Θεωρία της Νεοελληνικής Γλώσσας της Β' Γυμνασίου (ΜΕΡΟΣ Β')




 Βασίλης Πρασσάς, 
Νεοελληνική Γλώσσα Β΄ Γυμνασίου



γ) Αντικείμενο σε πτώση γενική και γενική προσωπική
Πρέπει να ξεχωρίζουμε το αντικείμενο σε γενική από τη γενική προσωπική. Το αντικείμενο σε γενική αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του ρήματος που προβλέπεται από τη σημασία του και απαντάται στις συγκεκριμένες κατηγορίες ρημάτων (βλ. αντίστοιχο πίνακα παραπάνω, αρ. 4). Αντίθετα, η γενική προσωπική είναι γενική ονόματος προσώπου ή συνήθως προσωπικής αντωνυμίας και φανερώνει το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η έννοια του ρήματος και το οποίο δέχεται την ωφέλεια ή τη βλάβη από αυτό που δηλώνει το ρήμα, γι’ αυτό και ονομάζεται γενική προσωπική χαριστική ή αντιχαριστική αντίστοιχα. Συναντάται κυρίως σε απρόσωπα ρήματα ή εκφράσεις (φαίνεται, χρειάζεται, πρέπει, είναι εύκολο, είναι δίκαιο), π.χ. «Μου φαίνεται πως αρρώστησες», αλλά και σε μεταβατικά (πονώ, φιλώ, γεμίζω, ταΐζω κ.λπ.), π.χ. «Να μου φιλήσεις τη μητέρα σου», κ.λπ.. 


δ) Μεταβατική και αμετάβατη χρήση
Μεταβατικά ρήματα όπως το γράφω, πίνω, πλένω, τρώω κτλ. είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται και χωρίς αντικείμενο και τότε δηλώνουν απλώς μια ενέργεια (είναι αμετάβατα):
Έγραψε το γράμμα. (μεταβατικό) / Μη φωνάζεις, ο αδερφός σου γράφει. (αμετάβατο)
αλλάζω τη φούστα / οι άνθρωποι αλλάζουν // ανάβω το φως / δεν ανάβει η φωτιά
η βροχή θόλωσε τα τζάμια / τα τζάμια θόλωσαν // καίω τα χαρτιά / το φαγητό καίει
παίζω κιθάρα / παίζει η εθνική // χτυπάω την πόρτα / το τηλέφωνο χτυπάει
η σούπα βράζει / βράζω τις πατάτες // γελάω / θα τον γελάσω
κατεβαίνω / κατεβαίνει τα σκαλιά // κλαίω / κλαίει τον πόνο της
ε) Πολλά αμετάβατα ρήματα λαμβάνονται και ως μεταβατικά: (αμετάβατο) / Βράζω τα αυγά. (μεταβατικό)
ανεβαίνω, κατεβαίνω / κατεβαίνω την σκάλα

Ορισμένα ρήματα που χρησιμοποιούνται κυρίως ως αμετάβατα είναι δυνατόν να αλλάξουν τη σημασία τους και να γίνουν μεταβατικά. Σε αυτή την περίπτωση, τα ρήματα αυτά δέχονται αντικείμενο. Αυτά τα ρήματα ονομάζονται μεταβιβαστικά.
ο σκύλος αγριεύει /
ο αδερφός μου αγριεύει το σκύλο



Το νερό βράζει.
Οι αντωνυμίεςΧρήσιμα στοιχεία θεωρίας Ο μαθητής για να κατανοήσει τις παρακάτω δραστηριότητες και να απαντήσει πρέπει να γνωρίζει ότι:
1. Αντωνυμίες, όπως δείχνει και η ετυμολογία της λέξης (αντωνυμία = «αντί ονόματος»), είναι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε προκειμένου να αντικαταστήσουμε ή να υποκαταστήσουμε ένα ονοματικό σύνολο (ουσιαστικό ή επίθετο). Η χρήση τους, λοιπόν, συνδέεται με τη διαδικασία της αντικατάστασης (όταν η αντωνυμία αντικαθιστά κάτι που δεν έχει αναφερθεί πριν στο λόγο, αλλά εισάγεται απευθείας μέσα από την αντωνυμία, π.χ. «Δώσε μου λίγο από αυτό») και τη διαδικασία της υποκατάστασης (όταν η αντωνυμία υποκαθιστά κάτι που έχει προαναφερθεί, προκειμένου να αποφευχθεί η άσκοπη επανάληψη, π.χ. «-Την έμαθες εκείνη τη δύσκολη ενότητα στο μάθημα της Φυσικής; - Ναι, την έμαθα.».2. Οι περισσότερες αντωνυμίες ανήκουν στα κλιτά μέρη του λόγου (κλίνονται άλλες όπως τα ουσιαστικά και άλλες όπως τα επίθετα), υπάρχουν όμως και άκλιτες αντωνυμίες (που, ό,τι, τι, κάτι / κατιτί, τίποτε ή τίποτα, καθετί).
3. Η συντακτική τους λειτουργία. Οι αντωνυμίες μέσα στο λόγο (πρόταση) μπορούν να λειτουργήσουν (έχουν θέση) ως:
• Υποκείμενα (Εγώ το έκανα).
• Αντικείμενα (Εγώ το έκανα).
• Κατηγορούμενα (Είμαι εκείνος που σε αγάπησε)
• Επιθετικοί προσδιορισμοί (Η ίδια ομάδα με πέρυσι πήρε το πρωτάθλημα)
• Γενικές προσδιοριστικές (Μου χρειάζεται ένας πολύ καλός ύπνος)
• Συνοδευτικά προθέσεων (Από εμένα το έμαθε)
• Άρθρα (Κάθε πολίτης μιας χώρας πρέπει να έχει ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους.).
4. Τα είδη των αντωνυμιών είναι:
• Προσωπικές (δυνατοί τύποι: εγώ – εσύ – αυτός, -η, -ο / αδύνατοι τύποι: μου – σου – τος/τη/το)
• Κτητικές (δικός, -ή, -ό μου / δικός, -ή, -ό σου / δικός, -ή, -ό του)
• Αυτοπαθείς (εαυτού μου – εαυτού σου – εαυτού του/της)
• Οριστικές (ίδιος, -α, -ο / μόνος, -η, -ο)
• Δεικτικές (αυτός, -ή, -ό / (ε)τούτος, -η, -ο / εκείνος, -η, -ο / τέτοιος, -α, -ο / τόσος, -η, -ο)
• Αναφορικές (που / ο οποίος, -α, -ο / όποιος, -α, -ο / ό,τι / όσος, -η, -ο)
• Ερωτηματικές (τι / ποιος, -α, -ο / πόσος, -η, -ο)
• Αόριστες (ένας, μια, ένα / κανένας (κανείς), καμιά (καμία), κανένα / κάποιος, -α, -ο / μερικοί, -ες, -α / κάμποσος, -η, -ο / καθένας, καθεμιά, καθένα / κάθε / άλλος, -η, -ο / (ο, η, το) δείνα / (ο, η, το) τάδε / καθετί / κάτι ή κατιτί / τίποτε ή τίποτα).
Οι προσωπικές αντωνυμίες1) Οι προσωπικές αντωνυμίες χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν αυτόν που μετέχει στην πράξη επικοινωνίας και ως εκ τούτου φανερώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου:  το α΄ πρόσωπο, εγώ (για να δηλωθεί ο- ρόλος του ομιλητή),
 το β΄ πρόσωπο, εσύ (για να δηλωθεί ο ρόλος του- συνομιλητή ή ακροατή),
 το γ΄ πρόσωπο, αυτός, -η, -ο (για να δηλωθεί ο- ρόλος του προσώπου στο οποίο αναφέρεται ο ομιλητής)
και σε καθένα από αυτά κλίνονται ως ουσιαστικά.
2) Οι προσωπικές αντωνυμίες έχουν δυνατούς (ισχυρούς ή εμφαντικούς) και αδύνατους (ασθενείς ή μη εμφαντικούς) τύπους. Αριθμοί ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ – ΚΛΙΣΗ
Α΄ και Β΄ προσώπου
Πτώσεις α΄ πρόσωπο β΄ πρόσωπο
Τύποι Τύποι
Δυνατοί Αδύνατοι Δυνατοί Αδύνατοι
Ενικός



