Ηρόδοτος: μεταξύ μύθου και πολιτικής φιλοσοφίας.



Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό συγγράφει την ιστορία των επιχειρήσεων Ελλήνων και «βαρβάρων» ως μια ιστορία συνεχούς εναλλαγής ακμής και παρακμής των πόλεων στα πλαίσια σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής. Ο ίδιος έζησε στο μεταίχμιο των δύο κόσμων, εμπλεκόμενος αρχικά στην προσπάθεια των Αλικανασσέων να ανατρέψουν την τυραννία του φιλοπέρση Λύγδαμη και πραγματοποιώντας στη συνέχεια ταξίδια στην Ανατολή, την Αθήνα και τη Δύση, όπου μετά το 444/3 π.Χ. εγκαταστάθηκε στην πανελλήνια αποικία των Θουρίων. Οι προσωπικές εμπειρίες των διαφορετικών πολιτισμών σε συνδυασμό με το ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον του τον οδήγησε στην ενδελεχή εξέταση των ηθών, των εθίμων και του τρόπου ζωής των λαών της Ανατολής και της Δύσης με σκοπό μέσα από τη μεταξύ τους αντιδιαστολή να μην μείνουν «ἀκλεᾶ» και ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου «ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά». 



Οι Ιστορίες του Ηροδότου διαμορφώθηκαν μέσα από τις αναγνώσεις που πραγματοποιούνταν ενώπιον κοινού, που απολάμβανε να ακούει για ξένους λαούς και τόπους. Από την άποψη αυτή, και σε συνδυασμό με την εξιστόρηση των Περσικών πολέμων που περιλαμβάνει, αλλά και την αναγνώριση της θεϊκής παρέμβασης στις ανθρώπινες υποθέσεις, το έργο του Ηροδότου βρίσκεται πολύ κοντά στα ομηρικά έπη, δίνοντας την ευκαιρία στον «διάδοχό» του Θουκυδίδη να κάνει λόγο για «ευκαιριακή και βραχύβια ψυχαγωγία» και το έναυσμα στον Αριστοτέλη να ισχυριστεί ότι η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και σπουδαία από την ιστορία (Ποιητική, 1451a38-b7). Στο ίδιο το έργο του ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται ότι οφείλει να αναφερθεί σε όσα ο ίδιος είδε με τα μάτια του ή σε όσα έχουν ειπωθεί από εκείνους που το έκαναν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα πιστεύει όλα,[1] δείχνοντας την ερευνητική και κριτική του διάθεση. Στο επίπεδο της έρευνας οι γνώμες διίστανται μεταξύ εκείνων που ισχυρίζονται ότι ο Ηρόδοτος απέδωσε στους χαρακτήρες των Ιστοριών του συμβατικά χαρακτηριστικά, τα οποία το κοινό του περίμενε να ακούσει[2] ή ότι επιχείρησε να διαμορφώσει στερεότυπα[3] και όσων προασπίζουν τη συμβολή του στην ιστοριογραφία ως απόλυτα αντικειμενική, με την έννοια ότι εξέθεσε τα όσα πληροφορήθηκε από τις πηγές του, ειδικά όσον αφορά την έκθεση των τυράννων και των βασιλέων της Περσίας.[4] Από τις απόψεις αυτές δεν μπορεί να παραγκωνιστεί καμία. Ίσως, αντίθετα, ο συνδυασμός τους να είναι αναγκαίος. Ο Ηρόδοτος σίγουρα στις αναγνώσεις του λάμβανε υπόψη το κοινό, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ποικιλία της θεματολογίας του, χωρίς αυτό να αποκλείει τη μεταφορά ιστοριών, που πράγματι είχε ακούσει στη διάρκεια των ταξιδιών του, ο συνδυασμός και η αντίστιξη των οποίων οδήγησε στη διαμόρφωση συγκεκριμένων στερεοτύπων. 



