Όταν επανήλθε στην Αθήνα (403 π.Χ.), αναμείχθηκε πάλι στην πολιτική και ανέλαβε πολλές λειτουργίες. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον κατηγόρησαν ότι παραβίασε το διάταγμα του Ισοτιμίδη.
Ο ρήτορας με τον λόγο του «Περὶ τῶν μυστηρίων» υπερασπίζεται τον εαυτό του και αντικρούει με επιτυχία τη σε βάρος του κατηγορία ότι ασέβησε παραβιάζοντας το διάταγμα, το οποίο όμως είχε ήδη ακυρωθεί. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ζητά από τους δικαστές να τον αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη εύνοια απ’ ό,τι τους κατηγόρους του.
αἰτέομαι -οῦμαί τινά τι = ζητώ, παρακαλώ, απαιτώ από κάποιον κάτι. αἰτέομαι -οῦμαί τινα + απαρέμφατο = ζητώ από κάποιον να
παρέχω τινί τι = δίνω, προσφέρω, προξενώ σε κάποιον κάτι
παρέχω πράγματα = ενοχλώ
παρέχει (απρόσωπο) = επιτρέπεται, είναι δυνατό
ἀκροάομαι -ῶμαι = ακούω, υπακούω
ἔλαττον ἔχω = μειονεκτώ
ἔχω + τελικό απαρέμφατο = μπορώ να
ἔχω ἐπί τινι = έχω εχθρικές διαθέσεις για κάποιον
ἔχω + τροπικό επίρρημα: έχει απρόσωπη σημασία (εννοείται ως υποκείμενο «τὸ πρᾶγμα»)
ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό, σχεδιάζω κάτι εναντίον κάποιου, μηχανεύομαι, συνωμοτώ, επιβουλεύομαι
συντίθημι = συνδυάζω, συνθέτω, κατασκευάζω, επινοώ, χαλκεύω.
ποιοῦμαι κατηγορίαν= απαγγέλλω κατηγορία, προσάπτω κατηγορία, κατηγορώ
ποιοῦμαι ὀργὴν= οργίζομαι
μνείαν ποιοῦμαι = μνημονεύω
πρόφασιν ποιοῦμαι = προφασίζομαι
ἐνθυμητέον (ρηματικό επίθετο) = πρέπει να θυμηθείτε
παραχρῆμα = αμέσως
ἐξελέγχω τινὰ + κατηγορηματική μετοχή = αποδεικνύω ότι κάποιος
δίκην λαμβάνω παρά τινος = τιμωρώ, παίρνω εκδίκηση από κάποιον
δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι
δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ
δίκην φεύγω = δικάζομαι
δίκην ὑπέχω = υποβάλλομαι σε δίκη
δίκην ὀφλισκάνω = καταδικάζομαι
ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τινὰ = εξολοθρεύω, σκοτώνω, καταστρέφω κάποιον
ἀπόλλυμι (ή ἀπολλύω) τι = χάνω κάτι
ἀπόλλυμαι (ὑπό τινος) = πεθαίνω, χάνομαι, εξολοθρεύομαι, καταστρέφομαι (από κάποιον)
ψευδομαρτύρια (τὰ) = η ψευδορκία
ἁλίσκομαι ψευδομαρτυρίων (γενική της ποινής ή του εγκλήματος) = καταδικάζομαι για ψευδορκία (ως δικανικό ρήμα)
ἁλίσκομαι ὑπό τινος / ἐπί τινι (παθητικό του αἱρῶ) = συλλαμβάνομαι(για έμψυχα), κυριεύομαι (για άψυχα), νικιέμαι
ἁλίσκομαι (απόλυτα) = καταστρέφομαι, νικιέμαι
ἁλίσκομαι + κατηγορηματική μετοχή = συλλαμβάνομαι να …
οὐδέν ἐστι πλέον τινὶ = δεν υπάρχει κανένα όφελος για κάποιον
(στην περίπτωση αυτή το επίθετο «πλέον» λειτουργεί ως ουσιαστικό)
εἰμὶ ἔν τινι = ασχολούμαι με κάτι
ἔν τινί ἐστι = εξαρτάται από κάποιον
εἰμὶ ὑπό τινος / ἐπί τινι = είμαι στην εξουσία κάποιου
οἱ πεπονθότες = οι παθόντες, τα θύματα
- Κατά την κλίση των ρημάτων, αλλά και των ονομάτων παρουσιάζονται ορισμένοι όμοιοι τύποι.
- Ηχητικές ταυτίσεις παρατηρούνται ακόμη ανάμεσα σε ρηματικούς και ονοματικούς τύπους με διαφορετική σημασία και ορθογραφία (ομόηχοι τύποι).
