Η Οντολογική Έκπτωση του Λόγου: Από το Έμψυχο Γένος στην Ουδετεροποίηση και την Αποϊεροποίηση του Κόσμου


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
  • Πτυχιοῦχος Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
  • Μεταπτυχιακός τοῦ Τομέα Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς, «Ἐφηρμοσμένη Παιδαγωγική», Διδακτική - Προγράμματα Σπουδῶν, Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
  • Ὑπ. Δρ. Κλασσικῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


GENUS_PERDITUR_SPIRITUS_OCCIDIT_A_STELLA_AD_SIDUS_AB_AEDE_AD_DOMUM


Εντός του βαθυκύμονος ορίζοντος της ελληνικής διαλεκτικής, η γλώσσα ουδέποτε υπήρξε ένα συμβατικό σύστημα σημείων ή μια απλή διευθέτηση φωνητικών συμβόλων προς χάριν της επικοινωνιακής διεκπεραιώσεως, αλλά αντιθέτως, αποτελεί την αποκρυστάλλωση της ίδιας της κοσμοθεωρητικής αντιλήψεως του όντος, όπου το γραμματικό γένος λειτουργεί ως οντολογικός προσδιορισμός που προσδίδει στο αντικείμενο πνευματική υπόσταση, ιερότητα και δραστική δύναμη.

Η Οντολογική Τριχοτομία του Γένους

Στην αρχαία ελληνική σύλληψη, η διάκριση των γενών δεν ήταν μια αυθαίρετη κατηγοριοποίηση, αλλά μια προσπάθεια χαρτογράφησης του σύμπαντος βάσει της δραστικότητάς του:

1. Το Αρσενικό (Ο): Αντιπροσωπεύει την Κίνηση, την Πρωτοβουλία και το Σπέρμα του Λόγου. Είναι το γένος που «ποιεί». Όταν λέμε «Ο Ήλιος», δεν αναφερόμαστε σε έναν πύρινο δίσκο, αλλά στην ενεργό αρχή που ζωογονεί την κτίση.

2. Το Θηλυκό (Η): Αντιπροσωπεύει την Υποδοχή, την Καρποφορία και την Εστία. Είναι το γένος που «κυοφορεί» το νόημα. «Η Οδός» δεν είναι απλώς το έδαφος, αλλά η κατεύθυνση, η μέθοδος, η εσωτερική πορεία που αγκαλιάζει τον οδοιπόρο.

3. Το Ουδέτερο (Το): Στην πρωταρχική του σημασία, το ουδέτερο δήλωνε το Αποτέλεσμα, το προϊόν μιας ενέργειας ή το εργαλείο. Η διολίσθηση των έμψυχων όντων προς αυτό το γένος (π.χ. από Η Έλαφος στο Το Ελάφι) σηματοδοτεί τη μετατροπή του «ενεργού υποκειμένου» σε «παθητικό αντικείμενο».

Η Γλώσσα ως «Δηλωτική της Αληθείας»

Η γλώσσα «δηλοί την αλήθεια». Στην ετυμολογική βάση της λέξης Αλήθεια (α-λήθη), η γλώσσα είναι το όργανο που ανασύρει το ον από τη λήθη της ανυπαρξίας.

Η «Πτώση» του Αστέρος: Όταν ο λόγος από την υψηλή σφαίρα του Αστέρος (αρσενικό - ουράνια αρχή) καταπίπτει στο Αστέρι (ουδέτερο - υλικό σημείο), η γλώσσα μας προειδοποιεί: ο άνθρωπος έπαψε να κοιτάζει τον ουρανό ως πηγή φωτός και άρχισε να τον βλέπει ως σκηνικό.

Η Απώλεια της Ιερότητας: Η «δραστική δύναμη» της λέξης Στέφανος έγκειται στο ότι εμπεριέχει την πράξη της στέψης (ρήμα στέφω). Το Στεφάνι είναι απλώς το κυκλικό σχήμα. Το πρώτο είναι γεγονός, το δεύτερο είναι ύλη.

