Η Λέξις «αἰγίς» & αἱ ῥίζαι *αιγ, *φαυ, *δαυ, *καυ




τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-Πτυχιούχου Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Μεταπτυχιακοῦ Ἐφηρμοσμένης Παιδαγωγικῆς
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Ὑποψηφίου Διδάκτορος Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



Η αιγίδα, που κατά την απλοϊκή εκδοχή αλλά και το Στράβωνα, ήταν το δέρμα της αίγας που έτρεφε το μικρό Δία, χρησιμοποιήθηκε από αυτόν ως πανοπλία


Δια της ριζολογίας αποκαλύπτεται πολλάκις η αμνηστηθείσα(=λησμονημένη) αρχική σημασία παλαιών λέξεων, αίτινες ύστερον ή απέβαλον την αρχέγονον αυτών έννοιαν ή προσέλαβον άλλην παράγωγον. Ας ίδωμεν ένα παράδειγμα.

Η αρχή και η σημασία των ονομάτων «αἶγες» και «αἰγίς» δεν ηρμηνεύθη μέχρι τούδε ακριβώς υπό πολλών. Σύμφωνα με τον Ησύχιο, οι Δωριείς ονόμαζαν τα κύματα αἶγες. «αἶγες, τα κύματα Δωριεῖς καλοῦσι».

Δυνάμεθα ειπείν λοιπόν ότι εν τούτοις υπάρχει η ρίζα «αVF>αιF>αιγ» ένθεν όνομα εγένετο «αἰγ-ίς», κάτι σαν το «αὐγίς» δια την εκ του αφρού λευκότητα των κυμάτων.

Δύο παραδείγματα δια τούτο, το εν από ποίημα του Δροσίνη και το άλλο από το λεξικό του Τριανταφυλλίδη δια να δειχθή ότι και σήμερον υπάρχει η αυτή χρήσις...

Γλυκά φυσά ο μπάτης,
η θάλασσα δροσίζεται,
στα γαλανά νερά της
ο ήλιος καθρεφτίζεται
και λες πως παίζουν μ’ έρωτα
πετώντας δίχως έννοια
ψαράκια χρυσοφτέρωτα
σε κύματ’ ασημένια.

Στου καραβιού το πλάι
ένα τρελό δελφίνι
γοργόφτερο πετάει και πίσω μάς αφήνει.
και σαν να καμαρώνεται
της θάλασσας το άτι
με τους αφρούς του ζώνεται
και μας γυρνά την πλάτη.

Χιονοπλασμένοι γλάροι,
πόχουν φτερούγια ατίμητα
και για κανένα ψάρι
τα μάτια τους ακοίμητα,
στα ξάρτια τριγυρίζοντας
ακούραστοι πετούνε
ή με χαρά σφυρίζοντας
στο πέλαγος βουτούνε.

Και γύρω καραβάκια
στη θάλασσ’ αρμενίζουν
σαν άσπρα προβατάκια
που βόσκοντας γυρίζουν

με χαρωπά πηδήματα
στους κάμπους όλη μέρα,
κι έχουν βοσκή τα κύματα,
βοσκό τους τον αέρα. 

Λ. Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία, τόμ. 6, Δωδώνη

προβατάκι το (YΠΟKΟΡ) 1. μικρό πρόβατο. 2. (πληθ.) οι λευκοί αφροί που σχηματίζονται στην κορυφή των κυμάτων (όταν φυσάει δυνατός αέρας): Σήμερα η θάλασσα έχει προβατάκια. 


Και αυτός δε ο ποιητής της Ιλιάδος ουχί άλλως χαρακτηρίζει τα κύματα (Ιλ. 13, 799)

κύματα παφλάζοντα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης
κυρτὰ φαληριόωντα, πρὸ μέν τ᾽ ἄλλ᾽, αὐτὰρ ἐπ᾽ ἄλλα

Κοχλάζουν κύματα πολλά της φλοισβεράς θαλάσσης,
κυρτά, με κάτασπρες κορφές, άλλα κατόπι σ’ άλλα.