- Οι όμοιοι τύποι διακρίνονται είτε από τη συντακτική τους θέση στην πρόταση είτε μέσω των άλλων όρων (της πρότασης) οι οποίοι τους προσδιορίζουν.
Για τους παρακάτω τύπους του κειμένου απαντώνται, μεταξύ άλλων, οι εξής όμοιοι ή και ομόηχοι τύποι:
|
όμοιος τύπος:
τῷ ἀπολογουμένῳ: δοτική ενικού ουδετέρου γένους της μετοχής ενεστώτα του ίδιου ρήματος.
|
«ἐνθυμητέον»: ρηματικό επίθετο σε -τέος του ρήματος «ἐνθυμέομαι-οῦμαι».
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
|
ἐνθυμέομαι, -οῦμαι
|
ἐνεθυμούμην
|
ἐνθυμήσομαι, ἐνθυμηθήσομαι
|
ἐνεθυμήθην
|
ἐντεθύμημαι
|
ἐνετεθυμήμην
|
«ἐξηλέγχθησαν»: γ΄ πληθυντικό οριστικής παθητικού αορίστου του ρήματος «ἐξελέγχω».
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
| |
ἐξελέγχω
|
ἐξελέγχομαι
|
ἐξήλεγχον
|
ἐξηλεγχόμην
|
ἐξελέγξω
|
ἐξελεγχθήσομαι
|
ἐξήλεγξα
|
ἐξηλέγχθην
|
ἐξελέγξας ἔχω - ἐξήλεγχα
|
ἐξελήλεγμαι
|
ἐξελέγξας εἶχον - ἐξηλέγχειν
|
ἐξεληλέγμην
|
«ἀπολέσαντες»: ονομαστική πληθυντικού αρσενικού γένους της μετοχής αορίστου ενεργητικής φωνής του ρήματος «ἀπόλλυμι - ἀπολλύω».
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
| |
ἀπόλλυμι - ἀπολλύω
|
ἀπόλλυμαι
|
ἀπώλλυν - ἀπώλλυον
|
ἀπωλλύμην
|
ἀπολῶ - ἀπολέσω
|
ἀπολοῦμαι - ἀπολεσθήσομαι
|
ἀπώλεσα
|
ἀπωλόμην - ἀπωλέσθην
|
ἀπολώλεκα
|
ἀπόλωλα
|
ἀπωλωλέκειν
|
ἀπωλώλειν
|
«ἑάλωσαν»: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ του ρήματος «ἁλίσκομαι» (το ρήμα είναι ο παθητικής σημασίας τύπος του ρήματος «αἱρῶ»).
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
|
ἁλίσκομαι
|
ἡλισκόμην
|
ἁλώσομαι
|
ἑάλων - ἥλων
|
ἑάλωκα - ἥλωκα
|
ἑαλώκειν - ἡλώκειν
|
«πεπονθόσιν»: δοτική πληθυντικού αρσενικού γένους της μετοχής παρακειμένου του ρήματος «πάσχω».
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
|
πάσχω
|
ἔπασχον
|
πείσομαι
|
ἔπαθον
|
πέπονθα
|
ἐπεπόνθειν
|
Τα ρηματικά επίθετα σε -τέος δηλώνουν ότι πρέπει ή είναι ανάγκη να γίνει αυτό που σημαίνει το ρήμα από το οποίο παράγονται. Σχηματίζουν σύνταξη προσωπική και απρόσωπη.
1. Προσωπική σύνταξη, όσα παράγονται από ρήματα συντασσόμενα με αιτιατική. Στην περίπτωση αυτή το ρηματικό επίθετο έχει παθητική σημασία· εξαίρεται δε το υποκείμενο που πρέπει να πάθει ό,τι δηλώνει το απαρέμφατο του ρήματος, από το οποίο προέρχεται το ρηματικό επίθετο.
π.χ.: διαβατέος ἐστὶν ἡμῖν ὁ ποταμὸς (= δεῖ διαβαθῆναι ὑφ’ ἡμῶν τὸν ποταμόν). | ||
Η προσωπική σύνταξη έχει την εξής μορφή:
|
Αναλύεται ως εξής:
| |
ονομαστική ρηματικού επιθέτου (ως κατηγορούμενο)
+ τύπος του ρήματος εἰμὶ + υποκείμενο σε ονομαστική + δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου (συχνά παραλείπεται) π.χ. Βοηθητέοι εἰσὶν ἡμῖν οἱ φίλοι |
→
→ → → |
δεῖ + (δίνεται στον τύπο που βρίσκεται το εἰμὶ) + απαρέμφατο (παθητικής διάθεσης) από το ρήμα του ρηματικού επιθέτου
+ υποκείμενο απαρεμφάτου σε αιτιατική + δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου Δεῖ βοηθεῖσθαι ἡμῖν (ή ὑφ’ ἡμῶν) τοὺς φίλους |
2. Απρόσωπη σύνταξη, όσα προέρχονται είτε από μεταβατικά είτε από αμετάβατα ρήματα. Στην προκείμενη περίπτωση το ρηματικό επίθετο έχει ενεργητική σημασία βρίσκεται σε ουδέτερο γένος· εξαίρεται δε η πράξη που πρέπει να γίνει με ό,τι δηλώνει το απαρέμφατο του ρήματος, από το οποίο προέρχεται το ρηματικό επίθετο.
