Τό τῆς καρδίας ταξείδι πρός τό θεῖον




τοῦ
Κυρίλλου Κεφαλοπούλου
Ἀρχιμανδρίτου *




Σὲ αὐτὸ τὸ ταξίδι ἡ καρδιὰ θὰ περάσει ἀπὸ διάφορες φάσεις. Στὴν πρώτη φάση ἡ καρδιὰ ὑπερβαίνει τὴν πεπτωκυία φύση καὶ τὴν ὑποδούλωση στὰ πάθη, καὶ ἀνέρχεται σταδιακὰ τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν (κάθαρση). Στὴν δεύτερη φάση ἡ καρδιὰ προσηλώνεται στὸν Θεό, περνάει στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ, καὶ στὴν τρίτη φάση, ἡ καρδιὰ κεκαθαρμένη πλέον ἀπὸ πάθη καὶ λογισμούς, φθάσει στὴν μυστικὴ ἕνωση μὲ τὸν Θεό.
Μόνον μία καθαρὴ καρδιά, ἀκηλίδωτη ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς κοσμικὲς μέριμνες, καθίσταται ὁ καθρέπτης τοῦ Θεοῦ καὶ ἀντανακλᾶ τὶς θεϊκὲς ἀρετές. Ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς περιγράφει αὐτὲς τὶς τρεῖς φάσεις, ποὺ πρέπει νὰ περάσει ἡ καρδιὰ γιὰ νὰ συναντήσει καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό: "ἀπὸ τὰ τρία στάδια, τὸ πρῶτο εἶναι τῶν ἀρχαρίων, ποὺ πρέπει νὰ ἐπιδιώξουν νὰ ἀποκτήσουν τὶς ἀρετές. Στὴν ἀρχὴ στέκεται ἡ πίστη, στὸ τέλος ἡ ἀγάπη, ποὺ συγκεντρώνει ἐν ἑαυτῇ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν γνώση (ἐνν. τὴν μυστικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ- θεωρία). Τὸ τελικὸ στάδιο εἶναι ἡ μυστικὴ γνώση... αὐτὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἔκσταση τῆς ἀγάπης, ποὺ παραμένει ἀμετακίνητη, σταθερὰ προσηλωμένη στὸν Θεό. Ἔχει φθάσει στὴν κατάσταση τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου, τῆς μυστικῆς ἕνωσης μὲ τὸν Θεό".
Πρώτη φάση λοιπὸν εἶναι ἡ καρδιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Τὰ πάθη ἀποτελοῦν παρορμήσεις ἐσωτερικές, ἐνάντιες στὴν θέλησή μας, εἴτε ἐπιθυμίες ποὺ τὶς ἐπαναλαμβάνει ἡ καρδιὰ ὥστε νὰ καταστοῦν ἕξη, ἐξάρτηση, συνήθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ. Οἱ Πατέρες ἀναφέρονται σὲ ὀκτὼ βασικά, κύρια πάθη, γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, ὀργή, λύπη, ἀκηδία, κενοδοξία, ὑπερηφάνεια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκπηγάζουν ἄλλα πάθη. Ὅταν ἡ καρδιὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ πάθη, ξεχνᾶ τὸν Θεό. Ἡ θεραπεία τῆς καρδιᾶς ἀρχίζει ὅταν μὲ πίστη ἀνοίγεται στὸν Θεὸ καὶ ἀρχίζει τὸν πνευματικὸ ἀγώνα της νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ ἀποκτήσει τὶς ἀρετές.
Δὲν εἶναι ὅλα τὰ πάθη κακά. Ὑπάρχουν τὰ λεγόμενα φυσικὰ πάθη (λ.χ. πεῖνα, δίψα, χαρά, φόβος,) ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν διατήρηση τῆς βιολογικῆς μας ὑπάρξεως. Ὅταν τὰ φυσικὰ αὐτὰ πάθη μεταβάλλονται σὲ ἀφύσικα πάθη, ποὺ δεσμεύουν τὴν καρδιὰ στὰ γήινα καὶ τὴν ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν Θεό, ὑπάρχει πρόβλημα. Ἡ καρδιὰ ὀφείλει νὰ ἀγωνισθεῖ ἔναντι αὐτῶν, νὰ τὰ ἐλέγξει, νὰ τὰ περιορίσει, νὰ τὰ μεταβάλλει ἀπὸ γήινα πάθη σὲ πνευματικὲς ἐπιθυμίες.
