ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2018 / ΙΣΤΟΡΙΑ (ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ) - ΘΕΜΑΤΑ – ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ



ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ́ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΤΕΤΑΡΤΗ 13 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ






Τα σημερινά θέματα στην Ιστορία Προσανατολισμού κάλυπταν όλο το εύρος της εξεταστέας ύλης και απαιτούσαν κριτική σκέψη από τους μαθητές και στις δύο ομάδες.

Στην πρώτη ομάδα οι ερωτήσεις είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια, ωστόσο προϋπέθεταν την πλήρη αφομοίωση της διδαχθείσας ύλης.

Στη δεύτερη ομάδα, στα θέματα Γ1 και Δ1, που αφορούν στον σχολιασμό πηγών, δόθηκαν κατανοητά κείμενα που απαιτούσαν ωστόσο τη συνθετική ικανότητα των υποψηφίων.


Γιατί ήταν φιλόσοφος ο Σωκράτης;


Του Γαβριήλ Μπομπέτση


«Οι μεγάλες μορφές της ανθρώπινης ιστορίας μοιράζονται με τα μεγάλα δημιουργήματα της ανθρώπινης Τέχνης το ύψιστο προνόμιο: είναι ανεξάντλητες», θα πει πολύ εύστοχα ο Γερμανός φιλόσοφος Windelband. Αν και πολυμελετημένος ο Σωκράτης, όσο τον διαβάζεις και τον σπουδάζεις, τόσες καινούριες πτυχές ή οπτικές σου ανοίγονται κάθε φορά. Και ναι, μπορούμε να πούμε πως ο Σωκράτης είναι ανεξάντλητος.

Ο Σωκράτης, ως γνωστόν, δεν άφησε πίσω του κανένα γραπτό μνημείο. Αν η φιλοσοφία ταυτίζεται με την εκφορά φιλοσοφικού λόγου, τότε γιατί να θεωρείται φιλόσοφος ο Σωκράτης; Για να απαντήσουμε, πριν να ασχοληθούμε εκ του σύνεγγυς με τη ζωή του Αθηναίου στοχαστή, θα καταπιαστούμε γενικά με την έννοια της φιλοσοφίας.

Η φιλοσοφία, όπως έχει υποστηριχθεί, δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά εντός του κόσμου, μα ποτέ παρά ταύτα και εκτός του κόσμου. Η φιλοσοφία στοχάζεται πάνω στα ανθρώπινα, μα όχι μόνο• η (αρχαία) φιλοσοφία είναι κατά κύριο λόγο ἄσκησις και μελέτη. Δεν υπάρχει αρχαιοελληνική φιλοσοφία χωρίς παράλληλη υιοθέτηση ενός τρόπου ζωής, που να στοχεύει στη βελτίωση του ανθρώπου. Αυτή είναι και η άποψη που υποστηρίζει απολύτως τεκμηριωμένα ο Γάλλος Pierre Hadot στο εγχειρίδιο: Qu'est-ce que la philosophie antique? (=Τι είναι η αρχαία φιλοσοφία;). Για να γίνουμε πιο ευκρινείς, αρκεί να αναφέρουμε πως στο πλαίσιο της Ακαδημίας του Πλάτωνα, ακολουθούνταν συγκεκριμένη διατροφή, που έφτανε ορισμένες φορές μέχρι και στην αποχή από το κρέας, όπως άλλωστε έκαναν οι οπαδοί του πυθαγορισμού. Θα συμφωνούσαμε όλοι, για να επανέλθουμε στο στοχασμό μας επί της φύσης της φιλοσοφίας, ότι ο νους και οι σκέψεις του, όπως η καρδιά και τα συναισθήματά της, είναι οντότητες μη απτές, μα υπαρκτές. Η φιλοσοφία, λοιπόν, προσπαθεί μεν να μετουσιώσει την ενέργεια του νου, τη σκέψη, σε λόγο, αλλά και να παροτρύνει στην επιλογή μιας δίαιτας, ενός τρόπου ζωής, κατά την αρχική σημασία της λέξης.

Ας εστιάσουμε περισσότερο, όμως, τώρα το φακό στο Σωκράτη. Αν η φιλοσοφία ταυτιζόταν μόνο με το φιλοσοφικό λόγο, όπως τείνουμε αρκετές φορές να πιστεύουμε, ο Σωκράτης, αφού δεν έγραψε τίποτα, δεν είναι φιλόσοφος. Κι όμως ο Σωκράτης θεωρείται ο πρώτος πραγματικός φιλόσοφος, που ασχολήθηκε με τον άνθρωπο, κι όχι με τα άστρα, κι όχι με την προέλευση του κόσμου. Και το πραγματικό έργο του Σωκράτη δεν είναι άλλο παρά η ζωή και ο θάνατός του.

Πώς ζούσε ο Σωκράτης; Ήταν ευτυχισμένος; Ένας φιλόσοφος, σαν το Σωκράτη, γνωρίζει τα πάντα; Συνδύαζε τα λόγια με τις πράξεις; Σ' αυτές και σε άλλες προβληματικές θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε.

Η φιλοσοφία του Σωκράτη ήταν κυρίως ηθική. Η έρευνα, εξάλλου, μέσα στου πλατωνικούς διαλόγους, θεωρεί γνήσιες απόψεις του Σωκράτη τα χωρία που άπτονται ηθικών ζητημάτων, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα αποδώσουμε στο μαθητή του. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να λησμονούν τι μεγάλη θυσία βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Πλάτων με το δικό του πρόσωπο εξαφανίζεται εντελώς», γράφει ο σπουδαίος Γερμανός φιλόλογος Wilamovitz. To πλατωνικό «εγώ» πεθαίνει, για να αναστηθεί η φωνή του δασκάλου του. Ο Σωκράτης, σ' όλη του τη ζωή, επιδίδεται σε δύο δραστηριότητες: να γνωρίσει τον εαυτό και να αποδείξει τη δεφική ρήση πως είναι ο πιο σοφός από όλους τους ανθρώπους, αλλά και να ταρακουνήσει τους συμπολίτες του, να δείξει την άγνοιά τους και να τους προτρέψει σε αυτογνωσία και ηθική βελτίωση. Ο Σωκράτης, θα γράψει και πάλι ο Wilamovitz, είναι «η οδοιπορούσα συνείδηση». Και πώς να μην είναι μιλιούνια οι εχθροί του, όταν τους κριτικάρει για άγνοια;

