Ηρώ και Λέανδρος: μια αρχαία ιστορία αγάπης


Του Γαβριήλ Μπομπέτση

Rodin, La cathédrale

Ένα επύλλιο, ύμνος στον έρωτα, είναι η ιστορία της Ηρούς και του Λεάνδρου. Η ιστορία του έπους δεν σταματά στον Όμηρο, στον Ησίοδο ή στα Αργοναυτικά  του Απολλωνίου του Ρόδιου. Το έπος δεν παύει να παράγει βλαστούς καθ' όλη την αρχαιότητα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το μικρό αυτό έπος, μόλις 343 στίχων, του Μουσαίου. Ο Μουσαίος είναι συγγράφεας του 5ου αιων. μ.Χ., γνωστός για το έργο του, Τὰ καθ' Ἡρὼ καὶ Λέανδρον.

Είναι ένα επύλλιο τόσο χυμώδες, τόσο καλαίσθητο και λυρικό που προσφέρει μεγάλη αναγνωστική ηδονή. Δεν είναι μονάχα ο Μουσαίος που πραγματεύεται την ιστορία της Ηρούς και του Λεάνδρου, όμως εμείς θα σταθούμε μόνο στο έργο του ποιητή της Αιγύπτου. Για παράδειγμα, ο Ρωμαίος Οβίδιος στις Epistulae Heroidum πραγματεύεται επίσης την ίδια ιστορία. Γιατί να διαβάσουμε το Μουσαίο, έναν λιγότερο γνωστό ποιητή; Θα απαντήσω προσωπικά. Από την πρώτη στιγμή που άκουσα την ιστορία της Ηρούς και του Λεάνδρου, ένιωσα βαθιά συγκίνηση. Θα έλεγα πως η ιστορία αυτή, παρότι φαινομενικά έχει ένα κακό τέλος, συνιστά τη νίκη του έρωτα επί του θανάτου ή διατυπώνοντάς το λίγο διαφορετικά συνιστά την επιβίωση και τη διαίωνιση του έρωτα και στο πέρα από αυτό που ονομάζουμε ζωή. κὰδ δ᾽ Ἡρὼ τέθνηκε σὺν ὀλλυμένῳ παρακοίτῃ./ἀλλήλων δ᾽ ἀπόναντο καὶ ἐν πυμάτῳ περ ὀλέθρῳ, είναι η κατακλείδα του επύλλιου. Ακόμα και στον έσχατο όλεθρο, στο θάνατο του Λεάνδρου, κατασπαραγμένου από τα κύματα της θάλασσας, ἀλλήλων δ᾽ ἀπόναντο, ο ένας απολάμβανε τον άλλον. Γιατί; Καθώς η Ηρώ αντιλαμβανόμενη με το χάραμα το ξεβρασμένο σώμα του αγαπημένου της, χιμά από τον πύργο της πάνω του και γίνονται έτσι σύγκλινοι ακόμη και στον ύπνο του θανάτου. Ο Δίας μεταφέρει στα ουράνια το Λέανδρο, που αποκαλείται: νυμφοστόλον ἄστρον Ἐρώτων. Έγινε αστέρι για όλους τους έρωτες, που μετάφερει μαζί του την αγαπημένη του, τη νύμφη. Αδυνατεί κανείς, θαρρώ, έτσι όπως το θέτει ο ποιητής, να δει κάτι το απαισιόδοξο σε αυτήν την ιστορία.