Γράφει ὁ Ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: "τὰ φυσικὰ πάθη γίνονται καλὰ σὲ ἐκείνους, ποὺ ἀγωνίζονται ὅταν, ἀποσυνδέοντας αὐτὰ ἀπὸ τὰ ζητήματα τῆς σαρκός, τὰ χρησιμοποιοῦμε, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε τὰ οὐράνια. Π.χ. μποροῦν νὰ μεταβάλλουν τὴν ὄρεξη σὲ πνευματικὴ ἐπιθυμία τῶν οὐρανίων πραγμάτων, τὴν ἡδονὴ (εὐχαρίστηση) σὲ ἁγνὴ χαρὰ πρὸς τὴν συνέργεια τοῦ νοῦ πρὸς τὶς θεῖες δωρεές, τὸν φόβο σὲ φροντίδα πρὸς ἀποφυγὴ μελλουσῶν ἀποτυχιῶν ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας, καὶ τὴν λύπη πρὸς ἐπανόρθωση καὶ μετάνοια". Τότε ἡ καρδιὰ θὰ βρίσκει χαρὰ ὅσο θὰ προοδεύει πνευματικὰ καὶ θὰ γεύεται πνευματικὲς εὐλογίες.
Ἡ πρόκληση, ποὺ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει ἡ καρδιά, εἶναι μεγάλη. Ἡ καρδιὰ γλυκαίνεται ἀπὸ τὴν ἡδονὴ (εὐχαρίστηση), ποὺ προκαλοῦν τὰ πάθη, καταλήγουν ὅμως σὲ ὀδύνη, πόνο καὶ θλίψη, ποὺ γεννᾶ ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ἡ καρδιά, ποὺ θέλει νὰ ἀνοιχθεῖ στὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ ἀγωνισθεῖ κατὰ τῆς κυριαρχίας τῶν παθῶν,ποὺ τὴν ἐμποδίζουν νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό. Γιὰ νὰ ἀνοιχθεῖ ἡ καρδιὰ στὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ σπάσει τὰ δεσμὰ τῆς ἡδονῆς τῶν παθῶν, ποὺ καταλήγουν στὴν ὀδύνη, τὴν θλίψη τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ δυσκολία, ποὺ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει ἡ καρδιὰ στὴν προσπάθειά της νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, εἶναι μεγάλη. Ἡ ρίζα τοῦ προβλήματος ἐντοπίζεται πολὺ νωρίς, στὸν Παράδεισο, ὅταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα προτίμησαν τὴν ἀπόλαυση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ. Ἔτσι, εἰσῆλθε στὸν ἄνθρωπο ἡ ἀνυπακοὴ καὶ ἡ δουλεία στὰ πάθη. Τὰ κακὰ καὶ ἀφύσικα πάθη εἰσῆλθαν στὸν ἄνθρωπο, κατέκλυσαν τὴν καρδιά του, καὶ ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔγινε ἕνας φαῦλος κύκλος μεταπτώσεων μεταξὺ ἐμπαθῶν ἀπολαύσεων, ποὺ ξεκινοῦν μὲ ἡδονὴ (εὐχαρίστηση) καὶ καταλήγουν σὲ θλίψη καὶ πόνο (ὀδύνη).
Ἀπὸ τότε ἡ καρδιὰ εἶναι διχασμένη μεταξὺ τῶν ἐμπαθῶν καὶ πονηρῶν ἐπιθυμιῶν, καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἐπιστρέψει στὸν Θεό. Ὅσο ἡ καρδιὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἐλέγξει τὰ πάθη, ξεχνᾶ τὸν Θεὸ καὶ καταλήγει πνευματικὰ ἀνισόρροπη καὶ προβληματική, φοβισμένη, ἀνελεύθερη, ἐξαρτημένη.
Ὅταν ἡ καρδιὰ ἀνοίγεται στὸν Θεό, δέχεται τὴν ἐπίδραση τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἐνοικεῖ σὲ αὐτήν, ἐργάζεται μέσα της, γλυκαίνει καὶ μαλακώνει τὴν καρδιά, ὥστε νὰ γίνει δεκτικὴ στὶς θεῖες δωρεὲς καὶ ἀρετές. Ὅταν ἀνοίγεται ἡ καρδιὰ στὸν Θεό, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀποκτᾶ τὶς ἀρετές. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἰσέρχεται στὴν καρδιά, τὴν μαλακώνει ὥστε νὰ δεχθεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνταποκριθεῖ στὸ κάλεσμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Ἡ καρδιὰ γίνεται ὑπάκουη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ δέχεται τὴν συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν προσπάθεια τῆς ἀπόκτησης τῶν ἀρετῶν.
