Οἱ τελευταῖες ἡμέρες τῆς Βασιλεύουσας



της
Σοφίας Φοίβα*






Από τις 19Μαΐου έως και την πτώση της Πόλης στις 29του ίδιου μήνα οι ανηλεείς βομβαρδισμοί των τειχών ήταν συνεχείς και ασταμάτητοι, καθώς ο σουλτάνος, απογοητευμένος από τις αποτυχίες των προηγούμενων ημερών,είχε οργιστεί σε 
τέτοιοβαθμό,ώστε το μόνο που επιθυμούσε, ήταν να ολοκληρώσει το σχέδιο του όσο το δυνατόν συντομότερα. Ακόμη και η εξιστόρηση των γεγονότων από το χρονογράφο Barbaro γίνεται μονότονη, καθώς επαναλαμβάνε
ται συνεχώς και σε καθημερινή βάση το θέματων βομβαρδισμών και οι προσπάθειες των αμυνομέ
νων να επισκευάσουν τις ζημιές και να αναστηλώσουν τα πεσμένα τμήματα των τειχών.

 Οι στιγμές ήταν τόσο κρίσιμες, ώστε όλοι μικροί και μεγάλοι,νέοι και γέροι, κληρικοί και λαϊκοί, 
άνδρες και γυναίκες έκαναν ό,τι μπορούσαν, 
για να συμβάλουν στην άμυνα.Επιπλέον οι Τούρκοι είχαν εντατικοποιήσει τις προσπάθειες δημιουργίας υπόγειων στοών με σκοπό να εισβάλουν στην Κωνσταντινούπολη υπογείως και μάλιστα έσκαβαν όχι σε ένα μόνο σημείο πλέον,αλλά σε περισσότερα, κυρίως κοντά στην πύλη της Καλιγαρίας.
 Ο συνήθης τρόπος κατασκευής μίας στοάς ήταν να σκάβουν το έδαφος και μετά να στηρίζουν το χώμα, που βρισκόταν από πάνω με στηρίγματα από γερά ξύλα. Οι αμυνόμενοι συνήθως έβαζαν φωτιά στα ξύλινα υποστηλώματα, τα οποία στήριζαν το έδαφος, με αποτέλεσμα να πέφτουν και να καταπλακώνουν, όσους βρίσκονταν μέσα, είτε απλά τους έκαιγαν. Σε κάποιες περιπτώσεις οι πολιορκημένοι στάθηκαν ιδιαίτερα τυχεροί σε αυτό το θέμα, γιατι οι σήραγγες πολλές φορές λόγω κακής κατασκευής ή λόγω λανθασμένης επιλογής τοποθεσίας γκρεμίζονταν μόνες τους, με αποτέλεσμα το θάνατο πολλών ανδρών.Στις 23 Μαΐου 
μάλιστα, ενώ και πάλι οι Τούρκοι προσπαθούσαν να υπονομεύσουντοτείχος κοντά στην περιοχή 
των Βλαχερνών, με τη δημιουργίαστοάς,έγιναν αντιληπτοί από Βυζαντινούς, οι οποίοι εξουδετέρωσαν την προσπάθεια τους και παράλληλα κατάφεραν να συλλάβουν 
ζωντανούς κάποιους από τους Τούρκους υπονομοποιούς και μάλιστα τους επικεφαλείς. Αφού τους βασάνισαν και κατάφεραν να μάθουν όλες τις θέσεις, όπου βρίσκονταν οι υπόλοιπες σήραγγες, τους αποκεφάλισαν 
και πέταξαν τα πτώματα τους πάνω από τα τείχη, στο σημείο που βρισκόταν το τουρκικό στρατόπεδο. 

Δύο τελευταίες σήραγγες ανακαλύφθηκαν την επόμενη και τη μεθεπόμενη ημέρα και όπως αναφέρει 
και ο Barbaro,ήταν οι τελευταίες,αλλά οι πιο επικίνδυνες.Έπειτα από αυτό,οι Τούρκοι εγκατέλειψαν τις υπονομευτικές τους δραστηριότητες.