Το Αντικειμενικό Πνεύμα και η Κοινότητα

Η μετάβαση στο ουδέτερο αντανακλά αυτό που ο Χέγκελ και αργότερα οι φιλόσοφοι της γλώσσας ονόμασαν «αντικειμενοποίηση». Η κοινότητα παύει να μετέχει στην ιερότητα του όντος.

Η Εκκλησία ως θηλυκό γένος είναι η Μητέρα, η Τροφός, η Κιβωτός. Το Εκκλησάκι ως ουδέτερο υποκοριστικό είναι ένα αντικείμενο στο χώρο, ένα «πράγμα» που το παρατηρούμε εξωτερικά, χωρίς να εμπεριεχόμαστε σε αυτό.

Η ελληνική γλώσσα, με την επιμονή της στα γένη, αρνείται να δει τον κόσμο ως μια μάζα ουδέτερης ύλης. Κάθε φορά που χρησιμοποιούμε το αρχέτυπο γένος, αποδίδουμε στο ον τον σεβασμό που του αξίζει. 

Παρατηρούμε, ωστόσο, με μια αίσθηση μεταφυσικής μελαγχολίας, τη σταδιακή διολίσθηση της γλώσσας από το εύρος του αρσενικού και του θηλυκού γένους —τα οποία διακρατούν εντός τους την ανάσα της ζωής και την ευθύνη του προσώπου— προς την επικράτεια του ουδετέρου, μια μετάβαση που δεν συνιστά απλώς γλωσσική απλούστευση, αλλά μια ριζική υποχώρηση του αντικειμενικού πνεύματος της κοινότητος.

Η «μεταφυσική μελαγχολία» για την οποία γίνεται λόγος δεν είναι μια ρομαντική νοσταλγία του παρελθόντος, αλλά η διαπίστωση μιας υπαρξιακής απώλειας: της απώλειας του Προσώπου.

Στην ελληνική διανόηση, το αρσενικό και το θηλυκό γένος δεν είναι απλώς βιολογικοί προσδιορισμοί, αλλά ενεργειακές καταστάσεις. Όταν ένα ον φέρει το γένος του αρσενικού ή του θηλυκού, αυτομάτως αποκτά «λόγο» και «ευθύνη»· γίνεται υποκείμενο μιας σχέσης. Αντιθέτως, το ουδέτερο γένος είναι η περιοχή των πραγμάτων, των αντικειμένων που στερούνται βούλησης.

Η Δυναμική της "Διολίσθησης"

Η μετάβαση στο ουδέτερο λειτουργεί ως ένας πνευματικός υποβιβασμός. Ας δούμε πώς αυτή η «ριζική υποχώρηση του αντικειμενικού πνεύματος» κωδικοποιείται σε επιπλέον παραδείγματα που μπορείτε να εντάξετε στην ενότητα της εμβάθυνσης:


Η Υποχώρηση του Αντικειμενικού Πνεύματος

Αυτό που ονομάζετε «αντικειμενικό πνεύμα της κοινότητος» είναι η κοινή πεποίθηση ότι ο κόσμος γύρω μας είναι ζωντανός και ιερός.

1. Η Απώλεια της Ευθύνης: Το αρσενικό και το θηλυκό «απαιτούν» κάτι από εμάς. Η Οδός απαιτεί να την περπατήσεις με σκοπό. Ο Αστήρ απαιτεί να τον ακολουθήσεις. Το Αστέρι ή το Δρομάκι απλώς «υπάρχουν» εκεί για να καταναλωθούν οπτικά.

2. Η "Πραγμοποίηση" (Reification): Η διολίσθηση στο ουδέτερο είναι η γραμματική αποτύπωση του καπιταλισμού και της τεχνοκρατίας. Για να μπορέσει η τράπεζα να πάρει την Οικία, πρέπει πρώτα η γλώσσα να την έχει κάνει Σπίτι (αντικείμενο). Για να μπορέσει ο κυνηγός να σκοτώσει την Έλαφο, πρέπει η γλώσσα να την έχει υποβιβάσει σε Ελάφι (θήραμα).