Ο Σωκράτης έχει παρομοιαστεί από ορισμένους ερευνητές με το Χριστό. Το ερέθισμα για αυτήν την σύγκριση δεν θα πρέπει να ήταν άλλο παρά το ηθικό ανάστημα του Αθηναίου φιλοσόφου. Κι αυτό είναι κοινός παρονομαστής του ίδιου και του Χριστού, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι ήταν την ίδια στιγμή τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός. Πριν παρουσιάσουμε, ωστόσο, κάποια κοινά τους στοιχεία, που οδηγούν σε αυτή τη σύκριση, ας δώσουμε μια ιδιαίτερη τοποθέτηση του χριστιανού μάρτυρα και απολογητή φιλοσόφου του 2ου αιων. μ.Χ., Ιουστίνου: αυτοί που έζησαν προ Χριστού μια ζωή κατά λόγον, είναι χριστιανοί, κι ας τους είχαν περάσει για άθεους, όπως ο Σωκράτης, ο Ηράκλειτος κι άλλοι όμοιοί τους. Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να πάρουμε θέση επ' αυτού, όμως όλα αυτά μπορούν να εξηγήσουν το σκεπτικό της σύγκρισης του Σωκράτη με το Χριστό. Κι οι δύο, λοιπόν, δεν έγραψαν τίποτα, είχαν μαθητές, επηρέασαν τους μετέπειτα καθοριστικά (δείτε από τη μία τις σωκρατικές σχολές και από την άλλη τους Αποστόλους, τους Ευαγγελιστές και όλη την πορεία του χριστιανισμού), είχαν αντιπάλους όσο ζούσαν, πέθαναν λόγω του φθόνου των ανθρώπων. Ας σημειωθεί, επιπρόσθετα, πως το σωκρατικό δαιμόνιον, παρότι ο Hadot το ονομάζει ηθική συνείδηση, θεωρώ πως έχει κάποιο μεταφυσικό υπόβαθρο, που δεν μπορούσε να το ονοματίσει ή να το προσδιορίσει ο Σωκράτης, ζώντας προ Χριστού.

Είναι ευτυχισμένος ο Σωκράτης όσο ζει; Η απάντηση είναι καταφατική. Στις αντιρρήσεις του σοφιστή Αντιφώντα, στα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, ότι ο τρόπος ζωής του δεν μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο, ο φιλόσοφος απαντά ως εξής: οἴει οὖν ἀπὸ πάντων τούτων τοσαύτην ἡδονὴν εἶναι ὅσην ἀπὸ τοῦ ἑαυτόν τε ἡγεῖσθαι βελτίω γίγνεσθαι καὶ φίλους ἀμείνους κτᾶσθαι;, που επαληθεύουν και όσα είπαμε παραπάνω. Και συνεχίζει λίγο παρακάτω λέγοντας στο σοφιστή ότι η ευτυχία δεν είναι ταυτόσημη με την τρυφή και την πολυτέλεια, όπως νομίζει εκείνος, αλλά ευτυχία είναι μην έχεις ανάγκη τίποτα, να μην έχεις, με άλλα λόγια επιθυμίες• και το να μην έχεις ανάγκη τίποτα είναι πράγμα θεϊκό.

Η σύμπλευση λόγων και έργων ονομάζεται από τον Πλάτωνα ως μόνη Ἑλληνική ἁρμονία (Λάχης, 188d). Ο Σωκράτης δεν μιλούσε μόνο θεωρητικά - εξάλλου δεν έχει γράψει τίποτα-, ζούσε, βίωνε περισσότερο. Ας αφήσουμε τα κείμενα να μας υπομνήσουν πώς ζούσε ο Σωκράτης: σῖτά τε σιτῇ καὶ ποτὰ πίνεις τὰ φαυλότατα, καὶ ἱμάτιον ἠμφίεσαι οὐ μόνον φαῦλον, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ θέρους τε καὶ χειμῶνος, ἀνυπόδητός τε καὶ ἀχίτων διατελεῖς. καὶ μὴν χρήματά γε οὐ λαμβάνεις (Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα, Α, 6, 2-3). Σχεδόν ασκητική, θα λέγαμε, ότι ήταν η ζωή του φιλοσόφου. Θα αναφερθούμε σε μία ακόμη συνήθεια του φιλοσόφου που το καταδεικνύει. Για να καταστείλει τις επιθυμίες του, έκανε, μας λέει ο Ξενοφώντας, το εξής: δεν έπαιρνε ποτέ προσφάι αλλά «χόρταινε» με τη σκέψη και την επιθυμία ότι θα γευτεί σε λίγο ψωμί, δεν έπινε ποτέ ποτά προς απόλαυση, παρά μόνο αν διψούσε, κι όταν πήγαινε σε κάποιο δείπνο, ήταν από πριν προετοιμασμένος, ώστε να μην φάει υπερβολικά και σκάσει, όπως κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι (Απομνημονεύματα, Α, 3, 5-6).

Έχει πολύ εύστοχα διατυπωθεί πως ο Σωκράτης είχε αίσθηση του μυστηρίου, για να περάσουμε σε ένα άλλο ζήτημα. Δεν θεωρούσε απεριόριστη την ανθρώπινη γνώση ο φιλόσοφος. Άλλωστε, και η φιλοσοφία και η επιστήμη από τις απαχές τους ως σήμερα, αναζητούν να ψηλαφήσουν τη γνώση, όχι να την κατακτήσουν, γιατί απλούστατα δεν κατακτιέται. Είχα ακούσει κάπου, κάτι που φαίνεται να είναι απολύτως αληθινό: η ορατή ύλη του σύμπαντος είναι ένα 4%, ενώ το 96% συνιστά άορατη ύλη. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε τη δυνατότητα να μάθουμε μόνο ένα 4% από τη συμπαντική πραγματικότητα.

