς ένα κείμενο λέει αυτό που λέει; Εξετάζουμε περιεχόμενο και μορφή ταυτόχρονα, ενώ αποκαλύπτουμε το μηχανισμό, άρα τα μυστικά, του κειμένου. β) Γιατί ένα κείμενο λέει αυτό που λέει; Εκφράζουμε τη γνώμη μας για τις πιθανές αιτίες της γένεσής του. (Εδώ μπορούμε να εντάξουμε και τη βιογραφική μελέτη.) γ) Τι κάνει, πώς δρα, ένα κείμενο όταν το διαβάζουμε; Πώς επιδρά στον αναγνώστη; Τώρα πια που έχουμε τον όρο λογοτεχνία, αμφισβητούμε το φαινόμενο. Αναρωτιόμαστε: Πώς λειτουργεί; Γιατί υπάρχει; Πώς με εμπλέκει εμένα τον αναγνώστη; Πρέπει όμως πάντα να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στο ίδιο το κείμενο και την επίδρασή του στον αναγνώστη, διαφορετικά η αστάθεια του κειμένου είναι δεδομένη. 


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him