3. Το Υποκοριστικό ως Φίμωτρο: Το υποκοριστικό (πάντα ουδέτερο) αφαιρεί το μεγαλείο. Το Πέλαγος προκαλεί δέος· το Πελαγάκι είναι ένα τουριστικό φόντο. Η υποχώρηση του πνεύματος ξεκινά από την άρνησή μας να σταθούμε μπροστά στο μέγεθος των όντων.

Η γλώσσα δεν είναι το εργαλείο που περιγράφει την πτώση του ανθρώπου, είναι το ίδιο το πεδίο όπου η πτώση λαμβάνει χώρα. Κάθε ουδέτερο που παίρνει τη θέση ενός έμψυχου γένους είναι ένας λίθος που αφαιρείται από το οικοδόμημα του ελληνικού πολιτισμού.

Όταν ο Αστήρ, εκείνη η ουράνια οντότητα που με το αρσενικό της σθένος καθόριζε τη μοίρα των θαλασσοπόρων και την τάξη του σύμπαντος, εκπίπτει εις το Αστέρι, δεν υφίσταται απλώς μια μορφολογική μεταβολή, αλλά μια πνευματική σμίκρυνση, καθότι το ουδέτερο γένος απογυμνώνει το ον από την ιερή του αυθεντία, μετατρέποντάς το από κοσμογονικό σύμβολο σε ένα ανώδυνο διακοσμητικό στοιχείο της εμπειρικής πραγματικότητας.

Ανάλυση της μετάβασης από την Κοσμολογία στην Αισθητική. 

Όταν ο «Αστήρ» γίνεται «Αστέρι», η μεταβολή δεν περιορίζεται στην κατάληξη, αλλά ανατρέπει τη θέση του ανθρώπου μέσα στο σύμπαν.

1. Η Απώλεια της Κατευθυντήριας Δύναμης (Ηγεμονία vs Διακόσμηση)

Ο Αστήρ (αρσενικό) στην αρχαία και λόγια παράδοση είναι ένας Ηγεμόνας. Είναι το υποκείμενο που «ορίζει» (εξ ου και ο Ορίζων). Για τον θαλασσοπόρο ή τον μάγο της Ανατολής, ο Αστήρ ήταν μια προσωπικότητα με την οποία συνδιαλεγόταν. Η Πνευματική Σμίκρυνση: Το Αστέρι (ουδέτερο) στερείται αυτής της βούλησης. Είναι κάτι που «υπάρχει» παθητικά στον ουρανό. Δεν καθορίζει πλέον μοίρες· χρησιμεύει μόνο για να ομορφαίνει τη νύχτα ή να κοσμεί ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Από ρυθμιστής του Χάους, γίνεται ντεκόρ.

2. Η Απογύμνωση από την Ιερή Αυθεντία

Το ουδέτερο γένος λειτουργεί ως «αντικειμενοποιητικό φίλτρο». Στην αρχαία ελληνική, τα ουδέτερα συχνά δήλωναν εργαλεία ή εξαρτήματα. Μετατρέποντας τον Αστέρα σε Αστέρι, η γλώσσα υποσυνείδητα διδάσκει ότι ο ουρανός δεν είναι πλέον ένας ιερός ναός, αλλά μια αποθήκη υλικών σωμάτων. Η «αυθεντία» του Αστέρος πήγαζε από το γεγονός ότι ήταν ακατάληπτος και επιβλητικός. Το «Αστέρι», ως υποκοριστικό και ουδέτερο, είναι κάτι που «χωράει» στην παλάμη μας, κάτι που μπορούμε να «πιάσουμε» νοητικά, άρα και να το απομυθοποιήσουμε.

