MINDFULNESS ΚΑΙ ΑΥΤΟΡΥΘΜΙΣΗ

ΤΗΣ ΒΙΚΥΣ ΣΙΑΜΑΝΤΑ



ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ




Οι δεξιότητες αυτορύθμισης αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως σημαντικές  για την επιτυχία των μαθητών στο σχολικό πλαίσιο.
Η συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη εξάλλου είναι άμεσα συνυφασμένες με τη γνωστική εξέλιξη του ατόμου. Η ικανότητα ρύθμισης της προσοχής, του συναισθήματος και των σκέψεων είναι μορφές αυτορύθμισης που παρέχουν τη βάση για την ετοιμότητα του σχολείου, ευνοώντας τη μάθηση και τη διατήρηση θετικών κοινωνικών σχέσεων (Blair, 2002∙ Spinrad et al., 2006). Έρευνες διαχρονικά αναδεικνύουν τη σημασία ανάπτυξης τέτοιων ικανοτήτων από την παιδική ηλικία και τη συνδέουν με τη συναισθηματική υγεία, την ακαδημαϊκή επιτυχία και την οικονομική σταθερότητα στην ενηλικίωση (Moffitt et al., 2011).



Γιατί τα παιδιά με Δυσλεξία συγχέουν παρόμοια γράμματα;


της Δρος Αριστονίκης Θεοδοσίου-Τρυφωνίδου




Η Δυσλεξία είναι Ειδική Διαταραχή της Μάθησης νευροβιολογικής προέλευσης η οποία διακρίνεται από δυσκολία στην Ανάγνωση! Παρουσιάζεται σε ποσοστό 3-5% των παιδιών Σχολικής ηλικίας. Τα παιδιά που έχουν αυτή την ΕΔΜ έχουν συνήθως φυσιολογικό δείκτη νοημοσύνης αλλά κατώτερο από τον μέσο όρο επίπεδο Ανάγνωσης στην ταχύτητα Ανάγνωσης αλλά και στην επιμέλεια (αριθμό λαθών). Η ταχύτητα Ανάγνωσης είναι ο αριθμός των αναγνωσμένων συλλαβων διά τα δευτερόλεπτα που δαπανήθηκαν. Από διαγνωστική θεώρηση, αν η ταχύτητα Ανάγνωσης ενός ατόμου απέχει από τον μέσο όρο δύο τυπικές αποκλίσεις, τότε το άτομο, σύμφωνα με τον Benso (2015), μπορεί να θεωρηθεί Δυσλεξικό.


Κατάργηση της Μετάφρασης του Διδαγμένου Κειμένου





Η κατάργηση της μετάφρασης του διδαγμένου κειμένου, έρχεται μετά από αποδοχή σχετικής εισήγησης από το ΙΕΠ και, όπως ανέφερε υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η αποτροπή της αποστήθισης από το βιβλίο ήταν ο βασικός παράγοντας που συντέλεσε στην αλλαγή αυτή.

Παράλληλα, οι εξεταζόμενοι θα έχουν ένα νέο, «άγνωστο συντελεστή», ένα σύγχρονο, παράλληλο κείμενο, το οποίο θα κληθούν να συγκρίνουν με το διδαγμένο κείμενο, προκειμένου να απαντήσουν σε ερώτηση ερμηνευτικής φύσεως.



Σ’ ΑΓΑΠΑΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ



Καλλιόπη Ζιώγου
Θεολόγος


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ

Ο Χριστός μας αγαπάει και αυτούς που δεν τον θέλουν.. 

Ποιους αγαπάει; Τους πάντες, τους πάντες, τους πονεμένους, τους ταλαιπωρημένους, τους αδύναμους και τους δυνατούς, όλους αρκεί να Τον φωνάξεις, να Τον ζητήσεις. Ναι, να τον φωνάξεις δυνατά, επειδή η αμαρτία, η α – στοχία σου σε κρατά σε απόσταση από Εκείνον. Κι αν νομίζεις πως φωνάζεις αλλά δεν σε ακούει, κάνεις λάθος, εκεί είναι στη σιωπή σου, απλά θέλει να του δοθείς ολοκληρωτικά, να αφήσεις τα πάντα στα χέρια Του για να σε καθοδηγήσει εκεί που είναι καλό για σένα. Συχώρα με, πες του, δυο λέξεις και θα βρεις τη χαρά και την ειρήνη που λαχταρούσες. 


"Σωκρατικά Έργα" και Πολιτική.






Προτού ξεκινήσουμε τη συγκριτική προσέγγιση των σωκρατικών έργων του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα και ειδικότερα των σχετικών με την πολιτική ιδεών, που αποτυπώνονται σε αυτά, κρίνεται σκόπιμο να γίνουν κάποιες διευκρινήσεις. Το λεγόμενο «σωκρατικό πρόβλημα» με την αδυναμία ακριβούς εντοπισμού των σωκρατικών θέσεων είναι η πρώτη από αυτές.[1] Το εγχείρημα διακρίβωσης των σωκρατικών θέσεων υπερβαίνει τους στόχους της παρούσας προσπάθειας. Κύριος σκοπός της έκθεσης των πολιτικών θέσεων των σωκρατικών έργων είναι η συγκριτική τους ανάγνωση, προκειμένου να εντοπιστεί ο τρόπος απόδοσης των σωκρατικών θέσεων για ζητήματα πολιτικής φύσεως από τους δύο μαθητές του, τον Πλάτωνα και τον Ξενοφώντα. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το αν οι απόψεις που παρατίθενται στα συγκεκριμένα έργα αποτελούν πραγματικά απόψεις του Σωκράτη, θα επικεντρωθούμε σε αυτές αντιμετωπίζοντάς τες ως τη βάση της πολιτικής σκέψης των συγγραφέων τους.

