Όταν προσπαθώ αλλά αποτυγχάνω, μήπως τελικά έχω επιτύχει; Μια προσέγγιση του Στωικισμού.



Χρύσιππος ο Σολεύς 


Έστω ότι είσαι στην παραλία και ένα παιδί ζητά βοήθεια κινδυνεύοντας να πνιγεί. Σπεύδεις να βοηθήσεις, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το παιδί πνίγεται. Θλίβεσαι και στενοχωριέσαι; Ο Στωικός θα σου απαντούσε κατηγορηματικά: όχι. Προσπάθησες αλλά δεν τα κατάφερες, ο σκοπός και η πρόθεσή σου ήταν να σώσεις το παιδί, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ίσως το σύμπαν, η ειμαρμένη (η καθολική Φύση) είχε ορίσει έτσι τα πράγματα, ώστε από το γεγονός αυτό να αποφευχθούν άλλα χειρότερα, γιατί το μέλλον είναι κάτι «αδιάφορο» για το Στωικό, εφόσον εκ των πραγμάτων λόγω της περιορισμένης μας γνώσης δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι επρόκειτο να συμβεί σε βάθος χρόνου, αν το παιδί επιβίωνε. Και εξάλλου, θα σου έλεγε ο Στωικός, ο θάνατος δεν είναι εξ ορισμού κάτι κακό, είναι απλώς ένα «μη προτιμητέο αδιάφορο».
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Στωικισμός αναπτύχθηκε κατά τα έτη 301-204 π.Χ. με πρώτους Σχολάρχες τον Ζήνωνα, τον Κλεάνθη και τον Χρύσιππο. Κομβικό σημείο για την κατανόηση της Στωικής Ηθικής, στην οποία εμπίπτει το παραπάνω περιστατικό, είναι η κατανόηση του ανθρώπου αφενός ως μέρος του σύμπαντος, της Φύσης, που ταυτίζονται με τη Μοίρα, την ειμαρμένη και αφετέρου ως ένα ον, το οποίο εντάσσεται σε μια επιμέρους φύση, εν προκειμένω στην ανθρώπινη φύση, η οποία εμφανίζει συγκεκριμένα γνωρίσματα. Ξεκινώντας από το τελευταίο, σύμφωνα με τους Στωικούς, ο άνθρωπος διακατέχεται από τη γέννηση του με διαθέσεις αυτοσυντήρησης, που αποσκοπούν στην κατάκτηση των «πρώτων κατά φύση» πραγμάτων: π.χ. τροφή. Τα «κατά φύση» πράγματα είναι αυτά που η καθολική Φύση έχει ορίσει ως προτιμώμενα για κάθε επιμέρους φύση. Στην επιλογή των «κατά φύση» και την απόρριψη των «παρά φύση» πραγμάτων ασκείται το παιδί μόλις μεγαλώσει λίγο κι αρχίσει να αντιλαμβάνεται περισσότερο, παραμένοντας ωστόσο και πάλι παιδί, χωρίς αυτά τα «προτιμώμενα», τα «προηγμένα» πράγματα να έχουν εγγενή αξία. Μέσα από αυτή την άσκηση αναπτύσσεται η λογικότητά του ανθρώπου, η οποία, όταν πλέον αποκτηθεί, επιβάλλει έναν νέο τρόπο αρμόζουσας συμπεριφοράς: ο άνθρωπος πλέον ακολουθώντας το λογικό και όχι ενστικτώδεις παρορμήσεις εκτελεί τα «καθήκοντα», που ο λόγος αυτός υπαγορεύει. Από τους Στωικούς αναγνωρίζονται «κατά περίσταση καθήκοντα», όπως η αποφυγή των πολλών γλυκών, και «άνευ περιστάσεως καθήκοντα», όπως η επιμέλεια της υγείας. Και πάλι, όμως, αυτά τα «καθήκοντα» δεν έχουν εγγενή αξία, είναι όμως αρμόζοντα στην ανθρώπινη φύση σύμφωνα με τις επιταγές της καθολικής Φύσης.