3. Η Έκπτωση από το Κοσμογονικό στο Εμπειρικό

Η εμβάθυνση εδώ αγγίζει τη διάκριση μεταξύ Νου και Αίσθησης: Αστήρ (Νοητό Σύμβολο): Συνδέεται με την τάξη του Λόγου. Είναι ο Πολικός Αστήρ, ο Αυγερινός, ο Έσπερος. Κάθε αρσενικός προσδιορισμός του προσδίδει έναν ρόλο στο κοσμογονικό δράμα. Αστέρι (Εμπειρικό Δεδομένο): Είναι απλώς ένα φωτεινό σημείο που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Δεν απαιτεί στοχασμό, μόνο παρατήρηση.

Συγκριτική Ανάλυση της "Εκπτώσεως"


Το Μείζον Συμπέρασμα: Η μετάπτωση στο ουδέτερο είναι η γραμματική αποτύπωση του θανάτου του Θεού στη φύση. Όταν το σύμπαν παύει να είναι «αρσενικό» ή «θηλυκό» (δηλαδή έμψυχο και δρών), μετατρέπεται σε μια απέραντη συλλογή ουδέτερων αντικειμένων προς χρήση και κατανάλωση.

Αντιστοίχως, η μετάλλαξη του Στεφάνου, του τιμητικού εκείνου κύκλου που περιέβαλλε το μέτωπο των ηρώων ως επιστέγασμα αρετής και θείας ευνοίας, εις το Στεφάνι, καταδεικνύει την αποϊεροποίηση της επιβραβεύσεως, όπου το ιερό υποχωρεί έμπροσθεν του χρηστικού, ακριβώς όπως η Οικία, ο χώρος της ενότητας και της εστιακής ιερότητας, παραχωρεί τη θέση της στο Σπίτι, ένα ουδέτερο πλέον οικοδόμημα, υποκείμενο στις δυνάμεις της αγοράς και της υλικής φθοράς, αποκομμένο από το πνευματικό κέντρο βάρους της οικογενειακής κοινωνίας.

Η γλώσσα αποτυπώνει την αποσύνθεση της Κοινωνίας (ως μετοχής σε κάτι ιερό) και τη μετάβαση στην Συναλλαγή (ως διαχείριση αντικειμένων). Η μετάλλαξη του "Στεφάνου" και της "Οικίας" αποτελεί το δράμα της απώλειας του εσωτερικού νοήματος.

1. Ο Στέφανος vs Το Στεφάνι: Η Έκπτωση της Αριστείας

Στην αρχαία ελληνική κοσμοθέαση, Ο Στέφανος δεν ήταν ένα απλό αντικείμενο, αλλά μια μεταφυσική προέκταση της αρετής του νικητή. Η Ιερή Περιφέρεια: Το αρσενικό γένος (Ο Στέφανος) δηλώνει μια δυναμική ενέργεια που «στεφανώνει», δηλαδή περιβάλλει και καθαγιάζει την κεφαλή, το κέντρο του Λόγου. Ήταν το ορατό σημείο μιας αόρατης θείας εύνοιας. Το Υλικό Εξάρτημα: Με τη μετάπτωση στο ουδέτερο (Το Στεφάνι), η έννοια απογυμνώνεται από το ηθικό της βάρος. Γίνεται ένα «πράγμα» από λουλούδια ή πλαστικό, ένα αναλώσιμο αξεσουάρ. Η αποϊεροποίηση ολοκληρώνεται όταν το «Στεφάνι» αντικαθίσταται από το «Μετάλλιο» (επίσης ουδέτερο) – ένα αντικείμενο με υλική, ανταλλακτική αξία, που δεν δηλώνει πλέον τη σχέση του ήρωα με το Θείον, αλλά τη στατιστική του υπεροχή.