Ας γίνουμε, όμως, πιο σαφείς. Ξεκινήσαμε από το τέλος της ιστορίας, ας το πάρουμε τώρα από την αρχή. Ο ποιητής, ως επικός, επικαλείται τη θεά, δίχως να την προδιορίζει (πιθανόν την Αφροδίτη), να του μιλήσει για το λύχνο που στάθηκε ἐπιμάρτυρα(ς) Ἐρώτων. Ποιο είναι το πλαίσιο; Γίνεται η γιορτή της Αφροδίτης στη Σηστό, που βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πλευρά του Ελλησπόντου. Η παράδοση θέλει, σε αυτή τη γιορτή, οι νεαροί άνδρες να βρίσκουν τη μελλοντική σύντροφό τους. Η πληροφορία αυτή δεν θα πρέπει να μας ξενίζει, καθώς, την ίδια συνήθεια περιγράφει στα Εφεσιακά ο Ξενοφώντας ο Εφέσιος, στο πλαίσιο αυτή τη φορά της γιορτής της Άρτεμης. Η Ηρώ, λοιπόν, είναι ιέρεια της Αφροδίτης και κατοικεί στη Σηστό. Στην ασιατική πλευρά, στην Άβυδο, κατοικεί ο Λέανδρος, ο οποίος παρίσταται στη γιορτή αυτή της Αφροδίτης. Οι δύο νέοι με το που ανταλλάσουν ματιές, νιώθουν ευθύς αμέσως τα βέλη του έρωτα να διαπερνούν τα φυλλοκάρδια τους. Ο Λέανδρος καταφέρνει να κάμψει τις όποιες αντιστάσεις της Ηρούς. Και έτσι η ιέρεια αποκτά δύο ρόλους: είναι παρθένος την ημέρα και τη νύχτα γυναίκα, όπως το αποτυπώνει έξοχα με αυτό το χιαστό σχήμα ο ποιητής. Ο γάμος είναι κρυφός. Κάθε βράδυ έβλεπε το λύχνο στο παράθυρο του πύργου της Ηρούς ο Λέανδρος, διέσχιζε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, πολεμώντας καθημερινά με τα κύματα, για να μπορεί να βρίσκεται πλάι στην αγαπημένη του. Έφθασε, όμως, η εποχή του χειμώνα, η εποχή του χωρισμού, η εποχή που ακόμη και οι πολεμικές εχθροπραξίες παύουν. Η Μοίρα, εντούτοις, σχεδίαζε αλλιώτικα: άναψε ο λύχνος της Ηρούς, ο Λέανδρος το θεώρησε ερωτικό κάλεσμα, αποπείραθηκε να διασχίσει τον Ελλήσποντο, για να καταλήξει βορά των κυμάτων.

Ας δούμε εκ του σύνεγγυς κάποιες επιμέρους θεματικές αυτού του πανέμορφου πραγματικά επυλλίου. Ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του αποφαίνεται για την τραγωδία κάτι που θα μπορούσαμε να εφαρμάσουμε γενικότερα στη λογοτεχνία: οι πράττοντες στην τραγωδία πρέπει, λέει, να έχουν ιδιότητες που να αφορούν το ήθος και τη διάνοια, το χαρακτήρα και τον τρόπο σκέψης τους δηλαδή. Ἡρὼ μὲν χαρίεσσα διοτρεφὲς αἷμα λαχοῦσα: η Ηρώ ήταν μια βασιλοπούλα γεμάτη χάρες λοιπόν, της οποία τονίζεται και συνυποδηλωτικά μέσω του λευκού χρώματος η αγνότητα. Στους στ.55-66 εισέρχεται στο ναό της Αφροδίτης και σκορπά παντού φως και λάμψη. Έντονη είναι σε αυτούς τους στίχους η αντίθεση ανάμεσα στο λευκό χρώμα και στο κόκκινο. Από τη μία οἷά τε λευκοπάρῃος (λευκομάγουλη) ἐπαντέλλουσα Σελήνη (ἡ) λευκοχίτωνος κούρη(ς) (η κόρη με το λευκό χιτώνα).  Και από την άλλη περιγράφονται τα ροδοκοκκινισμένα μάγουλα, μέλη και φτέρνες της. Πρόκειται για μία πολύ όμορφη έκφρασις, για να μεταχειριστούμε τον αρχαίο ρητορικό όρο. Είναι ψέμα πως υπάρχουν μόνο τρεις Χάριτες, θέες της ομορφιάς και της γονιμότητας, θα πει ο Μουσαίος. Γιατί εκατό μόνο μπορούσε να διακρίνει κανείς μέσα στα χαμογελαστά μάτια της Ηρούς: ὀφθαλμὸς γελόων ἑκατὸν Χαρίτεσσι τεθήλει. Η φράση αυτή ανακαλεί συνειρμικά στο νου μου μία παραπλήσια διατύπωση από την πένα του Ν.Βρεττάκου: Το βλέμμα σου σπιθίζει στον ήλιο σαν φώσφορο αγάπης. Οι μνηστήρες πολλοί, έχουν καρφώσει τα βλέμματα πάνω στην όμορφη ιέρεια της Αφροδίτης.