Για την κατανόηση της Στωικής Ηθικής κομβική κρίνεται η διάκριση των πραγμάτων σε «εφ’ ημιν» και «ουκ εφ’ ημιν», η διάκριση δηλαδή των πραγμάτων σε δυο κατηγορίες: σε αυτά που έχουμε «στην εξουσία μας» και σε αυτά που δεν εμπίπτουν σε αυτή. Η διάκριση αυτή σχετίζεται με το βάρος της στωικής φιλοσοφίας στον ανθρώπινο ενεργητικό παράγοντα και στην απόλυτη αξία της αρετής. Η αρετή για τους Στωικούς είναι το μοναδικό απόλυτο αγαθό, έχει εγγενή αξία και επαρκεί για τον ευδαίμονα βίο, χωρίς να χρειάζεται πρόσθετα αγαθά, π.χ. πλούτο ή δόξα. Τα τελευταία κατατάσσονται στα «αδιάφορα», αποτελούν δηλαδή πράγματα, τα οποία δεν καθορίζουν την ευδαιμονία μας, θεωρούνται ωστόσο «προτιμητέα» σε σχέση με τα αντίθετα τους. Ο περιεκτικός σκοπός της ζωής κάθε ανθρώπου, σύμφωνα με τους Στωικούς, είναι η επίτευξη της ευδαιμονίας, η απόκτηση δηλαδή της αρετής, η οποία ταυτίζεται με την φρόνηση. Πρότυπο συμπεριφοράς για τους Στωικούς αποτελεί ο σοφός άνθρωπος, ο οποίος παραμένει με συνέχεια και συνέπεια ενάρετος. Μόνο στην περίπτωση του σοφού ένα «καθήκον» αποτελεί «κατόρθωμα», «κατ’ αρετήν ενέργημα», καθώς ακόμη κι αν επρόκειτο για την ίδια πράξη, η οποία όμως θα διενεργούνταν από κάποιον άλλον, ακόμη κι αν αυτός ήταν «προκόπτων», προσπαθούσε δηλαδή να προοδεύσει στον ενάρετο βίο, δεν θα ήταν απότοκο μιας συνεπούς λογικής επιλογής, την οποία το δρουν υποκείμενο θα εφάρμοζε καθολικά σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας. Σε κάθε περίσταση δεν είναι το αποτέλεσμα μιας πράξης, που κρίνει την ηθική ποιότητα της πράξης αυτής, αλλά το κίνητρο και ο σκοπός του ενεργούντος προσώπου. Και τα κίνητρα και ο σκοπός, σύμφωνα με τους Στωικούς, θα πρέπει να καθορίζονται από το λογικό, το οποίο υποδεικνύει τι είναι «στην εξουσία» μας και τι όχι και το λογικό δεν αποτελεί ένα τμήμα της ψυχής, όπως για παράδειγμα στην τριμερή πλατωνική διάκριση, αλλά είναι μια και αδιαίρετη λειτουργία της ψυχής, η "διάνοια", το "ηγεμονικό". Ο Στωικισμός μας καλεί σε μια στροφή στον εαυτό μας: αυτός είναι ο μόνος τον οποίο «εξουσιάζουμε». Τα εξωτερικά πράγματα δεν είναι στην «εξουσία» μας και είναι «αδιάφορα» όσον αφορά την ευδαιμονία μας. Όλα αυτά τα «καθήκοντα» αποτελούν «ενδιάμεσους σκοπούς», που οδηγούν στην απόκτηση της αρετής.
Έτσι, για τα πράγματα που δεν εμπίπτουν στην εξουσία μας, δεν πρέπει να διαταράσσεται η ψυχική μας γαλήνη και ούτε πρέπει να αντιμετωπίζονται ως σκοποί που ipse facto μας καθιστούν ευτυχισμένους. Αντιλαμβανόμενοι ότι αποτελούμε μέρος της καθολικής Φύσης, προσπαθούμε να επιτύχουμε όσα πράγματα έχουν οριστεί από αυτήν ως αρμόζοντα για την δική μας φύση αλλά ακόμη κι αν δεν κατορθώσουμε να τα επιτύχουμε δε σημαίνει ότι θα στερηθούμε την ευδαιμονία μας. Το κλειδί για μια τέτοια συμπεριφορά είναι η αποδοχή των γεγονότων με την συνειδητοποίηση ότι αποτελούν μέρος της θείας Πρόνοιας: ό,τι συνέβη, συνέβη για κάποιον σκοπό, τον οποίο εμείς δε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, σίγουρα όμως συνέβη προς όφελος του σύμπαντος. Π.χ. μια φυσική καταστροφή ή ένας λιμός.