2. Η Οικία vs Το Σπίτι: Η Μετατροπή του Ναού σε Προϊόν

Η εμβάθυνση στην έννοια της Οικίας αποκαλύπτει την κατάρρευση του «αντικειμενικού πνεύματος της κοινότητος». Η Οικία ως Εστία: Το θηλυκό γένος (Η Οικία) παραπέμπει απευθείας στην Εστία, τη θεότητα που φυλάσσει το κέντρο του κόσμου. Η Οικία είναι ένας χώρος «κυοφορίας» σχέσεων, ένας τόπος όπου το «μαζεύεσθαι» γύρω από την τράπεζα συνιστά ιεροτελεστία. Το Σπίτι ως Ακίνητο: Το ουδέτερο Σπίτι (από το λατινικό hospitium) δηλώνει πλέον το κέλυφος, το κτίσμα. Στην οικονομία της αγοράς, το Σπίτι είναι «asset» (στοιχείο ενεργητικού). Είναι ουδέτερο γιατί είναι απρόσωπο. Η τράπεζα δεν κατάσχει μια «Οικία» (δεν μπορεί να κατασχέσει τις μνήμες και την ιερότητα), αλλά κατάσχει ένα «Σπίτι», δηλαδή έναν αριθμό τετραγωνικών μέτρων.

Η Διαλεκτική της "Υλικής Φθοράς"

Η μετάβαση στο ουδέτερο προετοιμάζει το έδαφος για την αποδοχή της φθοράς.

1. Το Ιερό δεν παλαιώνει: Ο Στέφανος της δόξης και η Οικία των πατέρων ανήκουν στον άχρονο χρόνο της παράδοσης.

2. Το Ουδέτερο αποσυντίθεται: Το στεφάνι μαραίνεται, το σπίτι παλιώνει και γκρεμίζεται. Η γλώσσα, υποβιβάζοντας το γένος, «θνητοποιεί» την έννοια, καθιστώντας την ευάλωτη στο χρόνο και τη φθορά.

Οντολογικό Σχόλιο: Η υποχώρηση του «ιερού» έμπροσθεν του «χρηστικού» είναι η πορεία από την Ποιότητα (Πώς ζούμε;) στην Ποσότητα (Τι κατέχουμε;). Το ουδέτερο γένος είναι το γραμματικό καταφύγιο της ποσότητας.


Η δε εκτεταμένη χρήση των υποκοριστικών, τα οποία με μια ψευδεπίγραφη τρυφερότητα μετατρέπουν την Εκκλησία σε Εκκλησάκι και την Έλαφο σε Ελάφι, λειτουργεί ως ένας μηχανισμός εξοικειώσεως που καταργεί το δέος· διότι το υποκοριστικό, όντας εγγενώς ουδέτερο, «νάνος» της αρχικής εννοίας, στερεί από το ον την ικανότητα να προκαλεί τη μετάνοια ή τον σεβασμό, εγκλωβίζοντάς το στα όρια του γραφικού και του ανενεργού.

Η λειτουργία των υποκοριστικών ως μηχανισμών πνευματικής εξουδετέρωσης. Το υποκοριστικό δεν είναι απλώς μια δήλωση μεγέθους, αλλά μια δήλωση υποταγής. Σμικρύνοντας το όνομα, σμικρύνουμε την απαίτηση που έχει το ον πάνω στην ψυχή μας.

1. Η "Ψευδεπίγραφη Τρυφερότητα" ως Άμυνα

Η σύγχρονη χρήση του υποκοριστικού (π.χ. Εκκλησάκι, Θεούλης, Ελλαδίτσα) συχνά μεταμφιέζεται σε αγάπη, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια ασυνείδητη άμυνα απέναντι στο δέος. Η Εκκλησία: Ως έννοια, προκαλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια, σε συμμετοχή στο μυστήριο, σε υπαρξιακή ευθύνη. Είναι το «Σώμα Χριστού». Το Εκκλησάκι: Μετατρέπεται σε ένα γραφικό στοιχείο του τοπίου. Είναι «χαριτωμένο», «γλυκό», αλλά ανενεργό. Δεν σε καλεί σε υπέρβαση, γιατί το έχεις ήδη «χωρέσει» στα μέτρα σου. Το υποκοριστικό αφαιρεί την ικανότητα του όντος να σε κρίνει.