Ονομ.εγώ
Γεν.εμένα / μου
Αιτ.εμένα
Κλητ. - -
μου
σου
- εσύ
εσένα
εσένα
εσύ -
σου
σε
-



Πληθυντικός
Ονομ.
Γεν.
Αιτ.
Κλητ εμείς
εμάς
εμάς
- -
μας
μας
- εσείς
εσάς
εσάς
εσείς -
σας
σας
-
Αριθμοί ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ – ΚΛΙΣΗ
Γ΄ προσώπου
Πτώσεις Τύποι
Δυνατοί και αδύνατοι τύποι σε παρένθεση
αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
Ενικός Ονομ.
Γεν.
Αιτ.
Κλητ. αυτός (τος)
αυτού (του)
αυτόν (τον)*
- αυτή (τη)
αυτής (της)
αυτή(ν) [τη(ν)]**
- αυτό (το)
αυτού (του)
αυτό (το)
-
Πληθυντικός
Ονομ.
Γεν.
Αιτ.
Κλητ αυτοί (τοι)
αυτών (τους)
αυτούς (τους)
- αυτές (τες)
αυτών (τους)
αυτές (τις ή τες)
- αυτά (τα)
αυτών (τους)
αυτά (τα)
-
* Το τελικό –ν διατηρείται πάντα στην αιτιατική αρσενικού τού δυνατού και αδύνατου τύπου
** Το τελικό –ν διατηρείται στην αιτιατική θηλυκού τού δυνατού και αδύνατου τύπου όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή άηχο κλειστό σύμφωνο (κ, π, τ, ξ, ψ)
3) Οι δυνατοί και αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας επιλέγονται ανάλογα με τις λειτουργίες που καλούνται να επιτελέσουν και συχνά έχουμε το περιθώριο να επιλέξουμε όποιο τύπο επιθυμούμε.
4) Όσον αφορά στους δυνατούς τύπους:
i. Χρησιμοποιούνται ή τους επιλέγουμε όταν:
α) βρίσκονται μόνοι τους στο λόγο (-Ποιος μίλησε; - Εγώ),
β) θέλουμε να τονίσουμε κάτι, να δώσουμε έμφαση (Εμένα έβρισες;),
γ) θέλουμε να ξεχωρίσουμε κάτι από τα άλλα, να εκφράσουμε δηλαδή αντίθεση ή αντιδιαστολή (Εγώ ήμουν μαζί σου και όχι ο Γιάννης),
δ) συνοδεύουν απλές προθέσεις (για μένα, από αυτόν, μ’ εσάς κ.λπ.),
ε) χρησιμοποιούνται για να συνδέσουν παρατακτικά με ονόματα (Ο Κώστας και εγώ καθυστερήσαμε να μπούμε στην τάξη),
στ) συνοδεύουν ένα ουσιαστικό σε παράθεση προς αυτό (Εμείς οι νέοι ζούμε το σήμερα).
ii. Συντακτικά μπορούν να λειτουργήσουν μέσα στην πρόταση ως:
• υποκείμενο ρήματος σε πτώση ονομαστική (Εγώ φώναξα),
• αντικείμενο ρήματος, άμεσο σε πτώση αιτιατική (Εσένα μόνο αγαπώ), ή έμμεσο σε πτώση γενική ή με πρόθεση (Η μητέρα μου έριξε την ευθύνη σ’ εμένα),
• σε παράθεση προς κάποιο ουσιαστικό (Εμείς οι νέοι είμαστε παρορμητικοί),
• συμπλήρωμα πρόθεσης (Ήρθε για σένα).
5) Όσον αφορά στους αδύνατους τύπους:
i. Χρησιμοποιούνται ή τους επιλέγουμε όταν:
α) θέλουμε να υποκαταστήσουμε κάποια λέξη (ονοματικό σύνολο) που έχει προαναφερθεί (- Το έκλεισες το παράθυρο; - Ναι, το έκλεισα), ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη και κουραστική επανάληψη των λέξεων αυτών που εμποδίζουν και την ομαλή ροή του λόγου,