Στις 23Μαΐου επίσης,οι πολιορκημένοι δέχτηκαν μία τρομερή απογοήτευση,η οποία και διέλυσε  και τις τελευταίες ελπίδες που είχαν για βοήθεια από τη Δύση.Το πλοιάριο,το οποίο είχε αποπλεύσει  από την Κωνσταντινούπολη στις 3Μαΐου,με σκοπό να αναζητήσει σημάδια του δυτικού 
στόλου στο Αιγαίο γύρισε άπρακτο.Όταν φάνηκε να ανεβαίνει από την Προποντίδα,ενώ το καταδίωκαν μερικά τουρκικά πλοία,οι αμυνόμενοι πίστεψαν προς στιγμήν,ότι την έλευση του θα ακολουθούσε μεγαλύτερος στο-λος.Αλλά όταν ξέφυγε από τα πλοία του εχθρού και πέρασε πίσω από την αλυσίδα,όλες οι προσδοκίες εξανεμίστηκαν.

Το πλοιάριο με τους γενναίους άνδρες είχε γυρίσει όλα τα νησιά του Αιγαίου και δυστυχώς δε  συνάντησε πουθενά ίχνος ενετικού πλοίου.Ανέφεραν στον αυτοκράτορα,ότι υπήρξε μία σκέψη  να μην επιστέψουν στην Κωνσταντινούπολη,αλλά ότι ήταν στιγμιαία,γιατί έπρεπε να εκπληρώ
σουν το καθήκον τους απέναντι του και να του αναφέρουν,όσα είχαν μάθει.Καμία άλλη χριστιανική δύναμη δεν θα ερχόταν να  συνδράμει τη δύστυχη Πόλη. Η Κωνσταντινούπολη μπορούσε να ελπίζει πλέον μονάχα στο έλεος του Θεού.Επιπλέον την ίδια ημέρα σύμφωνα με τον 
ιστορικό Mijatovich εμφανίστηκε μπροστά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού ένας απεσταλμένος του σουλτάνου, ονόματι Ισμαήλ Χαμζά,ο οποίος μετέφερε ένα μήνυμα του σουλτάνου προς τον αυτοκράτορα και τουςπολιορκημένους.Σύμφωνα με τον ιστορικό το μήνυμα ανέφερε ότι ο σουλτάνος,καθώς γνώριζε την δεινή θέση της Πόλης,ήταν σύμφωνος,αν του την παρέδινε ο αυτόκράτορας,να τον αφήσει ελεύθερο  και να του δώσει την κυριαρχία της Πελοποννήσου.
Επιπλέον υπέσχετο,να αφήσει ελεύθερο όποιον κάτοικο της Κωνσταντινούπολης επιθυμούσε να φύγει μαζί με τα υπάρχοντα του.Αυτές οι προτάσεις για παράδοση  της πόλης ήταν και οι τελευταίες τις οποίες έκανε ο σουλτάνος.Η απάντηση του Κωνσταντίνου στο σουλτάνου,την οποία διασώζει ο  ιστορικός Δούκας,είναι αντάξια του μεγαλείου και της προσωπικότητας του τελευταίου αυτοκράτορα.
Σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο Δούκας λοιπόν ο Κωνσταντίνος είπε στον απεσταλμένο του σουλτάνου να του μεταφέρει τα εξής:
«Θα δόξαζα το Θεό,αν ήθελες να ζήσεις ειρηνικά μαζί μας,όπως έκαναν και οι πρόγονοι σου στο παρελθόν.Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους πατέρες μου γονείς τους και 
τους τιμούσαντο ίδιο και αυτήν εδώ την πόλη σαν πατρίδα.Σε περίπτωση κινδύνου,όλοι κατέφευγαν σε αυτή για να σωθούν.Κανένας αντίπαλος της δεν έζησε πολλά χρόνια.
 Κράτησε όλα τα κάστρα που άρπαξες τόσο άδικα από εμάς,κράτησε τη γη,απόλαυσε όλους τους φόρους που σου καταβάλλουμε κάθε χρόνο,σύμφωνα με τις δυνατότητες μας   και φύγε ειρηνικά.Έχεις σκεφτεί μήπως αντί να κερδίσεις βρεθείς τελικά να χάνεις;Δεν έχω το 
δικαίωμα ουτε εγώ,ούτε κανείς άλλος από τους κατοίκους της να σου παραδώσουμε αυτήν εδώ την 
πόληγιατί όλοι μαζί με μία από κοινού απόφαση,διαλέγουμε να μη λυπηθούμε τη ζωή μας,αλλά να πεθάνουμε προασπίζοντας την.»