2. Το Ουδέτερο ως "Νάνος" της Ουσίας

Όπως πολύ σωστά επισημαίνεται, το υποκοριστικό στην ελληνική γλώσσα είναι σχεδόν πάντα ουδέτερο, ανεξάρτητα από το γένος της αρχικής λέξης (Η Έλαφος τρέπεται > Το Ελάφι, Ο Άνθρωπος τρέπεται > Το Ανθρωπάκι). Αυτή η υποχρεωτική μετάβαση στο ουδέτερο στερεί από το ον την δυναμική του ενέργεια. Ο «νάνος» της αρχικής έννοιας είναι ένα ον που έχει χάσει την αυτονομία του. Το ελάφι δεν είναι πια το ιερό σύμβολο που είδε ο Άγιος Ευστάθιος (η Έλαφος), αλλά ένα αντικείμενο που ανήκει στον κόσμο των «πραγμάτων» (res).

3. Η Κατάργηση του Δέους και ο Εγκλωβισμός στο Γραφικό

Το δέος είναι η αρχή της σοφίας και του σεβασμού. Η «εξοικείωση» μέσω του υποκοριστικού καταργεί την απόσταση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο. Το Γραφικό: Όταν κάτι γίνεται «γραφικό» (π.χ. ένα εκκλησάκι σε έναν βράχο), παύει να είναι πνευματικός φάρος και γίνεται τουριστικό προϊόν. Το Ανενεργό: Το υποκοριστικό αδρανοποιεί την επίδραση του όντος στον κόσμο. Το «ελάφι» είναι θήραμα, η «εκκλησίτσα» είναι αξιοθέατο. Τίποτα από τα δύο δεν μπορεί πλέον να προκαλέσει συγκλονισμό ή μεταστροφή.

Η Οντολογική "Σμίκρυνση" (Πίνακας)


Συμπέρασμα: Η γλώσσα, μέσω των υποκοριστικών, «εξημερώνει» τα ιερά σύμβολα για να μην μας τρομάζουν με το μέγεθός τους. Όμως, ένας κόσμος χωρίς δέος είναι ένας κόσμος χωρίς βάθος, όπου τα πάντα —από τα ζώα μέχρι τα θεία— γίνονται μικρά, ουδέτερα και, τελικά, ασήμαντα.

Η εμμονή της ελληνικής γλώσσας να διαφυλάσσει τις θεμελιώδεις αξίες του βίου στο θηλυκό γένος —η Δικαιοσύνη, η Ελευθερία, η Αρετή, η Αλήθεια, η Παιδεία— δεν είναι μια γραμματική σύμπτωση, αλλά μια βαθύτατη οντολογική δήλωση. Το θηλυκό γένος εδώ λειτουργεί ως η Μήτρα του Πολιτισμού, ως η πηγή που κυοφορεί και γεννά το κοινωνικό είναι.

Όταν όμως το «αντικειμενικό πνεύμα» της εποχής μας αρχίζει να αντιμετωπίζει αυτές τις έννοιες ως ουδέτερα μεγέθη, η κοινωνία μεταβάλλεται από «κοινωνία προσώπων» σε «σύστημα διαχείρισης πραγμάτων».

1. Η Δικαιοσύνη vs Το Δίκαιο (Το Νόμιμο)

Παρατηρήστε τη διαφορά: Η Δικαιοσύνη: Είναι η έμψυχη αρετή, η θεϊκή Θέμις που απαιτεί εσωτερική ευθυκρισία και ηθικό ανάστημα. Είναι μια οντότητα στην οποία οφείλουμε λόγο. Το Δίκαιο (ή το "δίκιο"): Όταν η Δικαιοσύνη ουδετεροποιείται, μετατρέπεται σε «Δίκαιο», δηλαδή σε ένα σύνολο κανόνων, ένα εργαλείο διευθέτησης συμφερόντων. Από υπαρξιακό αίτημα, γίνεται αντικείμενο νομικής επεξεργασίας. Το «δίκιο μου» είναι κάτι που κατέχω, ενώ «η Δικαιοσύνη» είναι κάτι στο οποίο μετέχω.