β) θέλουμε να προαναγγείλουμε κάτι που πρόκειται να πούμε στη συνέχεια (Το έμαθες ότι ο καθηγητής μας θα λείπει αύριο;),
γ) θέλουμε να αποδώσουμε μια γενική προσδιοριστική σε κάποιο ονοματικό σύνολο (γενική κτητική, υποκειμενική ή αντικειμενική), π.χ. «Πήγα στο σπίτι μου / Θαύμασε τα κατορθώματά μας / Η κίνηση αυτή ήταν η καταστροφή του),

δ) παρατηρείται το φαινόμενο της αντωνυμικής επανάληψης (Την πόρτα την έκλεισες;),

ε) συνοδεύουν επιρρήματα (πάνω μου, πίσω σου, δίπλα μας κ.λπ.). Αυτό δεν ισχύει όταν μετά το επίρρημα ακολουθεί πρόθεση και μετά η αντωνυμία (πάνω από εμένα, πίσω από εσένα κ.λπ.).

ii. Συντακτικά μπορούν να λειτουργήσουν μέσα στην πρόταση ως:
• αντικείμενο, άμεσο σε πτώση αιτιατική (Πάρε με μαζί σου!), ή έμμεσο σε πτώση γενική (Μου έδειξε το δρόμο) ή και άμεσο και έμμεσο στην ίδια πρόταση (Θα πάρω ένα τριαντάφυλλο και θα της το προσφέρω),

• γενική προσδιοριστική ενός ουσιαστικού, που δηλώνει τον κτήτορα (γενική κτητική), π.χ. «Δανείστηκε το κινητό μου», το δράστη μιας ενέργειας που δηλώνει το ουσιαστικό (γενική υποκειμενική), π.χ. «Ο διαιτητής αντέδρασε αμέσως και το σφύριγμά του σταμάτησε τη φάση» ή τον αποδέκτη μιας ενέργειας (γενική αντικειμενική), π.χ. «Η νίκη είναι γλυκιά και ο πόθος της ακόμη πιο έντονος»,

• γενική που εξαρτάται από επίρρημα (Έλα πίσω μου),
• αντωνυμική επανάληψη, επανάληψη δηλαδή του αντικειμένου ενός ρήματος (Την πόρτα την έκλεισες;).
6) Επαναληπτική αντωνυμία λέγεται ο αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας που χρησιμοποιούμε για να υποκαταστήσουμε κάποια λέξη (ονοματικό σύνολο) που έχει προαναφερθεί (- Το έκλεισες το παράθυρο; - Ναι, το έκλεισα) και προληπτική ο αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας που χρησιμοποιούμε για να προαναγγείλουμε κάτι που πρόκειται να πούμε στη συνέχεια (Το έμαθες ότι ο καθηγητής μας θα λείπει αύριο).
7) Σημαντικές επισημάνσεις:
i. Διάκριση των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας από τους τύπους του οριστικού άρθρου το(ν), του, της, τη(ν), το. Το οριστικό άρθρο δηλώνει οριστική αναφορά και μπαίνει πριν από κάποιο όνομα (συνοδεύει δηλαδή ουσιαστικά), π.χ. «τον πατέρα», ενώ οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας αντικαθιστούν ή υποκαθιστούν κάποιο όνομα και συνοδεύουν ρήματα (τον χτύπησε / χτύπησέ τον) ή μπαίνουν μετά από ονόματα ως γενική προσδιοριστική (πατέρας του) ή επιρρήματα (πίσω της).
ii. Διάκριση της προσωπικής αντωνυμίας γ΄ προσώπου (αυτός – αυτή – αυτό) από τη δεικτική αντωνυμία (αυτός – αυτή – αυτό).
 Τη- δεικτική αντωνυμία (αυτός, -ή, -ό) τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να δείξουμε κάτι (τον μετέχοντα ή κάποια ιδιότητά του, ποσοτικού ή ποιοτικού περιεχομένου), που βρίσκεται μάλιστα σχετικά κοντά μας (Αυτός είναι ο φίλος μου), ενώ την προσωπική όταν αναφερόμαστε απλώς στον μετέχοντα, χωρίς πρόθεση να τον δείξουμε (Αυτή τότε απάντησε).

 Η προσωπική αντωνυμία αντικαθιστά μόνο ουσιαστικά, δε- μπαίνει σε θέση επιθέτων, ενώ η δεικτική αντωνυμία χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο και μπαίνει πριν από το άρθρο και το ουσιαστικό (Αυτή η γυναίκα είναι επικίνδυνη).
 Η δεικτική αντωνυμία χρησιμοποιείται για πρόσωπα ή πράγματα τα- οποία έχουν προαναφερθεί (Θυμάσαι που σου έλεγα για μια ξανθιά; Ε, αυτή ήταν στο τηλέφωνο.)