Και θα έρθουμε τώρα στο τέλος του Σωκράτη. Είναι γνωστές οι συνθήκες θανάτου του, η κατηγορία για εισαγωγή νέων θεοτήτων και διαφθορά των νέων, ο εγκλεισμός στο δεσμωτήριο (το οποίο πιθανόν, γιατί υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες, να είναι ο χώρος που βρίσκεται στους πρόποδες του Φιλοπάππου). Ο Σωκράτης, έχει λεχθεί, υπακούει, για να αντισταθεί. Πίνει το κώνειο, ούτως ώστε να μην δώσει το κακό παράδειγμα στην πόλη με την ανυπακοή στους νόμους της, για να αντισταθεί με αυτόν τον τρόπο στη διαφθορά και στο άδικο. Αυτό είναι μεγαλείο ψυχής. Λίγοι δεν λυγίζουν την ύστατη στιγμή του θανάτου, όπως ο φιλόσοφος που πίστευε ότι: αἱρετώτερον εἶναι τοῦ βίου θάνατον, όπως λέγεται στην αρχή της ξενοφωντικής Απολογίας Σωκράτους.

Το δεσμωτήριο του Σωκράτη στους πρόποδες του Φιλοπάππου
Γιατί είναι, άραγε, ο Σωκράτης φιλόσοφος; Γιατί η φιλοσοφία είναι πρωτίστως πράξη, άσκηση και βίωμα. Γιατί όπως έλεγε ο στωικός φιλόσοφος Σενέκας, η φιλοσοφία, η αγάπη, δηλαδή, για τη σοφία, δεν πρέπει να γίνεται μονάχα φιλολογία, αγάπη, δηλαδή, για τα λόγια. Γιατί η ηθική και ασκητική διάσταση της ζωής του Σωκράτη αλλά και το θαρραλέο τέλος του, δεν θα μπορούσε παρά να είναι το ιδανικότερο παράδειγμα ενός φιλοσοφικού τρόπου ζωής. Γι'αυτό, ο Σωκράτης έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την ιστορία της φιλοσοφίας• γιατί ήταν ο πρώτος πραγματικός φιλόσοφος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα (2002), Αθήνα, εκδ. Νόηση, 1971
Pierre Hadot, Qu'est-ce que la philosophie antique?, Paris, éditions Gallimard, 1995
Τα αναφερθέντα αποσπάσματα από κείμενα, κυρίως του Ξενοφώντα αλλά και του Πλάτωνα.



Αρχαία Ελληνικά πανελλήνιες 2018: Τα θέματα και οι απαντήσεις


Αρχαία Ελληνικά πανελλήνιες 2018: Τα θέματα και οι απαντήσεις


Σήμερα Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018 συνεχίζονται οι πανελλαδικές εξετάσεις στα Γενικά Λύκεια και οι υποψήφιοι διαγωνίζονται με Αρχαία Ελληνική Γλώσσα από την Ομάδα Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών.

Η αγωνία πλέον χτυπάει… κόκκινο καθώς πλέον οι υποψήφιοι θα εξεταστούν στα μαθήματα Προσανατολισμού στα οποία οι περισσότεροι ποντάρουν πολλά για να «χτυπήσουν» υψηλά μόρια.

Με δεδομένο ότι η Έκθεση είναι κατά γενική ομολογία ένα απρόβλεπτο μάθημα, οι μαθητές ελπίζουν πως από σήμερα θα έχουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για την πορεία τους στις Πανελλήνιες 2018.





Απαντήσεις:
Από Φροντιστήρια Ορόσημο
Από Φροντιστήρια Πουκαμισά
Από Φροντιστήρια Μπαχαράκη
Από Φροντιστήρια Ρούλα Μακρή



Καλοκαιρινές διακοπές και Υπολογιστής:Δημιουργία ή εξάρτηση;

Της Καπατσούλια Χρυσαυγής

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ

   Πως διαχειριζόμαστε τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών μας ιδιαίτερα τώρα που κλείνουν τα σχολεία;
 
   Σε πολλούς γονείς και εκπαιδευτικούς τίθεται η προβληματική πόση ευελιξία δίνουμε στα παιδιά μας  να αναπτύξουν δεξιότητες κριτικής σκέψης και ενεργούς βούλησης ώστε ως αυριανοί πολίτες να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις σύγχρονές απαιτήσεις χωρίς να είναι προσκολλημένοι σε συγκεκριμένα πλαίσια. Η οπτική που αναπτύσσει το άτομο μέσα από την ολιστική εκπαίδευση η οποία του παρέχεται από την παιδική ηλικία του δίνει την δυνατότητα να ελίσσεται και να τοποθετείται στα διαφορετικά σημεία μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο ζεί.



ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2018 / ΝΕΟΕΛ. ΓΛΩΣΣΑ (ΓΠ) – ΘΕΜΑΤΑ – ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ






Η εκφώνηση για το θέμα της έκθεσης των ΓΕΛ 2018

Παιδεία και εκπαίδευση είναι δύο όροι που συχνά πυκνά εναλλάσσονται, σάμπως να πρόκειται για συνώνυμα, με ταυτόσημο νόημα και στόχο∙ θεωρητικό και πρακτικό. Ως ρίζα και κορμός ενός πολύκλαδου δένδρου, η λέξη παιδεία (δυσμετάφραστη ή και αμετάφραστη στις ξένες γλώσσες) εμφανίζει εξελισσόμενο, σημασιολογικό και λειτουργικό εύρος και βάθος. Οι αρχές της ανιχνεύονται στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή, δηλώνοντας κατ΄ αρχήν την τροφή και την ανατροφή ενός παιδιού, αλλά και την καλλιέργεια ενός δένδρου. Στον Πλάτωνα η λέξη σαφώς πλέον αναβαθμίζεται και αναδεικνύεται σε μέτρο γνώσης και αρετής, καλύπτοντας τελικώς τόσο την πλατωνική οντολογία όσο και την πλατωνική επιστήμη1.
Η ίδια λέξη θεωρείται στην ελληνική αρχαιότητα ενίοτε2 συνώνυμη της νεαρής ηλικίας, ενώ σκοπίμως συνάπτεται κάποτε τόσο με την παιδία όσο και με την παιδιά∙ σημαίνοντας την παιδαριώδη φλυαρία και ανοησία αφενός, το παίγνιο (ως διασκέδαση ή ως φιλόσοφη μέθοδο) αφετέρου. Πλησιέστερη ετυμολογικά και λειτουργικά προς την παιδεία αναγνωρίζεται η μεταγενέστερη εκπαίδευσις, παράγωγη του ρήματος εκπαιδεύω, το οποίο, όσο βλέπω στα λεξικά, εμφανίζεται πρώτη φορά στον πλατωνικό Κρίτωνα, με τη σημασία του διδάσκω κάποιον κάτι ή εντυπώνω σε κάποιον κάτι με τη διδασκαλία∙ αυτού του είδους η εκπαίδευση αφορά ενίοτε και την προσαρμοστική άσκηση ενός ζώου. Ωστόσο, οι όροι παιδεία και εκπαίδευση δεν είναι ούτε ετυμολογικά και σημασιολογικά συνώνυμοι ούτε λειτουργικά ισοδύναμοι. Πράγμα που σημαίνει ότι η ευκαιριακή (μπορεί και σκόπιμη) εναλλαγή τους στη θεωρία και στην πράξη δημιουργεί σύγχυση εις βάρος και των δύο συντελεστών της κρίσιμης αυτής συζυγίας. Ζητούμενο επομένως παραμένει ο νηφαλιότερος έλεγχος, προκειμένου να διαφανούν τόσο τα κοινά όσο και τα διαφορετικά τους σημεία, που επιτρέπουν συγχρόνως τη σύγκριση και τη διάκρισή τους. Που πάει να πει ότι: παιδεία και εκπαίδευση βρίσκονται εξ ορισμού σε συμμαχική και συνάμα σε αντίπαλη σχέση. Κοινός τους παρονομαστής παραμένει η διαβαθμισμένη γνώση ως μάθηση, ασκημένη κυρίως εντός θεσμοθετημένων θυλάκων3 της πολιτείας, χωρίς να αποκλείεται και η ιδιωτική τους κηδεμονία, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνει τη μορφή ταξικής και οικονομικής υπεροχής. Από εκεί και πέρα αρχίζουν προφανείς και λανθάνουσες διαφορές, οι οποίες, ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο, αυξομειώνονται, χωρίς όμως να καταργούνται. Οι διαφορές προκύπτουν από τη διαφορετική τους φύση και τον αποκλίνοντα προορισμό τουςΔηλαδή: Η παιδεία είναι περισσότερο μέθοδος∙ η εκπαίδευση κυρίως πράξη. Η παιδεία είναι (πρέπει να είναι, για να μην παραβαίνει τον εαυτό της) λειτουργία λίγο πολύ ελεύθερη. […] Αντίθετα, η εκπαίδευση ελέγχεται εκ προθέσεως εντεταλμένη4. Η παιδεία είναι (οφείλει να είναι) προαιρετική∙ η εκπαίδευση θεωρείται, και σωστά, υποχρεωτική.



Ηρόδοτος: μεταξύ μύθου και πολιτικής φιλοσοφίας.



Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό συγγράφει την ιστορία των επιχειρήσεων Ελλήνων και «βαρβάρων» ως μια ιστορία συνεχούς εναλλαγής ακμής και παρακμής των πόλεων στα πλαίσια σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής. Ο ίδιος έζησε στο μεταίχμιο των δύο κόσμων, εμπλεκόμενος αρχικά στην προσπάθεια των Αλικανασσέων να ανατρέψουν την τυραννία του φιλοπέρση Λύγδαμη και πραγματοποιώντας στη συνέχεια ταξίδια στην Ανατολή, την Αθήνα και τη Δύση, όπου μετά το 444/3 π.Χ. εγκαταστάθηκε στην πανελλήνια αποικία των Θουρίων. Οι προσωπικές εμπειρίες των διαφορετικών πολιτισμών σε συνδυασμό με το ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον του τον οδήγησε στην ενδελεχή εξέταση των ηθών, των εθίμων και του τρόπου ζωής των λαών της Ανατολής και της Δύσης με σκοπό μέσα από τη μεταξύ τους αντιδιαστολή να μην μείνουν «ἀκλεᾶ» και ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου «ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά». 



Οι Ιστορίες του Ηροδότου διαμορφώθηκαν μέσα από τις αναγνώσεις που πραγματοποιούνταν ενώπιον κοινού, που απολάμβανε να ακούει για ξένους λαούς και τόπους. Από την άποψη αυτή, και σε συνδυασμό με την εξιστόρηση των Περσικών πολέμων που περιλαμβάνει, αλλά και την αναγνώριση της θεϊκής παρέμβασης στις ανθρώπινες υποθέσεις, το έργο του Ηροδότου βρίσκεται πολύ κοντά στα ομηρικά έπη, δίνοντας την ευκαιρία στον «διάδοχό» του Θουκυδίδη να κάνει λόγο για «ευκαιριακή και βραχύβια ψυχαγωγία» και το έναυσμα στον Αριστοτέλη να ισχυριστεί ότι η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και σπουδαία από την ιστορία (Ποιητική, 1451a38-b7). Στο ίδιο το έργο του ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται ότι οφείλει να αναφερθεί σε όσα ο ίδιος είδε με τα μάτια του ή σε όσα έχουν ειπωθεί από εκείνους που το έκαναν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πιστεύει όλα,[1] δείχνοντας την ερευνητική και κριτική του διάθεση. Στο επίπεδο της έρευνας οι γνώμες διίστανται μεταξύ εκείνων που ισχυρίζονται ότι ο Ηρόδοτος απέδωσε στους χαρακτήρες των Ιστοριών του συμβατικά χαρακτηριστικά, τα οποία το κοινό του περίμενε να ακούσει[2] ή ότι επιχείρησε να διαμορφώσει στερεότυπα[3] και όσων προασπίζουν τη συμβολή του στην ιστοριογραφία ως απόλυτα αντικειμενική, με την έννοια ότι εξέθεσε τα όσα πληροφορήθηκε από τις πηγές του, ειδικά όσον αφορά την έκθεση των τυράννων και των βασιλέων της Περσίας.[4] Από τις απόψεις αυτές δεν μπορεί να παραγκωνιστεί καμία. Ίσως, αντίθετα, ο συνδυασμός τους να είναι αναγκαίος. Ο Ηρόδοτος σίγουρα στις αναγνώσεις του λάμβανε υπόψη το κοινό, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ποικιλία της θεματολογίας του, χωρίς αυτό να αποκλείει τη μεταφορά ιστοριών, που πράγματι είχε ακούσει στη διάρκεια των ταξιδιών του, ο συνδυασμός και η αντίστιξη των οποίων οδήγησε στη διαμόρφωση συγκεκριμένων στερεοτύπων. 