2. Η Ελευθερία vs Το Δικαίωμα

Η Ελευθερία: Είναι η θηλυκή, ζωοποιός δύναμη που απαιτεί αυτοθυσία και διαρκή εγρήγορση («θέλει αρετήν και τόλμην»). Είναι μια κατάσταση του όντος. Το Δικαίωμα (Ουδέτερο): Στη σύγχρονη εποχή, η Ελευθερία συχνά κατακερματίζεται σε «δικαιώματα». Το δικαίωμα είναι ουδέτερο, είναι μια παροχή, μια συναλλαγή. Η Ελευθερία είναι η Μητέρα, το δικαίωμα είναι το προϊόν. Όταν παύουμε να διεκδικούμε την Ελευθερία και ζητάμε απλώς «δικαιώματα», έχουμε ήδη εκπέσει από την περιοχή του πνεύματος στην περιοχή της υλικής διεκδίκησης.

3. Η Παιδεία vs Το Εκπαιδευτικό Σύστημα

Η Παιδεία: Είναι η καλλιέργεια της ψυχής, η ανάπλαση του ανθρώπου (θηλυκή αρχή κυοφορίας). Το Σχολείο / Το Πρόγραμμα: Όταν η Παιδεία εγκλωβίζεται στο ουδέτερο «εκπαιδευτικό σύστημα», παύει να είναι η ιερή διαδικασία της "αγωγής της ψυχής" και γίνεται ένας μηχανισμός παραγωγής δεξιοτήτων. Το «υποκείμενο» (ο μαθητής) γίνεται «αντικείμενο» εκπαίδευσης.

Η Σημασία της "Πεισματικής" Διατήρησης του Θηλυκού

Η γλώσσα ανθίσταται. Παρά την τάση για ουδετεροποίηση, δεν μπορούμε να πούμε «το ελευθερία» ή «το δικαιοσύνη». Αυτή η γραμματική αντίσταση είναι το τελευταίο οχυρό της ιερότητας. Όσο αυτές οι λέξεις παραμένουν θηλυκές, μας υπενθυμίζουν ότι οι αξίες αυτές είναι ζωντανοί οργανισμοί που απαιτούν σεβασμό, φροντίδα και σχέση —όχι απλή χρήση. Η έκπτωση από το «Η» στο «Το» είναι η πορεία από την Οντολογία (τι είναι το ον) στην Τεχνοκρατία (πώς χρησιμοποιείται το πράγμα). Όπως η Οικία έγινε Σπίτι για να μπορεί να πλειστηριαστεί, έτσι και η Αρετή κινδυνεύει να γίνει "συμπεριφορά" για να μπορεί να μετρηθεί στατιστικά.

Επίλογος: Η Επανακατάληψη του Ιερού Λόγου

Η διαλεκτική αυτή αναδίφηση στις πτυχές του γραμματικού γένους δεν συνιστά μια στείρα φιλολογική ενασχόληση, αλλά ένα επιτακτικό κάλεσμα σε μια γλωσσική και πνευματική παλιννόστηση. Η διολίσθηση του όντος προς το ουδέτερο, η μεταβολή της «Οικίας» σε «Σπίτι» και της «Δικαιοσύνης» σε «Δικονομικό Μηχανισμό», αποτελεί το σύμπτωμα μιας εποχής που, έχοντας απωλέσει την επαφή με το ιερό, βυθίζεται στην αλλοτρίωση της αντικειμενοποίησης.

Οφείλουμε, ως κοινωνοί του ελληνικού λόγου, να αντιληφθούμε ότι κάθε φορά που προφέρουμε τον Αστέρα αντί για το αστέρι, ή την Οδό αντί για το δρόμο, δεν επιλέγουμε απλώς έναν αρχαϊκό τύπο, αλλά αποκαθιστούμε μια ιερή ιεραρχία· επαναφέρουμε το ον στη θέση του δρώντος υποκειμένου, προικίζοντάς το με την αξιοπρέπεια και το βάρος που του αναλογεί εντός του αντικειμενικού πνεύματος της κοινότητας.