iii. Η προσωπική αντωνυμία γ΄ προσώπου στην αιτιατική ενικού του αρσενικού -και στο δυνατό και στον αδύνατο τύπο- διατηρεί πάντα το τελικό –ν (αυτόν / τον). Κάτι που δεν ισχύει για τον αντίστοιχο τύπο της δεικτικής αντωνυμίας [αυτό(ν)], ούτε για την αιτιατική ενικού αρσενικού γένους του οριστικού άρθρου [το(ν)], όπου διατηρούν το τελικό –ν στις γνωστές περιπτώσεις [όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή άηχο κλειστό σύμφωνο (κ, π, τ, ξ, ψ)]. Στο θηλυκό όμως και η προσωπική αντωνυμία διατηρεί το τελικό –ν όταν ισχύει η προηγούμενη συνθήκη – κανόνας [αυτή(ν) / τη(ν)] .
ΚΤΗΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ• Δηλώνουν τον κτήτορα (σε ποιον δηλαδή ανήκει ένα αντικείμενο). • Έχουν και αυτές, όπως και οι προσωπικές, δυνατούς (ή ισχυρούς) και αδύνατους (ή ασθενείς) τύπους.• Αδύνατοι τύποι: είναι οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας σε πτώση γενική, ακολουθούν πάντα μετά από το ουσιαστικό που προσδιορίζουν και έχουν συντακτική θέση γενικής προσδιοριστικής και ειδικότερα γενικής κτητικής (Ο πατέρας μου τραυματίστηκε.).
Πρόσωπο Για έναν κτήτορα Για πολλούς κτήτορες
α΄ πρόσωπο μου μας
β΄ πρόσωπο σου σας
γ΄ πρόσωπο του / της / του τους
• Δυνατοί τύποι της κτητικής αντωνυμίας:
 Σχηματίζονται με το- κτητικό επίθετο δικός – δική/ιά – δικό (το οποίο σπάνια εμφανίζεται μόνο του στο λόγο) και τη γενική των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας μου – σου – του. Αντιστοιχούν στα τρία πρόσωπα και δηλώνουν έναν ή πολλούς κτήτορες. Πρόσωπο Για έναν κτήτορα Για πολλούς κτήτορες
α΄ πρόσωπο δικός μου / δική μου /δικό μου δικός μας / δική μας / δικό μας
β΄ πρόσωπο δικός σου / δική σου /δικό σου δικός σας / δική σας / δικό σας
γ΄ πρόσωπο δικός του (της) / δική του (της) /δικό του (της) δικός τους / δική τους / δικό τους
- Χρησιμοποιούνται όταν:
• θέλουμε να δώσουμε έμφαση στον κτήτορα (Αυτό το τετράδιο είναι δικό μου.),
• θέλουμε να αποσαφηνίσουμε σε ποιον ανήκει κάτι (Λάθος, αυτό είναι το δικό της κινητό και όχι το άλλο.),
• θέλουμε να υποκαταστήσουμε ένα όνομα, το οποίο έχει αναφερθεί και εννοείται (Η συνάντηση θα γίνει είτε στο σπίτι του Γιάννη είτε στο δικό μου.),
• σε παγιωμένες εκφράσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ονοματικό σύνολο που δηλώνει «συγγένεια» (Θα μιλήσω στους δικούς μου), «οπαδούς» (Μπήκαν τότε στο γήπεδο οι δικοί μας), «κάποιον στενό φίλο» (Δικέ μου τι κάνεις;) κ.λπ.
 Συντακτική χρήση. Μπορούν- να:
• λειτουργήσουν ως επιθετικοί προσδιορισμοί, όταν προσδιορίζουν κάποιο ουσιαστικό (Οι δικοί μου φίλοι έφυγαν χθες.),
• έχουν τις συντακτικές λειτουργίες ενός ονόματος, όταν εμφανίζονται μέσα στο λόγο ως αυτοδύναμα ονοματικά σύνολα, π.χ. να είναι υποκείμενο (Οι δικοί μου δε θα επιστρέψουν σπίτι το βράδυ.), αντικείμενο (Τελικά έκανα το δικό μου) κ.λπ.,
• να συνδυάζονται με προθέσεις όταν λειτουργούν ως ονοματικά σύνολα δημιουργώντας εμπρόθετους προσδιορισμούς (Ήρθα με τους δικούς μου .).
ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ• Είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται όταν θέλουμε να δείξουμε κάποιο πρόσωπο (ή αντικείμενο) ή μια ιδιότητα αυτού (ποσοτικού ή ποιοτικού χαρακτήρα). Η δείξη αυτή είναι εξωγλωσσική ή κειμενική και επιτυγχάνεται είτε στο χώρο (Εκείνο το σπίτι κάηκε.) είτε στο χρόνο (Εκείνες τις μέρες περάσαμε υπέροχα.) ή ακόμη και στο νοητό χώρο ενός κειμένου (Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι…).• Οι δεικτικές αντωνυμίες και η χρήση τους είναι:
 Αυτός – αυτή – αυτό: τη χρησιμοποιούμε- για να δείξουμε κάτι που είναι κοντά μας (Αυτό το παιδί είναι ο φίλος μου) ή που το αναφέραμε λίγο πριν (Αυτά είπε και έφυγε) ή για να δηλώσουμε αντίθεση (Αυτή τη συμπεριφορά δεν την περίμενα με τίποτα από εσένα!). Επίσης, χρησιμοποιείται για να δηλώσει έμφαση σε ένα όνομα (Ξεπέρασε και αυτόν ακόμη τον Γκάλη στο μπάσκετ!), αλλά και σε συνδυασμό με το δεικτικό επίρρημα εδώ (Αυτός εδώ…).- Εκείνος – εκείνη – εκείνο: τη χρησιμοποιούμε για να δείξουμε κάτι που είναι μακριά μας (Εκείνες τις μέρες περάσαμε υπέροχα.) ή για να υποκαταστήσουμε κάποιο όνομα (Ο Χρήστος βιάστηκε να δικαιολογηθεί και έτσι υποψιαστήκαμε πως ήταν εκείνος που διέδωσε τη συγκεκριμένη φήμη.). Επίσης, χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το δεικτικό επίρρημα εκεί (Εκείνος εκεί…).
 (Ε)τούτος – (ε)τούτη –- (ε)τούτο: τη χρησιμοποιούμε για να δείξουμε κάτι που βρίσκεται κοντά μας (Τούτος είναι ο φίλος μου). Έχει σχεδόν την ίδια χρήση με τη δεικτική αντωνυμία αυτός, -η, -ο, δηλώνει βέβαια πιο κοντινή δείξη και περισσότερο επιλέγεται για λόγους υφολογικούς.
 Τέτοιος – τέτοια – τέτοιο: τη χρησιμοποιούμε για να δείξουμε- την ποιότητα ή μια ιδιότητα του ουσιαστικού που προσδιορίζει (Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος που νομίζεις!). ενδέχεται, βέβαια, να δείχνει και το ποσό σε συνδυασμό με επίθετα που δηλώνουν ποσό (Τέτοια μεγάλη επιτυχία δεν την περίμενα).- Τόσος – τόση – τόσο: τη χρησιμοποιούμε για να δείξουμε την ποσότητα, είτε πρόκειται για μεγάλη ποσότητα (Τόσα καλά νέα σε μια μέρα δεν τα περίμενα!) είτε για μικρή με το δα (Ένα τόσο δα πρόβλημα και σε απογοήτευσε!) ή για να υποκαταστήσουμε αριθμητικά (Πλήρωσα χίλια τόσα ευρώ!) ή για να συμπληρώσουμε αναφορική πρόταση (Η αγάπη μου για αυτήν ήταν τόση, που δεν μπορώ ακόμη να την ξεπεράσω / Συγκεντρώθηκαν τόσοι όσους ακριβώς περιμέναμε) και συμπερασματική (Τα έξοδα ήταν τόσα, ώστε να δυσκολεύομαι ακόμη και τώρα να τα καλύψω).
• Όσον αφορά στη συντακτική χρήση τους, ενδέχεται να έχουν θέση ουσιαστικού, οπότε μπορεί να είναι υποκείμενο (Αυτά είπε και έφυγε) ή αντικείμενο (Κοίταξε αυτόν.) ή επιθέτου, οπότε είναι επιθετικός (κατηγορηματικός) προσδιορισμός (Πάρε αυτό το βιβλίο.).
ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ• Είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να εισάγουμε μια δευτερεύουσα αναφορική πρόταση, δηλαδή μια πρόταση που αναφέρεται σε μια λέξη που συνήθως προηγείται (Αγόρασα το κινητό που μου πρότεινες).• Οι αναφορικές αντωνυμίες και η χρήση τους είναι:
 Ο οποίος – η οποία – το οποίο: χρησιμοποιείται για να γίνει πιο- σαφής η αναφορά στη λέξη που αναφέρεται. Συντακτικά μπορεί να είναι υποκείμενο στο ρήμα της αναφορικής πρότασης (Έκανα όλες εκείνες τις ενέργειες οι οποίες ήταν αναγκαίες.), αντικείμενο στο ρήμα της αναφορικής πρότασης (Αυτό είναι το κινητό το οποίο αγόρασα.), ονοματικός προσδιορισμός (Χθες βγήκα με τη Σοφία της οποίας αδελφός είναι ο Κώστας.) ή εμπρόθετος προσδιορισμός (Συνάντησα τον Αλέξη με τον οποίο ήμασταν συμμαθητές στο δημοτικό.).
 Το άκλιτο που:- χρησιμοποιείται όπως και η αντωνυμία ο οποίος – η οποία – το οποίο, την οποία και μπορεί να αντικαταστήσει (Αυτό είναι το κινητό που αγόρασα.). Προσοχή: η μόνη περίπτωση που η άκλιτη αντωνυμία που δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αντωνυμία ο οποίος – η οποία – το οποίο είναι όταν συνδυάζεται με πρόθεση, δεν μπορεί δηλαδή το που να χρησιμοποιηθεί μέσα σε προθετικό σύνολο, π.χ. στην πρόταση «Συνάντησα τον Αλέξη με τον οποίο ήμασταν συμμαθητές στο δημοτικό.» δεν μπορούμε να πούμε «με που». Ωστόσο, μπορεί το που να αντικαταστήσει ολόκληρο προθετικό σύνολο, π.χ. αντί για «Το γυμναστήριο στο οποίο πηγαίνω είναι δίπλα στο σπίτι μου.» μπο-ρούμε να πούμε «Το γυμναστήριο που πηγαίνω είναι δίπλα στο σπίτι μου.». Επομένως, έχει τις ίδιες συντακτικές χρήσεις με την αντωνυμία ο οποίος – η οποία – το οποίο.
