«Κρητικός Πόλεμος»: Οἱ ὑπονομοποιοί καί οἱ ὑπονομαχίες τοῦ Μεγάλου Κάστρου





ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν






 
Οι Βυζαντινοί έκαμαν το Ηράκλειο πρωτεύουσα του νησιού. Το 1204 όμως, όταν οι Σταυροφόροι κατέλυσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, οι Βενετοί αγόρασαν από τον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό[1] ολόκληρη την νήσον έναντι 1.000 αργυρών μάρκων. Από τότε ήρχισε η Βενετοκρατία και κράτησε 464 ολόκληρα έτη. Το Ηράκλειο παρέμεινε πρωτεύουσα του νησιού, οι Βενετοί το απεκάλουν Κάντια, το εξωράισαν με πολλά και μεγαλοπρεπή δημόσια κτήρια και ταυτόχρονα ίδρυσαν τα πανίσχυρα τείχη της πόλεως.


Η Βενετική κυριαρχία οικονομικώς υπήρξεν άπληστος, άφησεν όμως ελεύθερην την παιδείαν και την θρησκείαν. Για τους λόγους αυτούς στα χρόνια της ο Χάνδακας, το Ηράκλειον ανεδείχθη όχι μόνον ως μεγάλο εμπορικόν κέντρον αλλά και ως εξαίρετον φυτώριον των τεχνών και της λογοτεχνίας. Τότε ήτο που ανεφάνη μια πλούσια πλειάδα Κρητικών που έχουν δοξάσει τα ελληνικά γράμματα και την ελληνικήν καλλιτεχνεία, όπως είναι ο ποιητής του Ερωτοκρίτου Βιντσέντζος Κορνάρος, ο ονομαστός πατριάρχης Κων/πόλεως Κύριλλος Λούκαρης ή ο μεγάλος ζωγράφος – ένας από τους κορυφαίους του κόσμου – Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ή Έλ Γκρέκο.



Κατά τον  17ον αι όμως η τουρκική εξάπλωσις στα Βαλκάνια και την Ανατολικήν Μεσόγειον έφθανε στο κατακόρυφό της. Ήταν λοιπόν αναπόφευκτο ότι σήμανε τότε και η τραγική ώρα της Κρήτης. Την 1η Μαίου του 1648 ισχυρός τουρκικός στόλος απεβίβασεν μεγάλον στρατό που πολιόρκησεν τον Χάνδακα. Η πολιορκία κράτησε είκοσι ολόκληρα έτη και αποτελεί ένα από τα δραματικότερα και συγκλονιστικότερα επεισόδια της παγκοσμίου ιστορίας των τελευταίων αιώνων. Το περιγράφει με πλήθος λεπτομέρειες στο έμμετρο έργο του «Κρητικός Πόλεμος» ο αυτόπτης Ρεθυμνιώτης λόγιος Μαρίνος Τζάνε – Μπουνιαλής.



Είχε τότε ο Χάνδακας ή η Κάντια που λεγόταν τότε και «Μεγάλο Κάστρο» 15.000 κατοίκους.  Ο ποιητής του Κρητικού πολέμου προσωποποιεί το Κάστρο του Ηρακλείου, το οποίο μιλά και αναλογίζεται τις χαρές τον καιρό της ειρήνης.