Ο Λέανδρος υφίσταται, με το που την ακουμπά με το βλέμμα του, σχεδόν ταυτόχρονα όλα τα δυνατά πάθη. εἷλε δέ μιν τότε θάμβος, ἀναιδείη,τρόμος, αἰδώς.  Νιώθει ταυτόχρονα ξεδιαντροπιά, καθώς οι ποταμοί του έρωτα χύνονται ορμητικά στην καρδιά του και τον παρασέρνουν, αλλά και ντροπή, συστολή. Δείγμα του ήθους του από τη μία, με την ειδικότερη σημασία της λέξης, αλλά και της χειμαρρώδους επέλευσης του ερωτικού πάθους, από την άλλη, που δεν μπορεί να το συγκρατήσει.Την πλησιάζει λοιπόν, τις ρίχνει ματιές και εκείνη αρχικά ανταποκρίνεται.

Έχουμε δει μέσα σε άκρες τις πληροφορίες που μας δίνει ο Μουσαίος για το ήθος, το χαρακτήρα, δηλαδή, των ηρώων. Αγνή, χαριτωμένη, ευσεβής ως ιέρεια, με γεμάτο χάρη χαμόγελο η Ηρώ, συνεσταλμένος αλλά και συνάμα αναίσχυντος καθώς κυριευμένος από τον έρωτα ο Λέανδρος. Πριν μιλήσουμε για τη διάνοια, ας εισάγουμε σε αυτό το σημείο το λογοτεχνικό μοτίβο της ανταλλαγής βλεμμάτων.

 Ήδη στο αρχαιοελληνικό μυθιστόρημα, που γεννάται τον 1ο μ.Χ., με το έργο του Χαρίτωνα από την Αφροδισιάδα της Καρίας, Τα περί Χαιρέαν και Καλλιρόην, το βλέμμα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη γένεση του ερωτικού συναισθήματος. Ήδη στο Φαίδρο του Πλάτωνα υπάρχει η ιδέα ότι το ωραίο εισρέει στον άνθρωπο μέσα από τα μάτια, τον οδηγεί στην ιδέα του Ωραίου και αυτό συντείνει στην ανάπτυξη "ερωτικής σχέσης" μαθητή και δασκάλου, με κοινό στόχο τη γρηγορότερη κατά το δυνατόν φτέρωση της ψυχής. σὺν βλεφάρων δ᾽ ἀκτῖσιν ἀέξετο πυρσὸς Ἐρώτων/καὶ κραδίη πάφλαζεν ἀνικήτου πυρὸς ὁρμῇ. Και λίγο πιο κάτω: ὀφθαλμὸς δ᾽ ὁδός ἐστιν· ἀπ᾽ ὀφθαλμοῖο βολάων/κάλλος ὀλισθαίνει καὶ ἐπὶ φρένας ἀνδρὸς ὁδεύει. Οι φράσεις αυτές καταδεικνύουν το περι ου ο λόγος, ότι ο έρωτας και το κάλλος, με σημείο εκκίνησης τα μάτια, γλιστρούν ύστερα μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Σημειωτέον πως φρήν, στα αρχαία ελληνικά, είναι και ο νους και η καρδιά. Εδώ πιο πιθανή είναι η δεύτερη σημασία, χωρίς, παρά ταύτα, να χρειάζεται να αποκλείσουμε και την πρώτη.