Στην εποχή του Ηροδότου η πόλη-κράτος εξακολουθούσε να αποτελεί την κατεξοχήν πολιτειακή δομή των ελληνικών πόλεων, εν αντιθέσει με τους βαρβάρους που ήταν «δούλοι» ενός ηγεμόνα, του Μεγάλου Βασιλιά. Για τους Έλληνες πολιτική μπορούσε να υπάρξει μόνο στα πλαίσια της πόλεως, της πολιτείας, με την κυριαρχία του νόμου.[5] Η διάσταση της πολιτικής μεταξύ Ελλήνων και Περσών φαίνεται εναργώς στο 7ο βιβλίο των Ιστοριών, όπου δυο Σπαρτιάτες πρέσβεις αποστέλλονται στον Ξέρξη και ο τελευταίος δηλώνει ότι δεν θα πράξει, όπως οι Λακεδαιμόνιοι, παραβαίνοντας τα «νόμιμα» , που ισχύουν για όλους τους ανθρώπους, σκοτώνοντάς τους. Πράγματι, όταν ο Δαρείος είχε στείλει απεσταλμένους στη Σπάρτη, οι Λακεδαιμόνιοι τους είχαν σκοτώσει. Κι ενώ εμφανίζονται αυτές οι απόψεις, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, στο ίδιο επεισόδιο πληροφορούμαστε και για την αντιδιαστολή των δυο λαών στο επίπεδο εσωτερικής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, οι δυο Σπαρτιάτες πρέσβεις προτού φτάσουν στον Ξέρξη, φιλοξενήθηκαν από τον Υδάρνη που τους προέτρεψε να υποταχθούν στον Πέρση βασιλιά, ο οποίος θα μπορούσε να τους τιμήσει και να τους δώσει θέσεις εξουσίας. Οι Σπαρτιάτες, ωστόσο, του απάντησαν πως η άποψη του ήταν μονόπλευρη και πως, επειδή δεν είχε γευτεί την ελευθερία, δεν ήταν σε θέση να τους συμβουλέψει, γιατί αν το είχε κάνει, θα τους προέτρεπε να παλέψουν για αυτήν με κάθε κόστος. 



Χαρακτηριστικό για την προσέγγιση του νόμου κρίνεται και το απόσπασμα, όπου ο εξόριστος Σπαρτιάτης βασιλιάς Δημάρατος συνομιλώντας λίγο πριν τη μάχη των Θερμοπυλών με τον Ξέρξη, που έμοιαζε να κατακτά τον κόσμο και να «υποδουλώνει» τις θάλασσες, όντας πλέον σύμβουλός του, αναφέρει για τους Σπαρτιάτες: «Στη μάχη ένας-εναντίον-ενός είναι το ίδιο καλοί με τον οποιονδήποτε. Όταν όμως μάχονται ο ένας πλάι στον άλλο είναι οι καλύτεροι όλων. Γιατί παρόλο που είναι ελεύθεροι άνδρες, δεν είναι πραγματικά ελεύθεροι. Αναγνωρίζουν για αφέντη τους το Νόμο. Και υπακούουν τον αφέντη τους αυτό περισσότερο από όσο υπακούουν εσένα οι υπήκοοί σου. Ό,τι κι αν προστάξει εκείνοι ακολουθούν. Και οι εντολές του μένουν απαράλλαχτες: τους απαγορεύει να εγκαταλείψουν τη μάχη, όσοι αντίπαλοι κι αν σταθούν απέναντί τους. Απαιτεί από αυτούς να παραμείνουν στη θέση τους – να νικήσουν ή να πεθάνουν». 



Εκτός από τη θεμελιώδη αντίστιξη Ελλήνων-Περσών στις Ιστορίες του ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει μια σειρά λόγων που αφορούν και άλλους λαούς. Προσεγγίζει τους διαφορετικούς αυτούς τύπους κοινωνίας καταλήγοντας στην πινδαρική ρήση ότι ο νόμος –με την έννοια του εθιμοτυπικού δικαίου- είναι βασιλιάς των πάντων,[6] αποδίδοντας μια καθολική διάσταση και δίχως να προκρίνει τα ελληνικά έθιμα. Η αναφορά στον νόμο, ωστόσο, με τη μεγάλη ποικιλία των εκφάνσεων που αυτός λαμβάνει, σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύει την ισχύ του στην ηροδότεια αφήγηση. 