 Όποιος - όποια - όποιο και το άκλιτο ό,τι: τις- χρησιμοποιούμε όταν η αναφορά που κάνουμε είναι πιο αόριστη και γενικευτική και λειτουργούν ως συντακτικό στοιχείο της κύριας και όχι της δευτερεύουσας πρότασης (Ψηφίζω όποιον θεωρώ πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού.).
 Όσος – όση –- όσο: τη χρησιμοποιούμε όταν αναφερόμαστε σε ποσότητα και λειτουργεί κατά βάση ως επίθετο (Όση αγάπη είχα την έδωσα.).
 Οποιοσδήποτε – οποιαδήποτε –- οποιοδήποτε / οσοσδήποτε - οσηδήποτε – οσοδήποτε / οτιδήποτε (και για τα τρία γένη): έχουν τις αντίστοιχες χρήσεις των αντωνυμιών που αποτελούν το α΄ συνθετικό.
• Οι αντωνυμίες όποιος – όποια – όποιο και όσος – όση – όσο συχνά συνδέονται με το και / κι αν ή και να για να δηλώσουν αοριστία [Όποιος κι αν (ή και να) κερδίσει θα τον συγχαρώ / Όση αγάπη κι αν (ή και να) είχα την έδωσα.].
ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ• Είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να μιλήσουμε αόριστα για κάποιον ή για κάτι. • Οι αόριστες αντωνυμίες και η χρήση τους είναι: Κάποιος – κάποια – κάποιο / ένας –- μια – ένα και τα άκλιτα κάτι / κατιτί χρησιμοποιούνται για την κατεξοχήν αόριστη δήλωση (Κάποιος μάλλον το πήρε / Μου έλεγε ένας ότι… / Κάτι θα συνέβη και έφυγε). Κανένας (κανείς) – καμιά (καμία) – κανένα (μόνο στον ενικό- αριθμό) και το άκλιτο τίποτε / τίποτα χρησιμοποιούνται α) για να δηλώσουν κάτι το αόριστο και έχουν τη σημασία του «κάποιος, -α, -ο» και «κάτι» αντίστοιχα, π.χ. «Αν ρωτήσει κανείς (δηλαδή κάποιος) πες του πως θα έρθω αργότερα» / «Πες τίποτα (δηλαδή κάτι) και εσύ!» ή β) για να δηλώσουν άρνηση (ούτε ένας / ούτε κάτι), όταν συνδυάζονται με αρνητικό μόριο, π.χ. «Δεν βρέθηκε κανείς (δηλαδή ούτε ένας) να τον σταματήσει!» / «Δεν ξέρεις τίποτα (δηλαδή ούτε κάτι);».- Καθένας – καθεμιά (καθεμία) – καθένα και το άκλιτο κάθε / καθετί χρησιμοποιούνται για γενικευμένη αόριστη δήλωση και λειτουργούν ως επίθετα (Ο καθένας μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία / Κάθε άνθρωπος έχει τα προτερήματα και τα ελαττώματά του).
 Κάμποσος – κάμποση – κάμποσο και μερικοί – μερικές- - μερικά χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν αόριστα ποσό (Ήρθαν κάμποσοι φίλοι. Μερικοί από αυτοί κάθισαν ως τα μεσάνυχτα.).
 (ο, η, το) τάδε / (ο, η, το)- δείνα χρησιμοποιούνται όταν δε θέλουμε να ονομάσουμε κάποιον ή κάτι (Ήρθε τότε ο δείνα και μου λέει θα βρεθούμε στο τάδε μέρος).
 Άλλος – άλλη – άλλο:- χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει κάποιον ή κάτι, χωρίς να τον αναφέρει (Επισκεφτήκαμε την Ακρόπολη και τα άλλα υπέροχα μνημεία της Αθήνας).
 Τα- επίθετα όλος – όλη – όλο και ολόκληρος – ολόκληρη – ολόκληρο λειτουργούν και ως αόριστες αντωνυμίες όταν α) δηλώνουν κάτι που έχει αναφερθεί (Έχεις πάει στα νησιά των Κυκλάδων; Όλα είναι πανέμορφα) ή β) έχουν τη σημασία του «ο καθένας» και «το καθετί» (Όλοι το ξέρουν / Άλλαξαν όλα).
 Για την αόριστη δήλωση- χρησιμοποιούνται και οι αναφορικές αντωνυμίες όποιος, -α, -ο / ό,τι / όσος, -η, -ο και τα σύνθετά τους με β΄ συνθετικό το –δήποτε (βλ. αναφορικές αντωνυμίες).
• Οι αόριστες αντωνυμίες έχουν μέσα στο λόγο τη συντακτική λειτουργία των ουσιαστικών – ονομάτων, οπότε μπορεί να είναι υποκείμενα (Κάποιος ήρθε), αντικείμενα (Δε θέλω κανέναν), κατηγορούμενα (Και αυτό ήταν κάτι!), εμπρόθετοι προσδιορισμοί (Το έμαθα από κάποιους) ή των επιθέτων, οπότε μπορεί να είναι επιθετικοί ή κατηγορηματικοί προσδιορισμοί (Κάποιος συμμαθητής μου με χτύπησε / Όλος ο κόσμος ήταν ανάστατος).
ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
• Είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να ορίσουμε και να ξεχωρίσουμε κάτι από άλλα του ίδιου είδους [Σημείωση: οι Κλαίρης και Μπαμπινιώτης (2005) τις κατατάσσουν στις αόριστες αντωνυμίες].
• Οι οριστικές αντωνυμίες είναι:
 ο- ίδιος – η ίδια – το ίδιο, π.χ. «Θα πάει ο ίδιος (και όχι κάποιος άλλος) να το φέρει» και
 μόνος – μόνη – μόνο, π.χ. «Το έκανα μόνος μου (και όχι με- κάποιους άλλους)».
• Συντακτικά λειτουργούν ως ονόματα (Θα πάει ο ίδιος) ή επίθετα (Θα έρθει ο ίδιος ο πατέρας μου).
ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
• Είναι οι αντωνυμίες που δηλώνουν πως το ίδιο πρόσωπο ενεργεί και το ίδιο δέχεται την ενέργεια.
• Σχηματίζονται με το όνομα εαυτός και τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας μου, σου, του/της, μας, σας, τους, αναφέρονται και στα τρία πρόσωπα και έχουν μόνο γενική και αιτιατική πτώση.
πρόσωπα ενικός αριθμός πληθυντικός αριθμός
α΄ Γεν. : του εαυτού μου
Αιτ. : τον εαυτό μου Γεν. : του εαυτού μας ή των εαυτών μας
Αιτ. : τον εαυτό μας ή τους εαυτούς μας
β΄ Γεν. : του εαυτού σου
Αιτ. : τον εαυτό σου Γεν. : του εαυτού σας ή των εαυτών σας
Αιτ. : τον εαυτό σας ή τους εαυτούς σας
γ΄ Γεν. : του εαυτού του / της
Αιτ. : τον εαυτό του / της Γεν. : του εαυτού τους / των ή των εαυτών τους / των Αιτ. : τον εαυτό τους / των ή τους εαυτούς τους / των
• Έχουν τις συντακτικές λειτουργίες του ονόματος, οπότε μπορεί να είναι υποκείμενα (Ο εαυτός του μόνο τον ενδιαφέρει), αντικείμενα (Κοροϊδεύει τον εαυτό του), κατηγορούμενα (Είμαι ο εαυτός μου), εμπρόθετοι προσδιορισμοί (Καυχιέται συνεχώς για τον εαυτό του).
ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
• Είναι οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούμε για να ρωτήσουμε κάτι (για να δηλώσουμε την εστία της ερώτησης).
• Ερωτηματικές αντωνυμίες είναι:
 Το άκλιτο τι (Τι κάνεις;).-
 Ποιος – ποια – ποιο; (Ποιος θέλει να- απαντήσει;). Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούμε για γενική του ποιος και τη γενική τίνος; (Τίνος είναι η τσάντα;).
 Πόσος – πόση – πόσο; (Πόσο- κάνει;).
 Ρόλο ερωτηματικής αντωνυμίας έχουν και ορισμένες περιφράσεις με το- άκλιτο τι (Τι είδους έργα σου αρέσουν; / Τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί;)
• Συνήθως μπαίνουν στην αρχή της πρότασης. Ενδέχεται, βέβαια, να προτάσσεται πριν από αυτές κάποια λέξη ή φράση, η οποία δηλώνει μια γνωστή πληροφορία (Την απάντηση ποιος θα τη δώσει;).
• Χρησιμοποιούνται και στον πλάγιο λόγο για να εισάγουν πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις (Μας ρώτησε ποιος θέλει να απαντήσει.).
• Έχουν μέσα στο λόγο συντακτική θέση ονομάτων, οπότε μπορεί να είναι υποκείμενα (Ποιος θα έρθει;), αντικείμενα (Ποιον κοροϊδεύεις;), ή εμπρόθετοι προσδιορισμοί (Με ποιον θα φύγεις;) ή επιθέτων, οπότε μπορεί να είναι επιθετικοί προσδιορισμοί (Ποια κοπέλα σου αρέσει;).
• Σε κάθε ερώτηση που κάνουμε με μια ερωτηματική αντωνυμία μπορεί να δοθεί απάντηση με κάποιες άλλες αντωνυμίες (Ποιος ήρθε; - αυτός / εκείνος / κάποιος κ.λπ.). Οι αντωνυμίες αυτές ονομάζονται συσχετικές αντωνυμίες. Συσχετικές είναι οι αναφορικές, δεικτικές και αόριστες αντωνυμίες.

ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ / ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΠΤΩΤΟΙ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
- Οι πτώσεις δείχνουν τη σχέση που μπορεί να έχουν οι ονοματικές φράσεις μεταξύ τους.
- Όταν η ονοματική φράση (ουσιαστικό) που προσδιορίζει μια άλλη βρίσκεται στην ίδια πτώση με αυτή, τότε ονομάζεται ομοιόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του, ο Αλέξης»). Αντίθετα, όταν βρίσκεται σε διαφορετική πτώση, ονομάζεται ετερόπτωτος προσδιορισμός (π.χ. «Είναι ο φίλος του αδερφού μου»).
- Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί είναι συνήθως σε πτώση γενική, η οποία μπορεί να δηλώνει:
¨ Τον κτήτορα («Το αυτοκίνητο του πατέρα μου»).
¨ Το δράστη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική υποκειμενική («Ακούγεται το σφύριγμα του ανέμου»).
¨ Τον αποδέκτη μιας ενέργειας και ονομάζεται γενική αντικειμενική («Οι νέοι είναι συντελεστές πρόοδου»).
¨ Τον τόπο («Το κρασί της Λήμνου είναι εξαίσιο»).
¨ Το χρόνο («Τα επιτεύγματα του αιώνα μας είναι θαυμαστά»).
¨ Τις διαστάσεις («Έχτισε σπίτι με συνολική έκταση διακοσίων τετραγωνικών»).
¨ Την ιδιότητα («Τους ακολουθούσαν τα πουλιά της θάλασσας»).
¨ Το σκοπό ή τη χρήση («Παράγγειλε τα ρούχα του γάμου»).
¨ Την αιτία («Τον αρρώστησε ο πόνος του χωρισμού»).
¨ Το σύνολο και ονομάζεται γενική διαιρετική («Η πλειοψηφία των μαθητών θέλει ένα καλύτερο εξεταστικό σύστημα»)
¨ Κ.λπ.
- Οι ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί χρησιμοποιούνται:
¨ Για να ορίσουν ακριβέστερα το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο και γνωστό γνώρισμα σ’ αυτό ή απλώς για να το χαρακτηρίσουν και ονομάζονται παράθεση («Του μίλησα για την αγάπη, το πιο όμορφο συναίσθημα»). Η παράθεση μπορεί να αναλυθεί με αναφορική πρόταση, οπότε εννοείται το «ο οποίος, -α, -ο», («Του μίλησα για την αγάπη, η οποία είναι το πιο όμορφο συναίσθημα»). Παράθεση θεωρείται και ο ομοιόπτωτος προσδιορισμός που δηλώνει τη σχέση περιέχοντος και περιεχομένου («ένα ποτήρι νερό»), διαιρεμένου όλου και εκείνων που το αποτελούν («ένα κοπάδι πρόβατα») κ.λπ.
¨ Για να διασαφηνίσουν-επεξηγήσουν το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, όταν η έννοια του είναι γενική και κάπως αόριστη και ονομάζονται επεξήγηση («Εγώ είμαι, ο Γιώργος»), οπότε εννοείται το «δηλαδή».
Πώς μπορούμε να διακρίνουμε την παράθεση από την επεξήγηση:Στην παράθεση από μια έννοια ειδικότερη (μερικότερη) πηγαίνουμε σε μια άλλη έννοια γενικότερη. Η πορεία δηλαδή είναι από το μερικό στο γενικό (π.χ. «Η Κατερίνα, η φίλη μου, κέρδισε το στοίχημα.»).
Στην επεξήγηση συμβαίνει το αντίστροφο, από μια έννοια δηλαδή γενικότερη πηγαίνουμε σε μια έννοια μερικότερη. Η πορεία είναι από το γενικό στο μερικό (π.χ. «Η φίλη μου, η Κατερίνα, κέρδισε το στοίχημα.»).