Για να καταστεί εφικτή μια στωική στάση ζωής απαραίτητη προϋπόθεση κρίνεται «το ξερίζωμα των παθών». Δεν πρόκειται για μια σταδιακή διαδικασία αλλά για συλλήβδην αποτίναξη των παθών, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και πολλές φορές το ένα οδηγεί στο άλλο. Για τους Στωικούς τα «πάθη» δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από λανθασμένες αξιολογικές κρίσεις, που προκύπτουν από «ψευδείς εντυπώσεις», που μας δημιουργούνται όσον αφορά τα «αδιάφορα» πράγματα. Τα πάθη διακρίνονται ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό» και το παροντικό και το μελλοντικό, διαμορφώνοντας τέσσερις βασικές κατηγορίες συναισθημάτων-παθών: 1. Αυτό που τώρα είναι καλό: ηδονή, 2. Αυτό που στο μέλλον θα είναι καλό: επιθυμία, 3. Αυτό που τώρα είναι κακό: λύπη, 4. Αυτό που στο μέλλον θα είναι κακό: φόβος. Αυτές οι τέσσερις κατηγορίες υποδιαιρούνται σε επιμέρους υποκατηγορίες, που περιλαμβάνουν τα αντίστοιχα συναισθήματα ανάλογα με τις επιμέρους συνθήκες. Π.χ. Υποκατηγορία της λύπης είναι ο οίκτος, ο φθόνος, το πένθος, η ενόχληση, η σύγχυση κ.λ.π.
Έτσι, ως απόσταγμα της στωικής ηθικής προκύπτει η «συγκατάθεση», που δίνουμε στις διάφορες «εντυπώσεις» μας. Μπορεί να θεωρούμε ότι το να αποκτήσουμε πολλά χρήματα, το να είμαστε μαζί με τον άνθρωπο, που είμαστε ερωτευμένοι ή το να γίνουμε διάσημοι και περιζήτητοι είναι κάτι «καλό», να προσπαθήσουμε για όλα αυτά, αλλά στο τέλος να μην καταφέρουμε να τα αποκτήσουμε. Ακολουθώντας τους Στωικούς, αν δεν δώσουμε τη συγκατάθεση μας στη «μοναδικότητα» των εν λόγω πραγμάτων, θα απελευθερωθούμε από όλα εκείνα τα «πάθη», τις λανθασμένες αξιολογικές κρίσεις, που αυτή η ψευδής εντύπωση, προξενεί και θα εξακολουθήσουμε απαθείς να επιδιώκουμε την ευδαιμονία.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Β. Κάλφας- Γ. Ζωγραφίδης (2006), Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι, εκδ. Ι.Ν.Σ., Θεσσαλονίκη, σσ.199-212.
A.A. Long (1987), Η Ελληνιστική Φιλοσοφία. Στωικοί, Επικούρειοι, Σκεπτικοί,μτφρ. Στ. Δημόπουλος, Μ. Δραγωνα-Μονάχου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, σσ. 278-322.
M. Nussbaum (2015), Η θεραπεία της Επιθυμίας. Θεωρία και Πράξη της Ελληνιστικής Ηθικής Φιλοσοφίας, μτφρ. Γ. Αβραμίδης-Μ. Πανταζή, επιμ. Κ. Καούκη, εκδ. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, σσ. 455-506.
R. Sharples (2002), Στωικοί, Επικούρειοι και Σκεπτικοί.Μια Εισαγωγή στην Ελληνιστική Φιλοσοφία, μτφρ. Μ. Λυπουρλή, Γ. Αβραμίδης, επιμ. Κ. Καούκη, εκδ. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, σσ. 143-189.