Ἡ καρδιά, γιὰ νὰ προφυλαχθεῖ ἀπὸ τὴν προσβολὴ τῶν παθῶν, πρέπει νὰ ἀντισταθεῖ στὴν προσβολὴ τῶν κακῶν λογισμῶν. Αὐτὸ εἶναι πολὺ κρίσιμο σημεῖο στὸν πνευματικὸ ἀόρατο πόλεμο, ὅπως τὸν χαρακτηρίζει ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ποὺ διεξάγει ἡ καρδιὰ ἐναντίον τῶν παθῶν. Οἱ νηπτικοὶ Πατέρες περιγράφουν αὐτὴν τὴν διαδικασία περίπου ὡς ἑξῆς: ὁ Σατανᾶς βάζει στὸ μυαλὸ μία ἁμαρτωλὴ σκέψη, ἕναν πονηρὸ λογισμό, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πρώτη προσβολή. Ὅμως αὐτὸς ὁ λογισμός, τὸ σπέρμα τῆς ἁμαρτίας, δὲν εἶναι ἀκόμη ἁμαρτία. Γιὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ ἁμαρτωλὴ πράξη ποὺ ὑποκινεῖται ἀπὸ τὴν προσβολὴ τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, πρέπει νὰ συγκατατεθεῖ τὸ μυαλὸ (ὁ νοῦς), νὰ κατέλθει ὁ πονηρὸς λογισμὸς στὴν καρδιά, νὰ παραμείνει, νὰ καλλιεργηθεῖ, ὥστε νὰ προκληθεῖ σύγχυση, σκοτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς, ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀνάμειξη ἀγαθῶν καὶ πονηρῶν λογισμῶν. Τότε ὁ Σατανᾶς ἔχει πετύχει τὸν σκοπό του, ἔχει σπείρει στὴν καρδιὰ τὴν ἀνησυχία καὶ τὴν ἀγωνία τῶν λογισμῶν, ποὺ καταλήγουν σὲ πάθη καὶ ὑλοποίηση τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν ἡ καρδιὰ ἀνοίγεται στὸν Θεό, κυριαρχεῖται ἀπὸ θεοφιλεῖς, εἰρηνικοὺς λογισμούς, καὶ ἡ ἴδια γαληνεύει. Ὅταν ὅμως ἡ καρδιὰ ἀνοίγει εἴσοδο στοὺς πονηροὺς λογισμούς, ποὺ ὑποβάλλει ὁ Σατανᾶς, τότε ἀπὸ ἁγία γίνεται ἀγρία, γεμάτη σκότος, ταραχὴ καὶ ἀναστάτωση. Αὐτὸν τὸν διχασμὸ τῆς καρδιᾶς μεταξὺ τοῦ πνευματικοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν ἀντιστρατεύεται ὁ σαρκικὸς νόμος τῆς ἁμαρτίας, καὶ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία πολλὲς φορὲς ἐνάντια στὴν καλή του προαίρεση, περιγράφει μὲ πολλὴ παραστατικότητα ὁ Ἀπ. Παῦλος (Ρωμ. 7:15-25).
Πρωταρχικὴ ὑποχρέωση τῆς καρδιᾶς, ἂν θέλει νὰ προχωρήσει στὴν πνευματικὴ ζωή, εἶναι νὰ ἀπορρίψει τὸν πονηρὸ λογισμὸ ἀμέσως μόλις ἐμφανισθεῖ. Ἡ "φυλακὴ τοῦ νοὸς" (=φύλαξη τοῦ νοῦ), ἡ νήψη, ἡ ἀντίρρηση στὴν προσβολὴ τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ἡ καρδιακὴ προσευχὴ (ἡ νοερὰ προσευχὴ) ἀποτελοῦν τοὺς τρόπους, ποὺ συνιστοῦν οἱ νηπτικοὶ Πατέρες, οἱ καθηγητὲς τῆς ἐρήμου καὶ τῆς πνευματικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, ὥστε ἡ καρδιὰ νὰ μὴ ὑποκύψει στὰ πάθη.