π.χ.: διαβατέον ἐστὶν ἡμῖν τὸν ποταμὸν (= δεῖ διαβαίνειν ἡμᾶς τὸν ποταμόν). | ||
Η απρόσωπη σύνταξη έχει την εξής μορφή:
|
Αναλύεται ως εξής:
| |
ουδέτερο ρηματικού επιθέτου + ρήμα ἐστὶ
+ δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου (+ αντικείμενο αν το ρήμα είναι μεταβατικό) π.χ. Βοηθητέον ἐστὶν ἡμῖν τοὺς φίλους |
→
→ → → |
δεῖ + (δίνεται στον τύπο που βρίσκεται το εἰμὶ) + απαρέμφατο (ενεργητικής ή μέσης φωνής) από το ρήμα του ρηματικού επιθέτου
+ υποκείμενο απαρεμφάτου + αντικείμενο απαρεμφάτου στην κατάλληλη πτώση Δεῖ βοηθεῖν ἡμᾶς τοὺς φίλους |
Στο εξεταζόμενο κείμενο συναντάται το ρηματικό επίθετο «ἐνθυμητέον» στην πρόταση «Ἔτι δὲ καὶ τόδε ἐνθυμητέον». Η σύνταξη είναι απρόσωπη και το ρηματικό επίθετο αναλύεται ως εξής:
Ἔτι δὲ καὶ τόδε ἐνθυμητέον. → Δεῖ δὲ ἔτι καὶ τόδε ὑμᾶς ἐνθυμεῖσθαι.
Εκτός από τα ρηματικά επίθετα σε -τέος υπάρχουν και ρηματικά επίθετα σε -τος τα οποία σχηματίζουν προσωπική και απρόσωπη σύνταξη.
Τα ρηματικά επίθετα μαζί με το ρήμα ἐστὶ αποτελούν περίφραση και μεταφράζονται: μπορεί / είναι δυνατόν/εύκολο ή αξίζει / είναι άξιο να πάθει κάποιος ό,τι σημαίνει το ρήμα από το οποίο προέρχεται το ρηματικό επίθετο.
Η προσωπική σύναξη σχηματίζεται όπως και αυτή των ρηματικών επιθέτων που λήγουν σε –τέος, δηλαδή σύμφωνα με τη μορφή:
ονομαστική ρηματικού επιθέτου + ἐστὶ (= περίφραση) + δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου ή του ενεργούντος προσώπου + υποκείμενο.
π.χ.: ὁ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἐστιν ἀνθρώπῳ (=ὁ ἀνεξέταστος βίος οὐκ ἄξιός ἐστι βιωθῆναι ὑπ’ ἀνθρώπου).
Η απρόσωπη σύνταξη σχηματίζεται όπως και η σύνταξη των ρηματικών επιθέτων που λήγουν σε –τέος, με τη διαφορά ότι στην προκειμένη περίπτωση, λόγω της ρηματικής φύσης του λήγοντος σε –τον (–τὸν) ρηματικού επιθέτου, που, σημειωτέον, προέρχεται μόνο από αμετάβατο ρήμα, δεν υπάρχει υποκείμενο· έχει δηλαδή τη μορφή:
α. ουδέτερο ρηματικού επιθέτου + ἐστὶ (= περίφραση, χωρίς υποκείμενο) + δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου ή του ενεργούντος προσώπου.
π.χ.: οὐ βιωτόν μοί ἐστιν (= οὐκ ἄξιόν μοί ἐστι ζῆν, ή: ἀνάξιόν μοί ἐστι ζῆν, ή: οὐ δυνατόν μοί ἐστι ζῆν, ή ἀδύνατόν μοί ἐστι ζῆν).
α. ουδέτερο ρηματικού επιθέτου + ἐστὶ (= περίφραση) + δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου ή του ενεργούντος προσώπου + υποκείμενο απαρέμφατο ή δευτερεύουσα πρόταση. Το ἐστὶν ή η δοτική προσωπική ενδέχεται να παραλείπονται.