Ντ. Χριστιανόπουλου: "Δοκίμια". Παρουσίαση και Κριτική Προσέγγιση.


της Ιωάννας Φάφκα
- φιλολόγου

Ο Χριστιανόπουλος φωτογραφημένος από το Σπύρο Στάβερη (2011, ΜΦΘ)


Α) ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Δημητριάδης, αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ελληνικές ποιητικές φωνές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε το 1931 στην Θεσσαλονίκη, όπου οι γονείς του κατέφτασαν ως ανταλλάξιμοι από το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης το 1924 και τα πρώτα χρόνια της ζωής του χαρακτηρίζονται από την ανάγκη του βιοπορισμού. Σε κατοπινές συνεντεύξεις του χαρακτηρίζει τη μητέρα του ως ουρμπανίστρια με αταβιστική έπαρση, αυστηρή και άκρως ηθικολόγο και τον πατέρα του ήπιο, «άπραγο» άνθρωπο, ο οποίος δυσκολευόταν να βρει εργασία και σπαταλούσε τα χρήματα που έβγαζε στις συνοικιακές ταβέρνες. Από την παιδική του ηλικία έρχεται σε επαφή με ποικίλους ανθρώπινους τύπους αλλά και συμπεριφορές, που μένουν χαραγμένα στη συνείδησή του: η μάνα και η κόρη «ελευθερίων ηθών», που έμεναν στο διπλανό τους δωμάτιο κατά τα έτη 1939-1940 και τραγουδούσαν «βαριά μάγκικα τραγούδια», η Πιπίτσα, κόρη της δεύτερης οικογένειας, που ζούσε στο ίδιο σπίτι μαζί τους, και ήταν η μοδίστρα, στην οποία τον έστελνε η μητέρα του να παίζει με κούκλες, όταν τον τιμωρούσε, ο Λάκης, ο πρώτος φοιτητής, τον οποίο γνώρισε και τον οποίο είχε ηρωοποιήσει είναι κάποια από αυτά.[1]Από το 1940 υπήρξε συνδεδεμένος με τη χριστιανική δράση και τα κατηχητικά, από τα οποία αποπέμφθηκε το 1952 εξαιτίας της β΄ έκδοσης της ποιητικής συλλογής Εποχή των ισχνών αγελάδων.[2]


Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΟΝΑ..


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΕΡΜΗΣ


Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων η Ελλάδα συσσωματώθηκε στο Ελληνικό Βασίλειο κι έτσι με τον καιρό περιορίστηκε η πλήρης μονοπώληση της αρχαιολογίας από τα δυτικά έθνη. Ελληνικές ανασκαφές εγκαινιάζονται στους κυριότερους αρχαιολογικούς χώρους: Πέλλα , Δίον, Έδεσσα και Παλατίσια-Βεργίνα, η οποία αργότερα θα ταυτιστεί με τις Αρχαίες Αιγές. Εντωμεταξύ οι Αμερικανοί φέρνουν στο φως την Όλυνθο στην Χαλκιδική, οι Γάλλοι τους Φιλίππουςστην Ανατολική Μακεδονία, ενώ η Ακαδημία του Βερολίνου εμπιστεύεται την έκδοση του συντάγματος των επιγραφών της Μακεδονίας στον Αμερικανό Ch. Edson και στον Βρετανό J.M.R. Cormack. Αυτά τα εγχειρήματα θα διακοπούν από τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο και τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο , που θα μαίνεται στην Μακεδονία ως το 1949.