Το ηθικό των Χριστιανών βεβαίως είχε καταπέσει.Αλλά και στο τουρκικό στρατόπεδο υπήρχε μεγάλη απογοήτευση.Συμπληρώνονταν σχεδόν δύο μήνες από την έναρξη  της  πολιορκίας  και  ο  πολυπληθής  τουρκικός  στρατός  με  τα εξαιρετικά κανόνια,τις πολιορκητικές μηχανές,τον κατάλληλο εξοπλισμό και το πλήθος των όπλων δεν είχε καταφέρει τίποτε ουσιαστικό.Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές,που είχε υποστεί ο τουρκικός στρατός ήταν τρομερές.Οι καπνοί από τις νεκρικές πυρές 
πλανιόνταν για μέρες επάνω στην πεδιάδα του Λύκου.Η άμυνα της πόλης από την άλλη μεριά,είχε φυσικά καταβληθεί,υπήρχε έλλειψη πολεμοφοδίων και τροφίμων και οι υπερασπιστές ήταν λιγοστοί.Τα τείχη είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές.Οι 
πολιορκημένοι ήταν τρομερά καταπονημένοι, αλλά παρόλα αυτά είχαν καταφέρει να αποκρούσουν όλες τιςεπιθέσεις του σουλτάνου και δεν επέτρεψαν σε κανένα άπιστο να εισβάλει μέσα στην Πόλη.Ο αυτόκρατορικός αετός κυμάτιζε ακόμη επάνω στις επάλξεις. Επιπλέον είχε φτάσει στο στρατόπεδο του σουλτάνου η πληροφορία,ότι στη Χίο ήταναγκυροβολημένα πλοία  σταλμένα  από  τη  Δύση,τα  οποία  επρόκειτο  να  κατευθυνθούν  στην Κωνσταντινούπολη,για να τη βοηθήσουν.Ο Μωάμεθ έκρινε,ότι δεν έπρεπε να υπάρξει περαιτέρω χρονοτριβή,αλλά να προετοιμάσει μία συντονισμένηεπιχείρηση από την ξηρά και τη θάλασσα και να χτυπήσει την Κωνσταντινούπολη.


 Ήταν φανερό ότι η τελική έκβαση δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο,καθώς η απογοήτευση και 
η απαισιοδοξία κυριαρχούσε και στα δύο στρατόπεδα.Το στρατόπεδο του σουλτάνου ήταν χωρισμένο 
σε δύο παρατάξεις.Από τη μία μεριά ο ηλικιωμένος βεζύρης Χαλήλ,ο οποίος από την αρχή είχε αντίθετη γνώμη σχετικά με την πολιορκία και η μέχρι τώρα έκβαση της τον δικαίωνε και οι υποστηρικτές τουκαι από την άλλη μεριά ο Ζαγανός πασάς,ο οποίος 
αντιπαθούσε το Χαλήλ και επέμενε στην συνέχιση της πολιορκίας,καθώς ήταν πεπεισμένος,ότι η στιγμή,κατά την οποία η Πόλη θα έπεφτε στα χέρια του σουλτάνου,ήταν πολύ κοντά.Τελικά υπερίσχυσε η παράταξη του  Ζαγανού πασά και οι περισσότεροι συντάχθηκαν με την άποψη του να συνεχιστεί η πολιορκία μέχρι τέλους. Συμφωνα με τον ιστορικό Σφραντζή,ο αντίπαλος του Ζαγανού,Χαλήλ πασάς ήταν αυτός που έσπευσε να 
πληροφορήσει τον αυτοκράτορα για τις διαθέσεις του σουλτάνου και την επικείμενη επίθεσηΟ σουλτάνος ανακουφισμένος, εφόσον αποφασίστηκε να προχωρήσουν μέχρι τέλουςγια την κατάκτηση της πόλης,ενέτεινε ακόμη περισσότερο τους βομβαρδισμούς των τειχών και οργάνωνε μία γενικευμένη επίθεση.Η απόφαση του συμβουλίου έγινε γρήγορα γνωστή σε όλο το στρατόπεδο και για ναεμψυχώσει τους πολεμιστές του, ο Μωάμεθ τη νύχτα της 26ης Μαΐου διέταξε να ανάψουν φωτιές σε όλο το στρατόπεδο.
