Τήν ἐποχή πού στήν Ἑλλάδα ἐβασίλευαν οἱ Κόδροι


(ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ, ΚΑΤΑ ΛΕΩΚΡΑΤΟΥΣ, 84-87)


τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




Ο Λυκούργος ήταν Αθηναίος πολιτικός και ρήτορας (390 π.Χ.-324 π.Χ.)που συμπεριλαμβάνεται στον «Κανόνα των δέκα αττικών ρητόρων». Αντίθετα με τον Υπερείδη, που ήταν γνωστός για τον έκλυτο βίο του, ο Λυκούργος διήγε βίο ασκητικό και από εκει αντλούσε το δικαίωμα να εμφανίζεται συχνά ως διώκτης κάθε παρεκτροπής. Για πολλά χρόνια ο Λυκούργος ήταν ένα είδος ανελέητου τιμωρού μέσα στην πόλη των Αθηνών. Σώθηκε μέχρι σήμερα μόνο ένας λόγος του, ο Κατά Λεωκράτους, τον οποίο εκφώνησε ο ίδιος στο δικαστήριο, και ασήμαντα αποσπάσματα από μερικούς άλλους. 


Ο Λεωκράτης, ένας πλούσιος αθηναίος πολίτης, εγκατέλειψε την Αθήνα το 338 π.Χ. μετά την ήττα των Αθηναίων στη Χαιρώνεια, χωρίς να συμμεριστεί τους κινδύνους που διέτρεχε η πατρίδα του κι από φόβο πως αυτή θα κυριευθεί· στη Ρόδο, όπου με τα υπάρχοντά του κατέφυγε, διέδιδε ότι η Αθήνα έπεσε στα χέρια των Μακεδόνων. Θέλησε να επιστρέψει πίσω σ' αυτήν το 331 π.Χ. Ο Λυκούργος τον κατηγόρησε για έσχατη προδοσία, στηριζόμενος περισσότερο στη γενικότερη αντίληψη για την ορθή συμπεριφορά και τα καθήκοντα ενός πολίτη και λιγότερο σε συγκεκριμένες κατηγορίες και σχετικούς νόμους. Αρχικά, παραθέτει τα ψηφίσματα και τα μέτρα με τα οποία προσπάθησε η πόλη να αντιμετωπίσει τη δυσχερή κατάσταση. Ένα μάλιστα από αυτά καθιστούσε ενόχους προδοσίας όσους θα εγκατέλειπαν στο εξής την Αθήνα. Ο Λεωκράτης, όμως, πρόλαβε να καταφύγει στη Ρόδο κάποιες ώρες πριν από την ψήφισή του και έτσι, στην πίστιν του λόγου του, ο ρήτορας εστιάζει στην ηθική και όχι τη νομική πλευρά του ζητήματος. Μια ανάλογη καταγγελία διατύπωσε ο Λυκούργος και εναντίον ενός άλλου πολίτη, του Αυτόλυκου. Κατά πάσα πιθανότητα ο κατήγορος και στις δύο περιπτώσεις κινήθηκε από πατριωτικά και ηθικά ελατήρια, αλλά η υπερβολικά αυστηρή τιμωρία που ζητούσε, δηλαδή η καταδίκη σε θάνατο, δεν έφερε το αποτέλεσμα που περίμενε. Ο Λεωκράτης αθωώθηκε με διαφορά μόνο μίας ψήφου.

***

1.    [84] ἐπὶ Κόδρου[1] γὰρ βασιλεύοντος Πελοποννησίοις γενομένης ἀφορίας κατὰ τὴν χώραν αὐτῶν ἔδοξε στρατεύειν ἐπὶ τὴν πόλιν ἡμῶν, καὶ ἡμῶν τοὺς προγόνους ἐξαναστήσαντας κατανείμασθαι τὴν χώραν.

Φάνηκε καλόν εις κάποιους, αφού σηκώσουν όλο το γένος των Ελλήνων, χάριν δικής τους μηδαμινότητος, να το αφανίσουν και έτσι να γίνουν αυτοί κύριοι της πλούσιας γής των. Οι άρπαγες δεν διστάζουν προκειμένου για το κέρδος το ιδικόν των να αφανίσουν και λαούς ολόκληρους. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα, από τότε που ο κατηραμένος εκείνος όφις έθεσε το εγώ σαν μόνο αξίωμα. Προσέξατε την αιτίαν… «γενομένης ἀφορίας κατὰ τὴν χώραν αὐτῶν». Δεν είναι εύφοροι οι άρπαγες εις ουδέν. Είναι στείροι. Δεν διαθέτουν τίποτα το αξιόλογον. Και ούτως ζηλεύουσι τους πρώτους. Απεχθάνονται τους δημιουργούς, εκείνους που εκατάφεραν και δημιούργησαν τι το μεγαλειώδες. Ο τιποτένιος ες αεί φθονεί τον πρώτον.