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ξενοφών προχωρούν στη συγγραφή σωκρατικών έργων, στα οποία η προσωπική τους σφραγίδα με βάση τη νοοτροπία και τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα είναι εμφανής.[2] Πιο συγκεκριμένα, εύκολα γίνεται αντιληπτό από την παρουσίαση που προηγήθηκε ότι ο Πλάτων εμφανίζεται «μαχητικότερος» ή ορθότερα «επιθετικότερος» από τον Ξενοφώντα. Στα έργα του ο Σωκράτης στηλιτεύει πολλές πτυχές της αθηναϊκής κοινωνίας με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στους σοφιστές και τους πολιτικούς, οι οποίοι αποτελούν και τους κύριους συνομιλητές του σε πολλά από αυτά. Όσον αφορά τους πρώτους με κάθε ευκαιρία δίνεται η διάσταση της σοφιστικής ως μιας άνευ αντικειμένου επιστήμης και, άρα, όχι επιστήμης, ενώ όσον αφορά τους δεύτερους τονίζεται η ανικανότητα τους να κάνουν τους πολίτες καλύτερους, ανικανότητα η οποία οφείλεται στην επίφαση γνώσης, που τους χαρακτηρίζει, και στην πρόταξη από μέρους τους της πειθούς και όχι της αλήθειας.

Παρά την αγωνιστική-απορριπτική διάσταση που εμφανίζουν οι συζητήσεις του Σωκράτη με τους σοφιστές στους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους, που εξετάζουμε, δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι σε αυτούς διατυπώνονται απόψεις, τις οποίες ο Πλάτων υιοθετεί και ίσως επαυξάνει στους μεταγενέστερους διαλόγους του. Για παράδειγμα, μέσα από την αντιπαράθεση του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα χαρακτηριστική κρίνεται η διάκριση της αρετής σε δικαιοσύνη, σωφροσύνη, σοφία, ανδρεία και ευσέβεια, μια διάκριση που επανέρχεται στους μεταγενέστερους πλατωνικούς διαλόγους. Αντίστοιχα, απόψεις που διατυπώνονται από πολιτικούς επανέρχονται και επανεξετάζονται στους μεταγενέστερους πλατωνικούς διαλόγους, όπως για παράδειγμα ο ορισμός του αυτοελέγχου από τον Κριτία ως «το τα εαυτού πράττειν», ορισμός που στην Πολιτεία θα αποδοθεί στη δικαιοσύνη.

Εξετάζοντας τις αναφορές σε πολιτικούς, τα όσα οι τελευταίοι υποστηρίζουν και την ανατροπή τους από τον Σωκράτη θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Πλάτων επιλέγει για τους διαλόγους του μερικούς από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς, τόσο της εποχής του και της εποχής του Σωκράτη, όσο όμως και των προγενέστερων χρόνων κατακρίνοντας τις πρακτικές που ακολουθούσαν και δίχως να εξαιρεί κανέναν, αντιμετωπίζοντάς τους όχι ως κατόχους κάποιας γνώσης αλλά απλώς ορθής γνώμης.[3] Ο Αλκιβιάδης μπορεί να εμφανίζεται ως ο αγαπημένος νέος του Σωκράτη, δεν παύει όμως να επικρίνεται για την έλλειψη γνώσης, που τον χαρακτηρίζει. Ο Περικλής επικρίνεται για την αδυναμία του να κάνει τους Αθηναίους καλύτερους από ότι τους παρέλαβε. Ο Χαρμίδης εμφανίζεται ως «υποχείριο» του Κριτία και ο τελευταίος ως ένας μάλλον κακός «μαθητής» του Σωκράτη, αφού παρόλο που φαίνεται να γνωρίζει ορισμένες θέσεις του «δασκάλου» του, γίνεται αντιληπτό ότι δεν τις έχει κατανοήσει. Ο Καλλικλής εμφανίζεται ως ένας φιλόδοξος πολιτικός διαποτισμένος μάλλον με σοφιστικές αντιλήψεις της εποχής, τις οποίες, όπως ήδη επισημάνθηκε, ο πλατωνικός Σωκράτης αντικρούει. Ο Νικίας, μολονότι πράγματι εμφανίζεται ίσως θετικότερα από οποιονδήποτε άλλον πολιτικό, αξιολογείται επίσης ως ανάξιος, αφού, όπως και οι υπόλοιποι, επηρεαζόταν από τη δύναμη της πειθούς και όχι της αλήθειας.

Εκτός από τους σοφιστές και τους πολιτικούς, ο πλατωνικός Σωκράτης «εναντιώνεται» και στους ρήτορες. Ίσως μάλιστα οι τελευταίοι να είναι και οι πραγματικοί υπαίτιοι της ανικανότητας των πολιτικών, αφού αφενός το αντικείμενο της τέχνης τους, η πειθώ, είναι το κύριο σημείο της πλατωνικής-σωκρατικής κριτικής εναντίον των πολιτικών και των σοφιστών και αφετέρου οι ίδιοι οι ρήτορες παρουσιάζονται ως ένα είδος «τυράννου των λόγων».[4] Για παράδειγμα, η μομφή που γίνεται για τον Νικία αφορά αυτήν ακριβώς την ευπείθια σε λόγους -ακόμη και ψευδείς-, η οποία παραλληλίζεται με την ευπείθια του Αριστοκράτη και του Περικλή, γιου του Περικλή και της Ασπασίας. Ανατρέχοντας στα πολιτικά γεγονότα της εποχής, βλέπουμε ότι ο Αλκιβιάδης που ήταν επικεφαλής μαζί με τον Νικία κατηγορείται από τους Αθηναίους για ασέβεια για την περίπτωση των Ερμοκοπιδών, κατηγορία που οδήγησε στην απομάκρυνσή του από το πεδίο της μάχης και στη συνακόλουθη φιλοσπαρτιατακή και φιλοπερσική του πολιτική, η οποία αν δεν είχε σημειωθεί, η εξέλιξη της σικελικής εκστρατείας θα ήταν πολύ διαφορετική. Αντίστοιχα, ο Θηραμένης, που υπήρξε μεταξύ των επικεφαλής στη ναυμαχία των Αργινουσών, όπως και ο Αριστοκράτης και ο Περικλής, κατηγόρησε τους υπόλοιπους στρατηγούς υποκινώντας τη γνώμη του αθηναϊκού πλήθους και οδηγώντας στην καταδίκη τους, στην οποία ο ίδιος ο Σωκράτης δεν συναινούσε και για την οποία ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει ότι θα την είχαν γλιτώσει, αν δεν έκαναν «εχθρό» τους τον Θηραμένη (13.100-103).