Μαζί με τις φωτιές ακούγονταν τυμπανοκρουσίες,αλαλαγμοί και κραυγές,που έκαναντους  πολιορκημένους να παγώσουν από την τρομάρα τους,καθώς πλησίαζε η ώρα τηςτελικής επίθεσης. Οι οιωνοί και τα σημάδια των προηγούμενων ημερών, οι πανΆρχαιεςπροφητείες,που προδίκαζαν την πτώση της Βασιλεύουσας,σε συνδυασμό με τις  πυρετώδεις προετοιμασίες του σουλτάνου,προκάλεσαν πανικό στους αμυνόμενους. Έσπευδαν στις εκκλησίες και επαναλάμβαναν συνεχώς προσευχές, ζητώντας την προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου.Οι φωτιές στο εχθρικό στρατόπεδο,έξω από τα τείχη  συνέχιζαν να καινε και την επόμενη ημέρα,στις 27 Μαΐου.
Και ήταν τόσο εκτυφλωτικότο φως,ώστε αρχικά οι πολιορκημένοι νόμισαν ,ότι είχε πιάσει φωτιά το τουρκικό στρατόπεδο και αναθάρρυσαν.Όταν διαπίστωσαν όμως,τι  πραγματικά συνέβαινε,τρομοκρατήθηκαν και δεν μπορούσαν να κανούν τίποτε αλλό,από το να  προσευχηθούν για τη σωτηρία τους. Πιθανόν ο σουλτάνος αυτές τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, βρίσκόταν συνεχώς ανάμεσα στους άνδρες του,για να δίνει τις τελευταίες οδηγίες πριν από τη μεγάλη επίθεση,την οποία αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν στις 29Μαΐου και την οποία  γνώριζαν οι αμυνόμενοι,να τους  εμψυχώνει  ή  κάποιες  φορές  να  απειλεί με θανατική ποινή,όσους απειθαρχούσαν ή οπισθοχωρούσαν  δείχνοντας δειλία  και  να  επιβλέπει  τις προετοιμασίες.
Η ένδοξη νίκη ή η συντριπτική ήττα κρέμονταν από μία κλωστή. Αν αποτύγχανε ο Μωάμεθ θα έπρεπε να λύσει την πολιορκία και να γυρίσει πίσω.Αυτό το ενδεχόμενο  δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται,γι’αυτό και φρόντιζε για όλα προσωπικά. Στις 27Μαΐου επίσης διέταξε πιθανότατα το βαρύτερο βομβαρδισμό,μέχρι εκείνη τη στιγμή, της Κωνσταντινούπολης.Προσδοκούσε πιθανότα στηνκατάρρευση μεγάλου τμήματος των τειχών,που θα  ευνοούσε την μαζική είσοδο των στρατιωτών του την ώρα της γενικής εφόδου.Επιπλέον ήταν σίγουρος, ότι με αυτή  την  τακτική  δεν θα άφηνε στους πολιορκημένους κανένα περιθώριο ανάπαυσης.

Στο συμβούλιο που ακολούθησε την ίδια ή πιθανότατα την επόμενη ημέρα,ο Μωάμεθ,για να δώσει  ώθηση στους πολεμιστές του,ανέφερε τους μυθικούς θησαυρούς της πόλης,οι οποίοι θα γίνονταν  δικοί τους.Αμέτρητα λάφυρα και σκλάβοι,γυναίκες και νεαρά αγόρια,μεγαλοπρεπή οικήμα τα,βασιλικά ανάκτορα,σπίτια ευγενών,πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια,φτιαγμένα από χρυσάφι και  ασήμι. Δεν παρέλειψε να επαναλάβει την τριήμερη λεηλασία,την οποία τους είχε υποσχεθεί εξ αρχής.Πάνω από όλα όμως τόνισε την υποχρέωση που είχαν να καταλάβουν αυτή την ένδοξη πόλη,καθώς  αποτελούσε εμπόδιο για μελλοντικές διεκδικήσεις και ήταν απειλή για τα μεγαλεπήβολα σχέδια επέκτασηςτης οθωμα
νικής  αυτοκρατορίας,όπως  την  είχε  φανταστεί  ο  σουλτάνος.