Και ας επανέλθουμε τώρα στη δεύτερη παράμετρο που άπτεται της χαρακτηρολογίας των ηρώων του επυλλίου, τη διάνοια. Όπως έχουμε ήδη δει, ο έρωτας κατακυριεύει αμέσως το Λέανδρο και του αίρει τις όποιες αναστολές. Θα ήταν ίσως υπερβολικός και αναχρονιστικός ο χαρακτηρισμός του Λεάνδρου ως "καθαρόαιμου κυνηγού" αλλά στην πραγματικότητα κάπως έτσι λειτουργεί. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάμψει τις αναστολές της Ηρούς, απόρροια της σεμνότητας που επιβάλλεται στη γυναίκα καθ' όλη την αρχαιότητα. Είναι αυτός που της πιάνει τα ροδόμορφα δάχτυλα, αλλά εκείνη ευθύς τραβάει το χέρι της. Είναι παρθένα, είναι ιέρεια της Αφροδίτης, να ένα δείγμα της διάνοιάς της. Επιμένει ο Λέανδρος. Την οδηγεί έπειτα στα έγκατα του ναού. Επόμενη κίνηση είναι να φιλήσει το ζωηρόχρωμο λαιμό της ιέρειας. Και τελευταίο όπλο του η πειστική δύναμη του λόγου, της ρητορικής. Η Αφροδίτη, της λέει, αγαπάει το γάμο και τα λέκτρα, τις νυφικές παστάδες. εἰ φιλέεις Ἀφροδίτην, θελξινόων ἀγάπαζε μελίφρονα θεσμὸν Ἐρώτων. Για να της πει εν τέλει ότι η αγάπη προς την Αφροδίτη προϋποθέτει την αγάπη του έρωτα, που σαγηνεύει το νου και στάζει μέλι στην καρδιά. Πείθεται στα λόγια του, κάμπτεται και έρχεται εκείνος στη σύνεχεια σε μία φράση αξεπέραστου, πράγματι, λυρισμού, να της δηλώσει την αφοσίωσή του: ἔσσομαι ὁλκὰς Ἔρωτος ἔχων σέθεν ἀστέρα λύχνον. Θα είμαι ερωτοκάραβο, της λέει, έχοντας για αστέρι, για οδηγό το λύχνο σου.

Συνοψίζοντας τα περί της διανοίας μπορούμε να πούμε τα εξής: ο μεν Λέανδρος σκέφτεται και ενεργεί ως "κυνηγός" που με πράξεις και λόγια προσπαθεί να κάμψει την Ηρώ, ενώ εκείνη αντιστέκεται αρχικά, γιατί αυτό επιβάλλει το ήθος (σεμνότητα) αλλά και η διάνοιά της (συνειδητοποίηση του κοινωνικού ρόλου της=βασιλοπούλα, ιέρεια της Αφροδίτης).

Ο έρωτας από τη φύση του είναι αντινομικός, υπέρτατη χάρα και υπέρτατη λύπη μαζί. Την αντινομικότητα αυτή του έρωτα την έχουν υμνήσει περίφημα οι συγγραφείς, ήδη από την αρχαιότητα. Θα παραθέσουμε ορισμένες φράσεις του κειμένου που το καταδεικνύουν:

ἄνδρα γὰρ αἰολόμητις (γρηγοροπόδαρος) Ἔρως βελέεσσι δαμάζει/καὶ πάλιν ἀνέρος ἕλκος ἀκέσσεται (γιατρεύει). 
ἤδη δὲ γλυκύπικρον ἐδέξατο κέντρον Ἐρώτων.
θέρμετο δὲ κραδίην γλυκερῷ πυρὶ 

