ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2013 / ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (ΘΕΩΡ.Κ.) – ΘΕΜΑΤΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




Them Arx Kat c Hmer d Esp Epan 1306 by ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ




ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:

1.      Η σχέση ηθικής αρετής και πολιτικής πράξης: ο θεσπίζων τους αρεταΐκούς κανόνες

 «Μαρτυρεῖ δέ καί τό γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν: οἱ γάρ νο μοθέται τούς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς,  καί τό μέν βουλημα παντός νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δέ μή εὖ αὐτό ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν. καί διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθή φαύλης» (Β1. 1103b 1-5).

«Τις διαπιστώσεις μας (για τη διαδικασία απόκτησης της ηθι­κής αρετής) επικυρώνει και αυτό που συμβαίνει στις πόλεις- πραγματικά, οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες ενάρετους με τη διαδικασία του εθισμού σε συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφο­ράς. και σε αυτό το σημείο έγκειται η βούληση κάθε νομοθέ- τη. και όσοι δεν το κατορθώνουν αυτό με συνέπεια, αποτυγχά­νουν σε αυτό που επιδιώκουν, και σε αυτή την παράμετρο δι­αφέρει το ορθά δομημένο πολιτικό σύστημα από το μη ορθό».

Απομένει το εύλογο πέρασμα του φιλοσόφου από τη σφαίρα της ηθικής διαμόρφωσης στο πεδίο της πολιτικής πράξης, και τονίζουμε τη λέξη εύλογο διότι, στην αρχαιοελληνική σκέψη και, ιδιαίτερα, στην προαριστοτελική σκέψη, ηθική και πολιτική είναι δυο έννοιες χωρίς διακριτό περιεχόμενο, καθώς η μία εμπλέκεται και αποτελεί προέκταση της άλλης και το αντίστροφο. Πράγματι το πέρασμα αυτό πραγματοποιείται με την αφοπλιστική ρήση του Αριστοτέλη πως η κατεξοχήν πολιτική θέσμιση, η νομοθετική διεργασία και εφαρμογή επικυρώνει το αρεταϊκό εγχεί­ρημα και αποτελεί τον αλάθητο κριτή για την ορθότητα του. Η νομοθεσία αποτελεί αρεταϊκό εγχείρημα, οι νομοθέτες θεσπίζοντας νόμους προσπα­θούν να εναρμονίσουν τις πνευματικές περί της πόλεως συλλήψεις τους με το ήθος και τον χαρακτήρα και κατ' επέκταση τη δράση των πολιτών. Οι νόμοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιστημονικά επί της εμπειρίας διατυπωμένοι κανόνες που άγουν στην ευδαιμονία των πολιτών. Η νο­μοθεσία. όπως και η διαδικασία απόκτησης της αρετής, αποβλέπει στο τρίπτυχο κατ’ άρετην ζην - εύδαιμόνως ζην - εύ ζην. που αποτελεί, όπως έδειξε και η αριστοτελική «ανατομία» της ανθρώπινης φύσης, τον τελικό σκοπό του ανθρώπου. Ο εθισμός στο νομοθετικό πρόγραμμα πραγματώ­νεται με την καθημερινή εφαρμογή των νόμων από τους πολίτες οι οποί­οι, όταν εθίζονται σε ομοιότροπες πράξεις που απορρέουν από τη νομική επιταγή και κάνουν έξη τους (σταθερή διάθεση της ψυχής) το πνεύμα του νόμου, τότε αποβαίνουν πραγματικά λειτουργικοί για την πόλη και περιβάλλονται με το στοιχείο της αρετής. Έπεται ότι όσο πιο προίιμα εκκινήσει η εφαρμογή νομοθετικού προγράμματος τόσο πιο σύντομα και αποτελεσματικά οι πολίτες θα το εμπεδώσουν και θα το πραγματώσουν στον μέγιστο βαθμό.