Διαβάζοντας τον Ξενοφώντα αντιλαμβάνεται κανείς ότι τόσο οι ρήτορες όσο και οι σοφιστές έρχονται σε δεύτερο επίπεδο. Οι όποιες αναφορές περιλαμβάνονται στα σωκρατικά του έργα είναι σποραδικές και δίχως ιδιαίτερη ανάπτυξη. Όσον αφορά τους πολιτικούς, ο Ξενοφώντας διαφοροποιείται από τον Πλάτωνα. Μπορεί να επικρίνει τον Αλκιβιάδη και τον Κριτία, το κάνει όμως επιφανειακά, δηλώνοντας ότι δεν τον απασχολεί να αξιολογήσει τα έργα τους και ως ένα βαθμό «δικαιολογώντας» αν έκαναν κάτι κακό με το επιχείρημα ότι η διαφθορά τους ήταν αποτέλεσμα των λάθος συναναστροφών τους, αφού εγκατέλειψαν τον Σωκράτη.[5] Ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω πολιτικοί παρουσιάζονται, βρίσκεται ίσως σε αντιστοιχία με τη διήγηση που περιλαμβάνει ο Ξενοφώντας στην Ανάβαση (3.4.1) και αφορά τον ίδιο, όπου έχοντας ζητήσει τη συμβουλή του Σωκράτη, προτού προσχωρήσει στην εκστρατεία του φιλοσπαρτιάτη Κύρου, επιχειρεί να δείξει με κάθε τρόπο ότι ο Σωκράτης δεν είχε καμία σχέση με τη δική του απόφαση. Και οι τρεις αποτελούν παραδείγματα νέων που δεν διεφθάρησαν από τον Σωκράτη αλλά παρέκκλιναν από δικές τους επιλογές.[6] Αυτού του είδους η «απάντηση» στην κατηγορία σε βάρος του Σωκράτη για διαφθορά των νέων αποτελεί μια πρώτη ένδειξη της αποδοχής από τη μια πλευρά του Σωκράτη ως ενός αγαθού ανθρώπου, άρνησης όμως από την άλλη του φιλοσοφικού τρόπου ζωής ως απάντηση στο ερώτημα «όντινα τρόπον χρη ζην», πράγμα που θα φανεί περισσότερο στη συνέχεια.[7]

Ο Περικλής παρουσιάζεται μάλλον αρνητικά ως πολιτικός, αν και θετικά ως συμβουλευτικός ρήτορας, σίγουρα πάντως υποδεέστερος του Θεμιστοκλή εν αντιθέσει με τα όσα εκθέτει ο πλατωνικός Σωκράτης αξιολογώντας και τους δύο εξίσου αρνητικά. Ο Θεμιστοκλής επαινείται σε κάθε ευκαιρία, γεγονός που μας καθιστά σαφές ότι ο Ξενοφών δεν κατακρίνει συλλήβδην τις πολιτικές πρακτικές της αθηναϊκής κοινωνίας, αλλά εντοπίζει μεταξύ των αρχόντων ορισμένους άξιους και ικανούς να ωφελούν την πόλη τους. Αντίστοιχα, διαφορετική είναι και η παρουσίαση του Χαρμίδη, που από απλό φερέφωνο του Κριτία των πλατωνικών διαλόγων, εμφανίζεται ως ένας ικανότατος νέος με σωστές τοποθετήσεις σε ζητήματα πολιτικής φύσεως.

Πέρα όμως από τον τρόπο που αποτυπώνεται η πολιτική κατάσταση, ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που αποτυπώνονται οι γενικότερες πολιτικές απόψεις του Σωκράτη. Πρώτα από όλα, όσον αφορά τη δίκη του ίδιου τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ξενοφών παρουσιάζουν την ανυπόστατη διάσταση των κατηγοριών σε βάρος του, ο πρώτος δίνοντας έμφαση στις ιδέες του φιλοσόφου και ο δεύτερος στη συμπεριφορά του.[8] Αυτό που θα μπορούσαμε ίσως να επισημάνουμε είναι ότι στην περίπτωση του Ξενοφώντα εντοπίζεται ένας μεγαλύτερος ζήλος να δειχθεί η ευσέβεια του Σωκράτη, με πλειάδα αναφορών σε ζητήματα θρησκευτικής φύσεως.

Προχωρώντας στην ιδανική πολιτεία, ο πλατωνικός Σωκράτης δίνει έμφαση στην αρετή των κυβερνώντων: μόνο ένας ενάρετος και κατά επέκταση σώφρων και δίκαιος άνθρωπος, αλλά και κάτοχος της τέλειας γνώσης[9] κρίνεται κατάλληλος για τη διακυβέρνηση της πολιτείας και, για να γίνει τέτοιος, η φιλοσοφία εμφανίζεται ως μονόδρομος δίνοντας του τη δυνατότητα να επιμεληθεί πρώτα από όλα τον εαυτό του. Όσον αφορά την αξιολόγηση των πολιτευμάτων η τυραννία και η ολιγαρχία κατακρίνονται συλλήβδην. Η δημοκρατία κατακρίνεται για τη δυνατότητα των μη εχόντων τις απαραίτητες γνώσεις να λαμβάνουν αποφάσεις για τα πολιτικά ζητήματα.[10] Μια αριστοκρατία που προκύπτει με τη συγκατάθεση ενός τέτοιου πλήθους, επίσης κατακρίνεται, όπως και η βασιλεία εξαιτίας του κληρονομικού της χαρακτήρα. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι Λακεδαιμόνιοι βασιλείς επαινούνται τόσο για την φύση τους όσο όμως και για την παιδεία που λάμβαναν, καθίσταται σαφές ότι μια βασιλεία, στην οποία κριτήριο δεν είναι η κληρονομικότητα, αλλά η αρετή των κυβερνώντων, αντιμετωπίζεται θετικά, όπως και η αριστοκρατία με την προϋπόθεση να μην προκύπτει από άγνοια.[11]