π.χ.: οὐκ ἐδόκει δυνατὸν εἶναι χειμῶνος ὄντος στρατεύειν. (υποκείμενο του δυνατὸν εἶναι είναι το απαρέμφατο στρατεύειν)
π.χ.: οὐ θαυμαστὸν εἰ μὴ τούτων ἐνεθυμήθησαν. (υποκείμενο του θαυμαστὸν η αιτιολογική πρόταση)
π.χ.: θαυμαστὸν πῶς λανθάνομεν ἔχοντες τὴν κρατίστην τῶν ἐπιστημῶν. (υποκείμενο του θαυμαστὸν η πλάγια ερωτηματική πρόταση)
Σημείωση:
Απρόσωπη σύνταξη παρατηρείται ενίοτε και σε ρηματικά επίθετα με κατάληξη –ιμος.
π.χ.: οὐκ ἔστιν οἱ βιώσιμον (= οὐκ ἔστιν αὐτῷ δυνατὸν ζῆν).
1. ΕΝΑΝΤΙΩΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
| |||
ΕΙΣΑΓΟΝΤΑΙ ΜΕ
|
ΕΚΦΕΡΟΝΤΑΙ ΜΕ
|
ΔΗΛΩΝΟΥΝ
|
ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΩΣ
|
εἰ καὶ
ἐὰν καί, ἂν καί, ἢν καὶ |
οριστική ή ευκτική
υποτακτική |
εναντίωση προς κάτι που θεωρείται πραγματικό και βέβαιο
εναντίωση ασθενή |
επιρρηματικός προσδιορισμός της εναντίωσης στο ρήμα εξάρτησης
|
- Στις δευτερεύουσες εναντιωματικές προτάσεις λανθάνει, συνήθως, υπόθεση.
- Σχηματίζουν όλα τα είδη των υποθετικών λόγων.
π.χ.: κέρδος ὁ μὴ πάσχων τι βίαιον, εἰ καὶ σιγῴη, ἐνόμιζεν. (εἰ καὶ σιγῴη: εναντιωματική πρόταση. Εισάγεται με το εἰ καί, γιατί η εναντίωση γίνεται προς κάτι το πραγματικό και η εναντίωση είναι ασθενής. Με απόδοση το «ἐνόμιζεν» σχηματίζει υποθετικό λόγο της αόριστης επανάληψης στο παρελθόν.) - Στην κύρια πρόταση υπάρχουν συνήθως οι αντιθετικοί σύνδεσμοι ἀλλά, ἀλλ’ οὖν, ὅμως που αποτελούν ένδειξη ύπαρξης αντίθεσης νοημάτων, άρα εναντιωματικών ή παραχωρητικών προτάσεων.
π.χ.: εἰ καὶ περὶ τοὺς ἄλλους πρᾳότατος ἦν, ἀλλ’ οὖν ἂν ἀγανακτήσειεν. - Ισοδύναμες συντακτικά εκφράσεις:
α. εναντιωματικές μετοχές
π.χ. πολλοὶ ὄντες εὐγενεῖς εἰσιν κακοί (= πολλοί, εἰ καὶ εἰσίν εὐγενεῖς, …. .)
β. εμπρόθετοι προσδιορισμοί της εναντίωσης
π.χ.: παρὰ τὰ κοινῇ δόξαντα τοῖς Ἕλλησιν Ἕλληνες ὄντες ἐναντία τῇ Ἑλλάδι ὑπέρ τῶν βαρβάρων ἐμάχοντο. - Αν ο σύνδεσμος καὶ που ακολουθεί τους υποθετικούς συνδέσμους εἰ, ἐάν, ἄν ἢν είναι προσθετικός και όχι επιδοτικός η εισαγόμενη με τα παραπάνω συμπλέγματα πρόταση είναι υποθετική και όχι εναντιωματική.
π.χ. Τόδε δὲ διανοηθῶμεν, εἰ καὶ σοὶ συνδοκεῖ. (υποθετική πρόταση, γιατί ο σύνδεσμος καὶ είναι προσθετικός)
2. ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
| |||
ΕΙΣΑΓΟΝΤΑΙ ΜΕ
|
ΕΚΦΕΡΟΝΤΑΙ ΜΕ
|
ΔΗΛΩΝΟΥΝ
|
ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΩΣ
|
καὶ εἰ, κεἰ, καὶ ἄν, κἄν, καὶ ἐάν, καὶ ἢν (εξαρτώνται από καταφατική πρόταση)
οὐδ’ εἰ, μηδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν, μηδ’ ἐάν, οὐδ’ ἄν, μηδ’ ἄν, οὐδ’ ἤν, μηδ’ ἢν (= ούτε κι αν) (εξαρτώνται από αρνητική πρόταση) |
τις εγκλίσεις των υποθετικών προτάσεων
|
παραχώρηση προς κάτι υποθετικό ή απίθανο
παραχώρηση ισχυρή |
επιρρηματικός προσδιορισμός της παραχώρησης στο ρήμα εξάρτησης
|
- Στις δευτερεύουσες παραχωρητικές προτάσεις λανθάνει υπόθεση.