Ειρήσθω εν παρόόω. η νομοθεσία πρέπει με τον εθισμό των πολιτών σε ομοιότροπου τύπου ενέργειες να τους διαμορφώνει έτσι ώοτζ να χαίρονται και να λυπούνται με αυτά που πρέπει. Η νομοθεσία επιβάλ­λεται να προβαίνει σε εκλογή της αρμόζουσας ηδονής ή οδύνης που προσφέρεται στους πολίτες. Η παροχή κατά το δοκούν του επαίνου ή του ψόγου, της επιβράβευσης ή της τιμωρίας δεν αποτελεί αξιόλο­γο νομοθετικό έργο αλλά τυφλό ερασιτεχνισμό, ίδιον φαύλου και όχι ενάρετου νομοθέτη. Πώς όμως η νομοθετική τέχνη δύναται να εκλέξει τις ηδονές ή τις οδύνες που πρέπει να υποστεί το πολιτικό σώμα στην οδό για την κατάχτηση της ευδαιμονίας; Οι νομοθέτες επιβάλλεται να είναι γνώστες της αληθούς φύσης των όντοον. να συνδιαλέγονται με την ορθότητα και όχι με τη φαυλότητα. να γνωρίζουν τους νόμους που δι- έπουν τον ανθρώπινο οργανισμό αλλά και το πολιτικό σύνολο' πρέπει ακόμα να έχουν επισταμένη γνώση του ατομικού και του γενικού τελι­κού σκοπού, του ανθρώπινου και του πολιτικού, και να εφαρμύζουν τις κατευθυντήριες νομικές επιταγές τους ανάλογα με την καταλληλότητα του καιρού, την κατάλληλη στιγμή. Κατά την πλατωνική και αριστοτε­λική ετυμηγορία, η ιδιότητα του νομοθέτη προϋποθέτει την κατοχή της «μετρητικής τέχνης». της σοφίας του ορθού μέτρου, και η χρήση του επιρρήματος εύ από τον Αριστοτέλη δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτη­σης ότι το κατ' αρετήν νομοθετεϊν ισοδυναμεί με το ορθοός νομοθετεϊν. Ο νομοθέτης που νομοθετεί όσο το δυνατόν πλησιέστερα στη φύση και τον τελικό σκοπό του ανθρώπου και της πολιτείας δημιουργεί ένα ορθά δομημένο πολιτικό σύστημα, που δύναται να εξασφαλίσει την ευζωία και την ευδαιμονία της πολιτικής κοινότητας. Ο νομοθέτης που κι­νείται στην οδό της επιστήμης είναι εκλεκτός φίλος τε και συγγενής άληθείας (Πλάτωνος. Πολιτεία. 487a). έχει το κατεξοχήν ήθος του πλα­τωνικού φιλοσόφου-επιστήμονα. Ο επιστήμων της «μετρητικής τέχνης» νομοθέτης και ο φιλόσοφος δεν έχουν καμία ουσιαστική διαφορά και πραγματικά η «προκλητική» τοποθέτηση της λέξης βούλημα από τον Αριστοτέλη θα δημιουργούσε μεγάλη ερμηνευτική σύγχυση, αν αγνο­ούσαμε κάποιες άλλες δομικές θέσεις του αριστοτελικού φιλοσοφείν. Ο σφάλλων νομοθέτης είναι αυτός που αγνοεί τόσο τη φύση όσο και τον τελικό σκοπό του ανθρώπου και της πολιτείας και ασφαλώς αυτή η γνωστική παράμετρος είναι που διαχωρίζει το ορθό από το φαύλο πολίτευμα.

2.      ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: "Έτι έκ των αυτών και δια των αυτών και γίνεται πάσα αρετή και φθείρεται"
Τα ρήματα «γίνεται - φθείρεται» μας παραπέμπουν στο θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος της φιλοσοφικής σκέψης «γένεσις - φθορά». Για τον Αριστοτέλη, αυτή ήταν μια φυσική διαδικασία μονόδρομη: γένεση -> αύξηση -> τελείωση -> παρακμή -> φθορά. Αυτή, λοιπόν, η διαδικασία ακολουθείται και στις ηθικές αρετές. Κάθε αρετή για τους ίδιους λόγους και χρησιμοποιώντας τα ίδια μέσα γεννιέται και με την καλή εξάσκηση κατακτιέται, ενώ με την κακή εξάσκηση χάνεται.


