Ἡ ἀκμή τῆς Β' σοφιστικῆς - Ἀττικισμός



του
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΤΣΑΝΟΥ
-φιλολόγου



ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν




Με τον Ισοκράτη και τον Πλάτωνα έχομε μιαν παιδαγωγικήν αντινομίαν, ήτις επηρέασε την πνευματικήν ζωήν με εναλλασσομένη έντασιν ως το τέλος της αρχαιότητος. Πότε η φιλοσοφία και πότε η ρητορική διεκδικούσαν την αποκλειστικότητα της παιδείας.
Στην αυτοκρατορικήν εποχήν, τους δύο πρώτους αιώνας, επικράτησε η ρητορική. Η ποίησις της εποχής επηρεάστηκε απ’ την ρητορική και ολοκληρώνεται τώρα μια εξέλιξις που είδαμε ότι άρχισε με τον Γοργίαν, καθώς ολόκληρα είδη, όπως το εγκώμιο και το επιθαλάμιο, γίνανται τώρα κτήμα της ρητορικής.

ΑΤΤΙΚΙΣΜΟΣ: πριν από την αυτοκρατορικήν εποχήν, στα μέσα του 1ου π.Χ αι., αρχίζει η αντίδρασις κατά του ασιανισμού, που εμφανίζεται σαν επιστροφή εις τα παλαιά υποδείγματα του αττικού ύφους.
Καικίλιος: ήταν από την Καλήν Ακτήν της Σικελίας. Απ την πλούσιαν παραγωγή του, η οποία εκτός από έργα ρητορικής τέχνης, εξηγητικά και λεξικογραφικά, περιείχε και μιαν έκθεσιν του πολέμου των δούλων, έχομε μόνον αποσπάσματα. Το βιβλίο του «Περί του χαρακτήρος των δέκα ρητόρων» είναι το πρώτο που δημιούργησε τον κανόνα. Αυστηρός εχθρός του ασιανισμού, εκτιμούσε κυρίως τον Λυσία. Εναντίον του εστράφη στην επόμενη γενεά ο Θεόδωρος ο Γαδαρηνός. Έγραψε το τεχνικοπεριγραφικόν έργον «Περί ύψους», που το εννοούσε ως στιλίστικη έννοια. Με ένα σύγγραμμα του ιδίου τίτλου, έχομε μόνον αποσπάσματα, απαντά γύρω στα 40 μ.Χ ένας Ανώνυμος, μαθητής του Θεοδώρου. Το απόσπασμα αυτό είναι το σπουδαιότερον έργον λογοτεχνικής κριτικής και αισθητικής που διαθέτομε από την αρχαιότητα. Ο Ανώνυμος αυτός είναι ένας μεγαλοφυής πρωτοπόρος, που προηγείται πολύ από την εποχήν του στην κατανόηση της αξίας της μεγάλης ποιήσεως και θα μπορούσε να είναι το σημείο τομής από το αρχαίο στο σύγχρονον πνεύμα. Σύμφωνα με μίαν ψεύτικην απόδοσιν, που οφείλεται εις την επιγραφήν «Διονυσίου ή Λογγίνου», μιλούν συχνά δια τον Ψευδο-Λογγίνο.
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς: ήρθε εις την Ρώμην τω 30 π.Χ κι έδρασεν εκεί 22 χρόνια. Πρότυπόν του είναι ο Δημοσθένης. Πιο σημαντικόν έργον του: «Περί συνθέσεως ονομάτων» (στιλίστικες οδηγίες). Είναι ψευδεπίγραφη με το όνομά του η «Τέχνη ρητορική».
Αδιάλλακτη έκφρασις του αττικισμού αποτελεί η λεξικογραφική επεξεργασία του καθιερωμένου γλωσσικού πλούτου. Η εργασία της ελληνιστικής εποχής και το κυνήγι σπανίων λέξεων – «γλώσσαι» - βρίσκουν ενθάδε μια ιδιότυπη συνέχισιν: Αίλιος Διονύσιος, Παυσανίας απ’ την Συρία, Πάμφιλος, Διογενιανός – απ τις κύριες πηγές του Λεξικού του Ησυχίου.