- Σχηματίζουν όλα τα είδη των υποθετικών λόγων.
π.χ.: ὁ κιθαρίζειν μαθὼν κιθαριστής ἐστιν, καὶ ἂν μὴ κιθαρίζῃ. (καὶ ἂν μὴ κιθαρίζῃ: παραχωρητική πρόταση. Εισάγεται με τον σύνδεσμο καὶ ἂν, γιατί δηλώνει παραχώρηση προς κάτι το υποτιθέμενο, απίθανο ή αδύνατο και η παραχώρηση είναι ισχυρή. Σε συνδυασμό με το ρήμα της απόδοσης ἐστιν σχηματίζει υποθετικό λόγο της αόριστης επανάληψης στο παρόν ή στο μέλλον.) - Αν ο σύνδεσμος καὶ, που προηγείται των υποθετικών συνδέσμων εἰ, ἄν, ἐάν, ἤν, δεν είναι επιδοτικός, τότε η πρόταση χαρακτηρίζεται υποθετική. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο καὶ είναι μεταβατικός, προσθετικός ή συμπλεκτικός.
π.χ. κἂν ᾖ ταῦτα πρόδηλα, οὐδεὶς ὅστις οὐ βουλήσεται παύσασθαι Θηβαίους ἔχοντας τὴν ἀλλοτρίαν. [ο σύνδεσμος καὶ από το σύμπλεγμα κἂν (< καὶ + ἂν) είναι μεταβατικός.] - Η παραχωρητική πρόταση του κειμένου είναι η εξής: «κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε».
«ὅτι ἀνάγκη τὸν ἀπολογούμενον ἔλαττον ἔχειν»:
|
δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι γιατί εκφράζει αντικειμενική γνώμη. Εκφέρεται με οριστική ενεστώτα («ἀνάγκη ἐστί»), γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρόν. Λειτουργεί ως αντικείμενο της μετοχής γνωστικού ρήματος «εἰδότας».
|
«κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε»:
|
δευτερεύουσα επιρρηματική παραχωρητική πρόταση. Εισάγεται με τον παραχωρητικό σύνδεσμο κἄν, γιατί δηλώνει παραχώρηση προς κάτι το υποτιθέμενο, απίθανο ή αδύνατο και η παραχώρηση είναι ισχυρή. Εκφέρεται με υποτακτική («ἀκροᾶσθε»). Στην πρόταση λανθάνει η υπόθεση ενός υποθετικού λόγου και με απόδοση την (εννοούμενη) οριστική της απρόσωπης έκφρασης («ἀνάγκη ἐστὶ») και το τελικό απαρέμφατο (ἔλαττον ἔχειν) της ειδικής πρότασης (ὅτι ἀνάγκη τὸν ἀπολογούμενον ἔλαττον ἔχειν) σχηματίζει τον εξαρτημένο και λανθάνοντα υποθετικό λόγο της αόριστης επανάληψης στο παρόν ή στο μέλλον. Στον ευθύ λόγο ο υποθετικός λόγος θα διατυπωνόταν ως εξής: κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ὁ ἀπολογούμενος ἔλαττον ἔχει.
|
«ὅτι πολλοὶ ἤδη πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθησαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς»:
|
δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι γιατί εκφράζει αντικειμενική γνώμη. Εκφέρεται με οριστική αορίστου («ἐξηλέγχθησαν»), γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρελθόν. Λειτουργεί ως επεξήγηση στη δεικτική αντωνυμία ουδετέρου γένους «τόδε» της κύριας πρότασης.
|
«ὥστε ὑμᾶς πολὺ ἂν ἥδιον δίκην λαβεῖν παρὰ τῶν κατηγόρων ἢ παρὰ τῶν κατηγορουμένων»:
|
δευτερεύουσα επιρρηματική συμπερασματική απαρεμφατική πρόταση. Εισάγεται με τον συμπερασματικό σύνδεσμο ὥστε και εκφέρεται με δυνητικό απαρέμφατο («ἂν λαβεῖν»), γιατί το αποτέλεσμα παρουσιάζεται ως ενδεχόμενο και υποκειμενικό. Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του αποτελέσματος στο ρήμα της δευτερεύουσας ονοματικής ειδικής πρότασης («ἐξηλέχθησαν»)
|
«ἡνίκ’ οὐδὲν ἦν ἔτι πλέον τοῖς πεπονθόσιν»:
|
δευτερεύουσα επιρρηματική χρονική πρόταση. Εισάγεται με τον χρονικό σύνδεσμο ἡνίκα και δηλώνει το σύγχρονο, εκφέρεται με οριστική παρατατικού («ἦν»), γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρελθόν και λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ρήμα της κύριας πρότασης («ἑάλωσαν»).