Έξακολούθησε αναφέροντας τη δόξα και την υστεροφημία,που θα τους ακολουθούσεπαντοτινά,όταν κατάφερναν να την κυριεύσουν. Τόνισε όμως ,ότι αυτή η προσπάθεια θα είναι δύσκολη,αλλά δεν παρέλειψε να αναφέ ρει τα μισογκρεμισμένα τείχη,την παραγεμισμένη τάφρόκαι τους λιγοστούς υπερασπιστές που είχαν  απομείνει στην πόλη σε σχέση με τους πολυάριθμους δικούς του μαχητές. Έκανε λόγο και για τους Ιταλούς,οι οποίοι βρίσκονταν στα τείχη,αλλά καθώς δεν μπορούσε να μειώσει  τη γενναιότητα και την αποφασιστικότητα τους,επέμεινε κυρίως στο χαρακτήρα τους και στο γεγονός,ότι δεν ήταν άτομα άξια εμπιστοσύνης και ότι πολύ γρήγορα θα παρατούσαν τη μάχη και θα προτιμούσαν να φύγουν από την πόλη και να σώσουν τη ζωή τους. 


Στη συνέχεια ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο θα μάχονταν.Ήξερε ότι οι αμυνόμενοι ήταν εξαντλημένοι λόγω των συνεχών βομβαρδισμών και της υπερπροσπάθειας που κατέβαλαν να επιδιορθώνουν τα κατεστραμμένατμήματα των τειχών.Ήξερε  επίσης,ότι ήταν καταπονημένοι από την πείνα,την αγρύπνια και την σωματική κόπωση.Πίστευε λοιπόν, ότι είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να χρησιμοποιήσει την αριθμητική υπεροχή του στρατού του.
Δεν θα έκαναν πλέον άτακτες επιθέσεις,αλλά καλά οργανωμένες και συνεχείς.Ξεκούραστοι μαχητές θα έκαναν εφόδους στα τείχη,αντικαθιστώντας τους προηγούμενους, ώστε να εξαντλήσουν τους αμυνόμενους. Με αυτή την τακτική ο σουλτάνος έλπιζε,ότι πολύ γρήγορα οι λιγοστοί υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης θα λύγιζαν και θα υπέκυπταν. Στη συνέχεια ο Μωάμεθ έδωσε σαφείς οδηγίες για τις θέσεις των στρατηγών του και για το τι έπρεπε  να πράξει καθένας από αυτούς. Ο στόλος με ναύαρχο το Χαμουζά θα περικύκλωνε την πόλη,ενώ θα ανάγκαζε τους υπερασπιστές των θαλάσσιων τειχών ναμείνουν σε αυτά,ώστε να τα προστατεύουν.
 Έπειτα ο Ζαγανός πασάς με τα στρατεύματα του θα χτυπούσαν το τείχος στον Κεράτιοκόλπο,ενώ ο Καρατζά πασάς με το στρατό του θα επετίθετο στο μισογκρεμισμένο τείχος κοντά στο παλάτι των Βλαχερνών.Η συντονισμένη αυτή επίθεση θα ολοκληρωνόταν με την ταυτόχρονη  έφοδο στο κέντρο τωντειχών,του ίδιου του σουλτάνου μαζί με το Χαλήλ και το Σαρατζά πασά. Τέλος δεν παρέλειψε να αναφέρει, πόσο σημαντική ήταν η τήρηση του σχεδίου,ο σεβασμός, και η 
πειθαρχία στους ανωτέρους.
Έπειτα από αυτά και αφού είχε ολοκληρώσει το λόγο του αφησε τους αξιωματικούς ελεύθερους να  επιστρέψουν στις  θέσεις τους και ο ίδιος αποσύρθηκε στη σκηνή του για να ξεκουραστεί ενώ άγρια ουρλιαχτά χαράς ακούγονταν στο στρατόπεδο του,εξαιτίας των όσων είχε υποσχεθεί.