Ώφου*, καημένοι Κρητικοί, και πού 'ναι τ' άλογά σας
και πού 'ναι τα μουλάρια σας και τα λαγωνικά σας;
Γή* πού 'ναι τα γεράκια σας και πού 'ναι οι λογισμοί σας
και πού 'ν' τα σπίτια τα ψηλά, πού 'ν' οι γραμματικοί σας;
Πού 'ναι τα λάδια, τα κρασά, τα στάρια, τα μετάξα,
γή πού 'ν' τα περιβόλια σας, τα μοναστήρια τ' άξα;
Στ' άλογα να καθίζετε κι εις τα χωριά να μπείτε,
να ξεκαλοκαιρεύσετε*, περίσσα* να χαρείτε!
Oι βρύσες πού 'ναι, τα νερά, κι οι ανθισμένοι κήποι,
π' όσοι κι αν τα κοιτάζανε ποτέ δεν είχαν λύπη;
Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα κι οι μυρισμένοι κρίνοι
κι οι δούλοι οι εμπιστικοί* τάχατες πού 'ν' εκείνοι,
να πιάσουν όμορφο χορό με τέχνες να πηδούνε
κι άλλοι να ρίκτουν τουφεκιές κι άλλοι να τραγουδούνε;
Βιολιά να παίζουν, τσίτερες*, λαγούτα να λαλούσι,
οληνυκτίς να χαίρουνται και να μην κοιμηθούσι;
Τ' αηδόνια να σφυρίζουνε κι ομπρός τως να πετούσι,
και γιάντα* τούτα οι Κρητικοί όλα να στερευτούσι;
Τώρα σπαχήδες* τα 'χουνε, γιανίτσαροι* τα 'ρίζου*,
κι οι Τούρκοι στα περβόλια τως πάνε και σιργιανίζου.*
           
*ώφου: αλίμονο *γή: ή *να ξεκαλοκαιρεύσετε: να περάσετε το καλοκαίρι *περίσσα: πολύ *εμπιστικοί: έμπιστοι *τσίτερες:κιθάρες *γιάντα: για ποιο λόγο *σπαχήδες: τούρκοι αξιωματούχοι *γιανίτσαροι: γενίτσαροι *'ρίζου: ορίζουν *σιργιανίζου: κάνουν περίπατο
   
Francesco Morosini (1619-1694)

Η φρουρά κατά την διάρκεια της πολιορκίας αυξομειωνόταν από 3.500 ως 12.000 άνδρες με επικεφαλής τους καλύτερους στρατηγούς της Βενετίας και ιδίως τον Φραγκίσκο Μοροζίνη[2]. Κατά διαστήματα μάλιστα πέρασαν, πολέμησαν αλλά και σκοτώθηκαν διαπρεπείς στραατιωτικές φυσιογνωμίες της τότε Ευρώπης, όπως ο αρχιναύαρχος του Γαλλικού στόλου δούκας Ντε Μπωφόρ[3].

Για πολλά χρόνια οι Τούρκοι ήσαν ανίκανοι να κυριεύσουν το Μεγάλο Κάστρο, το «ευσεβέστατον και θεοφρούρητον κάστρον της λαμπροτάτης και θεοφυλάκτου Κρήτης» όπως απεκάλει τον Χάνδακα ο Κρητικός πατριάρχης της Αλεξανδρείας Μελέτιος. Δώδεκα χρόνια ο Χουσείν, ο πρώτος σερασκιέρης των Τούρκων, ο αρχιστράτηγος δηλαδή που μάλιστα απεκαλείτο και Γαζής, τουτέστιν νικητής, ματαίως ηγωνίσθη να κυριεύση με εφόδους το Μεγάλο Κάστρο. Έκτισεν τότε απέναντι από τον Χάνδακα στην θέση Μαραθίτης ένα ισχυρό φρούριο, τον Νέον Χάνδακα, την Φορτέτσα όπως το απεκάλουν οι πολιορκημένοι το οποίο και απετέλει το κέντρον του οχυρωμένου στρατοπαίδου του.

Εκείθεν, από την Φορτέτσα εξαπέλυεν συνεχείς εφόδους  που όμως όλες απεδεικνύεντο μάταιες. Είχον οι Τούρκοι, όπως καισε όλες τις εκστρατείες της εποχής της ακμής των άφθονο πυροβολικό που όμως ήτο ανίσχυρον αντίκρυ στα τρομερά τείχη του Χάνδακα.

Τότε συνέβη και το εξής, άγνωστο σήμερα εις τους πολλούς. Όντας οι Τούρκοι δεξιοτέχνες στην κατασκευή υπονόμων δια την ανατίναξιν μέρους των τειχών προσπαθούσαν και με αυτόν τον τρόπον να ανατινάξουν το ατράνταχτον φρούριον. Αλλά οι πολιορκημένοι απαντούσαν με δικούς τους υπονόμους που συχνά κατεσκευάζοντο και επροχώρουν παραλλήλως. Καμιά φορά μάλιστα κατέληγαν και να συναντιούνται οι κατασκευαστές και τότε ακολουθούσε άγρια «υπονομαχία» που διηξήγετο μέσα στα σκοτεινά έγκατα της γής σκληρή και ανελέητη.