 

ΕΠΙΘΕΤΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας:
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις ερωτήσεις αυτές και να απαντήσει θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
1) Μια από τις βασικότερες λειτουργίες του επιθέτου είναι να προσδιορίζει ένα ουσιαστικό, στο οποίο αποδίδει μια συγκεκριμένη (μόνιμη) ιδιότητα (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»). Στην περίπτωση αυτή το επίθετο λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός.
2) Το επίθετο που έχει αυτό το ρόλο (επιθετικός προσδιορισμός) βρίσκεται στο ίδιο γένος, αριθμό και πτώση με το ουσιαστικό που προσδιορίζει (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»: πτώση ονομαστική, γένος αρσενικό και αριθμό ενικό, όπως είναι και το ουσιαστικό).
3) Η κανονική θέση αυτών των επιθέτων είναι πριν το ουσιαστικό, ενώ αν υπάρχει και άρθρο τότε ακολουθεί του άρθρου και προηγείται του ουσιαστικού (π.χ. «ο καλός άνθρωπος»). Βέβαια, για λόγους έμφασης μπορεί να βρίσκεται μετά το ουσιαστικό (π.χ. «ένας άνθρωπος καλός»). Όταν, στην περίπτωση αυτή, υπάρχει και οριστικό άρθρο ο/η/το τότε το άρθρο επαναλαμβάνεται και πριν από το επίθετο (π.χ. «ο άνθρωπος ο καλός»).
4) Ουσιαστικοποιημένο επίθετο ονομάζεται το επίθετο το οποίο λειτουργεί ως βασικό συστατικό μιας ονοματικής φράσης, δηλαδή χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, χωρίς να αναφέρεται το ουσιαστικό που προσδιορίζει, το οποίο βέβαια εννοείται [π.χ. «φόρεσε τα μαύρα (ρούχα)», «όπου φτωχός (άνθρωπος) και η μοίρα του», «το δημοτικό (σχολείο)].