|
τῷ ἀπολογουμένῳ:
|
επιθετική μετοχή ως ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός στο έμμεσο αντικείμενο του απαρεμφάτου «παρασχέσθαι» («ἐμοί»).
|
εἰδότας:
|
επιρρηματική αιτιολογική μετοχή, συνημμένη στο («ὑμᾶς»), δηλαδή στο υποκείμενο του απαρεμφάτου «παρασχέσθαι» και άμεσο αντικείμενο του ρήματος «αἰτοῦμαι». Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας στο «αιτούμαι».
|
τὸν ἀπολογούμενον:
|
επιθετική μετοχή ως υποκείμενο του απαρεμφάτου «ἔχειν» (ετεροπροσωπία).
|
ἐπιβουλεύσαντες:
|
επιρρηματική χρονική μετοχή, που δηλώνει πράξη προτερόχρονη, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἐποιήσαντο» («οἱ μέν»), στο οποίο λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
|
συνθέντες:
|
επιρρηματική χρονική μετοχή, που δηλώνει πράξη προτερόχρονη, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἐποιήσαντο» («οἱ μέν»), στο οποίο λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
|
ὄντες:
|
επιρρηματική τροπική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἐποιήσαντο» («οἱ μέν»), στο οποίο λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου.
|
κατηγορήσαντες:
|
επιρρηματική χρονική μετοχή, που δηλώνει πράξη προτερόχρονη, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἐξηλέχθησαν» («πολλοί»), στο οποίο λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
|
ψευδόμενοι:
|
κατηγορηματική μετοχή, γιατί εξαρτάται από το ρήμα «ἐξηλέχθησαν», που είναι ελέγχου σημαντικό, αναφέρεται στο υποκείμενό του («πολλοί») και είναι συνημμένη σε αυτό.
|
(ἢ παρὰ) τῶν κατηγορουμένων:
|
επιθετική μετοχή που λειτουργεί ως εμπρόθετος προσδιορισμός της προέλευσης στο «δίκην λαβεῖν» και β΄ όρος σύγκρισης (α΄ όρος: παρὰ τῶν κατηγόρων).
|
μαρτυρήσαντες:
|
επιρρηματική χρονική μετοχή, που δηλώνει πράξη προτερόχρονη, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἑάλωσαν» («οἱ δέ»). Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ίδιο ρήμα.
|
ἀπολέσαντες:
|
επιρρηματική χρονική μετοχή, που δηλώνει πράξη προτερόχρονη, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἑάλωσαν» («οἱ δέ»). Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου στο ίδιο ρήμα.
|
τοῖς πεπονθόσιν:
|
επιθετική μετοχή ως δοτική προσωπική κτητική, με εξάρτηση από το υπαρκτικό ρήμα ἦν.
|
ΑΣΚΗΣΗ 1
Να αντικαταστήσετε χρονικά τους τύπους που σας ζητούνται:
- παρασχέσθαι
- συνθέντες
- ἀπολέσαντες
- ἑάλωσαν
χρονική αντικατάσταση
| ||||
ενεστώτας
|
παρέχεσθαι
|
συντιθέντες
|
ἀπολλύντες
|
ἁλίσκονται
|
παρατατικός
|
-
|
-
|
-
|
ἡλίσκοντο
|
μέλλοντας
|
παρέξεσθαι - παρασχήσεσθαι
|
συνθήσοντες
|
ἀπολοῦντες
|
ἁλώσονται
|
αόριστος
|
παρασχέσθαι
|
συνθέντες
|
ἀπολέσαντες
|
ἑάλωσαν, ἥλωσαν
|
παρακείμενος
|
παρεσχῆσθαι
|
συντεθεικότες
|
ἀπολωλεκότες
|
ἑαλώκασι(ν) - ἡλώκασι(ν)
|
υπερσυντέλικος
|
-
|
-
|
-
|
ἡλώκεσαν
|
- ΑΣΚΗΣΗ 2
Να αντικαταστήσετε εγκλιτικά τους τύπους:
- εἰδότας: στο β΄ ενικό του ίδιου χρόνου
- ἑάλωσαν: στον ίδιο τύπο του ίδιου χρόνου.