Ο ξενοφώντειος Σωκράτης τονίζει επίσης την αρετή, τη σωστή εκπαίδευση και τη γνώση της βασιλικής τέχνης από πλευράς των κυβερνώντων. Ήδη ο χαρακτηρισμός της κυβερνητικής τέχνης ως βασιλικής μας προϊδεάζει για τη θετική του στάση απέναντι στην βασιλεία, στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Για την εικόνα του ιδανικού άρχοντα, ο ξενοφώντειος Σωκράτης αναφέρεται συχνά αφενός στα χαρακτηριστικά των καλών επικεφαλής των στρατευμάτων και αφετέρου στην ικανότητά του σε γεωργικές απασχολήσεις και στην καλή σωματική του κατάσταση.[12] Παρά το γεγονός ότι εκ πρώτης όψεως τα ζητήματα αυτά φαντάζουν παράταιρα για τις απόψεις του πλατωνικού Σωκράτη, αν τα προσεγγίσουμε αναλυτικότερα βλέπουμε ότι στοχεύουν στην εναργέστερη ανάδειξη της ωφελιμότητας του κυβερνήτη στην πόλη και της εγκράτειας και της διοικητικής του ικανότητας, αντίστοιχα.[13]

Το στοιχείο στο οποίο δίνεται έμφαση από τον Ξενοφώντα είναι η ταύτιση από μέρους του Σωκράτη του δικαίου με το νόμιμο, ταύτιση που συνάγεται και από την πλατωνική Απολογία και τον Κρίτωνα.[14] Ως νόμο ο Ξενοφών αντιμετωπίζει όχι τον εκάστοτε ψηφισμένο από οποιονδήποτε άρχοντα αλλά μόνο εκείνους που προέρχονται από κυβερνώντες που η εξουσία τους προκύπτει μεω τη συγκατάθεση του λαού (Απομν. 1.2.40-46) και βρίσκονται σε αντιστοιχία με τους άγραφους θεϊκούς νόμους.[15]

Η ταύτιση αυτού του είδους των νόμων με το δίκαιο αποτελεί και το κύριο αξιολογικό διακριτικό γνώρισμα των πολιτευμάτων. Πιο συγκεκριμένα, με βάση την ταύτιση νόμιμου-δίκαιου, η αριστοκρατία, που ορίζεται ως το πολίτευμα στο οποίο την εξουσία κατέχουν όσοι εκτελούν τα νόμιμα, γίνεται αντιληπτό ότι προτάσσεται ως το βέλτιστο πολίτευμα. Αντίστοιχα, η βασιλεία και η τυραννία διακρίνονται ακριβώς με βάση την τήρηση από πλευράς των κυβερνώντων αυτού του είδους των νόμων, με την πρώτη να προκρίνεται και τη δεύτερη να απορρίπτεται. Επιπρόσθετα, κατακρίνεται η δημοκρατία, όπως και από τον πλατωνικό Σωκράτη, εξαιτίας της αμάθειας του όχλου[16] και η πλουτοκρατία, γιατί η αγάπη για το κέρδος οδηγεί σε πάθη και συνακόλουθα σε αδικίες.

Η αλήθεια είναι ότι για τη στάση του Σωκράτη απέναντι στη δημοκρατία έχουν διατυπωθεί ποικίλες και αντικρουόμενες μεταξύ τους ερμηνευτικές. Κάποιες από αυτές ερμηνεύουν την πολιτική κριτική του φιλοσόφου, έτσι όπως αυτή διασώζεται στα έργα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, ως μια προσπάθεια «απενεχοποίησης» του Σωκράτη από τη συντηρητική μερίδα των Αθηναίων, οι οποίοι τον παρουσιάζουν υπεράνω πολιτικών παρατάξεων και πολιτικών ανταγωνισμών, ενώ στην πραγματικότητα ο ίδιος προσχώρησε στη δική τους παράταξη.[17] Άλλες πάλι, αποδίδουν αυτή την πολιτική κριτική αποκλειστικά στις πολιτικές πεποιθήσεις των συγγραφέων των σωκρατικών έργων, οι οποίοι πρόβαλλαν στον Σωκράτη τις δικές τους «ολοκληρωτικές» ιδέες.[18] Ανεξάρτητα από το είδος της ανάγνωσης των σωκρατικών έργων και την απόδοση συγκεκριμένων κινήτρων στους συγγραφείς τους είναι φανερό ότι το σημείο στο οποίο οι τελευταίοι συγκλίνουν στην παρουσίαση του Σωκράτη, που τόσο πολύ θαύμαζαν, είναι η πρόταξη ως ιδανικού είδους πολιτεύματος μιας αριστοκρατίας ή βασιλείας ενάρετων κυβερνώντων με γνώση της πολιτικής τέχνης. Στα σωκρατικά έργα του Πλάτωνα κανένας Αθηναίος δεν εμφανίζεται να φέρει τα εν λόγω χαρακτηριστικά με μοναδική εξαίρεση τον Σωκράτη. Στα έργα του Ξενοφώντα επίσης δεν αξιολογείται θετικά κάποιος ενεργεία Αθηναίος πολιτικός της εποχής του, σίγουρα πάντως παρουσιάζεται ο Μεγάλος Βασιλιάς των Περσών ως πρότυπο κυβερνήτη. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι τόσο ο Πλάτων όσο και ο Ξενοφώντας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, όπως φαίνεται στα υπόλοιπα έργα τους, επιχείρησαν να παρουσιάσουν τον τρόπο διακυβέρνησης, που θεωρούσαν ιδανικό.[19]