ΣΥΝΘΕΤΑ-ΤΑ ΕΙΔΗ

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΕΤΩΝ
Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας
Ο μαθητής πρέπει να γνωρίζει ότι:
1) Σύνθεση έχουμε όταν μια λέξη σχηματίζεται από την ένωση των θεμάτων δύο ή περισσότερων λέξεων (π.χ. αγγουροντομάτα). Η πρώτη λέξη ονομάζεται πρώτο συνθετικό (αγγούρι) και η δεύτερη δεύτερο συνθετικό (ντομάτα).
2) Το πρώτο συνθετικό μπορεί να είναι: κάποιο επίρρημα (καλώς + σκέφτομαι: καλοσκέφτομαι), επίθετο (γλυκός + ανάλατος: γλυκανάλατος), αριθμητικό (πρώτος + πορεία: πρωτοπόρος), ρήμα (ανοίγω + κλείνω: ανοιγοκλείνω) ή ουσιαστικό (μαχαίρι + πιρούνια: μαχαιροπίρουνα).
Σημείωση: με βάση τις νέες αντιλήψεις περί Γραμματικής (Κλαίρης και Μπαμπινιώτης, 2005) οι λέξεις που σχηματίζονται με πρώτο συνθετικό μερικές προθέσεις, οι οποίες παράλληλα με την αυτόνομη προθετική τους ονοματική λειτουργία μέσα στο λόγο έχουν αναπτύξει και μια προθηματική λειτουργία, καθώς και τα λεξικά προθήματα (λεξικά μορφήματα χωρίς αυτόνομη παρουσία στο λόγο, όπως είναι τα αχώριστα μόρια), δε θεωρούνται σύνθετες λέξεις, αλλά παράγωγες (βλ. Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας της ενότητας 1).
3) Τα σύνθετα χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με τη σχέση του πρώτου με το δεύτερο συνθετικό. Ειδικότερα, διακρίνονται σε (είδη συνθέτων):
α) παρατακτικά: τα δύο συνθετικά παρατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο.
Τα συνθετικά αυτά μπορεί να είναι:
Ö Ουσιαστικά: αγγούρι + ντομάτα = αγγουροντομάτα.
Ö Επίθετα: άσπρος + μαύρος = ασπρόμαυρος.
Ö Ρήματα: αναβαίνω + κατεβαίνω = ανεβοκατεβαίνω.
Ö Επιρρήματα: βόρεια + ανατολικά = βορειοανατολικά.
β) προσδιοριστικά: το πρώτο συνθετικό προσδιορίζει το δεύτερο.
Τα συνθετικά αυτά μπορεί να είναι:
Ö Ουσιαστικό + ουσιαστικό: τυρί + πίτα = τυρόπιτα.
Ö Επίθετο + ουσιαστικό: πικρό + αμύγδαλο = πικραμύγδαλο.
Ö Επίρρημα + ρήματα: σιγά + τραγουδώ = σιγοτραγουδώ.
Ö Η λέξη κατά (που προέρχεται από την πρόθεση «κατά» της Αρχαίας Ελληνικής) + επίθετο: κατά + κόκκινος = κατακόκκινος.
γ) κτητικά: τα κτητικά σύνθετα μπορούν να αποδοθούν με τη φράση «εκείνος που έχει…» και συνήθως σχηματίζονται με επίθετο + ουσιαστικό: ξανθά + μαλλιά = ξανθομάλλης / ανοιχτό + μυαλό = ανοιχτόμυαλος
δ) αντικειμενικά: το πρώτο συνθετικό είναι ουσιαστικό και το δεύτερο ρήμα και το ουσιαστικό έχει θέση αντικειμένου του ρήματος, π.χ. βιβλίο + πωλώ = βιβλιοπώλης / δέντρα + φυτεύω = δεντροφύτευση / χρόνο + χρεώνω = χρονοχρέωση.


ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ-ΒΑΘΜΟΙ ΕΠΙΘΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΩΝ

Οι βαθμοί των επιθέτων και των επιρρημάτων
Χρήσιμα στοιχεία θεωρίας
Ο μαθητής για να κατανοήσει τις παρακάτω δραστηριότητες και να απαντήσει πρέπει να γνωρίζει ότι:
1. Βαθμοί ενός επιθέτου είναι οι διάφορες μορφές που λαμβάνει ένα επίθετο, προκειμένου να δηλώσει διάφορα είδη και διάφορους βαθμούς σύγκρισης.
2. Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις: θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός. Από αυτούς ο συγκριτικός και ο υπερθετικός ονομάζονται παραθετικά του επιθέτου και σχηματίζονται μονολεκτικά (με μία λέξη) ή περιφραστικά (με δύο ή περισσότερες λέξεις).
α) Ο θετικός βαθμός του επιθέτου: είναι η απλή μορφή του επιθέτου, όπως το γνωρίζουμε, που δεν προσδιορίζεται δηλαδή από το συγκριτικό ή υπερθετικό βαθμό και φανερώνει απλώς ότι ένα ουσιαστικό (ή οποιαδήποτε άλλη λέξη) έχει κάποιο γνώρισμα, κάποια ιδιότητα (Ο Γιάννης είναι ταχύς αθλητής).
β) Ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου: είναι η μορφή που λαμβάνει το επίθετο όταν συγκρίνουμε δύο «μεγέθη», το ένα εκ των οποίων έχει κάποιο γνώρισμα σε μεγαλύτερο βαθμό από το άλλο (Ο Γιάννης είναι ταχύτερος αθλητής από τον Κώστα). Η λέξη που χαρακτηρίζει το επίθετο λέγεται α΄ όρος σύγκρισης (Ο Γιάννης) και η λέξη η οποία χρησιμοποιείται ως βάση για τη σύγκριση λέγεται β΄ όρος σύγκρισης (Κώστα).
Σημείωση: Η σύγκριση μπορεί να λάβει τις εξής μορφές:
¨ Σύγκριση υπεροχής: ο α΄ όρος σύγκρισης υπερέχει ποσοτικά τού β΄ όρου (Ο Γιάννης είναι ταχύτερος αθλητής από τον Κώστα).
¨ Σύγκριση υστέρησης: ο α΄ όρος σύγκρισης υστερεί ποσοτικά τού β΄ όρου (Ο Γιάννης είναι λιγότερο ταχύς αθλητής από τον Κώστα).
¨ Σύγκριση ισότητας: οι δύο όροι σύγκρισης είναι ίσοι (Ο Γιάννης είναι εξίσου/το ίδιο ταχύς αθλητής με τον Κώστα).




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him