Στην εποχή του Ηροδότου η πόλη-κράτος εξακολουθούσε να αποτελεί την κατεξοχήν πολιτειακή δομή των ελληνικών πόλεων, εν αντιθέσει με τους βαρβάρους που ήταν «δούλοι» ενός ηγεμόνα, του Μεγάλου Βασιλιά. Για τους Έλληνες πολιτική μπορούσε να υπάρξει μόνο στα πλαίσια της πόλεως, της πολιτείας, με την κυριαρχία του νόμου.[5] Η διάσταση της πολιτικής μεταξύ Ελλήνων και Περσών φαίνεται εναργώς στο 7ο βιβλίο των Ιστοριών, όπου δυο Σπαρτιάτες πρέσβεις αποστέλλονται στον Ξέρξη και ο τελευταίος δηλώνει ότι δεν θα πράξει, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, παραβαίνοντας τα «νόμιμα» , που ισχύουν για όλους τους ανθρώπους, σκοτώνοντάς τους. Πράγματι, όταν ο Δαρείος είχε στείλει απεσταλμένους στη Σπάρτη, οι Λακεδαιμόνιοι τους είχαν σκοτώσει. Κι ενώ εμφανίζονται αυτές οι απόψεις, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, στο ίδιο επεισόδιο πληροφορούμαστε και για την αντιδιαστολή των δυο λαών στο επίπεδο εσωτερικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, οι δυο Σπαρτιάτες πρέσβεις προτού φτάσουν στον Ξέρξη, φιλοξενήθηκαν από τον Υδάρνη που τους προέτρεψε να υποταχθούν στον Πέρση βασιλιά, ο οποίος θα μπορούσε να τους τιμήσει και να τους δώσει θέσεις εξουσίας. Οι Σπαρτιάτες, ωστόσο, του απάντησαν πως η άποψη του ήταν μονόπλευρη και πως, επειδή δεν είχε γευτεί την ελευθερία, δεν ήταν σε θέση να τους συμβουλέψει, γιατί αν το είχε κάνει, θα τους προέτρεπε να παλέψουν για αυτήν με κάθε κόστος. 



Χαρακτηριστικό για την προσέγγιση του νόμου κρίνεται και το απόσπασμα, όπου ο εξόριστος Σπαρτιάτης βασιλιάς Δημάρατος συνομιλώντας λίγο πριν τη μάχη των Θερμοπυλών με τον Ξέρξη, που έμοιαζε να κατακτά τον κόσμο και να «υποδουλώνει» τις θάλασσες, όντας πλέον σύμβουλός του, αναφέρει για τους Σπαρτιάτες: «Στη μάχη ένας-εναντίον-ενός είναι το ίδιο καλοί με τον οποιονδήποτε. Όταν όμως μάχονται ο ένας πλάι στον άλλο είναι οι καλύτεροι όλων. Γιατί παρόλο που είναι ελεύθεροι άνδρες, δεν είναι πραγματικά ελεύθεροι. Αναγνωρίζουν για αφέντη τους το Νόμο. Και υπακούουν τον αφέντη τους αυτό περισσότερο από όσο υπακούουν εσένα οι υπήκοοί σου. Ό,τι κι αν προστάξει εκείνοι ακολουθούν. Και οι εντολές του μένουν απαράλλαχτες: τους απαγορεύει να εγκαταλείψουν τη μάχη, όσοι αντίπαλοι κι αν σταθούν απέναντί τους. Απαιτεί από αυτούς να παραμείνουν στη θέση τους – να νικήσουν ή να πεθάνουν». 



Εκτός από τη θεμελιώδη αντίστιξη Ελλήνων-Περσών στις Ιστορίες του ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει μια σειρά λόγων που αφορούν και άλλους λαούς. Προσεγγίζει τους διαφορετικούς αυτούς τύπους κοινωνίας καταλήγοντας στην πινδαρική ρήση ότι ο νόμος –με την έννοια του εθιμοτυπικού δικαίου- είναι βασιλιάς των πάντων,[6] αποδίδοντας μια καθολική διάσταση και δίχως να προκρίνει τα ελληνικά έθιμα. Η αναφορά στον νόμο, ωστόσο, με τη μεγάλη ποικιλία των εκφάνσεων που αυτός λαμβάνει, σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύει την ισχύ του στην ηροδότεια αφήγηση. 



Ήδη από την αρχή των Ιστοριών του ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει λόγους, που αφορούν διάφορους λαούς. Ξεκινά με την περίπτωση των Λυδών, για τους οποίους αναφέρει ότι ο τύραννος Κανδαύλης από παράφορο έρωτα για τη σύζυγό του, ζήτησε από τον δούλο του Γύγη να την αντικρύσει γυμνή, καταπατώντας τον λυδικό νόμο , που απαγόρευε να αντικρύσει κανείς τη γύμνια, για να επιβεβαιώσει με τα ίδια του τα μάτια την ομορφιά της (1.7.1 κ.εξ.). Στη συνέχεια, η ανώνυμη βασίλισσα ζήτησε από τον Γύγη να επιλέξει ή τον θάνατο ή τον θάνατο του Κανδαύλη και την ανάληψη της εξουσίας με την ίδια ως γυναίκα του. Η επιλογή του Γύγη ήταν και πάλι η παρανομία, μια επιλογή όμως που επί της ουσίας ήταν αναγκαστική. Στη συνέχεια των Ιστοριών ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στην ιστορία του Αιγύπτιου μονάρχη Μυκερίνου, την οποία δεν παραθέτει με βεβαιότητα, μολονότι τον χαρακτηρίζει αρχικά ευσεβή και δίκαιο, μέσα από την ιστορία τον σκιαγραφεί ως ηδονιστή, ακόλαστο και ασεβή, αφού φαίνεται να προχώρησε αντίθετα με τον νόμο της πατρίδας του σε αιμομικτική σχέση με την κόρη του παρά τη θέλησή της (2.129.1 κ.εξ.). Αντίστοιχα, υποχείριο των παθών του εμφανίζεται και ο διάδοχος του Κύρου, Καμβύσης, που έχει χαρακτηριστεί ως ο κατεξοχήν τύραννος (3.31.1 κ.εξ).[7] Ο Καμβύσης προέβη σε μια σειρά ανόσιων πράξεων σε βάρος των Αιγυπτίων δίχως να λάβει υπόψη του τον νόμο τους και εν συνεχεία σε βάρος της οικογένειάς του σκοτώνοντας τον αδερφό του Σμέρδη και παρακάμπτοντας τους νόμους της δικής του πατρίδας με το γάμο που πραγματοποίησε με την αδερφή του ή ορθότερα με τη νομιμοποίηση του αιμομικτικού τους γάμου, πράξη που επανέλαβε με μια ακόμη αδερφή του, την οποία και σκότωσε. Λίγο πριν τη μάχη του Μαραθώνα ο Ηρόδοτος παρεμβάλει μια ιστορία ερωτικού τριγώνου που αφορά αυτή τη φορά τον Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα την πόλη της Σπάρτης (6.61.1 κ.εξ.). Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, ο Αρίστων έχοντας παντρευτεί δυο φορές αλλά μην έχοντας τεκνοποιήσει, πόθησε και προχώρησε σε γάμο με τη σύζυγο του καλύτερού του φίλου Άγητου καταπατώντας τον νόμο, αφού το αντικείμενο του πόθου του ήταν μια παντρεμένη γυναίκα. Ο Άγητος εξαπατήθηκε από τον Αρίστωνα δίνοντας όρκο «μοιραίας χάρης» με αποτέλεσμα να βρεθεί αναγκασμένος να τηρήσει την υπόσχεσή του δίνοντας τη γυναίκα του. Τέλος, ο Ξέρξης εμφανίζεται να ενσαρκώνει όλα τα πάθη των προαναφερθέντων ηγετών. 