2.    καὶ πρῶτον μὲν εἰς Δελφοὺς ἀποστείλαντες τὸν θεὸν ἐπηρώτων εἰ λήψονται τὰς Ἀθήνας· ἀνελόντος δὲ τοῦ θεοῦ αὐτοῖς ὅτι τὴν πόλιν αἱρήσουσιν ἂν μὴ τὸν βασιλέα τὸν Ἀθηναίων Κόδρον ἀποκτείνωσιν, ἐστράτευον ἐπὶ τὰς Ἀθήνας.

Αληθώς. Οι άρπαγες, οι δολοφόνοι των λαών και οι ληστές, οι επιδρομείς, οι βάρβαροι, που δεν διστάζουν να εξοντώσουν έναν ολόκληρον λαόν σε ποιόν θεόν πιστεύουν, αν όχι στον Μολώχ, στον θεό μόνον του κέρδους; Μα προστατεύει Κύριος τους δικαίους. Και ο Πονηρός, ο άρχοντας του σκότους, ακόμα κι αυτός που καθοδηγεί τις ορδές του εναντίον του φωτός, φοβάται το πάν, μη τυχόν και κάτι δεν πάει καλά στο σχέδιον εξοντώσεώς όπερ έχει σχεδιάσει, των αγαθών. Έως το τέλος πεθαίνει εις την αγωνίαν. Μόνον έν είναι το αιώνιο τέχνασμά του, η κερκόπορτα αφ’ ήν ευελπιστεί ότι θα αλώσει την βασιλεύουσαν, η προδοσία. Επενδύει πάντοτε εις την εύρεσιν του προδότου, όστις θα τον οδηγήσει εις την εξόντωσιν του αγαθού. Είτε λέγεται Ιούδας, είτε Εφιάλτης, είτε Λεοντιάδης, πάντοτε με προδότας απεργάζεται το κακόν και μοχθηρόν σχέδιόν του. Το δαιμονικόν μαντείον ωμίλησεν: «Θα κυριευθούν αι Αθήναι, μόνον εάν δεν φονευθή ο βασιλεύς». Μόνον εάν η ντόπια εξουσία συνταυτισθή με τα σχέδια της ανόμου τάξεως των αρπάγων και κυριάρχων, μόνον τότε ο ανυπότακτος λαός θα υποκύψη και θα εξοντωθή. Κοιτάξατε την νέαν τάξιν πραγμάτων. Μνημόνια και δεσμά μακραίωνα και άπαντα αλυσοδένουν πλέον έναν λαόν. Ποιοι τα επέβαλαν ταύτα αν όχι οι ξένοι κυρίαρχοι με τους ντόπιους δοσίλογους εξουσιαστές και υποχείριά τους;

3.    [85] Κλεόμαντις δὲ τῶν Δελφῶν τις πυθόμενος τὸ χρηστήριον δι’ ἀπορρήτων ἐξήγγειλε τοῖς Ἀθηναίοις· οὕτως οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὡς ἔοικε, καὶ τοὺς ἔξωθεν ἀνθρώπους εὔνους ἔχοντες διετέλουν. ἐμβαλόντων δὲ τῶν Πελοποννησίων εἰς τὴν Ἀττικήν, τί ποιοῦσιν οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὦ ἄνδρες δικασταί;