Χαρούμενα παιδιά...Χαρούμενοι γονείς

της Δρος Αριστονίκης-Θεοδοσίου-Τρυφωνίδου




Θεωρώ πως δεν μπορεί κανένας μας να είναι ιδανικός γονιός. Η λέξη «ιδανικό» είναι πολύ βαριά για να την επικαλεστεί ακόμα και η ίδια η επιστήμη. Αυτό που μπορεί να κάνει ένας γονιός είναι να είναι ενσυνείδητος και υπεύθυνος, εκφραστικός, ενθαρρυντικός. Εκείνο, όμως, που βοηθά πραγματικά τα παιδιά είναι να τα ενθαρρύνει ο γονιός να μεγαλώσουν, να τα παροτρύνει να αυτενεργούν και να αυτοεξυπηρετούνται. Είναι στη φύση της ανθρώπινης ανάπτυξης να περνά μέσα από στάδια εξέλιξης, που αυτά με τη σειρά τους σηματοδοτούν κάποιες συμπεριφορές οι οποίες θεωρούνται φυσιολογικές. Το παιδί βρεφικής, προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας θαυμάζει και εξαρτάται από τον γονιό, αλλά το παιδί δεύτερης σχολικής ηλικίας, προεφηβείας και εφηβείας χρειάζεται να αμφισβητήσει τον γονιό, να τον αποκαθηλώσει. Οπότε κάποιες συμπεριφορές των παιδιών απέναντι στους γονείς δικαιολογούνται ιδωμένες μέσα από το πλαίσιο της ανάπτυξης.


Ο αφηγηματικός Χρόνος στον Οιδίποδα επί Κολωνώ


Δρ. Παραγιουδάκη Γεωργία
 
ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ
Antoni Brodowski, Oedipus and Antigone, oil on canvas, 191 × 293 cm, 1828. National Museum, Warsaw


Εισαγωγή

Στo παρόν άρθρο μελετάται η έννοια του αφηγηματικού χρόνου στην τραγωδία Οιδίπους επί Κολωνώ, συγκεκριμένα στον διάλογο Οιδίποδα - Πολυνείκη και Πολυνείκη –Αντιγόνης. Η τραγωδία αυτή χαρακτηρίστηκε ως ήπια και μετριοπαθής αλλά και έκφραση της αναζήτησης εντός της οδύνης[1]. Ο χρόνος, ιδωμένος αφηγηματικά, έχει ιδιαίτερη σημασία για την προσέγγιση και ανάλυση του έργου[2]. Στη συνέχεια, θα εντοπιστούν αναδρομικές και πρόδρομες αφηγήσεις γεγονότων εκτός έργου, με νευραλγική όμως σημασία για την πλοκή του[3].Τα γεγονότα οικοδομούν την ευρύτερη ιστορία του Οιδίποδα στο κύκνειο αυτό άσμα του Σοφοκλή, αποσπασματικά μεν αλλά σε συμπαγή ενότητα.


ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ 21ΟΥ ΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΣΙΑΜΑΝΤΑ


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ



Ο όρος «δεξιότητα» ή αλλιώς «competence» χρησιμοποιήθηκε αρχικά στο επαγγελματικό πλαίσιο στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του '70 για να αναφερθεί στις ικανότητες που οι εργαζόμενοι χρειάζονταν πέρα ​​από τα τυπικά προσόντα τους για να ενεργούν αποτελεσματικά σε μια σειρά εργασιακών καταστάσεων[1].


Πώς γίνεται μια χρονιά <Καλή>;



Της Δρος Αριστονίκης Θεοδοσίου-Τρυφωνίδου





Μια λέξη σκίζει τον αιθέρα του μυαλού σου προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις: ήχους, εικόνες, μυρωδιές, αναμνήσεις, σημασίες, όνειρα, ευχές! Και ύστερα μια λέξη είναι σε θέση να ξυπνήσει εμπειρίες μνήμης, φαντασίας του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος!Μια λέξη δρά και συνενεργεί με μια άλλη λέξη ή άλλες λέξεις για να ανακαλύψουν παρέα νέα σημαίνοντα και σημαινόμενα. Σκοπός μιας λέξης είναι να μετουσιωθεί σε ένα αντικείμενο που να μας δίδει την εντύπωση πως είναι να οραματιζόμαστε!Κατόπιν η λέξή αυτή αποξενώνεται από το ίδιο το αντικείμενο.Έτσι μένοντας με το όραμα ακολουθούμε μια ακολουθία συνειρμικών αντιδράσεων προκειμένου να αντιληφθούμε κάτι βαθύτερο!Και μετά; Η αγαπημένη φράση των παιδιών μετά από κάθε αφήγηση μας. Και μετά...οι λέξεις επαναστατουν δημιουργώντας νοήματα! Τούτα τα νοήματα είναι σε θέση να ξεκλειδώνουν χρονοντούλαπα μυστικών και μύθων ιδιωτικών ή δημόσιων!