Απ την αττική λεξικογραφία μας σώθηκαν μερικά του 2ου μ.Χ αι. Τα σύνορα παραλλάζουν: πιο αυστηρός είναι ο Μοίρις – «Αττικαί Λέξεις». Περιλήψεις έχομε απ’ το έργον του Φρυνίχου, ενώ λιγότερο ορθόδοξος είναι ο Ιούλιος Πολυδεύκης, απ’ το πολύτιμο «Ονομαστικόν» του οποίου έχομε επιτομή. Χρήσιμος δια τα πραγματολογικά του – κυρίως δια τα αττικά δικαστήρια -  είναι επίσης ο Αρποκρατίων, «Λέξεις των δέκα ρητόρων». Το αποκορύφωμα ήταν ο περίφημος «Κειτούκειτος» που δούλευε με το ερώτημα «κείται ή ου κείται εις τους Αττικούς;». Ιδιόρρυθμος αττικιστής είναι ο λύδος Αρτεμίδωρος, πιθανώς στωικός.
Στους θεωρητικούς της ρητορικής αναφέραμε ήδη τον Θεόδωρο τον Γαδαρηνό, που βρισκόταν σε αντίθεσιν με τον Απολλόδωρο από την Πέργαμο. Μεγάλη ήταν η επίδραση που είχε η πιο σπουδαία συλλογή ρητορικών γυμνασμάτων, τα «Προγυμνάσματα», του Αιλίου Θέωνα από την Αλεξάνδρεια (1ος αι π.Χ) ενώ ο πιο σημαντικός ήταν ο Ερμογένης από την Ταρσό.
Αντίδραση στον αττικισμό ήταν το ανώνυμο λεξικό «Αντιαττικιστής», το οποίο πλάταινε τον κύκλο, ενώ ο υπεραττικισμός δε γλύτωσε και από τις βολές του Λουκιανού. Παρά την αντίδραση πάντως, η επίδρσις του αττικισμού ήταν αποφασιστική. Η γλωσσική και η πνευματική ζωή αποναρκώθηκε μέσα σ’ έναν στείρο κι άγονον κλασσικισμόν.
Θα ήταν λάθος να μιλάμε για παντοκρατορία του αττικισμού και να θέλομε να χαρακτηρίσουμε μόνον απ’ αυτόν την δεύτερην σοφιστική. Ούτε ασιανή βέβαια είναι η περίοδος αυτή. Πρόκειται δια ανταγωνισμόν που συνεχίστηκε μέσα από την όψιμην αρχαιότητα, ανάμεσα στον κλασσικόν αττικισμόν και την κληρονομιάν του ασιανισμού και που δεν σταμάτησε ποτέ. Τον όρον β’ σοφιστική χρησιμοποιεί ο Φιλόστρατος στους «Βίους σοφιστών». Στο βάθος είναι παραπλανητικός γιατί είναι πολλά αυτά που την χωρίζουν από την παλαιά σοφιστική και δεν πρόκειται για εισβολή νέων πραγμάτων. Είναι μια εξέλιξις η οποία από τον Γοργία, με δράση και αντίδραση, με τον Ισοκράτη, τον Περίπατο και την ελληνιστική εποχή, οδηγεί εις την αυτοκρατορικήν εποχήν.
Εις την πρώιμην νεοσοφιστικήν ανήκει κι ο Δίων ο Χρυσόστομος. Άρχισεν σαν ρήτορας αλλά εσωτερικές και εξωτερικές επιδράσεις έδωσαν στην ζωή του άλλη κατεύθυνσιν. Οι γνήσιοι λόγοι του είναι σπουδαία μνημεία της ιστορίας του πολιτισμού.