1.      Ο ΟΡΟΣ «ξις»
Στην ενότητα αυτή εμφανίζεται μια νέα έννοια, η έννοια της λέξης «ξις». Η λέξη αυτή ετυμολογικά ερμηνεύεται ως εξής: παράγεται από το θέμα του μέλλοντα του ρήματος «χω» και συγκεκριμένα από το σεχ- < hεχ- < χ + την παραγωγική κατάληξη –σις, η οποία δηλώνει ενέργεια. Αρχική σημασία της λέξης είναι το να κατέχει κανείς συνέχεια κάτι που έχει αποκτήσει. Για τον Αριστοτέλη η λέξη απέκτησε ηθικό περιεχόμενο: είναι τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, που αποκτιούνται με την επίμονη άσκηση και επανάληψη κάποιων ενεργειών. Οι «ξεις» είναι ένα από τα «γινόμενα ν τ ψυχ». Τα άλλα δύο είναι τα πάθη και οι δυνάμεις. Πάθη (πχ. επιθυμία, οργή, φόβος, χαρά, φιλία, μίσος) είναι όσα έχουν ως αποτέλεσμα την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια. Οι δυνάμεις είναι οι δυνατότητες συμμετοχής στα πάθη, οι οποίες δεν αρκούν από μόνες τους για να χαρακτηριστεί κάποιος καλός ή κακός. Τα μόνιμα αυτά στοιχεία αποκτιούνται με την επανάληψη μιας πράξης, που συνιστά την έξη. Σήμερα η λέξη έχει αποκτήσει ψυχολογικό περιεχόμενο και είναι η συνήθεια ως αποτέλεσμα επανάληψης, μάθησης ή συνεχούς επίδρασης του ίδιου παράγοντα.  


4.      Ο Αριστοτέλης περί ευδαιμονίας, αρετής, προαίρεσης (=ελεύθερης επιλογής) και ευθύνης (με αναφορά στα Ηθικά Νικομάχεια, αποσπάσματα του σχολικού βιβλίου: Φιλοσοφικός Λόγος)