«φαληριόωντα» τουτέστι λευκαθίζοντα ή λευκαινόμενα. Εις τον Ησύχιον πάλι τούτο απαντάται και «φάληρα» λευκά, αφρίζοντα φρίσσοντα…

Ταύτα δε εγένοντο εκ ρίζης της «φαυ» ένθεν το «φαῦος» (φαυοφόρος) και το «φάος» και το «φανός» και το «φαλός»(= φᾰλός, -ή, -όν (φάω), λαμπερός, λευκός) δια την συνάφειαν της εννοίας του φαεινού τη του λευκού ήτοι. Ίσως και το «Αἰγαῖον» πέλαγος εκλήθη λοιπόν ούτως από του πλήθους των «αἰγῶν», τουτέστι των κυμάτων, δηλόν το «πολυκύμαντον».

Το δε «αἰγίς» συνεκόπη εις «αἲγς=αἲξ» ως και το ov-is εις το oVs= οἶς. (=Λατ. ovis· πρόβατο, είτε αρσενικό (κριάρι), είτε θηλυκό (προβατίνα), σε Όμηρ. κ.λπ.· το γένος όμως μερικές φορές δηλώνεται με έναν προσδιορισμό, ὄϊν ἀρνειὸν ῥέζειν θῆλύν τε, θυσιάζω ένα αρσενικό και ένα θηλυκό πρόβατο, σε Ομήρ. Οδ.)

Αμνηστηθείσης της αρχής του ονόματος υπέλαβον πολλοί ότι το «αἶγες» σημαίνει μόνον τα γνωστά βοσκήματα (=αἴξ, αἰγός, ὁ, ἡ, δοτ. πληθ. αἴγεσιν· 1. γίδα, κατσίκα, Λατ. caper, capra, σε Όμηρ. 2. αἲξ ἄγριος, αγριοκάτσικο, αίγαγρος, ο Λατ. Ibex).

Και η «αἰγίς=ἀσπίς» εκ της αυτής ωστόσο παρεγένετο ρίζης, δηλούσης κίνησιν εκπεμπομένου πυρός και φωτός. Τοιαύτη ήτο η ασπίς ή το όπλον του αστεροπητού Διός, φώς αστραπής δίκην εκτοξεύον. (Ιλ. Ρ. 593)

καὶ τότ᾽ ἄρα Κρονίδης ἕλετ᾽ αἰγίδα θυσσανόεσσαν
μαρμαρέην, Ἴδην δὲ κατὰ νεφέεσσι κάλυψεν,
ἀστράψας δὲ μάλα μεγάλ᾽ ἔκτυπε, τὴν δὲ τίναξε,
νίκην δὲ Τρώεσσι δίδου, ἐφόβησε δ᾽ Ἀχαιούς.

Και τότε, ο Ζευς την κροσσωτήν αιγίδ’ ακτινοβόλον
επήρε και όλην σκέπασε με σύννεφα την Ίδην,
άστραψ’ εβρόντησε βαριά και σειώντας την αιγίδα
νίκην των Τρώων έδιδε και τρόμον των Αργείων.


Ενθάδε λοιπόν ο Ευστάθιος επόμενος τοις παλαιοίς γραμματικοίς ερμηνεύει ως εξής:

«λέγει Διός αιγίδα τα νέφη και το της αστραπής σέλας και τον μάλα μέγαν κτύπον της βροντής».

Εντεύθεν είναι φανερόν ότι και τα νέφη και ο κτύπος της βροντής απεδόθησαν τη «αἰγίδι» της οποίας το έτυμον ηγνοείτο. Αλλ’ ο ποιητής καίτοι ειδώς την αληθήν της λέξεως σημασίαν περιγράφει την αστραπήν, ουχί εν αιθρία παρά το σύνηθες εκλάμψασαν, αλλ’ ως συνήθως εν τη φύσει συμβαίνει εκ μέσου των νεφελών εξορμώσαν. Δια τούτο και επίτηδες πρώτον μεν έταξεν το επίθετον «μαρμαρέην» είτα δε επήνεγκεν το «νεφέεσσι κάλυψεν» ως προπαρασκευαστικά του ευθύς επαγομένου «αστράψας».