Ὅταν ἡ καρδιὰ ἀνοίγεται στὸν Θεό, συνηθίζει, μαθαίνει νὰ ζεῖ
σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐργάζεται τὶς ἀρετές. Ὅταν ὅμως ἡ καρδιὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰ πάθη, συνηθίζει νὰ τὰ ὑποθάλπει, νὰ τὰ ἐπιθυμεῖ, νὰ τὰ τροφοδοτεῖ, νὰ φοβᾶται νὰ ζήσει χωρὶς τὴν ἡδονή, ποὺ προσφέρουν τὰ πάθη, νὰ ὑποφέρει ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὴν ἀναταραχὴ ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας. Μία τέτοια καρδιὰ εἶναι πλήρως ὑποταγμένη καὶ ὑποδουλωμένη στὸν πονηρό, ἁλυσοδεμένη μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες. Ζεῖ μία ζωὴ ἐγκόσμια, γεμάτη μέριμνες, ἄγχος, φοβίες, χωρὶς Θεό. Τὰ πάθη καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ ἀποτελοῦν τὴν πηγὴ τοῦ ἄγχους καὶ τὴν αἰτία τῆς κατάθλιψης στοὺς σημερινοὺς ἀνθρώπους.
Ὅταν ὅμως ἡ καρδιὰ ἀνοίγεται στὸν Θεό, μεριμνᾶ πλέον πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ ὄχι στὸν κόσμο. Ἀποζητεῖ πλέον τὰ πνευματικά, καθὼς σταδιακὰ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ψυχικὴ ἐπιβάρυνση, ποὺ τῆς προξενοῦν τὰ πάθη, αἰσθάνεται ἐλεύθερη, ἀνάλαφρη, καθὼς ἔχει φθάσει στὴν κατάσταση, ποὺ προσευχόμαστε στὴν Θ. Λειτουργία: "πᾶσαν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν".
Ἡ ἀπόθεση, ἡ ἀπομάκρυνση τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, ποὺ συμπνίγουν τὴν καρδιά, καὶ ἡ ἐναπόθεση τῶν πάντων μὲ ἐλπίδα καὶ πίστη στὸν Θεό, βοηθοῦν τὴν καρδιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ βαρίδια τῶν παθῶν καὶ νὰ ἀνέλθει ἀνάλαφρη πρὸς συνάντηση τοῦ Θεοῦ. Ἂς προσέξουμε αὐτὸ τὸ σημεῖο, εἶναι σημαντικὸ στὴν πνευματική μας ζωή.
Τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς στὸν Θεὸ ξεκινάει πρωτίστως ἀπὸ τὴν πίστη. Τὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίστη. Ἡ καρδιὰ βαθαίνει στὴν πίστη, ὅταν μὲ εὐλάβεια ἐνθυμεῖται τὸν Θεὸ καὶ ἐπικαλεῖται τὸ Ὄνομά Του. Οἱ Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι γράφουν σχετικῶς: "ἡ ἀρχὴ κάθε θεοφιλοῦς πράξεως εἶναι ἡ ἐπίκληση μὲ πίστη τοῦ σωτηρίου ὀνόματος τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἴδιος εἶπε, 'χωρίς Ἐμένα δὲν μπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε' (Ἰω. 15:5)... πρέπει νὰ βιάζουμε ἑαυτοὺς ἐν παντὶ τρόπῳ νὰ ζοῦμε, ἀναπνέουμε, κοιμόμαστε, ξυπνᾶμε, τρῶμε καὶ πίνουμε μαζὶ μὲ Αὐτὸν καὶ ἐν Αὐτῷ".
Αὐτὴ ἡ πίστη στὸν Χριστὸ σὲ ὅ,τι κάνουμε εἶναι θεμελιώδης στὴν πορεία, ποὺ κάνει ἡ καρδιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ἐγείρονται ἄγρια. Προτοῦ νὰ ἐγερθοῦν τὰ πάθη, ἡ καρδιὰ πρέπει νὰ προλάβει νὰ τὰ ἀντιμετωπίσει ἐπικαλούμενη μὲ πίστη τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ (νοερὰ καρδιακὴ προσευχή). Τότε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ συνεργεῖ καὶ ἐπενεργεῖ στὴν καρδιά, ἐνδυναμώνοντας τὴν θέλησή της νὰ περικόψει τὰ πάθη. Ὅταν στὴν καρδιὰ ἀνθίζει μία τέτοια πίστη, ποὺ αὐξάνει μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, τόσο περισσότερο ἡ καρδιὰ ἀνοίγεται στὸν Θεὸ καὶ αἰσθάνεται τὴν παρουσία Του. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ καρδιακὴ προσευχή, βοηθοῦν νὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη καὶ ἡ καρδιὰ νὰ προχωρήσει πνευματικά.

* Απόσπασμα από την επιφυλλίδα του
«ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΕΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ»


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him