[1] Για το σωκρατικό πρόβλημα βλ. για παράδειγμα: Guthrie W.K.C. (1990), Taylor A.E. (1932), Chroust Α.Η. (1957).
[2] Guthrie W.K.C. (1990): 21-24.
[3] Βλ. Barker E. (2007): 276-280.
[4] Για την αντιδιαστολή μεταξύ ρητόρων-πολιτικών και φιλοσόφων-πολιτικών βλ. Barker E. (2007): 287-310.
[5] Ο Ξενοφών στα σωκρατικά του έργα επιχειρεί όχι να αποτυπώσει αυτολεξεί συζητήσεις και αποσπάσματα συζητήσεων του Σωκράτη αλλά, όπως ο ίδιος επανειλημμένα δηλώνει, επιχειρεί να ανασυντάξει τον τρόπο συμπεριφοράς του πιο αγαθού ανθρώπου, που είχε γνωρίσει. Στα έργα του σε αρκετά σημεία δηλώνεται ότι όσα αναφέρει αποτελούν προσωπικές του εκτιμήσεις, πράγμα που καθιστά ευκολότερη την εξαγωγή συμπερασμάτων. Βλ. και Guthrie W.K.C (1990): 34-35, 40-43, Cooper (1999): 14. Για το σωκρατικό πρόβλημα στα έργα του Ξενοφώντα βλ. αναλυτικά Johnson D.M. (2017): 121-123.
[6] Guthrie W.K.C. (1990): 46-47.
[7] Bruell C. (1987): 103-105.
[8] Guthrie W.C.K. (1990): 45, Σάντας Γ.Ξ. (1997): 6-7.
[9] Όπως επισημαίνει ο Ernst Barker (2007: 286): «η τέλεια αρετή είναι τέλεια γνώση, μια τέλεια κατανόηση του κόσμου και της θέσης του ανθρώπου τον κόσμο» Βλ. επίσης: Barker E. (2007): 268-276.
[10] Guthrie W.C.K. (1990): 127-128, Barker E. (1959): σ.61.
[11] Guthrie W.C.K. (1990): σ.131-133.
[12] Για τον παραλληλισμό πολιτείας-στρατεύματος βλ. Barker E. (2007): 218-221 και για τον παραλληλισμό πολιτείας-οικονομίας βλ. Horbden F. (2017): 162-163.
[13] Ferrario S.B. (2017): 66.
[14] Στα εν λόγω έργα προτάσσεται από τον πλατωνικό Σωκράτη η υπακοή στους νόμους ως υποχρέωση του κάθε πολίτη, αφού η ίδια η ιδιότητα του πολίτη επικυρώνεται μέσα από αυτήν ακριβώς την υπακοή. Βλ. Barker E. (2007): 264-268.
[15] Gray (2007): 9-10.
[16] Guthrie W.C.K. (1990): 128-131.
[17] Winspear A.D., Silverberg T. (1939).
[18] Popper K. (1945).
[19] Για τον Ξενοφώντα έχει γίνει ήδη φανερό σε μεγάλο βαθμό μέσα από τον Οικονομικό.



Η ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ "ΣΩΚΡΑΤΙΚΩΝ" ΕΡΓΩΝ




1.ΠΡΩΙΜΟΙ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ


Οι πρώιμοι πλατωνικοί διάλογοι, επονομαζόμενοι και ως σωκρατικοί, όπως μαρτυρεί και η ίδια η ονομασία τους, επικεντρώνονται στην προσωπικότητα του Σωκράτη και στη δράση του στην Αθηναϊκή κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται η προσπάθεια του Πλάτωνα να παρουσιάσει την άδικη καταδίκη του δασκάλου του, η οποία -αντίθετα με τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν- είχε κυρίως πολιτικά αίτια. Οι κατήγοροι του Σωκράτη, Μέλητος, Άνυτος και Λύκων, εμφανίζονται να εκπροσωπούν τους παλαιότερους και πιο επικίνδυνους κατηγόρους του, τους ποιητές, τους τεχνίτες και τους ρήτορες, στους οποίους ο Σωκράτης άσκησε έλεγχο δεικνύοντας τη θεϊκή έμπνευση, την επίφαση γνώσης πέραν της τέχνης τους και την εν γένει επίφαση γνώσης αντίστοιχα (Απολ. 21b-22e, 23e-24a).


Η εποχή της δράσης του Σωκράτη σκιαγραφείται μέσα από τους εν λόγω διαλόγους ως μια διεφθαρμένη περίοδος, κατά την οποία ο πλουτισμός, η πολιτική δύναμη και η κατοχή αξιωμάτων από ανάξιους αποτελούσαν τις βασικές επιδιώξεις των πολιτών (Αλκιβ. 119b)[1]. Οι πολιτικές συγκρούσεις και οι συνωμοσίες ήταν συνηθισμένα φαινόμενα της εποχής (Απολ. 36c), ενώ η ευγενική καταγωγή και οι ισχυροί φίλοι προσέδιδαν κύρος σε όποιον τα διέθετε (Αλκιβ. 104a-c). Η ρητορεία αποτελούσε για τους Αθηναίους την τέχνη των καλοδουλεμένων και στολισμένων λόγων, που προσέφερε τη δυνατότητα εξαπάτησης και κολακείας του πλήθους (Απολ. 17a-18d)[2] με πολιτικούς που διέθεταν επίφαση γνώσης και όχι αληθινή γνώση, αποσκοπώντας πολλές φορές όχι στο δίκαιο αλλά στο συμφέρον (Αλκιβ. 113d). Η ρητορική τέχνη, όπως και η σοφιστική, γοήτευαν το κοινό με πλήθος Αθηναίων να συρρέουν κάθε φορά που έκανε κάποια επίδειξη κάποιος από τους πρώτους ή κατέφτανε στην πόλη τους κάποιος από τους δεύτερους (Γοργ. 447a).[3] Στα σώματα λαϊκών διαβουλεύσεων, και με την αθηναϊκή αυτοχθονία -για την οποία οι ίδιοι υπερηφανεύονταν (Μενέξ. 237b ) - να κατοχυρώνει την πολιτική τους ισότητα, στόχος των αγορητών ήταν η πειθώ και όχι η αλήθεια, με τη γνώμη των πολλών και όχι τη γνώση των ειδικών να υπερισχύει στα εκάστοτε ζητήματα που προσεγγίζονταν (Κρίτων 46e-49a).[4] Δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να συμβουλεύουν το πλήθος άνδρες χωρίς να γνωρίζουν τα ζητήματα για τα οποία τους συμβούλευαν (Αλκιβ. 118b), τα ψεύδη ανδρών που θεωρούνταν σοφοί και ικανοί (Ιππίας Ελάττων 366a) και η αδιαφορία των γονέων για την ανατροφή των παιδιών τους, όταν αυτά ενηλικιώνονταν (Λάχης 179a-b).