Μέσα από αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές το γεγονός ότι ως κοινό χαρακτηριστικό των μοναρχών προβάλλεται η τάση προς το πάθος σε βαθμό που ο νόμος του λαού τους να μην έχει αξία.[8] Για την ακρίβεια, ο νόμος τίθεται κάτω από την αρχή και ο άρχων λειτουργεί κατά βούληση. Αξίζει να επισημανθεί ότι στις εν λόγω περιπτώσεις δεν περιλαμβάνονται μόνο ξένοι λαοί αλλά και ελληνικές πόλεις, πράγμα που επιτρέπει να εξάγουμε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τα πλαίσια αντιδιαστολής Ανατολής και Δύσης. Ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει περίπου 50 Έλληνες τυράννους, από τους οποίους ωστόσο, δεν μπορούμε να εξάγουμε πληροφορίες σχετικά με τη δράση τους στον ίδιο βαθμό, αλλά μάλλον θα πρέπει να εξεταστούν περίπου 13-15, των οποίων η δράση αναπτύσσεται εκτενέστερα, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με τους Λυδούς, Μήδες, Πέρσες και Αιγύπτιους μονάρχες.[9]



Επιστρέφοντας στις Ιστορίες, η περίπτωση του Δηιόκη έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ερευνητές μαζί με τον πολιτειακό αγώνα λόγων (3.80) και τη δημηγορία του Κορίνθιου Σωκλή (5.92) ως η κατεξοχήν προσπάθεια του Ηροδότου να ερευνήσει τις ανθρώπινες δεσποτικές τάσεις και να ορίσει την φύση της τυραννίδας.[10] Μάλιστα, στην περίπτωση του πρώτου γίνεται φανερή η χρήση του λεξιλογίου του έρωτα ως γέφυρας μεταξύ ιδωτικής και δημόσιας σφαίρας.[11] Ο Δηιόκης ξεκίνησε ως ένας ακριβοδίκαιος δικαστής, ο οποίος διακατεχόμενος από ἔρωτα τυραννίδος και εκμεταλλευόμενος τη φήμη, που είχε αποκτήσει, καρπώθηκε την εξουσία. Η εγκαθίδρυση της τυραννίας του περιγράφεται λεπτομερειακά με την εξασφάλιση αντάξιου οικήματος και φρουράς και την οχύρωση μιας μόνο πόλης εντός της οποίας έχτισε το παλάτι του, από όπου άσκησε την εξουσία του (1.98.2-3, 1.99.9). Η εγκαθίδρυση της τυραννίας έγινε με τη συγκατάθεση του λαού (1.97.3) και καθόλη τη διάρκεια των ενεργειών για την επίτευξή της χαρακτηρίζεται με όρους βασιλείας, κάνοντας την εμφάνισή της ως τυραννία μόνο όταν πλέον ο Δηιόκης έχει αποκτήσει πλήρως την ιδιότητα του μονάρχη.[12]. 



Στο χωρίο 3.80-82 παρατίθεται η «συζήτηση για το άριστο πολίτευμα», όταν μετά την ανατροπή του σφετεριστή ψευδο-Σμέρδη, που κατέλαβε με απάτη την εξουσία μετά τον Καμβύση, οι συνωμότες διαλέγονταν για τη μορφή διακυβέρνησης της Περσίας που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Στις συζητήσεις αυτές εντοπίζεται από τους ερευνητές η αρχή της πολιτικής φιλοσοφίας, με τον Οτάνη να τάσσεται υπέρ της δημοκρατίας, τον Μεγάβυζο υπέρ της ολιγαρχίας και τον Δαρείο υπέρ της μοναρχίας. Ο Οτάνης κατακρίνει την τυραννία αποδίδοντας στους τυράννους αλαζονεία και φθόνο, αποστροφή για τους καλύτερους πολίτες και συμπάθεια για τους χειρότερους, καταπάτηση των πατροπαράδοτων νόμων, βιασμούς γυναικών και άκριτες δολοφονίες πολιτών.[13] Τίποτα από αυτά, ισχυρίζεται, δεν θα συμβεί αν υιοθετηθεί η ισονομία του πλήθους και δοθεί η εξουσία στο λαό με τα αξιώματα να αποδίδονται με κλήρο.[14]



Ο Μεγάβυζος συμφωνεί με την κριτική του Οτάνη για την τυραννία, διαφωνεί, ωστόσο, με τη λαϊκή κυριαρχία και ίσως μεταξύ της τελευταίας και της πρώτης, προκρίνει την τυραννία, αφού ισχυρίζεται ότι ο τύραννος έχει γνώση όσων πράττει, κάτι που δε συμβαίνει με τον δήμο.[15] Σε κάθε περίπτωση, για τον Μεγάβυζο ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης επιτυγχάνεται μόνο όταν γίνει ανάθεση της εξουσίας στους άριστους άνδρες, που παίρνουν και τις καλύτερες αποφάσεις.[16]