Η εξωτερική πολιτική ενός κράτους είναι μέγα θέμα. Εις την ουσίαν της αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ευρίσκειν ή δημιουργείν εις τους έξωθεν ευνοϊκά ώτα. Δέον να διαθέτη είς λαός τους υποστηρικτάς του εις το εξωτερικόν. Αλλά πώς τις διατίθεται ευνοϊκώς υπέρ τρίτου αλήθεια; Μόνον εάν έχει εντός του ισχυρώς ανεπτυγμένον το αίσθημα του δικαίου και έχει εις υψηλήν και περίοπτην θέσιν και εκτίμησιν τας αξίας που εκ της παιδείας πηγάζουσι. Ο Ισοκράτης όταν εδίδασκεν εις το σχολείον του εν Αθήναις τον 4ον αιώνα είχεν εις τας τάξεις του αναριθμήτους μαθητάς από άλλας πόλεις πλήν των Αθηνών. Η παιδεία που τους προσέφερεν, και δή αύτη των πολιτικών, ήτο γεινικοτάτη και αποσκοπούσε εις την ευημερίαν του ανθρώπου κάτω από οιοδήποτε καθεστώς και αν ευρίσκετο. Επίστευεν ήτοι, ότι ουχί οι νόμοι κάμνουσι τους χρηστούς πολίτας, αλλά το ήθος. Οι άνθρωποι αν λάβωσι έν σύστημα αξιών, αν καλλιεργηθή το ήθος των, ο χαρακτήρας των, τότε ηθικώς ζούν ακόμη και υπό τυραννικών καθεστώτων. Αύτη η παιδεία απλώς μαγεύει τα πλήθη. Διότι γνωρίζουν, ότι δύνανται να κατακτήσωσι την ευδαιμονίαν, ήτις και παραμένει ο αέναος σκοπός του ανθρώπου. Αληθώς, η σύγχρονος ελληνική εκπαίδευσις, εισάγουσα τον δυτικόν τρόπον σκέψεως, τον στυγνόν λογικοφανή, όστις παραμέρισεν την ελληνορθόδοξιν παράδοσιν, ήτις και διετήρησεν το έθνος εις την ζωήν ακόμη και εις σκοτεινούς αιώνας, άρα γε παράγη πολίτας ευδαίμονας ή παράγη γρανάζια του σύγχρονου τρόπου δουλείας; Ποιους νέους παρήγαγε με τα ελληνικοχριστιανικά πρότυπα και αξίας, της ταυτότητός μας ούτως όπως ήρμοζεν; Ουδένα. Απεναντίας παρήγαγε δυτικόφρονες, λατινόφρονες, άνθρωπους που απεμπολούν πίστιν προγόνων και γλώσσα, εις τον βωμόν της οικονομικής ψευδαισθήσεως.
Όμως μη φεγγοβολλώντας ως φάροι εις τον πνευματικόν τομέα του βίου μη έχωμε την ψευδαίσθησιν ότι και εις το εξωτερικόν θα εύρωμεν εύνους ανθρώπους. Κλεομάντηδες και Βύρωνες δεν θα βρούμε εφεξής. Βρίσκουμε ακόμα χάριν του παλαιού προγονικού μας κλέους και πολιτισμού. Αλλά άπαξ και πλέον δεν παράγομε πολιτισμόν, αξίας και ιδέας, ούτε κανέναν εύνουν μέλλομε ευρείν.

4.    οὐ καταλιπόντες τὴν χώραν ὥσπερ Λεωκράτης ᾤχοντο οὐδ’ ἔκδοτον τὴν θρεψαμένην καὶ τὰ ἱερὰ τοῖς πολεμίοις παρέδοσαν, ἀλλ’ ὀλίγοι ὄντες κατακλῃσθέντες ἐπολιορκοῦντο καὶ διεκαρτέρουν εἰς τὴν πατρίδα.

«Είς οιωνός άριστος» είχεν αναφωνήσει ο πρίγκηψ της Τρωάδος. «Αμύνεσθαι περί πάτρης». Εάν το όλον χαθή, ούτε χέρι, ούτε πόδι απομένει συμπλήρωσεν ο σταγειρίτης σοφός. Αυτά πλέον είναι νεκρά γράμματα δια τους ταγούς μας. Αλλά αν εξαφανισθή το γένος των Ελλήνων, όταν οι επτά στους δέκα πεινούν και δυστυχούν και δουλεύωσι δια ένα κομμάτι ψωμί, και οι πλείστοι εξ αυτών δεν το έχουν κάν, ωσάν άλλοι Γιάννηδες Αγιάννηδες, αν και είμεθα εις την β δεκαετίαν του 21ου αιώνος, αλήθεια ευημερεί το γένος, αλήθεια έχει σωθεί το σύνολον, αλήθεια υπάρχομεν, ως διατείνονται, ότι ήδη έχομε σωθεί; Έχομε σωθεί διατί εσώθησαν αι αριθμητικαί πράξεις και οι αριθμοί; Εμβαλόντων όμως των εχθρών εις την χώραν δεν έπρεπε να τραπώμεν εις φυγήν. Καρτερίαν αν είχωμεν, ακόμη και αν δια μεγάλον διάστημα ήμασταν κατακλεισθέντες, περικυκλωθέντες υπό των πολεμίων εις το τέλος θα βγαίναμε εκ της δοκιμασίας ταύτης νικηταί.