Οι Αθηναίοι αυτής της εποχής παρουσιάζονται λάτρεις του αυτοεπαίνου με τους Επιτάφιους Λόγους των πολιτικών να αποτελούν την επίσημη πολιτειακή εκδοχή της εν λόγω πρακτικής. Παρέμεναν εκούσια δέσμιοι στην υπερηφάνεια για τα ένδοξα έργα των προγόνων τους χωρίς να είναι σε θέση οι ίδιοι να επιδείξουν δικά τους σημαντικά επιτεύγματα (Μενέξ. 247c-248b).[5] Θεωρούσαν τους εαυτούς τους «ελευθερωτές» των συμμάχων τους και αρνητικό τους χαρακτηριστικό την «φιλευσπλαχνία» τους (Μενέξ. 239b, 244e). Οι κατηγορίες σε βάρος σπουδαίων πολιτών εξαιτίας του φθόνου των πολλών εμφανίζονταν ως πάγια τακτική των Αθηναίων και ιδιαίτερα η κατηγορία περί ασέβειας ως η πλέον κοινότυπη εκδοχή τους κατά των φιλοσοφούντων (Απολ. 23d). Ο ρόλος των δικαστηρίων ήταν η τιμωρία των πολιτών και όχι η συνέτισή τους (Απολ. 25e-26a), ενώ οι ίδιοι οι δικαστές, αντί να αποδίδουν το δίκαιο, ευνοούσαν όσους τους καλόπιαναν και τους παρακαλούσαν (Απολ. 35a-c). Το πολίτευμά τους άλλαζε συνεχώς τους κυβερνήτες της πολιτείας τους (Ιππίας Μείζων 285e) και μολονότι ονομαζόταν δημοκρατία, στην ουσία της αποτελούσε μορφή αριστοκρατίας επιδοκιμασμένης από το λαό (Μενέξ. 238c).




2. ΣΩΚΡΑΤΙΚΑ ΕΡΓΑ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ



Στα σωκρατικά έργα του Ξενοφώντα η αθηναϊκή κοινωνία παρουσιάζεται με τρόπο όχι τόσο επικριτικό όσο στα αντίστοιχα έργα του Πλάτωνα. Κύριος στόχος του Ξενοφώντα είναι να αποδώσει κάποιες πτυχές της δράσης του Σωκράτη, ώστε να φανεί η άδικη διάσταση των σε βάρος του κατηγοριών.[6] Σε όλα τα σωκρατικά έργα ο Ξενοφών είναι «παρών» στην αναδιήγηση των περιστατικών, δίνοντας μάλιστα σε ορισμένα σημεία τις δικές του αξιολογικές κρίσεις.[7] Παρόλο, όμως, που ο Ξενοφώντας εν αντιθέσει με τον Πλάτωνα δεν προβαίνει σε μια ευθεία και εκ θεμελίων άσκηση κριτικής στην αθηναϊκή κοινωνία, σίγουρα η εικόνα, που μας δίνει, εμφανίζει και πάλι στοιχεία παρακμής .

Πιο συγκεκριμένα, οι Αθηναίοι περιγράφονται ως φιλοδοξότατοι και μεγαλοφρονέστατοι. Οι Αθηναίοι των παλαιότερων χρόνων μνημονεύονται ως έχοντες επιτύχει μέγιστα κατορθώματα σε ξηρά και θάλασσα και όντες ξακουστοί σε Έλληνες και Βαρβάρους για ζητήματα δικαίου. Διακινδύνευαν περισσότερο από όλους και υπερηφανεύονταν για τους προγόνους τους, αρχής γενομένης από τη μυθική εποχή και τον Ερεχθέα, με το παράδειγμα των οποίων, γίνονταν και οι ίδιοι γενναιότεροι και οδηγούνταν στην αρετή. Αντίθετα, στα χρόνια του Σωκράτη εμφανίζονται διεφθαρμένοι. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ανυπακοή τους στους άρχοντες, ο φθόνος μεταξύ τους περισσότερο από ότι με τους ξένους και ο μεγάλος αριθμός δικαστικών υποθέσεων, άδικων κατηγοριών και συκοφαντών, αλλά και η γενικότερη ραθυμία και η απροθυμία τους να κοπιάσουν (Απομν. 2.7) προέκυψαν από την επανάπαυσή τους στην αριστεία, που πέτυχαν στο παρελθόν. Η επανάπαυση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παραμελήσουν όσα έπρεπε να φροντίζουν (Απομν. 3.5.3, 7-13), μεταξύ των οποίων δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην παραμέληση του ίδιου του εαυτού τους, των στρατιωτικών ζητημάτων και της σωματικής άσκησης (Απομν. 3.10), τομείς που, όπως θα επισημανθεί στη συνέχεια, ο ίδιος ο Ξενοφώντας αλλά και ο Σωκράτης, όπως παρουσιάζεται στα έργα του τελευταίου, επιχειρούν να εξισορροπήσουν προτάσσοντας τις γεωργικές εργασίες.

