Ἡ Σχέσις τῆς Ἑλληνικής Τέχνης και τοῦ Πολιτικοῦ Βίου




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-Πτυχιούχου Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Μεταπτυχιακοῦ Ἐφηρμοσμένης Παιδαγωγικῆς
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Ὑποψηφίου Διδάκτορος Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ
"Η Φρύνη μπροστά στον Άρειο Πάγο", έργο του Jean-Léon Gérôme, 1861, Hamburg Kunsthalle

Μεταξύ εικαστικών τεχνών και πολιτικού βίου, εάν εξετάση τις την επίδοσιν του καθενός, θέλει ευρείν ότι επικρατεί αναντιρρήτως σχέσις και συμμετρία. Δια να το είπωμεν άλλως. Η ιστορία της ελληνικής τέχνης δεν είναι δυνατόν να γίνη άλλως ή εν συνωδία προς τας περιόδους του πολιτικού βίου.

Τα έργα της αρχαϊκής εποχής συμπίπτουσι προς την κάθοδον των Ηρακλειδών. Οι εκ των ορέων της βορείου Ελλάδος εις την Πελοπόννησον καταβάντες Δωριείς εγκαινιάζουσι την «ναοδόμον τέχνην» ήτις αρμόζει καθ’ όλα προς τον δωρικόν χαρακτήρα. Εκ της μεταναστεύσεως του δωρικού φύλου δημιουργείται επομένως ο αρχαιότατος αρχιτεκτονικός ρυθμός εν Ελλάδι. Εκ της μετοικήσεως δε των Ιώνων παρήχθη κι ο ιωνικός ρυθμός, όστις επικρατεί εν τη Μικρά Ασία, όπως αντιστοίχως ο δωρικός εν Πελοποννήσω. Η από του 474 π.Χ ανάδειξις της αττικής τέχνης ηκολούθησεν κατά πόδας την υπέρογκον επικράτησιν των Αθηνών μετά τα Μηδικά.

Εφ’ όσον ο πολιτικός βίος – και τούτο δέον να ενθυμήται τις – έχει τύπον τραχύν και αρχαϊκόν, σώζει και η τέχνη ακμαίον το ήθος. Άμα η πολιτεία μετέπεσεν εις το μαλακόν και ανειμένον και η τέχνη εξέκλινεν επ’ ίσης εις το χαλαρόν και ηδυπαθές, τεκμήριον δε αι ηθογραφίαι του Πολυγνώτου και αι ανειμέναι γραφαί του Ζεύξιδος και του Παρασσίου. Εξηγούμαι. Εν τοις έργοις του ευθύς μετά τα Μηδικά διαλαμψάντος Πολυγνώτου[1] εγκατοπτρίζεται άπαν το κεφάλαιον των μεγάλων της μεγάλης εκείνης εποχής ιδεών. Οίαν σχέσιν είχον αι νεώτεραι τραγωδίαι προς τας παλαιάς τοιαύτην και τα καλλιτεχνήματα του Ζεύξιδος[2] και του Παρρασίου[3] προς τας γραφάς του Πολυγνώτου. Αύται μεν είναι μεσταί ήθους, κατέχουσιν εν τη ζωγραφία την αυτήν θέσιν ήν το έπος εν τη ποιήσει και αποκαλύπτουσι τον τότε επικρατούντα πολιτικόν και κοινωνικόν βίον. Εκείνα εν αντιθέσει είναι περίπλεα πάθους, εμφαίνοντος ότι παρελύθησαν οι δεσμοί των παραδόσεων. Κατά τους χρόνους του Ζεύξιδος και του Παρρασίου, επί του πελοποννησιακού πολέμου και μετ’ αυτόν καταστρέφονται μικρόν κατά μικρόν αι αρχαίαι παραδόσεις αναπληρούμεναι υπό παντοίων καινοτομιών. Ο δε Παρράσιος ηρμήνευσεν προσφυέστατα τον ψυχολογικόν χαρακτήρα των συγχρόνων αυτώ Αθηναίων, ζωγραφήσας τον Δήμον ως μέγας της εποχής καλλιτέχνης.

Η αυτή σχέσις πολιτικού βίου και τεχνών διατρανούται εν τοις πλαστικοίς αριστουργήμασι του Φειδίου και του Πραξιτέλους. Ο μεν Φειδίας κατεβίβασεν εκ του Ολύμπου τον Δίαν και την Αθηνάν, ο δε Πραξιτέλης, ανεβίβασεν εκείσε την Φρύνην[4], αποδείξας εταίραν την ουρανίαν Αφροδίτην. Εκείνος μεν εκπροσωπεί τον παλαιότερον, ούτος δε τον νεώτερον βίον των Αθηνών. Τα αριστουργήματα του μεγάλου Φειδίου διηγούνται την δόξαν των Αθηνών επί Κίμωνος και μάλιστα επί Περικλέους. Η ακμή της δημοκρατίας ήτο συνάμα και ακμή της τέχνης. Όπου πολιτική ακμή εκεί και θρίαμβος της τέχνης. Εν ταις αριστοκρατικαίς πολιτείαις, η πλαστική και η γραφική δεν ηδύναντο να προκόψωσι. Πόσους τεχνίτας απέδειξεν η Σπάρτη, εν ώ αι Αθήναι και το Άργος, αμφότεραι δημοκρατούμεναι, εναβρύνονται επί τοσούτοις και τηλικούτοις καλλιτέχνες; Τι θαυμασιώτερον της προς την ακμήν της δημοκρατίας συμμέτρου ακμής της τέχνης εν Αθήναις; Εντός είκοσι ετών ετεχνουργήθησαν μετά θαυμαστής ταχύτητος πολυάριθμοι ναοί, αι Στοαί, τα Προπύλαια και πλήθος άπειρον αναθημάτων, ποικιλαχώς προωρισμένων, ίνα αποθανατίσωσι τους περικλεείς αγώνας δι’ ών, η Ελλάς πρυτανευόντων των Αθηναίων, διέσωσε την ελευθερίαν και την εθνικήν αυτής ύπαρξιν. Σεμνυνόμενος ο μέγας ρήτωρ Δημοσθένης μνημονεύει τα γεραρά μνημεία, ο δε Πλούταρχος πλήρης θαυμασμού λέγει περί αυτών, ότι έχουσιν εισέτι επανθούσαν την χάριν. Αλλ’ ουχί αι Αθήναι μόναι μαρτυρούσιν, ότι η πολιτική επίδοσις συνετέλεσεν εις την ανύψωσιν της τέχνης. Ότε αι Θήβαι επρωταγωνίστησαν εν τω πολιτικώ σταδίω, συνεπρωταγωνίστησεν εκεί παραλλήλως τη πολιτική και η τέχνη. Και τότε δή τότε συνέστη το περιώνυμον Θηβαϊκόν εργαστήριον, εξ ού προέκυψαν ονομαστοί τεχνίται, ο Νικόμαχος, ο Αριστείδης, ο Ευφράνωρ και ο Νικίας. Δια της συμμαχίας των Θηβών αίρεται εις δύναμιν η Αρκαδία, ακριβώς δε κατά τους χρόνους εκείνους οι ναοί της Τεγέας, της Μαντινείας και της Μεγαπόλεως προσλαμβάνουσι λαμπρά αγάλματα, πεποιημένα δια της μαγικής σμίλης του Σκόπα και του Πραξιτέλους.

Επί Αλεξάνδρου του Μεγάλου η τέχνη ετράπη μεν επί το κολοσσιαίον, αναλόγως προς τους τεραστίους των Μακεδόνων αγώνας, αλλ’ αποβαλούσα πάν εθνικόν στοιχείον, εθήτευσεν παρά ταις θύραις των βασιλέων. Βεβαίως επί Μακεδόνων αι τέχναι εξήρθησαν εις ύψος εφάμιλλον προς τους θριάμβους των μακεδονικών όπλων, το ύψος όμως εκείνο το εξαίσιον, το μέγεθος εκείνο το ευπρεπέστατον ήτο ουχί κολοφών οργανικής αναπτύξεως αλλ’ αιφνίδιος αναπήδησις, προελθούσα εκ της καταπλήξεως και εκτάσεως των νικών και των κατακτήσεων, αίτινες ανέφλεξαν την φαντασίαν, ουχί δε εκ της ειλικρινούς εκείνης συνειδήσεως, ήτις αναζωπυρεί και γονιμοποιεί την τέχνην. Εις τον ελληνικόν βίον ενεφιλοχώρησεν δια του μακεδονισμού «ηρωικόν τι στοιχείον», οι μεγάλοι όμως καλλιτέχναι των μακεδονικών χρόνων ουδέ να εισχωρήσωσιν εις τα βάθη του ψυχικού βίου κατώρθωσαν ουδέ να σωματοποήσωσι δια της τέχνης τας σεμνάς ιδέας της θεότητος, περιορίζονται δε μάλλον εις τον χώρον των κατά το μάλλον ή ήττον συμβολικών και αλληγορικών παραστάσεων, δι’ ών και εκτήσαντο άφθιτον κλέος.




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] Ο Πολύγνωτος ζωγράφισε την εποχή του Κίμωνα ένα έργο με θέμα την άλωση της Τροίας πάνω στους τοίχους της Ποικίλης Στοάς, και ένα άλλο με θέμα τον γάμο των θυγατέρων του Λευκίππου. Ο Πλούταρχος γράφει ότι ιστορικοί και ο ποιητής Μελάνθιος βεβαιώνουν πως ο Πολύγνωτος δεν ζωγράφιζε για τα χρήματα, αλλά εξαιτίας των ευγενών αισθημάτων του προς τους Αθηναίους. Στην αίθουσα των Προπυλαίων της Ακροπόλεως υπήρχαν άλλα έργα του. Τα σημαντικότερα πάντως ήταν οι τοιχογραφίες του στον «Θησαυρό των Κνιδίων» στους Δελφούς. Τα θέματά τους ήταν η Νεκυία (επίσκεψη του Οδυσσέα στον Άδη) και η άλωση της Τροίας. (Βικιπαίδεια)

[2] Ο Ζεύξις ή Ζεύξιππος (5ος - 4ος αιώνας π.Χ.) ήταν ένας από τους διασημότερους ζωγράφους της αρχαιότητας, με καταγωγή από την Ηράκλεια, δεν είναι βέβαιο ποια αλλά πιθανώς την Ηράκλεια την Ποντική στη Βιθυνία ή την Ηράκλεια της Λευκανίας. Κατά τον συγγραφέα του 1ου αιώνα μ.Χ. Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ο οποίος αποτελεί μια από τις κύριες πηγές για τη ζωή του Ζεύξιδος, η τέχνη του ξεπέρασε όλους τους ζωγράφους της εποχής του, εκτός από τον Παρράσιο, και συγκρινόταν σε καλλιτεχνική ολοκλήρωση με καλλιτέχνες όπως ο Φειδίας και ο Πολύγνωτος (Βικιπαίδεια)

[3] Ο Παρράσιος ο Εφέσιος (ήκμασε γύρω στο 400 π.Χ.), ήταν ο επιφανέστερος ζωγράφος της εποχής του. Θεωρήθηκε ότι έφτασε την απόδοση της ιδανικής ανθρώπινης μορφής στην τελειότητα. Έχουν σωθεί στον Αθήναιο, στο έργο του Δειπνοσοφισταί δύο επιγράμματά του και μέρος ενός τρίτου. Ήταν γιος του ζωγράφου Ευήνορα. Ο Πλίνιος τον θεωρούσε σύγχρονο του Ζεύξι (464-397 π.Χ.). Ονομαστά έργα του, τα οποία έχουν χαθεί, ήταν ο «Φιλοκτήτης στη Λήμνο». ο «Δήμος των Αθηναίων» και ο «Θησέας» (Βικιπαίδεια)

[4] Η Φρύνη ήταν μια διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, ξακουστή για το φυσικό της κάλλος. Έζησε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Αθήνα, ωστόσο καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτίας στις οποίες και φέρεται να γεννήθηκε το 371 ή το 365 π.Χ.. Ο πατέρας της λεγόταν Επικλής και το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη, αλλά εξαιτίας του χλωμού (ωχρού) δέρματός της έμεινε γνωστή ως Φρύνη (το όνομα προκύπτει από το αμφίβιο φρύνος). Σχετικά με τη ζωή της διασώζονται πολλά διάσημα ιστορικά ανέκδοτα, ενώ θεωρείται πως αποτέλεσε το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως «Αφροδίτη της Κνίδου», έργο του Πραξιτέλη. Η Φρύνη πέθανε στην Αθήνα το 310 π.Χ.. Σε κάποιους εορτασμούς προς τιμήν του Ποσειδώνα στην Ελευσίνα, αφαίρεσε τα ρούχα της, έλυσε τα μαλλιά της και προχώρησε γυμνή προς τη θάλασσα, μπροστά στα μάτια του κόσμου. Ο ζωγράφος Απελλής, λέγεται, πως εμπνεύστηκε από το γεγονός αυτό για να φιλότεχνήσει το περίφημο έργο «Αφροδίτη Αναδυόμενη», για το οποίο η ίδια η Φρύνη πόζαρε ως μοντέλο. Ο Αθήναιος και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρουν πως αποτελεί επίσης το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως «Αφροδίτη της Κνίδου», έργο του Πραξιτέλη. (Βικιπαίδεια)


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him