Στην ακμή της νέας σοφιστικής ανήκουν ο Αίλιος Αριστείδης, ο Φιλόστρατος – «βίοι σοφιστών» - κι ο Λουκιανός, που εγεννήθη στα Σαμόσατα το 120 μ.Χ κι αυτοονομάζεται Σύρος. Κοίταζε τον κόσμον με σκεπτικισμόν κι είχε για επάγγελμα την κοροϊδία. Στην αρχήν ηκολούθησε τον δρόμο του σοφιστικού μεγαλόσχημου ρήτορος με μεγάλην επιτυχίαν. Έκαμε μεγάλα ταξείδια. Έχομε μαρτυρίες της ρητορικής του δραστηριότητος – «Γυμνάσματα», «Φάλαρις», «Μυίας εγκώμιον». Εγκατέλειψεν την ρητορικήν όταν ήτο 40 ετών, όπως λέει στον «Δις κατηγορούμενον», όπου υπερασπίζεται τον εαυτόν του επάνω εις την ακρόπολη των Αθηνών εναντίον της Ρητορικής. Στον «Ρητόρων διδάσκαλον» «έλουσε» το επάγγελμα που εξασφάλιζε επιτυχία σε αδιάντροπους κατεργάρηδες, ενώ στον «Ψευδοσοφιστή» έχει στόχο την γλωσσικήν σοβαροφάνεια – εναντίον του υπεραττικισμού.
Είχε σχέσεις με την φιλοσοφία, όπου οι κυνικοί, κθώς και οι επικούρειοι μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στον σκεπτικισμόν του. Πολύ επιδρούσε στον Λουκιανό η κυνική λαϊκή φιλοσοφία. Διαλόγους είχε γράψει πρίν γίνει πρότυπό του ο Μένιππος κι ένοιωθε δικό του επίτευγμα την εξεύρεσιν σατιρικών διαλόγων, όπου χρησιμοποιούνταν στοιχεία των σωκρατικών διαλόγων και της κωμωδίας.
Παντού με ειρωνική απλοϊκότητα παίζει με θέματα που πρόσφερε με αφθονία η κλασσική ποίηση, χωρίς να γίνεται φανερή η καταστρεπτική τάση. Ο μύθος είναι γι’ αυτόν τόσο πραγματικός, όσο και για τους ελληνιστικούς ποιητές. Μένει όμως στον φαρδύ δρόμο των πασιγνώστων πραγμάτων, χωρίς να αναζητά, όπως εκείνοι το απόμερο.
Πλούσια θρεμμένοι από την κωμωδία είναι ο «εταιρικοί διάλογοι», όπως  κι ο «Τίμων» που προετοίμαζε τους διαλόγους που έγραψε, επηρεασμένος απ’ την λαϊκοφιλοσοφική διατριβή του Μένιππου. Ενθάδε ο σκεπτικιστής και σκώπτης, ο εχθρός της ακρισίας στην παραδοχή της παράδοσης, βρήκε το κατάλληλο γι’ αυτόν όργανον. Τα πιο ακονισμένα βέλη έρριξε εναντίον της θρησκείας – «Ικαρομένιππος», «Τα προς Κρόνον» - χωρίς να ξεχάση και την φιλοσοφία – «Βίων πράσις».
Στα οψιμότερα έργα ο διάλογος υποχωρεί μπροστά στον επιστολικό τύπο – «Πώς δει ιστορίαν συγγράφειν», «Περί της περεγρίνου τελευτής». Τέλος στα διαλογικά βιβλία «Αληθούς ιστορίας α’, β’ «παρωδεί την φαντασιοκοπία των περιπετειακών μυθιστορημάτων».
Ο Λουκιανός είναι αττικιστής, αλλά η γνώσις του δια τον αττικόν κόσμον εξαντλείται σε μερικές λεπτομέρειες απ’ την λογοτεχνία, χωρίς εμβάθυνση, όπως συνέβαινε και με τις ρητορικές του γνώσεις. Είτε συνειδητά, παίζοντας το ειρωνικό του παιχνίδι, είτε χωρίς να το καταλαβαίνει, τα ανακατώνει όλα και γενικά είναι ο επιτήδειος που εκμεταλλεύεται την παράδοσιν με επιδεξιότητα και χάριν.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him