Προοίμιο :
Ότι η ευδαιμονία αποτελεί επιδίωξη του ανθρώπου σύμφωνα με σχεδόν όλο τον  αρχαιοελληνικό στοχασμό είναι πολύ γνωστό. Ενδεικτικά σημειώνουμε την άποψη ενός από τους Προσωκρατικούς, του Δημόκριτου: «Ευδαιμονίη  ψυχής έργον….ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ· ψυχή οικητήριον δαίμονος»[1] (=Η ευδαιμονία είναι έργο, απόκτημα της ψυχής του ανθρώπου….η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα κοπάδια ζώων, δεν αγοράζεται με χρυσάφι. Η ψυχή είναι η κατοικία της ευδαιμονίας). Και είναι προφανές ότι η επιδίωξη  ευδαιμονίας και η επιλογή δρόμου αναζήτησης αποτελεί   κύριο κεφάλαιο της Φιλοσοφίας  Ζωής των ανθρώπων και συνοδεύεται από:
Αντιλήψεις για τη ζωή και την κοινωνία του Ανθρώπου.
Επιλογή τρόπου ζωής και συμπεριφοράς προς το συνάνθρωπο.
Αποδοχή σκοπών ζωής και κανόνων δράσης, ώστε να επιτυγχάνεται και ευδαιμονία.
          1. Όσο γνωρίζουμε ο Αριστοτέλης πρώτος προσπάθησε συστηματικά να αναλύσει το πώς ορίζεται η ευδαιμονία και πώς επιδιώκεται με την ανθρώπινη δραστηριότητα (ήθος, ηθική)[2]. Στην προσπάθεια αυτή αφιέρωσε τρία συγγράμματα:        
     Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Ευδήμεια, Μεγάλα  Ηθικά[3].
Σύνδεση της ευδαιμονίας με όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπου (γνωσιακή, ηθική, απορία μεταφυσική, θαυμασμό για ό,τι ωραίο) διακρίνουμε πρώτη φορά στο πολυσχιδές έργο του Δημόκριτου[4].  Αλλά  ο Αριστοτέλης επιχείρησε  συστηματικά να συνδέσει την ευδαιμονία του ανθρώπου  με την ηθική αντίληψη και δράση του γράφοντας τα τρία έργα που προσημειώσαμε. Και διατύπωσε σχετικό ορισμό στο τέλος του πρώτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων γράφοντας:
« Η ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργειά τις  κατ’ αρετήν τελείαν»[5] (=«Η ευδαιμονία είναι μια ευχάριστη ψυχική κατάσταση που προκύπτει από τη  δραστηριότητα της ψυχής, εφόσον αυτή η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την τέλεια αρετή» .
 άρα «περί αρετής  επισκεπτέον» (=άρα, σκόπιμο είναι  ή αναγκαίο να επισκοπήσουμε, να ερευνήσουμε τη σημαίνει αρετή) . Και συνεχίζει με ανάλυση της έννοιας αυτής,
2. Από το σημείο αυτό νομίζω ότι η διδακτική πράξη και η αντίστοιχη μαθησιακή διαδικασία  μπορεί να είναι πιο αποδοτική, αν ακολουθήσουμε τη λογική πορεία των αριστοτελικών ορισμών. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Αριστοτέλης, θαυμαστής του Σωκράτη για τη συνήθειά του να οδηγεί τους συνομιλητές του στον ορισμό των εννοιών έγραψε σε άλλο σημείο:
«Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω» ( 10η ενότητα στο σχολικό βιβλίο )[6]  =   «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας,  όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος.  Αυτόματα ή αυθόρμητα ο προσεκτικός αναγνώστης (ο δάσκαλος και το ακροατήριό του) αναζητεί τους ορισμούς των κρίκων που συνθέτουν αυτόν τον προσεγμένο  ή βασικό ορισμό ( έξις, προαιρετική, μεσότης, προς ημάς , λόγω ωρισμένη «υπό φρονίμου»).
·        « Η ηθική (του ανθρώπου) εξ έθους περιγίγνεται , όθεν και το όνομα…..(ετυμολογική συγγένεια)…=Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου διαμορφώνεται με τη συνήθεια, από όπου παράγεται και η λέξη (ηθική από τη συν-ήθεια, το ήθος)   Ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίγνεται  (αλλά εξ έθους περιγίγνεται) = καμιά ηθική αρετή δεν την έχουμε έμφυτη, δοσμένη από τη φύση, αλλά διαμορφώνεται στον άνθρωπο με τη συνήθεια, με την επανάληψη τέτοιας συμπεριφοράς.. [Από τα Ηθικά Νικομάχεια: Β.1.1-3 ή1103 α 16-20]  (Ενότητα 1η του σχολικού βιβλίου).
·        « Οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς» = Οι  νομοθέτες προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς (ενάρετους) με τη συνήθεια, τον εθισμό.  (Ηθ. Νικ. Β.1.5-7 ή 1103 b 3-4) (ενότητα 3η).
·        «Η  του ανθρώπου αρετή είη αν η έξις αφ’ ης  αγαθός άνθρωπος γίγνεται» = Αρετή του ανθρώπου  μπορεί να είναι η επαναλαμβανόμενη καλή συνήθεια με την οποία ο άνθρωπος γίνεται αγαθός, ενάρετος. (Ηθ. Νικ. Β.6.3 ή 1107 a 23-24) (ενότητα 6η).