Για τους ανθρώπους εκείνους τους «υπονομοποιούς» που εζούσαν την σκληρήν μοίραν των κατέργων, γράφει το εξής ο στιχουργός της εποχής Μαρίνος Τζάνε – Μπουνιαλής:

«Στα βάθη ήταν οι φτωχοί εκείνοι οι τεχνίτες,
Βαθειά στον Άδη σκοτεινά κι είχασιν όλο νύχτες,
Λίγην φωτιάν την είχασιν μέσα εις τα φανάρια…

Συζωντανούς τους θάφτανε και δεν τους μνημονεύαν,
Ούτε τους μελετούσανε, ούτε τους εγυρεύαν.
Δίχως να παίρνουν πληρωμή, μα παξιμάδι μόνο,
Κι είχασιν όλοι στα κορμιά λαβωματιά και πόνο.»

Οι πολιορκημένοι κατά περιόδους επικοινωνούσαν και με τον έξω κόσμον πάντοτε από την θάλασσα, από την οποίαν έφθαναν σποραδικά εφόδια και ενισχύσεις. Οι Τούρκοι αντιθέτως αν και ήσαν οι πολιορκητές του Χάνδακα, ήσαν στην ουσία πολιορκημένοι από τον Βενετικό στόλο. Κατά αραιά μόνον διστήματα ανεφοδιάζοντο με πελώριες νηοπομπές, που έπρεπε να τις συνοδεύει ολόκληρος ο τουρκικός στόλος, όταν κατάφερνε να ξεφύγη από την επαγρύπνηση και την καταδίωξη των βενετικών ναυτικών μοιρών. Ο αγώνας κάτω από τέτοιες συνθήκες συνεχιζόταν αδυσώπητος αλλά και μακροχρόνιος.


[1] Ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Bonifacio I del Monferrato, περ. 1150-4 Σεπτεμβρίου 1207) ήταν Μαρκήσιος του Μομφερράτου (Montferrato, Ιταλία) (1192-1207) και βασιλιάς της Θεσσαλονίκης (1204-1207) και ένας από τους ηγετικούς αρχηγούς της Δ΄ Σταυροφορίας. Τρίτος γιος του Γουλιέλμου Ε΄ του Μομφερράτου και της Ιουδήθ της Βαβεμβέργης, γεννημένος μετά την επιστροφή του πατέρα του από την Β΄ Σταυροφορία. Νεότερος αδελφός του Γουλιέλμου, κόμητα της Ιόππης και της Ασκαλώνας, και του Κονράδου των Ιεροσολύμων. Πρβλ εδώ


[2] O Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 26 Φεβρουαρίου 1619 - 6 Ιανουαρίου 1694) ήταν δόγης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας από το 1688 έως το 1694, κατά τη διάρκεια του Έκτου Ενετοτουρκικού πολέμου, που είχε αρχίσει από το 1645 με την επιδρομή των Τούρκων κατά της Κρήτης. Ήταν γόνος της περίφημης ενετικής μεσαιωνικής οικογένειας ευγενών Μοροζίνι, από την οποία και προήλθαν πολλοί Δόγηδες, λόγιοι, στρατηγοί και ναυμάχοι. Πρβλ ΕΔΩ



[3] O Δούκας Μποφώρ γίνεται γνωστός στους Κρήτες όταν στις 19 Ιουνίου 1669 έρχεται στον Χάνδακα με μια  μεγάλη γαλλική στρατιά με 6.000 άνδρες και 45 πλοία. Είναι η βοήθεια που περιμένει ο Μοροζίνι από τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΔ΄ με  επικεφαλής τον δούκα του Navaille , τους στρατηγούς Colbert και Bresse και τον ναύαρχο Francois de Vendome Δούκα του Beaufort( αυτό είναι και το πλήρες όνομά του ). Ανάμεσα στους άνδρες που έρχονται να πολεμήσουν τους Τούρκους είναι αρκετοί ευγενείς και ιππότες. Πρβλ ΕΔΩ


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him