 Και ενώ αυτά συνέβαιναν στο τουρκικό στρατόπεδο,μέσα στα τείχη επικρατούσε απαισιοδοξία και  θλιψη.Συχνές ήταν οι φιλονικίες μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων ή μεταξύ Ενετών και Γενουατών. Ο αυτοκράτορας έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει τις ισορροπίες και να εμφυσήσει στους αμυνόμενους την ομόνοια,που τόσο ήταν απαραίτητη εκείνες τις κρίσιμες ώρες.Ιδιαίτερα μνημονεύονται από τον ιστορικό Σφραντζή οι έριδες μεταξύ του Ιουστινιάνη και του Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά.Παρόλες τις αντιδικίες όμως, όλοι εργάζονταν με τον ίδιο ζήλο, προσπαθώντας να προετοιμάσουν την πόλη,όσο το δυνατόν καλύτερα,να αντιμετωπίσει την τελική επίθεση.Ο Ιουστινιάνης εργαζόταν ακαταπόνητα μέρα και νύχτα και ιδιαίτερα εκείνες τις τελευταίες ημέρες,με σκοπό είτε να επισκευάσει,είτε να προστατεύσει  όσο αυτό ήταν εφικτό τα τμήματα των τειχών που είχαν καταπέσει.
Την επόμενη ημέρα Δευτέρα 28 Μαΐου,ο σουλτάνος την πέρασε ολοκληρώνοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες σχετικά με την επίθεση.Τα κανόνια και οι πυροβολητές βρίσκονταν στις θέσεις τους,ενώ όλο το στράτευμα βρισκόταν επί ποδός,περιμένοντας να λάβει τις σχετικές οδηγίες.Ο βομβαρδισμός των τειχών  εξακολουθούσε με αμειωτη ένταση.Οι προετοιμασίες ήταν πυρετώδεις.Ο σουλτάνος επιθεώρησε  όλα τα στρατιωτικά σώματα,δίνοντας θάρρος και τις τελευταίες οδηγίες στους διοικητές των σωμά
των.
Πιθανότατα ο Μωάμεθ είχεφροντίσει να εμφυσήσει στους άνδρες του την  έννοια του ιερού πολέμου και για αυτό το λόγο υπήρχαν στο στρατόπεδο ιερείς,όπως δερβίσηδεςκαι μουλάδες,που έψελναν,απήγγειλαν στίχους από το Κοράνιο και προσπαθούσαν να εμψυχώσουν τους πολεμιστές απαριθμώντας τα οφέλη,που θα αποκόμιζαν με την πτώση της πόλης.Την ίδια ημέρα ο σουλτάνος  μετέβη έφιππος στο Διπλοκιόνιο,για να επιθεωρήσει το στόλο του και να δώσει διαταγές στο ναύαρχο  του για το τι θα έπρεπε να πράξει την επόμενη ημέρα.Σκάλες θα δίνονταν στα πληρώματα  των πλοίων,ώστε,αφού αποβιβάζονταν στην ξηρά,να επιχειρήσουν να ανέβουν στα τείχη.
Κατά την επιστροφή του πιθανότατα,περνώντας από τη συνοικία του Γαλατά,προειδοποίησε τους άρχοντες της περιοχής να μην εμπλακούν στη μάχη της επόμενης ημέραςκαι σε καμία περίπτωση να μην παράσχουν βοήθειαστους κατοίκους της  Κωνσταντινούπολης.Το ίδιο απόγευμα διέτρεξε και πάλι έφιππος όλο  το  στρατόπεδο  από  άκρη  σε  άκρη,κεντρίζοντας  το  φιλότιμο  άλο  των αξιωματούχων  του  και  παράλληλα  απειλώντας  με  θάνατο,όποιον  δείλιαζε  ή παράκουε εντολές ανωτέρου.
Ακούγοντας τις διαταγές του,όλοι έσπευσαν να μεταβούν στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Αφού διαπίστωσε ότι όλα ήτανέτοιμα και όπως επιθυμούσε,επέστεψε στη σκηνή του για να  ξεκουραστεί,ενώ έστειλε αγγελιοφόρους σε όλο το στρατόπεδο,για να αναγγείλουν ότι η επίθεση θα  ξεκινούσε το ξημέρωμα.
Φωτιές ανάφθηκαν ακόμη μία φορά στο τουρκικό στρατόπεδο,αλαλαγμοί,ουρλιαχτά και κραυγές  έφθαναν στα αυτιά των πολιορκημένων, ενώ ο εχθρός βομβάδιζε τα τείχη.Αυτή η αναστάτωση διήρκεσε μέχρι τα μεσάνυχτα,οπότε και οι φωτιές  σβήστηκαν και υπήρξε μία παράξενη ησυχία.