·        «Σημείον δει  ποιείσθαι των έξεων την επιγιγνομένην ηδονήν ή λύπην τοις έργοις….» = Κριτήριο των επαναλαμβανομένων συνηθειών (των έξεων) πρέπει να θεωρούμε τη χαρά ή τη λύπη  που προκύπτει  από τις πράξεις μας. (Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a  4-5) (ενότητα 5η).
·        «Εκ των ομοίων ενεργειών αι έξεις γίγνονται» = Οι έξεις, παγιωμένες συνήθειες (ακαταμάχητες) διαμορφώνονται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών (συμπεριφορών). (Ηθ. Νικ. Β.1.7-8 ή 1103 b 21-22) (ενότητα 4η).
·        «Η αρετή πάσης τέχνης ακριβεστέρα και αμείνων…..του μέσου αν είη στοχαστική. Λέγω δε την ηθικήν (αρετήν), αύτη γαρ περί πάθη και πράξεις» =   Η αρετή είναι πιο ακριβής και πιο καλοπροαίρετη  από κάθε τέχνη….(γι’ αυτό) μπορεί να είναι και στοχαστική του μέσου. Και  εννοώ την ηθική (αρετή που αναφέρεται στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους), γιατί αυτή ανάγεται στα πάθη των ανθρώπων και στα αντίστοιχες πράξεις τους (που ωφελούν ή βλάπτουν τους συνανθρώπους).  (Ηθ. Νικ. Β.6.9-10 ή 1106 b  14-16) (ενότητα 8η).
·        «Η αρετή περί πάθη και πράξεις εστί….το μέσον επαινείται και κατορθούται· ταύτα δε άμφω της αρετής. Μεσότης, άρα, η αρετή στοχαστική ούσα του μέσου» =Η αρετή (λοιπόν) αναφέρεται τα πάθη των ανθρώπων και στις πράξεις τους….όπου ο μέσος  δρόμος επαινείται και κρίνεται επιτυχία, κατόρθωμα. Αυτά είναι τα δυο γνωρίσματα της αρετής. Άρα η αρετή είναι κάποια μέση πορεία και γι’ αυτό στοχάζεται σταθερά πού βρίσκεται ο μέσος  ή μεσαίος δρόμος. (Ηθ. Νικ. Β.6.12-13 ή 1106 a 24-28) (ενότητα 9η).
·        Το μέσον προς ημάς, ο μήτε πλεονάζει μητε ελλείπει, τούτο δε ουχ εν ουδέ ταυτόν πάσιν….πας δε επιστήμων την υπερβολήν και την έλλειψιν φεύγει , το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται». = Το μέσο (η μέση οδός) νοείται σε σχέση με μας που το επιλέγουμε κα νοείται ως κατάσταση όπου δεν πλεονάζει κάτι  ούτε υπολείπεται. Αυτό το μέσον δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους….και κάθε συνετός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη, αναζητεί το μέσο δρόμο και αυτόν επιλέγει. (Ηθ. Νικ. Β.6.4-8 ή 1106 a 31-33) (ενότητα 7η).
·        Έστιν, άρα, η αρετή έξις προαιρετική εν μεσότητι ουσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν…..Ειδώς προαιρούμενος, βεβαίως και αμετακινήτως»= «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας,  όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος…..Ο φρόνιμος συνειδητά επιλέγει τη μέση οδό και σ’ αυτήν πορεύεται με σταθερότητα και δίχως παρεκκλίσεις.». (Ηθ. Νικ. Β.6.14-16 ή 1106 a 1-2) (ενότητα 10η).
·        Αλλά, για να  γίνει η αρετή  (από προαίρεση πράξη), είναι ανάγκη ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο πράξης. Ο Αριστοτέλης προσθέτει σχετικά: «Α δει μαθόντας ποιείν ταύτα ποιούντες μανθάνομεν» = Αυτά λοιπόν που οφείλουμε να πράττουμε αφού τα μάθουμε, αυτά τα μαθαίνουμε πράττοντες (με διαρκή άσκηση σ’ αυτά). (Ηθ. Νικ. Β.1.4 ή 1103 a 33-34) (ενότητα 2η).
·        Και επειδή η μάθηση  είναι θέμα παιδείας, θυμάται ο Αριστοτέλης ένα σχετικό ορισμό  από τη μαθητεία του στον Πλάτωνα ή από τη μελέτη κάποιου πλατωνικού διαλόγου. Γράφει λοιπόν (στην 5η  ενότητα): «Περί ηδονάς και λύπας εστίν η ηθική αρετή…..Διό δει ήχθαι  πως εκ νέων , ως ο Πλάτων φησίν, ώστε χαίρειν τε και λυπείσθαι οις δει· η γαρ ορθή παιδεία  αύτη εστίν». = Η ηθική αρετή των ανθρώπων αναφέρεται στις χαρές και στις πίκρες που νιώθουν  από τη δράση τους…Γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχει κανείς οδηγηθεί  σε άσκηση  αρετής από τα νιάτα του, όπως έχει γράψει  ο Πλάτων, ώστε να χαίρεται ή να λυπάται με δραστηριότητα που προκαλεί χαρά ή λύπη.  Και αυτό είναι το νόημα της ορθής παιδείας. (Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a 5) (ενότητα 5η).