Ήδη από την αρχή των Ιστοριών του ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει λόγους, που αφορούν διάφορους λαούς. Ξεκινά με την περίπτωση των Λυδών, για τους οποίους αναφέρει ότι ο τύραννος Κανδαύλης από παράφορο έρωτα για τη σύζυγό του, ζήτησε από τον δούλο του Γύγη να την αντικρύσει γυμνή, καταπατώντας τον λυδικό νόμο , που απαγόρευε να αντικρύσει κανείς τη γύμνια, για να επιβεβαιώσει με τα ίδια του τα μάτια την ομορφιά της (1.7.1 κ.εξ.). Στη συνέχεια, η ανώνυμη βασίλισσα ζήτησε από τον Γύγη να επιλέξει ή τον θάνατο ή τον θάνατο του Κανδαύλη και την ανάληψη της εξουσίας με την ίδια ως γυναίκα του. Η επιλογή του Γύγη ήταν και πάλι η παρανομία, μια επιλογή όμως που επί της ουσίας ήταν αναγκαστική. Στη συνέχεια των Ιστοριών ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στην ιστορία του Αιγύπτιου μονάρχη Μυκερίνου, την οποία δεν παραθέτει με βεβαιότητα, μολονότι τον χαρακτηρίζει αρχικά ευσεβή και δίκαιο, μέσα από την ιστορία τον σκιαγραφεί ως ηδονιστή, ακόλαστο και ασεβή, αφού φαίνεται να προχώρησε αντίθετα με τον νόμο της πατρίδας του σε αιμομικτική σχέση με την κόρη του παρά τη θέλησή της (2.129.1 κ.εξ.). Αντίστοιχα, υποχείριο των παθών του εμφανίζεται και ο διάδοχος του Κύρου, Καμβύσης, που έχει χαρακτηριστεί ως ο κατεξοχήν τύραννος (3.31.1 κ.εξ).[7] Ο Καμβύσης προέβη σε μια σειρά ανόσιων πράξεων σε βάρος των Αιγυπτίων δίχως να λάβει υπόψη του τον νόμο τους και εν συνεχεία σε βάρος της οικογένειάς του σκοτώνοντας τον αδερφό του Σμέρδη και παρακάμπτοντας τους νόμους της δικής του πατρίδας με το γάμο που πραγματοποίησε με την αδερφή του ή ορθότερα με τη νομιμοποίηση του αιμομικτικού τους γάμου, πράξη που επανέλαβε με μια ακόμη αδερφή του, την οποία και σκότωσε. Λίγο πριν τη μάχη του Μαραθώνα ο Ηρόδοτος παρεμβάλει μια ιστορία ερωτικού τριγώνου που αφορά αυτή τη φορά τον Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα την πόλη της Σπάρτης (6.61.1 κ.εξ.). Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, ο Αρίστων έχοντας παντρευτεί δυο φορές αλλά μην έχοντας τεκνοποιήσει, πόθησε και προχώρησε σε γάμο με τη σύζυγο του καλύτερού του φίλου Άγητου καταπατώντας τον νόμο, αφού το αντικείμενο του πόθου του ήταν μια παντρεμένη γυναίκα. Ο Άγητος εξαπατήθηκε από τον Αρίστωνα δίνοντας όρκο «μοιραίας χάρης» με αποτέλεσμα να βρεθεί αναγκασμένος να τηρήσει την υπόσχεσή του δίνοντας τη γυναίκα του. Τέλος, ο Ξέρξης εμφανίζεται να ενσαρκώνει όλα τα πάθη των προαναφερθέντων ηγετών. 