 Στο στρατόπεδο των Βυζαντινών από την άλλη μεριά,επικρατούσε αναστάτωση. Παρόλη όμως την ένταση και την αγωνία των πολιορκημένων, δεν έλειπαν οι προετοιμασίες και μέσα στα τείχη.Όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους.Σύμφωνα με τον ιστορικό Δούκα,ο αυτοκράτορας μαζί με τον Ιουστινιάνη και 3000στρατιώτες βρίσκονταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού,εκεί όπου τα τείχη είχαν υποστεί σοβαρότατες ζημιές και μεγάλα τμήματά τους είχαν  καταπέσει.
Ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς υπεράσπιζε μαζί με 500 στρατιώτες στη Βασιλική πύλη,ενώ κατά μήκος των χερσαίων τειχών,σε όλα τα καίρια σημεία,είχαν τοποθετηθεί τοξότες και πετροβολιστές. Όλοι πλέον γνώριζαν καλά τι  θα επακολουθούσε.
Σύμφωνα με τον χρονογράφο Barbaroκατά τη διάρκεια όλης της ημέρας οι καμπάνες χτυπούσαν καλώντας τους αμυνόμενους να μεταβούν στις θέσεις τους. Γυναίκες και παιδιά ανέβαιναν στα τείχη μεταφέροντας λίθους,για να τους χρησιμοποιήσουν ως όπλα οι πολιορκημένοι κατά την έφοδο των Τούρκων.
Θρήνοι και κλάματα ακούγονταν σε όλη την πόλη εξαιτίας του τρόμου που είχε κυριεύσει τους αξιοθρήνητους κατοίκου.Ο αυτοκράτορας διέταξε να γίνει λιτανεία μέσα στην πόλη των ιερών εικόνων στην οποία συμμετείχε μεγάλο πλήθος γυναικών ,παιδιών,γερόντων μαζί με ιερείς και μοναχούς και όλοι μαζί προσεύχονταν  και με δάκρυα σταμάτια παρακαλούσαν το Θεό να τους λυπηθεί και να σώσει την πόλη τους από τον  απαίσιο εχθρό. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο να αντισταθούν όλοι μαζί με γενναιότητααπέναντι στον κοινό κίνδυνο και προσδοκούσαν ακόμη και την έσχατη αυτή στιγμήτη σωτηρία.
Την ίδια ημέρα,νωρίτερα πιθανότα από τη λιτανεία,όπως αναφέρει ο χρονογράφος Barbaro κάποιοι Ενετοί κατασκεύαζαν στα εργαστήρια τους προστατευτικές άμαξες για τους αμυνόμενους  στρατιώτες στις επάλξεις. Ο βάιλος διέταξε Έλληνες να τις μεταφέρουν στα τείχη,εκείνοι όμως αρνήθηκαν, γεγονός που ο χρονογράφος το αποδίδει στη φυλαργυρία τους, καθώς δήθεν ήθελαν να πληρωθούν. Πιθανό
τα,όπως υποστηρίζει ο σύγχρονος ιστορικός S.Runciman «αρνήθηκαν,όχι από απληστία,αλλά γιατί ένοιωθαν αγανάκτηση για αυτές τις αυθαίρετες διαταγές από έναν Ιταλό και  επειδή πραγματικά έπρεπενα έχουν χρήματα ή διαθέσιμο χρόνο για να βρουν τρόφιμα για τις πεινασμένες οικογένειές τους.»
Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό,ότι οι Βυζαντινοί εξαιτίας του ύποπτου παιχνιδιού της τήρησης ουδετερότητας με τους Τούρκους από τη μεριά των Γενουατών δεν είχαν πλέον καμία εμπιστοσύνη στους ξένους και δεν δέχονταν υποδείξεις και διαταγές από αυτούς.Τη λιτανεία,στην οποία παρευρέθησαν Βυζαντινοί και Λατίνοι,ακολούθησε και ο ίδιος ο αυτοκράτορας.