Ο Δαρείος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τη διακυβέρνηση ενός άριστου άνδρα, που η γνώμη του θα είναι και αυτή άριστη, καθώς με αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει ο κίνδυνος διαρροής των σχεδίων του στους εχθρούς. Αφενός στην ολιγαρχία, υποστηρίζει, δημιουργούνται έριδες μεταξύ των αρχόντων, αφού όλοι επιδιώκουν να γίνουν «πρώτοι» και να επιβάλλουν τη γνώμη τους, πράγμα που οδηγεί σε στάσεις[17] και αφετέρου όταν η εξουσία δίνεται στον λαό, οι πολίτες κυριεύονται από φαυλότητα («κακότητα»), ώσπου κάποιος υπερασπιστής του επιχειρεί να τους σταματήσει κερδίζοντας την εύνοια και το θαυμασμό τους.[18] Όλα τα προτεινόμενα είδη διακυβέρνησης, δηλαδή, καταλήγουν στη μοναρχία, το πολίτευμα που οι ίδιοι διέθεταν ως τότε σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους νόμους τους, πολίτευμα το οποίο εν τέλει προκρίνουν και ο Δαρείος αναλαμβάνει την εξουσία. 



Όπως και το σύνολο του ηροδότειου έργου, το συγκεκριμένο χωρίο προβληματίζει τους ερευνητές σχετικά με το κατά πόσο αποτελεί καταγραφή απόψεων που πράγματι ήταν διαδεδομένες εκδοχές περί πολιτευμάτων ή αν πρόκειται για κατασκευάσματα του ίδιου του Ηροδότου.[19] Όπως και να έχει η έκθεση των πολιτευμάτων αποτελεί σημαντικό βήμα στην πολιτική σκέψη και στον τρόπο με τον οποίο αυτή αποδίδεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. 



Όσον αφορά τη δημηγορία του Κορίνθιου Σωκλή (5.91-92), αυτή πραγματοποιείται στα πλαίσια της συζήτησης των Λακεδαιμονίων με απεσταλμένους των άλλων συμμαχικών πόλεων. Η συζήτησε αυτή έλαβε χώρα με πρωτοβουλία των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι βλέποντας ότι, ενώ βοήθησαν τους Αθηναίους για την απομάκρυνση των Πεισιστρατιδών (οι οποίοι χαρακτηρίζονται φίλοι των Λακεδαιμονίων) δεν έλαβαν καμία επικρότηση από πλευράς των Αθηναίων, αντίθετα μάλιστα τους έβλεπαν να αυξάνουν τη δύναμή τους και να εμφανίζουν όλο και μικρότερη διάθεση να τους υπακούν. Το γεγονός αυτό ενισχύθηκε με τους χρησμούς που έφερε ο Κλεομένης από την αυλή των Πεισιστρατιδών, οι οποίοι προέβλεπαν για τη Σπάρτη συμφορές από την Αθήνα. Έτσι, σκοπός των Λακεδαιμονίων ήταν η αποκατάσταση της τυραννίας στην Αθήνα με την επάνοδο του Ιππία, τον οποίο επίσης προσκάλεσαν στη συζήτηση, καθώς αντιλήφθηκαν ότι μόνο έτσι θα κρατούσαν την Αθήνα υποταγμένη και δεν θα γινόταν πόλη ισοδύναμη με τη δική τους.[20]



Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτής της συζήτησης, κι ενώ οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες διαφωνούν με την πρόταση περί αποκατάστασης της τυραννίας, λαμβάνει το λόγο ο Κορίνθιος Σωκλής, ο οποίος την καταδικάζει ως το πιο άδικο, μιαρό και φονικό πράγμα,[21] εξιστορώντας τα βιώματά του από την τυραννία του Κύψελου και του Περίανδρου στην πόλη του. Για τον Κύψελο αναφέρει ότι προέβη άκριτα σε εξορίες, σφετερισμούς περιουσιών και δολοφονίες[22] και για τον Περίανδρο ότι ξεκίνησε ηπιότερος, αφού όμως συμβουλεύτηκε τον τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, έγινε ακόμη πιο φοβερός από τον πατέρα του. Περιγράφοντας τη συμπεριφορά των δυο ανδρών, ο Σωκλής καταλήγει στην άρνηση συγκατάθεσης των Κορινθίων για την αποκατάσταση της τυραννίας στην Αθήνα. 













[1] 7. 152: «ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασι ὀφείλω»





[2] L. Pearson, "Real and Conventional Personalities in Greek History," Journal of the History of Ideas 15 (1954): 136-45,





[3] Lateiner, D.(1989): 166–67.





[4] Waters, K.H. (1971) και Waters, K.H. (1985): 119-51.





[5] Αριστοτέλης, Πολιτικά (1252a) και Herodotus, The Histories, pp. 449–50.





[6] 3. 38: «καὶ ὀρθῶς μοι δοκέει Πίνδαρος ποιῆσαι νόμον πάντων βασιλέα φήσας εἶναι».





[7] Hartog, F. (2001) 488.





[8] Για την «πάγια τακτική του Ηροδότου να χρησιμοποιεί παθογόνες λέξεις σε δεσποτικά περιβάλλοντα» βλ. Μαρωνίτης, Δ. (2001): 187.





[9] Waters, K.H. (1971): 42-44.





[10] Dewald, C. (2003): 26-35.





[11] Ludwig, P. (2002): 2. Και οι περιπτώσεις απαγορευμένου έρωτα εμφανίζονται στα πλαίσια της γέφυρας αυτής, αφού εμφανίζεται ως μια επίδειξη δύναμης των αρχόντων. Βλ. Munson, R.V. (1993): 48.





[12] Ἔρωτας τυραννίδος εντοπίζεται, επίσης, στην περίπτωση του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, ο οποίος έδιωξε από το παλάτι τον γιο του Λυκόφρωνα, όταν ο τελευταίος εναντιώθηκε για τον θάνατο της μητέρας του, αργότερα όμως το μετάνιωσε και τον παρακάλεσε να επιστρέψει, για να αναλάβει την εξουσία. Ο Λυκόφρων δέχτηκε με τον όρο ο Περίανδρος να μεταβεί στην Κέρκυρα, όπου και δολοφονήθηκε (3.51 κ.εξ).