εἰδότας: στο β΄ενικό του ίδιου χρόνου
|
ἑάλωσαν: στον ίδιο τύπο
| |
οριστική
υποτακτική ευκτική προστακτική |
οἶσθα
εἰδῇς εἰδείης ἴσθι |
ἑάλωσαν
ἁλῶσι(ν) ἁλοίησαν - ἁλοῖεν - |
- ΑΣΚΗΣΗ 3
Να γραψετε τους τύπους που σας ζητούνται:
- τῷ ἀπολογουμένῳ: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα
- ἐποιήσαντο: γ΄ πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα στην ίδια φωνή
- λαβεῖν: β΄ ενικό προστακτικής του ίδιου χρόνου στην άλλη φωνή
- ἀκροᾶσθε: β΄ ενικό και β΄πληθυντικό προστακτικής στον ίδιο χρόνο
- ἐξηλέγχθησαν: β΄ ενικό προστακτικής και απαρέμφατο του ίδιου χρόνου
- ἀπολέσαντες: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα και παρατατικού στις δύο φωνές
- ἦν: τον ίδιο τύπο οριστικής μέλλοντα.
- ἐποιήσαντο: γ΄ πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα στην ίδια φωνή: ποιοῖντο
- λαβεῖν: β΄ ενικό προστακτικής του ίδιου χρόνου στην άλλη φωνή: λαβοῦ
- ἀκροᾶσθε: β΄ ενικό και β΄πληθυντικό προστακτικής στον ίδιο χρόνο: ἀκροῶ, ἀκροᾶσθε
- ἐξηλέγχθησαν: β΄ ενικό προστακτικής και απαρέμφατο του ίδιου χρόνου: ἐξελέγχθητι, ἐξελεγχθῆναι
- ἀπολέσαντες: γ΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα στις δύο φωνές: ἀπολλύασιν, ἀπόλλυνται
και γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού στις δύο φωνές: ἀπώλλυσαν, ἀπώλλυντο - ἦν: τον ίδιο τύπο οριστικής μέλλοντα: ἔσται
- ΑΣΚΗΣΗ 4
Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους:
- πλείω: ονομαστική ενικού και πληθυντικού αριθμού
- εἰδότας: δοτική ενικού αριθμού
- πολλοῦ: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- δέους: δοτική ενικού αριθμού
- διαβολῆς: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- τὰ ψευδῆ: ονομαστική και γενική ενικού αριθμού του ίδιου γένους
- τοῖς πεπονθόσιν: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- εἰδότας: δοτική ενικού αριθμού: εἰδότι (τῷ)
- πολλοῦ: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: πολλοὺς (τοὺς)
- δέους: δοτική ενικού αριθμού: δέει (τῷ)
- διαβολῆς: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: διαβολὰς (τὰς)
- τὰ ψευδῆ: ονομαστική και γενική ενικού αριθμού του ίδιου γένους: ψευδὲς (τό), ψευδοῦς (τοῦ)
- τοῖς πεπονθόσιν: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: τοὺς πεπονθότας
- ΑΣΚΗΣΗ 5
Να γράψετε τους παρακάτω τύπους στους άλλους βαθμούς:
- ἔλαττον
- μεγίστης
- ἥδιον
- πλέον
Θετικός
|
Συγκριτικός
|
Υπερθετικός
|
ὀλίγον
|
ἔλαττον
|
ἐλάχιστα
|
μεγάλης
|
μείζονος
|
μεγίστης
|
ἡδέως
|
ἥδιον
|
ἥδιστα
|
πολὺ
|
πλέον
|
πλεῖστον
|
ΑΣΚΗΣΗ 1
Να αναγνωρίσετε πλήρως συντακτικά τις επόμενες προτάσεις του κειμένου που εκφέρονται με τα ρήματα:
- ἀκροᾶσθε
- ἐξηλέγχθησαν
«κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε»:
|
δευτερεύουσα επιρρηματική παραχωρητική πρόταση. Εισάγεται με τον παραχωρητικό σύνδεσμο κἄν. Εκφέρεται με υποτακτική («ἀκροᾶσθε»). δευτερεύουσα επιρρηματική παραχωρητική πρόταση. Εισάγεται με τον παραχωρητικό σύνδεσμο κἄν, γιατί δηλώνει παραχώρηση προς κάτι το υποτιθέμενο, απίθανο ή αδύνατο και η παραχώρηση είναι ισχυρή. Εκφέρεται με υποτακτική («ἀκροᾶσθε»). Στην πρόταση λανθάνει υπόθεση που με απόδοση την (εννοούμενη) οριστική της απρόσωπης έκφρασης («ἀνάγκη ἐστὶ») και το τελικό απαρέμφατο (ἔλαττον ἔχειν) της ειδικής πρότασης (ὅτι ἀνάγκη τὸν ἀπολογούμενον ἔλαττον ἔχειν) σχηματίζει τον εξαρτημένο και λανθάνοντα υποθετικό λόγο του αόριστης επανάληψης στο παρόν ή στο μέλλον. Στον ευθύ λόγο ο υποθετικός λόγος θα διατυπωνόταν ως εξής: κἂν ἐξ ἴσου ἀκροᾶσθε, ὁ ἀπολογούμενος ἔλαττον ἔχει.