Αργά το απόγευμα,μετά το τέλος της,ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους αξιωματούχους και τους άρχοντες της Πόλης και τους μίλησε.Το θέμα της ομιλίας του, όπως ήταν φυσικό αφορούσε την επικείμενη επίθεση. Ζήτησε από όλους να δείξουν θάρρος καινα αντισταθούν με γενναιότητα στον άπιστο εχθρό,που είχε ως στόχο να καταλύσει την ορθή πίστη και να αντικαταστήσει το Χριστό με έναν  ψεύτικο προφήτη. Τόνισε, ότι αξίζει να πεθάνει κανείς όταν αγωνίζεται για μεγάλα ιδανικά όπως η πίστη,η πατρίδα,η οικογένεια και ο αυτοκράτορας, που ήταν η αρχή της πόλης και ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη  και ανέφερε, ότι είχε έρθει αυτή η  στιγμή για το λαό του,να πολεμήσει και να θυσιαστεί.
Έπειτα αναφέρθηκε στη διάρκεια της πολιορκίας και στα κάθε είδους όπλα,τα οποία χρησιμοποίησε ο σουλτάνος και απέδωσε την μέχρι εκείνη τη στιγμή σωτηρία τους στο Χριστό,που θα αποτελούσε πάντοτε την ελπίδα και το καταφύγιο τους. Υπολείπονταν οι αμυνόμενοι σε πολεμικό εξοπλισμό και αριθμητική υπεροχή έναντι του εχθρού,
είχαν όμως την πίστη στο Θεό,σύμμαχο για τη σωτηρία τους. Επιπλέον ο αυτοκράτορας πίστευε πολύ στις ικανότητες και το θάρρος των στρατιωτών του παρόλο που ήταν ελάχιστοι αριθμητικά σε σχέση με τον εχθρό και τους ενθάρρυνε να μη φοβηθούν κατά τη διάρκεια της εφόδου των απίστων από τις κραυγές και τους αλαλαγμούς τους.Τέλος έδωσε οδηγίες σχετικά με τον τρόπομάχης και προστασίας από την επίθεση του εχθρού.Έπειτα στράφηκε προς τους Ιταλούς και τους ευχαρίστησε για όσα είχαν προσφέρει στην πόλη όλο αυτό το διάστημα της πολιορκίας.
Αφού ολοκλήρωσε την ομιλία του ο αυτοκράτορας και ευχαρίστησε το Θεό με δάκρυα στα μάτια,όλοι οι παριστάμενοι έσπευσαν να τον διαβεβαιώσουν,ότι ήταν πρόθυμοι να θυσιαστούν για ην πίστη και την πατρίδα τους.
Έπειτα από αυτά ο αυτοκράτορας και πλήθος λαού μετέβηκε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας,που για  αρκετό διάστημα παρέμεινε σκοτεινή,επειδή θεωρούνταν μολυσμένη μετάαπό την κοινή λειτουργία  ορθοδόξων και καθολικών την 12η Δεκεμβρίου 1452,για να εξομολογηθούν και μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια. Η μέρα είχε φτάσει στο τέλος της.
Μετά τη λειτουργία καθένας γύρισε στη θέση του,ενώ ο αυτοκράτορας επέστρεψε στο παλάτι των Βλαχερνών και αφούσυγκέντρωσε το προσωπικό του,ζήτησε τη συγχώρεση  τους.Έπειτα έφιππος μαζί με το Σφραντζή διέτρεξε τα χερσαία τείχη,για να επιθεωρήσει αν όλα ήταν εντάξει.Οι σκοποί βρίσκονταν άγρυπνοι  φρουροί στις θέσεις τους και οι πύλες ήταν καλά ασφαλισμένεςΈπειτα ο Κωνσταντίνος με τον πιστό  του γραμματέα έκαναν στάση κοντά στην Καλιγαρία πύλη και ανέβηκαν σε έναν από τους πύργους. Από εκεί μπορούσαν να ακούσουν καθαρά ομιλίες και θόρυβοι προερχόμενοι από τον εχθρό,ο οποίος προετοίμαζε την επίθεση από την πλευρά της θάλασσας και κοντά στα τείχη .
Η τελευταία ώρα της δύσμοιρης Πόλης είχε ήδη σημάνει.






*
1453 Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης σύμφωνα με τις 
Βυζαντινές και Λατινικές πηγές -  
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, 
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him