3. Απογραφή των περί αρετής επισημάνσεων (στις 10 ενότητες) και καταγραφή εκκρεμοτήτων.
 Από όσα καταγράψαμε νομίζω ότι έχουμε ένα κύκλο ορισμών αλυσιδωτά διευκρινιστικών, αλλά παραμένουν κάποιες εκκρεμότητες: τι σημαίνουν οι όροι:
Αγαθός, λόγος, φρόνιμος, (και φρόνησις), τι εστί  προαίρεσις και ποιος ο πλατωνικός  ορισμός παιδείας (τον οποίον ο Αριστοτέλης υπαινίσσεται στην 5η ενότητα).
Με   την ίδια σειρά:
Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης αρχίζει το κεφάλαιο περί Παιδείας με την παρατήρηση: « δια τριών γίγνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι· έστι δε ταύτα τα τρία: φύσις έθος, λόγος[7]» = Τρεις παράγοντες συμβάλλουν  στο να γίνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι. Και  είναι αυτοί οι παράγοντες: η φυσική προδιάθεση, οι εθισμοί, η λογική ικανότητα του ανθρώπου.. Αναλύοντας στη συνέχεια τους σκοπούς χαρακτηρίζει κυριότατον την καλλιέργεια του λόγου, με τούτο το σκεπτικό: «δια τον λόγον  οι  άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον» [8] =  γιατί με τη λογική ικανότητά τους οι άνθρωποι κατορθώνουν να πράττουν έργα αντίθετα προς τους εθισμούς και τις φυσικές ορμές τους, αν πειστούν ότι κάποια άλλη πορεία είναι πιο σωστή.
          Στο Γ΄βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (§1144 b 26-27) διευκρινίζει:  «έστι γαρ  (αρετή) ου μόνον η κατά τον ορθόν λόγον (έξις) αλλ’ η μετά του ορθού λόγου έξις αρετή (εστί)». «Ορθός δε λόγος περί των τοιούτων η φρόνησις» = Αρετή δεν είναι απλά η έξη (σταθερή συνήθεια) που διαμορφώθηκε με τον ορθό  λόγο, αλλά είναι αρετή  η σταθερή έξη που συμπορεύεται μόνιμα με τον ορθό λόγο.  Και  ορθός λόγος για τέτοια θέματα (ηθικής τάξης ) είναι η φρόνηση. 
          Για την έννοια της φρόνησεως  έχουμε μια ωραία ανάλυση από το Δημόκριτο (ο οποίος έζησε στα Άβδηρα,  ως το 370 π.Χ.). Γνωρίζουμε  ότι  έγραψε: «Τριτογένεια η Αθηνά…. φρόνησις νομίζεται. Γίγνεται δε εκ του φρονείν τρία ταύτα: βουλεύεσθαι καλώς (ευ λογίζεσθαι), λέγειν αναμαρτήτως (ευ λέγειν) και πράττειν α δει»[9] = Τριτογένεια λέγεται η Αθηνά…..και θεωρείται ενσάρκωση της φρόνησης.  Η δε φρόνηση εκφράζεται με τρεις (συμπληρωματικές) δυνατότητες:
-         Να σκεπτόμαστε σωστά
-         Να διατυπώνουμε τη σκέψη μας άψογα
-         Να πράττουμε αυτά που κρίνονται από τους άλλους σωστά, άρα ευεργετικά.
4. Επίλογος μετάβασης σε άλλο επίπεδο λογισμών:
Υπολείπεται κάποια διευκρίνιση (ορισμός) για την έννοια της προαίρεσης: Τι σχέση έχει με  τη βούληση, ελεύθερη επιλογή;
Ποια τα όρια λειτουργίας της ή εμβέλειάς της ,
Ποια η σχέση της με το λογικό του ανθρώπου.
Αντιγράφουμε λοιπόν από το Γ΄  βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (Γ 2.9.ή   1111b 26-29  και Γ.2.17 ή 1112 b 16-17)
«Η βούλησις (ημών) του τέλους εστί μάλλον,  η δε προαίρεσις των προς το τέλος ….όλως δε έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι». = Η βούλησή μας (ή η επιθυμία μας) εκφράζει μάλλον έναν τελικό σκοπό, ενώ η προαίρεσή μας επιλέγει τα μέσα  που θεωρούμε χρήσιμα για την επίτευξη του σκοπού ….και μάλλον η προαίρεσή μας βασίζεται σε ό,τι μπορούμε εμείς να πραγματοποιήσουμε, ό,τι κρίνουμε ότι είναι μέσα στα όριά μας..
Και λίγους στίχους παρακάτω (Γ.2.17 ή 1112 a 16-17) διαβάζουμε:… «η προαίρεσις μετά λόγου και διανοίας, υποσημαίνειν δε έοικεν και το όνομα ως ον προ ετέρων αιρετόν» =  Η προαίρεσή μας συνοδεύεται από λογική και περίσκεψη, όπως φαίνεται να υποδηλώνει και ο όρος που χρησιμοποιούμε: αιρετό ονομάζουμε κάτι που το προτιμάμε συγκρίνοντας το με κάτι άλλο, άρα ύστερα από ενέργεια λογική και σκέψη.
          Ήδη όμως έχει αγγίξει το κυριότερο ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης, αυτό της Ελευθερίας της Συνείδησης του Ανθρώπου και της συνακόλουθης ευθύνης του. Τέτοιο ζήτημα δεν είχε ακόμη διατυπωθεί διακριτό από τους φιλοσόφους. Με σαφήνεια το έθεσαν, μια γενιά αργότερα από τον Αριστοτέλη, οι Στωικοί[10], ενώ είναι πιθανό ότι το είχε αγγίξει παλαιότερα ως πρόβλημα ο Δημοκριτος[11].