Μέσα από αυτές τις περιπτώσεις γίνεται σαφές το γεγονός ότι ως κοινό χαρακτηριστικό των μοναρχών προβάλλεται η τάση προς το πάθος σε βαθμό που ο νόμος του λαού τους να μην έχει αξία.[8] Για την ακρίβεια, ο νόμος τίθεται κάτω από την αρχή και ο άρχων λειτουργεί κατά βούληση. Αξίζει να επισημανθεί ότι στις εν λόγω περιπτώσεις δεν περιλαμβάνονται μόνο ξένοι λαοί αλλά και ελληνικές πόλεις, πράγμα που επιτρέπει να εξάγουμε συμπεράσματα που υπερβαίνουν τα πλαίσια αντιδιαστολής Ανατολής και Δύσης. Ο Ηρόδοτος περιλαμβάνει περίπου 50 Έλληνες τυράννους, από τους οποίους ωστόσο, δεν μπορούμε να εξάγουμε πληροφορίες σχετικά με τη δράση τους στον ίδιο βαθμό, αλλά μάλλον θα πρέπει να εξεταστούν περίπου 13-15, των οποίων η δράση αναπτύσσεται εκτενέστερα, όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με τους Λυδούς, Μήδες, Πέρσες και Αιγύπτιους μονάρχες.[9]



Επιστρέφοντας στις Ιστορίες, η περίπτωση του Δηιόκη έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ερευνητές μαζί με τον πολιτειακό αγώνα λόγων (3.80) και τη δημηγορία του Κορίνθιου Σωκλή (5.92) ως η κατεξοχήν προσπάθεια του Ηροδότου να ερευνήσει τις ανθρώπινες δεσποτικές τάσεις και να ορίσει την φύση της τυραννίδας.[10] Μάλιστα, στην περίπτωση του πρώτου γίνεται φανερή η χρήση του λεξιλογίου του έρωτα ως γέφυρας μεταξύ ιδωτικής και δημόσιας σφαίρας.[11] Ο Δηιόκης ξεκίνησε ως ένας ακριβοδίκαιος δικαστής, ο οποίος διακατεχόμενος από ἔρωτα τυραννίδος και εκμεταλλευόμενος τη φήμη, που είχε αποκτήσει, καρπώθηκε την εξουσία. Η εγκαθίδρυση της τυραννίας του περιγράφεται λεπτομερειακά με την εξασφάλιση αντάξιου οικήματος και φρουράς και την οχύρωση μιας μόνο πόλης εντός της οποίας έχτισε το παλάτι του, από όπου άσκησε την εξουσία του (1.98.2-3, 1.99.9). Η εγκαθίδρυση της τυραννίας έγινε με τη συγκατάθεση του λαού (1.97.3) και καθόλη τη διάρκεια των ενεργειών για την επίτευξή της χαρακτηρίζεται με όρους βασιλείας, κάνοντας την εμφάνισή της ως τυραννία μόνο όταν πλέον ο Δηιόκης έχει αποκτήσει πλήρως την ιδιότητα του μονάρχη.[12]. 



Στο χωρίο 3.80-82 παρατίθεται η «συζήτηση για το άριστο πολίτευμα», όταν μετά την ανατροπή του σφετεριστή ψευδο-Σμέρδη, που κατέλαβε με απάτη την εξουσία μετά τον Καμβύση, οι συνωμότες διαλέγονταν για τη μορφή διακυβέρνησης της Περσίας που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Στις συζητήσεις αυτές εντοπίζεται από τους ερευνητές η αρχή της πολιτικής φιλοσοφίας, με τον Οτάνη να τάσσεται υπέρ της δημοκρατίας, τον Μεγάβυζο υπέρ της ολιγαρχίας και τον Δαρείο υπέρ της μοναρχίας. Ο Οτάνης κατακρίνει την τυραννία αποδίδοντας στους τυράννους αλαζονεία και φθόνο, αποστροφή για τους καλύτερους πολίτες και συμπάθεια για τους χειρότερους, καταπάτηση των πατροπαράδοτων νόμων, βιασμούς γυναικών και άκριτες δολοφονίες πολιτών.[13] Τίποτα από αυτά, ισχυρίζεται, δεν θα συμβεί αν υιοθετηθεί η ισονομία του πλήθους και δοθεί η εξουσία στο λαό με τα αξιώματα να αποδίδονται με κλήρο.[14]