Από ἔρωτα τυραννίδος, και μάλιστα πανελλαδικών διαστάσεων, εμφανίζεται να διακατέχεται και ο Παυσανίας, για τον μηδισμό και την αρνητική εικόνα του οποίου πληροφορούμαστε από τον Θουκυδίδη (1.128- 134), εν αντιθέσει με τον Ηρόδοτο, ο οποίος φαίνεται να τον προσεγγίζει θετικά. Ωστόσο, στην ηροδότεια αφήγηση λανθάνουν και πάλι στοιχεία που υπαινίσσονται τις αρνητικές συμπαραδηλώσεις ενός να αποτρέψει τους Σπαρτιάτες από την εγκαθίδρυση τυραννίας στην Αθήνα (5.92).





[13]3.80.5: «ἀναρμοστότατον δὲ πάντων· ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται, ἤν τε θεραπεύῃ τις κάρτα, ἄχθεται ἅτε θωπί. τὰ δὲ δὴ μέγιστα ἔρχομαι ἐρέων· νόμαιά τε κινέει πάτρια καὶ βιᾶται γυναῖκας κτείνει τε ἀκρίτους».





[14] 3.80.6: «πλῆθος δὲ ἄρχον πρῶτα μὲν οὔνομα πάντων κάλλιστον ἔχει, ἰσονομίην, δεύτερα δὲ τούτων τῶν ὁ μούναρχος ποιέει οὐδέν· πάλῳ μὲν ἀρχὰς ἄρχει, ὑπεύθυνον δὲ ἀρχὴν ἔχει, βουλεύματα δὲ πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει. τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν· ἐν γὰρ τῷ πολλῷ ἔνι τὰ πάντα».





[15] 3.81.2: «καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστὶ οὐδαμῶς ἀνασχετόν. ὁ μὲν γὰρ εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι· κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ᾽ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν {οὐδ᾽} οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ ἴκελος;»





[16] 3.81.3: «ἡμεῖς δὲ ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην τούτοισι περιθέωμεν τὸ κράτος· ἐν γὰρ δὴ τούτοισι καὶ αὐτοὶ ἐνεσόμεθα, ἀρίστων δὲ ἀνδρῶν οἰκὸς ἄριστα βουλεύματα γίνεσθαι.»





[17] 3.82.3: «αὐτὸς γὰρ ἕκαστος βουλόμενος κορυφαῖος εἶναι γνώμῃσί τε νικᾶν ἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι ἀπικνέονται, ἐξ ὧν στάσιες ἐγγίνονται, ἐκ δὲ τῶν στασίων φόνος».





[18] 3.83.3: «οῦτο δὲ τοιοῦτο γίνεται ἐς ὃ ἂν προστάς τις τοῦ δήμου τοὺς τοιούτους παύσῃ· ἐκ δὲ αὐτῶν θωμάζεται οὗτος δὴ ὑπὸ τοῦ δήμου, θωμαζόμενος δὲ ἀν᾽»





[19] Π.χ. ο Apffel, H. (1957): 48-58 ισχυρίζεται ότι με το συγκεκριμένο χωρίο ο Ηρόδοτος αποσκοπεί να εκθέσει τις απόψεις του για τη δημοκρατία, δεδομένης της κατεξοχήν μοναρχικής πολιτικής των Περσών, όπως και ο Berve, H.(1967): 195-197 ότι εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης πρόταξης από πλευράς του Ηροδότου της σημασίας της ελευθερίας έναντι της τυραννίας-δουλείας, η οποία διαμορφώθηκε με συγκεκριμένη αντιστοιχία στην εποχή του Περικλή, οπότε «δημοκρατία και τυραννία αποτέλεσαν πρόβλημα».





[20] 5.91.1: «τότε δὲ ὡς ἀνέλαβον οἱ Λακεδαιμόνιοι τοὺς χρησμοὺς καὶ τοὺς Ἀθηναίους ὥρων αὐξομένους καὶ οὐδαμῶς ἑτοίμους ἐόντας πείθεσθαι σφίσι, νόῳ λαβόντες ὡς ἐλεύθερον μὲν ἐὸν τὸ γένος τὸ Ἀττικὸν ἰσόρροπον τῷ ἑωυτῶν ἂν γίνοιτο, κατεχόμενον δὲ ὑπὸ τυραννίδος ἀσθενὲς καὶ πειθαρχέεσθαι ἕτοιμον».





[21] 5.92α : «οὔτε ἀδικώτερόν ἐστι οὐδὲν κατ᾽ ἀνθρώπους οὔτε μιαιφονώτερον».





[22]5.92ε : «τυραννεύσας δὲ ὁ Κύψελος τοιοῦτος δή τις ἀνὴρ ἐγένετο· πολλοὺς μὲν Κορινθίων ἐδίωξε, πολλοὺς δὲ χρημάτων ἀπεστέρησε, πολλῷ δέ τι πλείστους τῆς ψυχῆς».


Πανελλήνιες 2018: Πώς υπολογίζονται τα μόρια, η «αξία» του κάθε μαθήματος (πίνακας)


Σιάρκος Μάκης


Αν και πολλά θα εξαρτηθούν από τον βαθμό δυσκολίας των θεμάτων και το κατά πόσο θα ανταποκριθούν σε αυτόν οι υποψήφιοι, το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σε συνεργασία με τον Χρήστο Κάτσικα, εκπαιδευτικό αναλυτή, παρουσιάζει έναν σύντομο οδηγό για τον τρόπο υπολογισμού των μορίων, αλλά και την «αξία» που έχουν οι μονάδες κάθε μαθήματος, αναλόγως τη βαρύτητά του.
Υπολογισμός συνολικού αριθμού μορίων

Ο υπολογισμός του συνολικού αριθμού μορίων κάθε υποψηφίου για εισαγωγή στις Σχολές, τα Τμήματα και τις Εισαγωγικές Κατευθύνσεις Τμημάτων που είναι ενταγμένα σε Επιστημονικά Πεδία, γίνεται ως εξής: