Ἡ ἀρχική ἒννοια τοῦ ὃρου «ἑλληνισμός»




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-Πτυχιούχου Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Μεταπτυχιακοῦ Ἐφηρμοσμένης Παιδαγωγικῆς
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Ὑποψηφίου Διδάκτορος Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ



Απ’ το «βαρβαρίζω» προέρχεται η έννοια «βαρβαρισμός», εκ του «σολοικίζω» το «σολοικισμός», εκ του «αττικίζω» το «αττικισμός», εκ του «δωρίζω» το «δωρισμός» και έτσι κατά τον ίδιον τρόπο εκ του «ελληνίζω» το ελληνισμός. Κάπου κάπου μάλιστα το «ελληνισμός» συνωνυμεί με το «αττικισμός», την καθαρά δηλαδή γλώσσαν. Ωστόσο εις ουδέναν των πρό του Αριστοτέλους ακμασάντων ποιητών και πεζογράφων απαντά η λέξις «ελληνισμός». Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι ό όρος δεν υπήρχεν. Εάν δια παράδειγμα δεν εσώζετο η λέξις «αττικισμός» στον Θουκυδίδη, θα εδικαιούτο κανείς να είπη ότι και το όνομα τούτο δεν ήτο εν χρήσει παρά τοις αρχαίοις; Λέγουσι λοιπόν εσφαλμένως την σήμερον ότι δεν υπήρχεν το «ελληνισμός» λόγω του ότι η λέξις δεν διεσώθη. 

Στους δοκίμους συγγραφείς το «ἑλληνίζειν» σημαίνει το «ελληνιστί υγιώς διαλέγεσθαι». Στον Πλάτωνα φερ’ ειπείν στα έργα του «Πρωταγόρας», «Μένων», «Αλκιβιάδης» και «Χαρμίδης», το ρήμα έχει ακριβώς αυτήν την εκδοχήν. Ο Θουκυδίδης μεταχειρίζεται το «ελληνίζειν» παθητικώς, όταν λέγει δια τους βάρβαρους Αμφιλόχους, ότι «ἡλλινίσθησαν την νῦν γλῶσσαν» δηλαδή, ότι εγένοντο Έλληνες κατά την διάλεκτον. Είναι δε αληθές ότι το «ελληνίζειν» ούτε παρά Πλάτωνι, ούτε παρά Ξενοφώντι, ούτε παρά Θουκυδίδη, ούτε παρ’ άλλω τινί των κλασσικών συγγραφέων ευρίσκεται κατά μεταβατικήν, ενεργητικήν έννοιαν.

Αλλά το «ἡλλινίσθησαν την νῦν γλῶσσαν» του Θουκυδίδου δεν υπονοεί άρα γε κατά την εύστοχον του Kruger παρατήρησιν, ότι υπήρχε και ανάλογος ενεργητικός τύπος «ἑλληνίζειν τινά την νῦν γλῶσσαν»; Οι μετέπειτα συγγραφείς εποίουν χρήσιν της μεταβατικής και αμεταβάτου εννοίας του ρήματος κατά την υπάρχουσαν χρείαν βασιζόμενοι εκ προγενεστέρων παραδειγμάτων. Το «ελληνίζειν» έτσι απαντά κατά πρώτον με την μεταβατικήν εκδοχήν του εις τον Δίωνα τον Κάσσιον, χρησιμοποιήσας τούτο αυτός άπαξ εν τω 55ον βιβλίον του (550, b, c) ένθα γίνεται μνεία περί μεθερμηνεύσεως της λατινικής λέξεως «auctoritas», ήν ηδύνατο τις ίσως να μεταφράση δια της ελληνικής λέξεως «αξίωμα». Ο Δίων όμως λέγει «ἑλληνίσαι γαρ αὐτό (το όνομα δηλ «auctoritas») καθάπαξ ἀδύνατον ἐστί». Κατά τα άλλα το «ἑλληνίζειν» ευρίσκεται εις τον Δίωνα πάλι και πάλι άπαξ και ως αμετάβατον.

Εκ των άλλων μεταγενεστέρων συγγραφέων, οίτινες συνηγορούν υπέρ του ενεργητικού τύπου του «ελληνίζειν» μνημονεύω τον Λιβάνιον, γράψαντα εν τω Αντιοχικώ του «ἑλληνίζων διετέλεσε την βάρβαρον», τον Φρύνιχον γράψαντα «ἐξελληνίζων και ἀττικίζων το δικαστήριον», τον Ιώσηπον και τον Φίλωνα, τον πρώτον μεν ειπόντα «ὁ την βάρβαρον ἀφελληνίσας», τον δεύτερον δε «ἑλληνίζειν τα ὀνόματα» αντί του «περιάπτειν τοῖς ἑβραϊκοῖς ὀνόμασιν ἑλληνικόν τύπον», π.χ «Νωέος» αντί «Νῶε», «Ἰάκωβος» αντί «Ἰακώβ» κλπ.

Το όνομα «ἑλληνισμός» προφαίνεται κατά πρώτον ως γραμματικός όρος. Αφ’ ού το «ἑλληνίζειν» δηλοί ως είπον «ἑλληνιστί ὑγιῶς διαλέγεσθαι» είναι επόμενον ότι και το εντεύθεν παράγωγον «ἑλληνισμός» δεν δύναται να σημαίνη άλλο παρά το «ἑλληνική φράσις, ὀρθή και ἀδιάπτωτος». Ο Αριστοτέλης διδάσκει εν τω τρίτω βιβλίω της Ρητορικής του «ἒστι δ’ ἀρχή τῆς λέξεως το ἑλληνίζειν». Ώστε κατά τον Σταγειρίτην, αρχή και θεμέλιον του γραφικού χαρακτήρος είναι η καθαρά και ορθή ελληνική γλώσσα εν τω ιδιώματι και τη εκλογή των λέξεων. Η περί του ελληνισμού θεωρία του Αριστοτέλους διελευκάνθη και ανεπτύχθη υπό των γραμματικών. «Ἀρεταί λόγου εἰσί πέντε, ἑλληνισμός, σαφήνεια, συντομία, πρέπον, κατασκευή» λέγει ο Διογένης ο Λαέρτιος στο «Ζήνωνος βίος» του. Αι πέντε δε αύται του λόγου αρεταί συναποτελούσι το θεμέλιον του «ἑλληνίζειν». Ο «ἑλληνισμός» υπονοεί ότι η φράσις πρέπει να ήναι αδιάπτωτος εν τη τεχνική συνηθεία. Η σαφήνεια, ότι η λέξις δέον να παριστά γνωρίμως το νοούμενον, η συντομία, ότι η λέξις δέον να περιέχη αυτά τα αναγκαία προς δήλωσιν του πράγματος, το πρέπον ότι δέον να μεταχειριζώμεθα λέξιν οικείαν τω πράγματι, η δε κατασκευή ότι πρέπει να εκφεύγωμεν τον ιδιωτισμόν.

Παρά πάσι σχεδόν τοις γραμματικοίς ο «ἑλληνισμός» ως έννοια δηλοί ότι οι Έλληνες δια της λέξεως ταύτης νοούσιν, ό,τι και οι Λατίνοι δια της «latinitas». Ο «ἑλληνισμός» λοιπόν φαίνεται πως ουδέν άλλο σημαίνει παρά το «καθ’ Ἓλληνας διαλέγεσθαι», τουτέστι το «ἀσολοικίστως και ἀβαρβαρίστως διαλέγεσθαι» καθ’ όν τρόπον και το «ἑλληνίζειν» δηλαδή σημαίνει το «ὀρθώς ἑλληνιστί φθέγγεσθαι». Γνώρισμα του «ἑλληνισμοῦ» είναι λοιπόν η λέξις η αρμόζουσα τη τεχνική συνηθεία, δηλ. τη γλώσση, τεχνικώς διαπεπονημένη.

Αλλά έμεινεν εις αυτήν την έννοιαν ο όρος; Θα το ίδωμεν εις έτερον μελλοντικόν πόνημά μας






DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him