Η αναβάπτιση στη δύναμη των γενών είναι η έσχατη άμυνα έναντι ενός κόσμου που επιθυμεί να μετατρέψει τα πάντα σε αναλώσιμη ύλη. Αν η γλώσσα δηλοί την αλήθεια, τότε η αποκατάσταση του αρσενικού και του θηλυκού στην κυριολεξία τους είναι η πράξη εκείνη που θα μετατρέψει ξανά τη ζωή μας από «συμβάν» σε Γεγονός. Ας μην επιτρέψουμε στη σκόνη του ουδετέρου να καλύψει τη λάμψη των όντων, αλλά ας αναζητήσουμε ξανά εκείνον τον Λόγο που δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο, αλλά τον στέφει με την αιώνια ιερότητα της αληθείας του.

«Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο», έλεγε ο Ψυχάρης. Στη δική σας προσέγγιση, η γλώσσα είναι η ίδια η κατοικία του Θεού και της Αρετής.

Εν κατακλείδι, η γλώσσα μας, στην ιστορική της διαδρομή, καθρεφτίζει την πτώση του ανθρώπου από τη σφαίρα του νοήματος στη σφαίρα του πράγματος· η επικράτηση του ουδετέρου σηματοδοτεί μια κοινωνία που παύει να συνδιαλέγεται με τα όντα ως προσωπικότητες και αρχίζει να τα διαχειρίζεται ως αντικείμενα, λησμονώντας πως η αλήθεια των λέξεων είναι η ίδια η αλήθεια της υπάρξεώς μας.


Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

1. Φιλοσοφία της Γλώσσας και Οντολογία 
  • Heidegger, M. (2001). Η προέλευση του έργου τέχνης. Αθήνα: Δωδώνη. (Για την έννοια της «αλήθειας» ως α-λήθειας και τη γλώσσα ως «κατοικία του Είναι»)
  • Hegel, G.W.F. (1991). Φαινομενολογία του Πνεύματος. Αθήνα: Εξάντας. (Για την ανάλυση του «αντικειμενικού πνεύματος» και την πραγμοποίηση των εννοιών) .
  • Cassirer, E. (1994). Η Φιλοσοφία των Συμβολικών Μορφών. Αθήνα: Έρασμος. (Για τη λειτουργία του γένους ως μυθικής και πνευματικής κατηγοριοποίησης του κόσμου) .
2. Ελληνική Γλωσσολογία και Παράδοση
  • Γιανναράς, Χ. (1988). Σχεδίασμα Εισαγωγής στη Φιλοσοφία. Αθήνα: Δόμος. (Για τη διάκριση μεταξύ «Προσώπου» και «Ατομικότητας/Αντικειμένου» στη γλώσσα)
  • Ράμφος, Σ. (1994). Ο καημός του ενός: Κεφάλαια της ελληνικής πνευματικής ιστορίας. Αθήνα: Αρμός. (Για την υποχώρηση του ιερού μπροστά στο χρηστικό στην ελληνική κοινωνία)
  • Σταματάκος, Ι. (1949). Ιστορική Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής. Αθήνα: Φοίνιξ. (Για τη μορφολογική εξέλιξη των υποκοριστικών και την ουδετεροποίηση των καταλήξεων) 
  • Ψυχάρης, Γ. (1905). Το Ταξίδι μου. (Για τη σχέση γλώσσας και πατρίδας ως οντολογικής ταυτότητας) .
3. Κοινωνιογλωσσολογία και Πολιτισμική Κριτική
  • Steiner, G. (2002). Μετά τη Βαβέλ. Αθήνα: Scripta. (Για τη γλώσσα ως δημιουργό του κόσμου και όχι απλό περιγραφέα της εμπειρικής πραγματικότητας)
  • Adorno, T. & Horkheimer, M. (1986). Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού. Αθήνα: Νήσος. (Για την απομάγευση του κόσμου και την υποταγή του «ιερού» στην τεχνοκρατική ποσότητα)

 

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him