Ο Μεγάβυζος συμφωνεί με την κριτική του Οτάνη για την τυραννία, διαφωνεί, ωστόσο, με τη λαϊκή κυριαρχία και ίσως μεταξύ της τελευταίας και της πρώτης, προκρίνει την τυραννία, αφού ισχυρίζεται ότι ο τύραννος έχει γνώση όσων πράττει, κάτι που δε συμβαίνει με τον δήμο.[15] Σε κάθε περίπτωση, για τον Μεγάβυζο ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης επιτυγχάνεται μόνο όταν γίνει ανάθεση της εξουσίας στους άριστους άνδρες, που παίρνουν και τις καλύτερες αποφάσεις.[16]



Ο Δαρείος ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τη διακυβέρνηση ενός άριστου άνδρα, που η γνώμη του θα είναι και αυτή άριστη, καθώς με αυτό τον τρόπο δεν θα υπάρχει ο κίνδυνος διαρροής των σχεδίων του στους εχθρούς. Αφενός στην ολιγαρχία, υποστηρίζει, δημιουργούνται έριδες μεταξύ των αρχόντων, αφού όλοι επιδιώκουν να γίνουν «πρώτοι» και να επιβάλλουν τη γνώμη τους, πράγμα που οδηγεί σε στάσεις[17] και αφετέρου όταν η εξουσία δίνεται στον λαό, οι πολίτες κυριεύονται από φαυλότητα («κακότητα»), ώσπου κάποιος υπερασπιστής του επιχειρεί να τους σταματήσει κερδίζοντας την εύνοια και το θαυμασμό τους.[18] Όλα τα προτεινόμενα είδη διακυβέρνησης, δηλαδή, καταλήγουν στη μοναρχία, το πολίτευμα που οι ίδιοι διέθεταν ως τότε σύμφωνα με τους πατροπαράδοτους νόμους τους, πολίτευμα το οποίο εν τέλει προκρίνουν και ο Δαρείος αναλαμβάνει την εξουσία. 



Όπως και το σύνολο του ηροδότειου έργου, το συγκεκριμένο χωρίο προβληματίζει τους ερευνητές σχετικά με το κατά πόσο αποτελεί καταγραφή απόψεων που πράγματι ήταν διαδεδομένες εκδοχές περί πολιτευμάτων ή αν πρόκειται για κατασκευάσματα του ίδιου του Ηροδότου.[19] Όπως και να έχει η έκθεση των πολιτευμάτων αποτελεί σημαντικό βήμα στην πολιτική σκέψη και στον τρόπο με τον οποίο αυτή αποδίδεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. 



Όσον αφορά τη δημηγορία του Κορίνθιου Σωκλή (5.91-92), αυτή πραγματοποιείται στα πλαίσια της συζήτησης των Λακεδαιμονίων με απεσταλμένους των άλλων συμμαχικών πόλεων. Η συζήτησε αυτή έλαβε χώρα με πρωτοβουλία των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι βλέποντας ότι, ενώ βοήθησαν τους Αθηναίους για την απομάκρυνση των Πεισιστρατιδών (οι οποίοι χαρακτηρίζονται φίλοι των Λακεδαιμονίων) δεν έλαβαν καμία επικρότηση από πλευράς των Αθηναίων, αντίθετα μάλιστα τους έβλεπαν να αυξάνουν τη δύναμή τους και να εμφανίζουν όλο και μικρότερη διάθεση να τους υπακούν. Το γεγονός αυτό ενισχύθηκε με τους χρησμούς που έφερε ο Κλεομένης από την αυλή των Πεισιστρατιδών, οι οποίοι προέβλεπαν για τη Σπάρτη συμφορές από την Αθήνα. Έτσι, σκοπός των Λακεδαιμονίων ήταν η αποκατάσταση της τυραννίας στην Αθήνα με την επάνοδο του Ιππία, τον οποίο επίσης προσκάλεσαν στη συζήτηση, καθώς αντιλήφθηκαν ότι μόνο έτσι θα κρατούσαν την Αθήνα υποταγμένη και δεν θα γινόταν πόλη ισοδύναμη με τη δική τους.[20]



Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτής της συζήτησης, κι ενώ οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες διαφωνούν με την πρόταση περί αποκατάστασης της τυραννίας, λαμβάνει το λόγο ο Κορίνθιος Σωκλής, ο οποίος την καταδικάζει ως το πιο άδικο, μιαρό και φονικό πράγμα,[21] εξιστορώντας τα βιώματά του από την τυραννία του Κύψελου και του Περίανδρου στην πόλη του. Για τον Κύψελο αναφέρει ότι προέβη άκριτα σε εξορίες, σφετερισμούς περιουσιών και δολοφονίες[22] και για τον Περίανδρο ότι ξεκίνησε ηπιότερος, αφού όμως συμβουλεύτηκε τον τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, έγινε ακόμη πιο φοβερός από τον πατέρα του. Περιγράφοντας τη συμπεριφορά των δυο ανδρών, ο Σωκλής καταλήγει στην άρνηση συγκατάθεσης των Κορινθίων για την αποκατάσταση της τυραννίας στην Αθήνα. 













[1] 7. 152: «ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασι ὀφείλω»





[2] L. Pearson, "Real and Conventional Personalities in Greek History," Journal of the History of Ideas 15 (1954): 136-45,





[3] Lateiner, D.(1989): 166–67.





[4] Waters, K.H. (1971) και Waters, K.H. (1985): 119-51.





[5] Αριστοτέλης, Πολιτικά (1252a) και Herodotus, The Histories, pp. 449–50.





[6] 3. 38: «καὶ ὀρθῶς μοι δοκέει Πίνδαρος ποιῆσαι νόμον πάντων βασιλέα φήσας εἶναι».





[7] Hartog, F. (2001) 488.





[8] Για την «πάγια τακτική του Ηροδότου να χρησιμοποιεί παθογόνες λέξεις σε δεσποτικά περιβάλλοντα» βλ. Μαρωνίτης, Δ. (2001): 187.





[9] Waters, K.H. (1971): 42-44.





[10] Dewald, C. (2003): 26-35.





[11] Ludwig, P. (2002): 2. Και οι περιπτώσεις απαγορευμένου έρωτα εμφανίζονται στα πλαίσια της γέφυρας αυτής, αφού εμφανίζεται ως μια επίδειξη δύναμης των αρχόντων. Βλ. Munson, R.V. (1993): 48.





[12] Ἔρωτας τυραννίδος εντοπίζεται, επίσης, στην περίπτωση του τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, ο οποίος έδιωξε από το παλάτι τον γιο του Λυκόφρωνα, όταν ο τελευταίος εναντιώθηκε για τον θάνατο της μητέρας του, αργότερα όμως το μετάνιωσε και τον παρακάλεσε να επιστρέψει, για να αναλάβει την εξουσία. Ο Λυκόφρων δέχτηκε με τον όρο ο Περίανδρος να μεταβεί στην Κέρκυρα, όπου και δολοφονήθηκε (3.51 κ.εξ).



Από ἔρωτα τυραννίδος, και μάλιστα πανελλαδικών διαστάσεων, εμφανίζεται να διακατέχεται και ο Παυσανίας, για τον μηδισμό και την αρνητική εικόνα του οποίου πληροφορούμαστε από τον Θουκυδίδη (1.128- 134), εν αντιθέσει με τον Ηρόδοτο, ο οποίος φαίνεται να τον προσεγγίζει θετικά. Ωστόσο, στην ηροδότεια αφήγηση λανθάνουν και πάλι στοιχεία που υπαινίσσονται τις αρνητικές συμπαραδηλώσεις ενός να αποτρέψει τους Σπαρτιάτες από την εγκαθίδρυση τυραννίας στην Αθήνα (5.92).





[13]3.80.5: «ἀναρμοστότατον δὲ πάντων· ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται, ἤν τε θεραπεύῃ τις κάρτα, ἄχθεται ἅτε θωπί. τὰ δὲ δὴ μέγιστα ἔρχομαι ἐρέων· νόμαιά τε κινέει πάτρια καὶ βιᾶται γυναῖκας κτείνει τε ἀκρίτους».