5.    [86] καὶ οὕτως ἦσαν, ὦ ἄνδρες, γενναῖοι οἱ τότε βασιλεύοντες ὥστε προῃροῦντο ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τῆς τῶν ἀρχομένων σωτηρίας μᾶλλον ἢ ζῶντες ἑτέραν μεταλλάξαι χώραν. φασὶ γοῦν τὸν Κόδρον παραγγείλαντα τοῖς Ἀθηναίοις προσέχειν ὅταν τελευτήσῃ τὸν βίον, λαβόντα πτωχικὴν στολὴν ὅπως ἂν ἀπατήσῃ τοὺς πολεμίους, κατὰ τὰς πύλας ὑποδύντα φρύγανα συλλέγειν πρὸ τῆς πόλεως, προσελθόντων δ’ αὐτῷ δυοῖν ἀνδρῶν ἐκ τοῦ στρατοπέδου καὶ τὰ κατὰ τὴν πόλιν πυνθανομένων, τὸν ἕτερον αὐτῶν ἀποκτεῖναι τῷ δρεπάνῳ παίσαντα τὸν δὲ περιλελειμμένον,

Διαβάζεις τας πράξεις των προγόνων και κλαίεις. «Προῃροῦντο ἀποθνῄσκειν ὑπὲρ τῆς τῶν ἀρχομένων σωτηρίας μᾶλλον ἢ ζῶντες ἑτέραν μεταλλάξαι χώραν». Προτιμούσαν οι άρχοντες των παλαιών Ελλήνων, να πεθάνουν δια τον λαόν των παρά να κυβερνήσωσι σε μιαν ηλλοιωμένην, ξένην, αγνώριστην χώραν. Αι επιταγαί των βαρβάρων θα μείνουν διαχρονικώς ίδιαι και απαράλλακται εις τους αιώνας. Αλλάξατε λέγουσι ίνα σωθήτε. Γίνατε ως και ημείς. Αποκτήσατε επιτέλους το ευρωπαϊκόν κεκτημένο. Προσαρμοσθήτε εις το φράγκικο, γερμανικοσκανδιναυικό μοντέλο ζωής. Εγκαταλείψατε τας αναχρονιστικάς σας ιδέας και συντηρητικάς σας παραδόσεις. Εγκαταλείψατε πίστιν και γλώσσαν. Αποκτήσατε πολιτικούς γάμους, σύμφωνα συμβιώσεως, εγκαταλείψατε τον σταυρόν δημοσίως. Γίνατε ομοίοι τοις κυσίν.
Προσέξατε τον βασιλέα Κόδρον. Εντύθη φτωχικώς και βγήκε από τα τείχη και περιμάζευε φρύγανα ως πτωχός αγρότης της πόλεώς του. Αν και βασιλεύς άφηκε τις βασιλικές πορφύρες, τους θρόνους και τα παλάτια του, έβγαλε τις βασιλικές κνημίδες του και εζώσθη χιτώνιον πενιχρόν και ριπαρόν. Ο λαός τους εγκλεισμένος και περιζωσμένος υπό των πολεμίων επείνα και εδυστύχει. Είχεν το δικαίωμα ούτος να το αγνοεί τούτο; Μα δεν είδομεν ημείς την σήμερον να βγή κάποιος άρχοντάς μας και αφού εγκαταλείψει μισθούς και προνόμια, να περιζωσθή την φτώχεια μας που αυτοί αποφάσισαν πως εμείς αξίζομεν. Αυτοί συνεχίζουν αν δεν απατώμαι και ζούν εν μεγάροις, με παχυλούς μισθούς και μύρια τόσα επιπλέον, προερχόμενα από τον λαόν των που πεινάει. Ένοιωσαν την δυστυχίαν του; Έζησαν με τον γελοίον βασικόν μισθόν που αυτοί και οι ξένοι επικυρίαρχοι επιδαψίλευσαν δια ημάς; Έζησαν με επίδομα ανεργίας; Έζησαν με προσφοράς από εφημερίδας τα παιδιά των; Τους έδωκαν γάλα και τρόφιμα διατιμήσεως; Χάθηκε η εποχή που εις την Ελλάδα κυβερνούσαν Κόδροι. Εκείνος πέθανε υπέρ του λαού του. Οι νύν πεθαίνουν για να ιδούν τον λαόν των σκλάβον ξένων και τους εαυτούς των βασιλείς επί πτωμάτων, επί ζωντανών νεκρών. Εκείνος ήτο βασιλεύς. Αυτοί εισίν όρνεα. Εκείνος πολέμησε, έδωκε το έναυσμα της αμύνης περί πάτρης. Μόλις συνάντησε δύο στρατιώτες από το εχθρικό στρατόπεδο, σκότωσε τον έναν. Ο άλλος στρατιώτης, βλέποντας την εχθρική αυτή ενέργεια έσπευσε να σκοτώση τον Κόδρο, μη γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν ο βασιλιάς.