Ο Έρωτας παρουσιάζεται ως βέλος (η αναπαράσταση αυτή του έρωτα ανάγεται στα ελληνιστικά χρόνια), που δαμάζει, ως κεντρί, ως γλυκειά φωτιά. Όσον αφορά την πρώτη από τις φράσεις που παραθέσαμε, ο έρωτας δαμάζει την ψυχή του ανθρώπου από τη στιγμή που την κυριεύει, και δεν την γιατροπορεύει μέχρι που να έρθει η ολοκλήρωση του. Τη δεύτερη φράση αξίζει να την αντιπαραβάλλουμε με τους υπέροχους στίχους της Σαπφούς, στους οποίους πολύ πιθανόν να παραπέμπει ο εν λόγω στίχος: Ἔρος δηὖτέ μ᾽ ὀ λυσιμέλης δόνει,/γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον (άγριο ερπετό) (απ.130 Lobel-Page). Για αυτήν την αντινομικότητα του έρωτα μίλησε και ο Πλάτωνας δια στόματος του Σωκράτη στο μύθο της Διοτίμας στο Συμπόσιον: ο Έρωτας είναι ο γιος του Πόρου και της Πενίας. Η Πενία, στη γιορτή που γινόταν στον Όλυμπο για τα γενέθλια της Αφροδίτης, πλησίασε να ζητιανεύσει και κατέληξε να πλαγιάσει πλάι στον μεθυσμένο Πόρο, και έτσι προήλθε ο Έρωτας. Ως γιος του Πόρου, είναι δεινός κυνηγός και επινοητικός, ως γιος της Πενίας, ξυπόλυτος, άστεγος, έμπλεος στερήσεων.

Τι έχει, λοιπόν, να μας πει εν τέλει αυτή η ιστορία; Δείχνει τα όρια που μπορεί να πιάσει ο έρωτας, δείχνει την αυτοθυσία που εμπεριέχει και προϋποθέτει το ερωτικό συναίσθημα, δείχνει πως ακόμη και ο θάνατος δεν συνιστά τέρμα του έρωτα, ο έρωτας ως ακτίνα Χ διατρυπά την κουρτίνα του χρονικού και του τοπικού, την κουρτίνα της ιστορικότητας, θα λέγαμε με μία λέξη, και προχωρά και στο παρά πέρα, πιθανόν βέβαια διαφοροποιημένος. Η εικόνα της Ηρούς και του Λεάνδρου που κείτονται σύγκλινοι, ο ένας πλάι στον άλλο, ακόμη και στο κρέβατου του θανάτου, θέλω να πιστεύω πως δεν είναι απλώς λογοτεχνική αδεία. Έχει ψήγματα αλήθειας και πραγματικότητας.

Να σημειωθεί, επιπρόσθετα, πως μπορούμε να εντοπίσουμε στο επύλλιο αυτό επιδράσεις από τις μυθιστορίες της ελληνορωμαϊκής περιόδου (σημασία της όρασης στην πρόκληση ενός κεραυνοβόλου - λογοτεχνικού περισσότερο παρά ρεαλιστικού - έρωτα, χωρισμός και επανεύρευση ηρώων, δοκιμασίες, όπως η διάσχιση του Ελλησπόντου κλπ). Ας εγκύψει ο καθένας σε αυτό το δίχως άλλο υπέροχο επύλλιο, μέσα από μία νεοελληνική μετάφραση ενδεχομένως, για να γευτεί προσωπικά όσα προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε εδώ και ακόμα περισσότερα.




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Γαβριήλ Μπομπέτσης - He is student of Classical Philology of the National and Kapodistrian University of Athens with an origin from Argos (Argolida). His interests concern the whole range of philological science (issues of history, philosophy, new greek literature, linguistic texture, pedagogical approach to literary courses, ancient greek mainly and Latin literature), as well as and social issues. .. He is writing for Φιλόλογος Ερμής since the July of 2017. Read More