Ειδικότερα, στα σωκρατικά έργα του Ξενοφώντα γίνεται αναφορά στην άδικη θανάτωση πολλών δίκαιων πολιτών από τα αθηναϊκά δικαστήρια, αλλά και στην αθώωση πολλών άδικων πολιτών, που με την απολογία τους ζητούσαν και κέρδιζαν την εύνοια και τον οίκτο των δικαστών (Απολ. 1.4). Η αδικία ήταν σύνηθες φαινόμενο και στις ιδιωτικές υποθέσεις με ορισμένους πολίτες να αποτελούν «κατ’ επάγγελμα» συκοφάντες. Οι εν λόγω Αθηναίοι επιδιώκοντας να κερδίσουν χρήματα από τους ευκατάστατους πολίτες της εποχής, τους απειλούσαν ότι θα τους οδηγήσουν στα δικαστήρια για ανύπαρκτα αδικήματα, ζητώντας ως αντάλλαγμα χρηματικές αμοιβές (Απομν. 2.9). Η χρηματική άνεση υπήρξε σημαντικότατος παράγοντας και για την εκλογή των στρατηγών, σε τέτοιο σημείο, που ακόμη και πολίτες που είχαν διατελέσει σε σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα απορρίπτονταν και προτιμούνταν οι πλουσιότεροι (Απομν. 3.4.1). Πολλοί νέοι αριστοκρατικών οικογενειών εμφανίζονται να έχουν διαμορφώσει την αντίληψη ότι το πλήθος αντιμετωπίζει τους άρχοντες ως «δούλους» με την έννοια ότι αξίωναν οι άρχοντες να παρείχαν άφθονα αγαθά στους πολίτες, οι ίδιοι οι άρχοντες ωστόσο να διήγαγαν λιτό και απέριττο βίο (Απομν. 2.1.8-9). Για τους περισσότερους πολίτες, όμως, οι άρχοντες της πόλεως θεωρούνταν ως οι περισσότερο ελεύθεροι (Απομν. 2.8.4). Τέλος, η πλεονεξία και η επιθυμία των πρωτείων μεταξύ του πλήθους εμφανίζονται ως χαρακτηριστικά των Αθηναίων, τα οποία οδηγούσαν σε στάσεις μεταξύ πολιτών αλλά και πόλεων (Απομν. 2.6.17-20).







[1] Βλ. και Μενέξ. 246e-247a, Ιππίας Μείζων 296a.
[2] Βλ. και Ιππίας Μείζων 304a-304b, Γοργ. 463b-466a.
[3] Βλ. και Πρωταγόρας 314c-316a.
[4] Βλ. και Λάχης 184e.
[5] Βλ. και Λάχης179c-d.
[6] Το έργο που ξεφεύγει ίσως από αυτή τη νόρμα είναι ο Οικονομικός (ως ένα σημείο και το Συμπόσιο), όπου με την έμφαση που δίνεται στο ρόλο της γεωργίας, εκφράζεται η προσωπική γνώμη του Ξενοφώντα για τον τρόπο με τον οποίο η αθηναϊκή κοινωνία θα μπορούσε να επανέλθει στην ακμή της.
[7] «Παρών» όχι με την έννοια της φυσικής παρουσίας κατά τον πραγματικό χρόνο των εκάστοτε συζητήσεων, αλλά με την έννοια της αφήγησης. Δηλώνει, δηλαδή, ότι οι εξιστορήσεις είναι δικές του με βάση τα όσα ο ίδιος γνώριζε και είχε ακούσει για τον Σωκράτη.






Για τη φιλολογία που αγαπώ...


Του Γαβριήλ Μπομπέτση

Άγαλμα θεάς Αθηνάς

«Μια αστραπή η ζωή μας, μα προλαβαίνουμε», γράφει ο Ν.Καζαντζάκης. Προλαβαίνουμε τι; Να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, με δύναμη και με όσο περισσότερο φως και βάθος μπορούμε να βρούμε. Τα όσα θα ακολουθήσουν δεν είναι παρά μία προσωπική κατάθεση στο ταμιευτήριου του λόγου περί φιλολογίας. Μπορεί, άραγε, η φιλολογία και ο διάκονός της, ο φιλόλογος, να δώσει φως και βάθος στον άνθρωπο του 21ου αιώνα;

Συχνά θεωρούμε τις επιστήμες των ιδεών και του πνεύματος λιγότερο σημαντικές και χρηστικές από τις θετικές επιστήμες ή τις πρακτικές τέχνες. Αυτό το στερεότυπο θα ήθελα να ανατρέψω σε μία πρώτη φάση, αναδεικνύοντας τη σημασία της φιλολογίας.

Ναι, ένα πληντύριο, ένα τραπέζι, ένα φωτιστικό ευκολύνει και ομορφαίνει τη ζωή - αλλά σε οριζόντια προοπτική. Εχουμε ασφαλώς ανάγκη και το πλυντήριο και το τραπέζι και το φωτιστικό• δεν υπάρχει αμφιβολία περί αυτού. Αυτό που βρίσκω, μολαταύτα, στις ανθρωπιστικές επιστήμες, και μιλώντας ειδικότερα για τη φιλολογία, είναι η κάθετη προοπτική. Οι ιδέες, η λεπτή ομορφιά, η γνώση, οι αξίες που ακροβατούν πάνω σ' ένα σχοινί, που στην αρχή λέει ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, στη μέση βυζαντινός ελληνισμός και στην άκρη, σύχρονος. Το βάθος που μπορεί να δώσει η φιλολογία, θα τολμούσα να πω, ίσως είναι ανώτερο από τη χρηστικότητα ενός πληντυρίου. Μια ζωή χωρίς αισθητική συγκίνηση, χωρίς γνώση είναι μια μισή ζωή. Δεν λέω ότι δεν είναι ζωή, σίγουρα κάποιος μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτά• είναι, όμως, μισή ζωή, χάνεις αρκετή ομορφιά, αρκετά εφόδια, αρκετή ουσία.

Η φιλολογία είναι, ακόμη, εισπνοή παρελθόντος (πρόσφατου ή μακρινού) και εκπνοή μελλοντος. Αυτές οι δύο παράμετροι είναι αναγκαίοι στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Η γνώση τού παρελθόντος σού προσπορίζει «νέα μάτια – ή και ματιά» να δεις το τώρα αλλά και έμπνευση. Αξίζει να παραθέσουμε μια συναφή θέση του Φ. Νίτσε στους σπαραγματικούς στοχασμούς του από το Εμείς οι φιλόλογοι. «Η φιλολογία ως επιστήμη για την αρχαιότητα δεν έχει, φυσικά, αιώνια διάρκεια – το υλικό της θα εξαντληθεί. Αυτό που δεν θα εξαντληθεί είναι η διαρκώς νέα προσαρμογή κάθε εποχής στην αρχαιότητα, η αναμέτρηση της με αυτήν. Αν ανατεθεί στο φιλόλογο ως έργο του να κατανοήσει καλύτερα, διαμέσου της αρχαιότητας, τη δική του εποχή, τότε το έργο του είναι αιώνιο».