[14] 3.80.6: «πλῆθος δὲ ἄρχον πρῶτα μὲν οὔνομα πάντων κάλλιστον ἔχει, ἰσονομίην, δεύτερα δὲ τούτων τῶν ὁ μούναρχος ποιέει οὐδέν· πάλῳ μὲν ἀρχὰς ἄρχει, ὑπεύθυνον δὲ ἀρχὴν ἔχει, βουλεύματα δὲ πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει. τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν· ἐν γὰρ τῷ πολλῷ ἔνι τὰ πάντα».





[15] 3.81.2: «καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστὶ οὐδαμῶς ἀνασχετόν. ὁ μὲν γὰρ εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι· κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ᾽ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν {οὐδ᾽} οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ ἴκελος;»





[16] 3.81.3: «ἡμεῖς δὲ ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην τούτοισι περιθέωμεν τὸ κράτος· ἐν γὰρ δὴ τούτοισι καὶ αὐτοὶ ἐνεσόμεθα, ἀρίστων δὲ ἀνδρῶν οἰκὸς ἄριστα βουλεύματα γίνεσθαι.»





[17] 3.82.3: «αὐτὸς γὰρ ἕκαστος βουλόμενος κορυφαῖος εἶναι γνώμῃσί τε νικᾶν ἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι ἀπικνέονται, ἐξ ὧν στάσιες ἐγγίνονται, ἐκ δὲ τῶν στασίων φόνος».





[18] 3.83.3: «οῦτο δὲ τοιοῦτο γίνεται ἐς ὃ ἂν προστάς τις τοῦ δήμου τοὺς τοιούτους παύσῃ· ἐκ δὲ αὐτῶν θωμάζεται οὗτος δὴ ὑπὸ τοῦ δήμου, θωμαζόμενος δὲ ἀν᾽»





[19] Π.χ. ο Apffel, H. (1957): 48-58 ισχυρίζεται ότι με το συγκεκριμένο χωρίο ο Ηρόδοτος αποσκοπεί να εκθέσει τις απόψεις του για τη δημοκρατία, δεδομένης της κατεξοχήν μοναρχικής πολιτικής των Περσών, όπως και ο Berve, H.(1967): 195-197 ότι εντάσσεται στα πλαίσια της γενικότερης πρόταξης από πλευράς του Ηροδότου της σημασίας της ελευθερίας έναντι της τυραννίας-δουλείας, η οποία διαμορφώθηκε με συγκεκριμένη αντιστοιχία στην εποχή του Περικλή, οπότε «δημοκρατία και τυραννία αποτέλεσαν πρόβλημα».





[20] 5.91.1: «τότε δὲ ὡς ἀνέλαβον οἱ Λακεδαιμόνιοι τοὺς χρησμοὺς καὶ τοὺς Ἀθηναίους ὥρων αὐξομένους καὶ οὐδαμῶς ἑτοίμους ἐόντας πείθεσθαι σφίσι, νόῳ λαβόντες ὡς ἐλεύθερον μὲν ἐὸν τὸ γένος τὸ Ἀττικὸν ἰσόρροπον τῷ ἑωυτῶν ἂν γίνοιτο, κατεχόμενον δὲ ὑπὸ τυραννίδος ἀσθενὲς καὶ πειθαρχέεσθαι ἕτοιμον».





[21] 5.92α : «οὔτε ἀδικώτερόν ἐστι οὐδὲν κατ᾽ ἀνθρώπους οὔτε μιαιφονώτερον».





[22]5.92ε : «τυραννεύσας δὲ ὁ Κύψελος τοιοῦτος δή τις ἀνὴρ ἐγένετο· πολλοὺς μὲν Κορινθίων ἐδίωξε, πολλοὺς δὲ χρημάτων ἀπεστέρησε, πολλῷ δέ τι πλείστους τῆς ψυχῆς».
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Ιωάννα Φάφκα - She graduated from the Classical Philology Department of the Aristotle University and she is a graduate student in the History of Philosophy at the Department of Philosophy and Pedagogy of the same university. She is writing for Φιλόλογος Ερμής since the March of 2017. Read More