Άλλως δε και γελοίον συνάμα μεν λέγειν ότι η «αἰγίς» από του περιβάλλοντος αυτήν αἰγείου δέρματος εκλήθη, και ταυτοχρόνως δε αβασανίστως αποδέχεσθαι ότι εγένετο «μαρμαρέη» ότι δηλ εκπέμπει μαρμαρυγάς και λαμπηδόνας. Η κακή του «αἰγίς» ερμηνεία εκώλυσε και την κατάληψιν του «ἀμφιδάσεια» (Ιλ. 15, 309)

πρόσθεν δὲ κί᾽ αὐτοῦ Φοῖβος Ἀπόλλων
εἱμένος ὤμοιιν νεφέλην, ἔχε δ᾽ αἰγίδα θοῦριν
δεινὴν ἀμφιδάσειαν ἀριπρεπέ᾽, ἣν ἄρα χαλκεὺς
Ἥφαιστος Διὶ δῶκε φορήμεναι ἐς φόβον ἀνδρῶν·
τὴν ἄρ᾽ ὅ γ᾽ ἐν χείρεσσιν ἔχων ἡγήσατο λαῶν.

κι έμπροσθεν σ’ αυτόν, με νέφος τυλιγμένος
ο Απόλλων κι είχε την φρικτήν πολεμικήν αιγίδα
την δασερήν, περίλαμπρην που ο Ήφαιστος του Δία
εχάλκευσε, να την φορεί, τους άνδρες να τρομάζει.
Αυτήν κρατώντας αρχηγός εστήθηκε των Τρώων.


Ενταύθα ευτυχώς ο ποιητής σαφώς την ασπίδαν του Διός ήτοι την αιγίδαν εχώρισεν της νεφέλης, εκείνην μεν εν χειρί θείς του Απόλλωνος (ἔχε δ᾽ αἰγίδα θοῦριν δεινὴν ἀμφιδάσειαν ἀριπρεπέ), ταύτην δε περί τους ώμους (εἱμένος ὤμοιιν νεφέλην). Αγαθή δε τύχη προστίθησιν ότι ήτο έργον του χαλκέως Ηφαίστου, ένθεν φανερόν ότι εκ μετάλλου κι ουχί δέρματος αιγός ήτο πεποιημένη.

Οποίον δε ήτο το μέταλλον εκείνο, δηλοί αύθις ο ποιητής εν (Ιλ. Ω, 21)

τοῖο δ᾽ Ἀπόλλων
πᾶσαν ἀεικείην ἄπεχε χροῒ φῶτ᾽ ἐλεαίρων
καὶ τεθνηότα περ· περὶ δ᾽ αἰγίδι πάντα κάλυπτε
χρυσείῃ, ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων.

Αλλ΄ασχημιές δεν πάθαινε το σώμα,
ότι τον άνδρα και νεκρόν τον ελυπείτ’ ο Φοίβος
και τον εσκέπαζε με την χρυσήν αιγίδα
να μη γδαρθεί το σώμα του στα χώματα συρμένο.


Τοιαύτην δε ούσαν την αιγίδα του Διός, ουδέν κοινόν έχουσαν τη νεφέλη καλεί λοιπόν «ἀμφιδάσειαν ἀριπρεπέα»

Πόσον άτοπος είναι η των παλαιών ερμηνεία λοιπόν όταν ερμηνεύουν το «ἀμφιδάσειαν ἀριπρεπέα» ως εξής:

«εξ εκατέρου μέρους κροσσούς έχουσαν» ή «αμφίμαλλον» ή «κύκλω δασείαν δια τους θυσάνους»

αφού είναι φανερόν ότι ουδέν παραλογώτερον ήθελεν είναι ή το καλείν δασείαν την ασπίδαν δια τους κύκλω θυσάνους. Εάν δε πάλιν καλέση τις αυτήν «αμφίμαλλον» ως δέρμα δήθεν αιγός περιβεβλημένην, τι πρέπει να είπη τότε περί του μεγίστου των ποιητών «μαρμαρέην» αυτήν και «αριπρεπέα» καλούντος;

Αλλά και των νεωτέρων η ερμηνεία είναι ευρεσιολογία μάλλον παρά λελογισμένη ερμηνεία της λέξεως. Διότι ισχυρίζονται ότι ο ποιητής, φαντασθείς την νεφέλην αμφίμαλλον, μετήνεγκεν αυτήν επί την ασπίδα. Όμως εν τω «ἀμφίδασυς, ἀμφιδάσεια» λανθάνει ρίζα «δαυ» και αποπτώσει του «υ» σκέτο «δα». Ούτως και εκ της ρίζης «φαυ» του «φαῦος» ελήφθη η «φα» εν τω «φάος».

Το «δάσος» και το «δασύς» εκ ρίζης εγένοντο της «δαυ» ως δηλοί και το «δαῦλον=δασύ» και το προ του «s» κείμενον «n» εν τω λατινικώ «densus», σαφώς μηνύον έκπτωσιν στοιχείου, δια του V αναπληρωθέντος.

Κατά ταύτα, το «δάσος» εκ ρίζης αναδραμόν της «δαυ» εγίνετο αναλογώτερον «δαῦσος» καθάπερ εκ της «καυ» εγένετο «καῦσος». Αλλ’ η ρίζα «δαV», κινήσεως δηλωτική πότε μεν εσήμαινε συνεχή πολλών γένεσιν ή έλευσιν εις το αυτό, ένθεν η εν τω δάσος και τω δασύς εγκειμένη έννοια της πληθύος και της πυκνότητος, πότε δε πάλιν κίνησιν πυρός και φωτός καθάπερ η «αV» και η «καV» και η «φαV».

Παρ’ Ομήρω αι εκ της «δ αV» γενόμεναι λέξεις δεν έχουσι «V» αλλ’ ή μόνον «α» ως «δάος=λαμπάς» και «δαίς=δάς» ή «αι» ως εν τω «δαίω».

Ώστε ώφειλε μεν εκ της «δαυ» να παραχθή ρήμα «δαύω» (πρβλ. «δεδαυμένον=περιπεφλεγμένον του Ησυχ.) και «δαῦσος» κατά το «καῦσος» και δη και «δαυσύς» και «αμφίδαυσυς». Αλλά ταύτα ουχί είναι της ομηρικής διαλέκτου αρμόζοντα.

Ως λέγει λοιπόν ο ποιητής «δάος» αντί «δαῦος» και «δαλός» αντί «δαυλός» ούτως και «δασύς» αντί «δαυσύς» λέγει. Επειδή δε επ’ αμφοτέρων των σημασιών του τε πυκνού ή λασίου και του πυρφόρου ή φαεινού η ρίζα πότε παρίσταται μεν «δαυ» πότε παρίσταται «δα», ουδέν κωλύει να αποδεχθώμεν αυτήν επί της δευτέρας σημασίας εν τω «αμφιδάσειαν», ήτοι ως «δα», αρχαιοτέρω ίσως και της ομηρικής ποιήσεως επιθέτω συμφώνως προς τε την αρχήν και σημασίαν του «αἰγίς» και των επιθέτων «μαρμαρέη» και «ἀριπρεπής», έτι δε και τη παραδόσει ότι εκ μετάλλου και ιδίως εκ χρυσού ήτο πεποιημένη η ασπίς του Διός.

Ίσως δε και επεξηγών ως συνήθως ο ποιητής, εξήνεγκεν παραλλήλως αμφότερα τα επίθετα «ἀμφιδάσειαν», «ἀριπρεπέα». Σημειωτέον δε και τούτο, ότι την ιδέαν της λαμπρότητος των όπλων εκφράζει ο Όμηρος δια του αυτού ρήματος «δαίω=δαύω» (Ιλ. 5, 4)

δαῖέ οἱ ἐκ κόρυθός τε καὶ ἀσπίδος ἀκάματον πῦρ
ἀστέρ᾽ ὀπωρινῷ ἐναλίγκιον, ὅς τε μάλιστα
λαμπρὸν παμφαίνῃσι λελουμένος ὠκεανοῖο·

Από το κράνος του άναβε και απ’ την ασπίδα φλόγα
που ακτινοβόλ’ ακοίμητη, του φθινοπώρου ως τ’ άστρο
λουσμένο απ’ τον Ωκεανόν ολόφωτο αναλάμπει.


Ήτοι «μαρμαρυγή πυρί ἐοικυῖα» εξέλαμπεν εκ της κόρυθος και της ασπίδος, ή πυραυγής εφαίνετο ή τε κόρυς και η ασπίς…



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him