Η άποψη αυτή του Γερμανού φιλοσόφου μάς δίνει την πάσα για να περάσουμε στον φιλόλογο. Με τι καταπιάνεται ο φιλόλογος; Έχουμε μιλήσει παλιότερα για τις παιδαγωγικές πρακτικές που μπορεί να ακολουθήσει ο φιλόλογος, έτσι εδώ δεν θα κάνουμε άμεση σύνδεση του φιλολόγου με το σχολείο.

Ο φιλόλογος  γνωρίζει, σε όσο μεγαλύτερο εύρος και βάθος μπορεί, κείμενα, για να τα «γνωρίσει» στη συνέχεια στο όποιο κοινό του. Ο Λέο Μπουσκάλια μιλώντας κάπου για τον εαυτό του αλλά, μέσα από τον εαυτό του, και για κάθε άνθρωπο, λέει: «Γιατί διαβάζω; γιατί ταξιδεύω; γιατί ακούω; Για να παίρνω όσο γίνεται περισσότερα και να τα μοιράζομαι μαζί σας - ο μόνος λόγος να τα έχω». Αυτός είναι και ο ρόλος που επωμίζεται ο φιλόλογος, να κοινωνήσει σε όσους περισσότερους γίνεται τη γνώση που κουβαλά, τη γνώση που διαρκώς «βαραίνει» με άλλη γνώση αλλά ενδεχομένως και τη γνώση που παράγει ο ίδιος.

Τα κείμενα κουβαλούν πλούτο - πολλές φορές - υπόρρητο. Για να τον κοινωνήσει στον αποδέκτη ο φιλόλογος, αφού πρώτα ο ίδιος τον «ανασύρει», χρειάζεται ως αρωγό το λόγο. Πρέπει, με άλλα λογια, να είναι μαέστρος του λέγειν.

Ο φιλόλογος βασανίζει το λόγο λιγάκι. Αγαπά τον λόγο, πασχίζει να τον γνωρίσει αλλά και να του δώσει χάρη στο στάδιο της παραγωγής και της εκφοράς. Πασχίζει δε να του δώσει και μεταδοτικότητα, να φεύγει από νου και καρδιά και να ριζώνει στον νου και στην καρδιά του άλλου.

Βέβαια, ας βάλουμε και κάποια αποσιωπητικά ή ερωτηματικά. Μόνο με καλούς επιστήμονες - που είναι μεν κάτι πολύ σημαντικό - , νομίζω, δεν πάμε μπροστά. Τι σημασία έχει να είσαι καλός και επιτυχημένος επιστήμονας, αν δεν είσαι παράλληλα και πρώτα καλός και ισορροπημένος άνθρωπος; Πολύ δε περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να είσαι καλός και ισορροπημένος άνθρωπος, όταν καλείσαι στην εκπαιδευτική παλαίστρα, να μορφοποιήσεις χαρακτήρες, να τους δώσεις συν τοις άλλοις και εφόδια ηθικά.

Ας θέσουμε τώρα ένα ακόμη ζήτημα. Πολλοί είναι εκείνοι που αποστρέφονται την τέχνη. Περιμένουμε ένα έργο τέχνης, ένας πίνακας, ένα ποίημα να μας μιλήσει αμέσως. Δεν συμβαίνει παντα αυτό, γι’ αυτό απογοητευόμαστε και τους γυρίζουμε το κεφάλι. Χρειάζεται γνώση και αισθητική συγκίνηση, για να εκτιμήσουμε και να απολαύσουμε την τέχνη ή ορθότερα ένα μέρος της τέχνης (δεν μας αρέσουν πάντα όλα). Η αισθητική συγκίνηση, όμως, και η γνώση απαιτεί τον κόπο μας, απαιτεί υπομονή και επιμονή. Βάζεις εσύ το συντελεστή, για να έχεις αποτέλεσμα. Όσο περισσότερο, επί παραδείγματι, έρχεσαι σε τριβή με την ποίηση, τόσο περισσότερο το ποίημα θα έχει κάτι να σου διαμηνύσει.

Φιλολογία και κρίση: ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί με ποιήματα και ιδέες, με τέχνη και ιστορία, όταν δεν μπορεί να βγάλει τα προς το ζην; Κι όμως, νομίζω, ειδικότερα όταν πληθαίνουν τα προβλήματα, νιώθει κανείς μεγαλύτερη ανάγκη να ανατρέξει εκεί, για να αναπνεύσει λίγο οξυγόνο και να αισθανθεί λίγο φως, και να συνεχίσει να περπατά στο στάδιο της ζωής. Το βιβλίο, ο πολιτισμός δεν κουραζει, ξεκουράζει.

Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε, εντούτοις, πως η φιλολογία προσφερει αφενός ποιότητα αναγκαία αλλά και ποιότητα «πολυτελείας». Ας πούμε, ένα λαθος στο λόγο μπορεί να είναι περισσότερο αμελητέο από την άγνοια των ιδεών, της ιστορίας, της εικαστικής τέχνης κλπ. Το πρώτο δίνει μια ποιότητα στην επικοινωνία μεν αλλά το δεύτερο όχι μόνο δίνει ποιότητα αλλά διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την οπτική μας επι του κόσμου και των πραγμάτων, μας πλουτίζει, μας διδάσκει, μας εμπνέει.

Είναι μήπως λίγο ρομαντικά όλ’ αυτά, απέχοντας από την πραγματικότητα; Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Αλλά επιμένω σ' έναν κόσμο, που παρά τα σκοτεινα στίγματα, είναι ωραίος και ρομαντικός. Γράφει σ’ ένα του λόγο ο Μ. Βασίλειος πως «οὐ τὸ ὁρώμενόν ἐστιν ὁ ἄνθρωπος», δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται και οράται ο άνθρωπος. Πίσω από τη σάρκα, έχει και νου και καρδιά και ψυχή. Αυτά προσπαθεί να «φτερώσει» η φιλολογία, αυτά προσπαθεί να «θρέψει» ο φιλόλογος.