|
«ὅτι πολλοὶ ἤδη πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθησαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς»:
|
δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι γιατί εκφράζει αντικειμενική γνώμη. Εκφέρεται με οριστική αορίστου(«ἐξηλέγχθησαν»), γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρελθόν. Λειτουργεί ως επεξήγηση στη δεικτική αντωνυμία ουδετέρου γένους «τόδε» της κύριας πρότασης.
|
- ΑΣΚΗΣΗ 2
- τοῖς κατηγόροις
- ἔχειν
- τῆς μεγίστης
- ἥδιον
- ψευδόμενοι
- τὰ ψευδῆ
- ψευδομαρτυρίων
- τοῖς κατηγόροις: έμμεσο αντικείμενο του απαρεμφάτου «παρασχέσθαι» και β΄ όρος της σύγκρισης από το επίθετο συγκριτικού βαθμού «πλείω»» (α΄ όρος σύγκρισης: ἐμοὶ)
- ἔχειν: υποκείμενο της απρόσωπης έκφρασης «ἀνάγκη (ἐστί)», τελικό απαρέμφατο
- τῆς μεγίστης: ονοματικός ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός στο «διαβολῆς»
- ἥδιον: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στο απαρέμφατο «ἂν λαβεῖν»
- ψευδόμενοι: κατηγορηματική μετοχή, γιατί εξαρτάται από το ρήμα «ἐξηλέχθησαν», που είναι ελέγχου σημαντικό, αναφέρεται στο εννοούμενο υποκείμενό του («πολλοὶ») και είναι συνημμένη σε αυτό.
- τὰ ψευδῆ: σύστοιχο αντικείμενο της μετοχής «μαρτυρήσαντες»
- ψευδομαρτυρίων: επιρρηματικός προσδιορισμός, γενική της αιτίας ή του εγκλήματος στο ρήμα της πρότασης («ἑάλωσαν»)
- ΑΣΚΗΣΗ 3
- τῷ ἀπολογουμένῳ
- ἀπολέσαντες
- τῷ ἀπολογουμένῳ: επιθετική μετοχή ως ονοματικός ομοιόπτωτος επιθετικός προσδιορισμός στο «ἐμοί».
Ανάλυση: Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες, εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ ὃς ἀπολογοῦμαι. - ἀπολέσαντες: επιρρηματική χρονική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος «ἑάλωσαν» («οἱ δέ»). Δηλώνει πράξη προτερόχρονη.
Ανάλυση: οἱ δὲ αὖ, μαρτυρήσαντες τὰ ψευδῆ ἐπεὶ ἀδίκως ἀνθρώπους ἀπώλεσαν, ἑάλωσαν παρ’ ὑμῖν ψευδομαρτυρίων.
- ΑΣΚΗΣΗ 4
Να γραφούν οι τύποι που ζητούνται:
- πλείω: ονομαστική ενικού και πληθυντικού αριθμού
- εἰδότας: δοτική ενικού αριθμού
- πολλοῦ: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- δέους: δοτική ενικού αριθμού
- διαβολῆς: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- τὰ ψευδῆ: ονομαστική και γενική ενικού αριθμού του ίδιου γένους
- τοῖς πεπονθόσιν: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
- εἰδότας: δοτική ενικού αριθμού: εἰδότι (τῷ)
- πολλοῦ: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: πολλοὺς (τοὺς)
- δέους: δοτική ενικού αριθμού: δέει (τῷ)
- διαβολῆς: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: διαβολὰς (τὰς)
- τὰ ψευδῆ: ονομαστική και γενική ενικού αριθμού του ίδιου γένους: ψευδές (τό), ψευδοῦς (τοῦ)
- τοῖς πεπονθόσιν: αιτιατική πληθυντικού αριθμού: τοὺς πεπονθότας
- ΑΣΚΗΣΗ 5
«Αἰτοῦμαι οὖν ὑμᾶς εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι ἐμοὶ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις»
Πλάγιος λόγος:
Εἶπεν οὗτος ὅτι αἰτοῖτο οὖν τούτους εὔνοιαν πλείω παρασχέσθαι αὐτῷ τῷ ἀπολογουμένῳ ἢ τοῖς κατηγόροις.




0 comments:
Δημοσίευση σχολίου