ΜΤΦΡ. ΑΔΙΔΑΚΤΟΥ

Γ1. Το πιο παράλογο απ’ όλα νομίζω πως είναι ότι, ενώ εγώ έστειλα πρέσβεις σε όλους τους συμμάχους μου, για να παρίστανται ως μάρτυρες, και ενώ επιθυμούσα να συνάψω μαζί σας δίκαιη συνθήκη προς το συμφέρον των Ελλήνων, δεν δεχτήκατε ούτε καν να ακούσετε τους αντιπροσώπους μου σχετικά με αυτά, ενώ μπορούσατε να απαλλάξατε από τους κινδύνους όσους απέδιδαν σε μένα κάποια σκοτεινά ελατήρια ή να με ξεσκεπάσετε τελείως ως τον χειρότερο άνθρωπο από όλο τον κόσμο. Αυτά βέβαια ήταν προς το συμφέρον του λαού, αλλά αντίθετα προς τα συμφέροντα των πολιτικών σας. Όσοι γνωρίζουν την πολιτική σας, λένε ότι γι’ αυτούς ειρήνη σημαίνει πόλεμος και πόλεμος ειρήνη.
(μετάφραση: Α.Ι. Γιαγκόπουλος-Μ. Αραποπούλου, Εκδόσεις Ζήτρος)

Γ2. πρεσβευτήν, μάρτυς, σφίσι(ν), δυσχερῆ, φανερωτέρας, πέμφθητι, ἀπήλλαχθε, συνενέγκῃ, λυσιτελοῦντι, φάθι.

Γ3. 
α.  
πάντων: γενική διαιρετική στο «παραλογώτατον».
ὑμῖν: δοτική προσωπική στο «ἐξόν».
ἀπαλλάξαι: τελικό απαρέμφατο και υποκείμενο στην αιτιατική απόλυτη «ἐξόν».
τῆς πολιτείας: γενική αντικειμενική στο «ἔμπειροι».

β.
«ἵν’ ὦσι μάρτυρες»: ἔσοντας μάρτυρας.
με φαυλότατον ὄντα: ὡς (ὅτι) ἐγώ φαυλότατος εἴη




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him