6.    [87] παροξυνθέντα τῷ Κόδρῳ καὶ νομίσαντα πτωχὸν εἶναι, σπασάμενον τὸ ξίφος ἀποκτεῖναι τὸν Κόδρον[2]. τούτων δὲ γενομένων οἱ μὲν Ἀθηναῖοι κήρυκα πέμψαντες ἠξίουν δοῦναι τὸν βασιλέα θάψαι, λέγοντες αὐτοῖς ἅπασαν τὴν ἀλήθειαν· οἱ δὲ Πελοποννήσιοι τοῦτον μὲν ἀπέδοσαν, γνόντες δ’ ὡς οὐκέτι δυνατὸν αὐτοῖς τὴν χώραν κατασχεῖν ἀπεχώρησαν. τῷ δὲ Κλεομάντει τῷ Δελφῷ ἡ πόλις αὐτῷ τε καὶ ἐκγόνοις ἐν πρυτανείῳ ἀίδιον σίτησιν ἔδοσαν.

Ο πτωχός δεν έχει αξία δια τον οικονομικά κρατούντα. Ο άνθρωπος κατήντησεν έν τίποτα, άνευ αξίας, δύναται δε να θεωρηθή παράπλευρος απώλεια εις τας μάχας των οικονομικών πολέμων. Εάν θεωρηθής πτωχός είσαι ένα τίποτα. Ιδού ο τελικός στόχος των ξένων και ντόπιων αρπάγων. Η εξαθλιοποίησις ενός λαού, μαζών ολόκληρων, απλώς εκμηδενίζει τα σύνολα των ανθρώπων. Εν τέλει εις τίνες δέον υπάρχειν και αποδίδειν τιμάς; Μόνον εις εκείνους οίτινες έδωκαν και την ζωήν των υπέρ των πολλών. Έως ότου βρεθούν τοιούτοι, άλλοι βασιλείς, άλλοι Κόδροι, ουδέποτε όσοι Έλληνες ακόμα και αν απομένωμε δεν θα στείλωμε κήρυκα να ζητήσωμε την δόξαν των εκείνων που δεν έπραξαν τίποτα, ίνα αποσωβήσωσι την εκμηδένισιν ενός έθνους. Όλους όσους πούλησαν την πατρίδα και τα ιερά αυτής θα τους αφήσωμε βοράν εις την αιώνια λήθη και τα όρνια της αιωνίου κατακραυγής. Απεναντίας θα τιμώμε, ως Κοδρίτες[3] αιωνίως εκείνους και τους απογόνους εκείνων που εθυσιάσθησαν, ίνα μη βεβηλωθή η γής αυτής εδώ της χώρας από τους κύνας του κακού.


[1] Ο Κόδρος ήταν γιος του Μελάνθου και απόγονος του Νηλέα. Κατέφυγε στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του όταν οι Ηρακλείδες κατέβηκαν στην Πελοπόννησο. Ο Κόδρος διαδέχθηκε τον πατέρα του ως βασιλιάς των Αθηνών.


[2] Ο τόπος όπου σκοτώθηκε ο Κόδρος πιστευόταν ότι βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Ιλισού, όχι μακριά από μία από τις πύλες των αρχαίων Αθηνών (Παυσανίας Α, 19,5). Εδώ βρισκόταν ίσως και το ιερό του ηρωικού βασιλιά, που μας είναι γνωστό από επιγραφή του 418 π.Χ.. Ο τάφος όμως του Κόδρου βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, όπως μαρτυρεί επιτύμβια επιγραφή του 2ου αιώνα μ.Χ. που ανακαλύφθηκε στους ανατολικούς πρόποδες του «ιερού βράχου».


[3] Ο Αριστοτέλης ονόμασε Κοδρίτες τους απογόνους του Κόδρου που έμειναν στην Αττική.




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him