Μια μαχαιριά εἰς την Λογικήν τῶν ἀθέων




του
Βασιλείου Χ. Ιωαννίδου

 



ΛΟΓΙΚΑΙ ἀποδείξεις περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι αἱ ἀκόλουθοι:

α) Κοσμολογικὴ ἀπόδειξις. 

- Ὁ ἄνθρωπος προσεπάθησε πάντοτε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ νὰ στερεώσῃ τὴν πίστιν του εἰς τὸν Θεὸν διὰ διαφόρων συλλογισμῶν καὶ λογικῶν ἐπιχειρημάτων. Προς τοῦτο ἐχρησιμοποίησε διαφόρους ἀποδείξεις, μὲ τὰς ὁποίας λογικῶς ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀνασκευάζονται δὲ συγχρόνως καὶ ἀποκρούονται τὰ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀθεΐας.
Ὁρμώμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λογικὸν ἀξίωμα, ὅτι ὅλα τὰ ὄντα καὶ φαινόμενα ἔχουν κάποιαν αἰτίαν καὶ ὅτι αὐτόματος ζωὴ καὶ κίνησις δὲν ὑπάρχει, ἐσκέφθη ὅτι καὶ ὁ θαυμάσιος αὐτὸς κόσμος δὲν ἐδημιουργήθη ἀφ’ ἑαυτοῦ ἤ ἐκ τύχης, ἀλλ’ ἐδημιουργήθη ὑπὸ σοφοῦ καὶ παντοδυνάμου Δημιουργοῦ. Ἡ ὕπαρξις τοῦ κόσμου προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν Δημιουργοῦ. Ἡ θέα τῆς ἀπεράντου φύσεως ὡδήγησε πολλοὺς εἰς τὸ νὰ πιστεύσουν εἰς Δημιουργόν: « Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ τῶν χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα », ἀναφωνεῖ ὁ ψαλμῳδὸς(Ψαλμ. 18, 1). Ὁμοίως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: « τὰ ἀόρατα αὐτοῦ( τοῦ Θεοῦ) ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται ἤ τε ἀίδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης »( Ρωμ. Α’ 20). Ὁ μέγας δὲ τῶν νεωτέρων χρόνων φιλόσοφος Κάντιος διεκήρυττεν: « Ὁ ἀστερόεις οὐρανὸς ὑπεράνω μας καὶ ὁ ἔμφυτος ἠθικὸς νόμος, ἰδοὺ δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα γεμίζουν πάντοτε τὴν ψυχήν μου ἀπὸ βαθύτατον σεβασμὸν καὶ ἔκπληξιν».

β) Τελεολογικὴ ἀπόδειξις . 

- Αἱ καλλοναὶ τῆς φύσεως καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν αὐτῇ ἁρμονία, τάξις καὶ σκοπιμότης προεκάλεσαν πάντοτε τὸν θαυμασμὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ψαλμῳδός, ἔκθαμβος ἀπὸ τὸ κάλλος καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς φύσεως, ἀναφωνεῖ: « Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας ». Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη τάξις καὶ ἡ ἁρμονία τῆς φύσεως καὶ οἱ ἀσάλευτοι φυσικοὶ νόμοι προϋποθέτουν νοῦν πάνσοφον καὶ παντοδύναμον, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησε τὰ πάντα σοφῶς. Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι ἡ τάξις καὶ ἡ ἁρμονία, ποὺ παρατηροῦμεν εἰς τὸν κόσμον, προῆλθον μόνα των καὶ ἐκ τύχης; Εἶναι εὐκολώτερον, λέγει ἀρχαῖος φιλόσοφος, νὰ πιστεύσωμεν ότι, ἐὰν ρίψωμεν μερικὰ γράμματα τῆς ἀλφαβἡτου κατὰ τύχην ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ προκύψουν τὰ «Χρονικὰ τοῦ Αἰνείου» εὐανάγνωστα καὶ καθαρά, παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ θαυμάσιος αὐτὸς κόσμος ἐδημιουργήθη διὰ τῆς τυχαίας συνοχῆς τῶν ἀτόμων τῆς ὕλης. Ὅθεν ἡ τελεολογικὴ ἀπόδειξις(τέλος = σκοπός), ἡ ἐξαγομένη ἀπὸ τὴν σκοπιμότητα καὶ τὴν τάξιν ἐν τῷ σύμπαντι, εἶναι καὶ αὕτη μία ἰσχυρὰ ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει Θεός. 

γ) Ἠθική ἀπόδειξις.

- Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἐντός μας ὑπάρχει εἶς ἕμφυτος ἠθικὸς νόμος (ἢ ἡ συνείδησις) , ὁ ὁποῖος μᾶς παρακινεῖ νὰ πράττωμεν πάντοτε τὸ καλὸν καὶ ν’ ἀποφεύγωμεν τὸ κακόν. Ὁ ἠθικὸς αὐτὸς νόμος εἶναι τόσον αὐστηρὸς καὶ ἰσχυρός, ὥστε διατάσσει ἡμᾶς νὰ πράττωμεν τὸ καλόν, καὶ ὰν ἀκόμη πρόκειται νὰ ζημιωθοῦν τὰ συμφέροντά μας, μᾶς ἐλέγχει δὲ δριμέως, ἐὰν πράξωμεν κακόν τι ( τύψεις συνειδήσεως). Τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι, πλὴν τῆς φυσικῆς τάξεως, ὑπάρχει καὶ ἠθικὴ τάξις ἐν τῷ κόσμῳ.
Ἀλλ’ ἡ ἰδέα τῆς ἠθικῆς τάξεως, ἀκόμη δὲ καὶ αὐτὸς ὁ κοινὸς νοῦς ἀπαιτοῦν οἱ μὲν καλοὶ καὶ δίκαιοι νὰ εὐτυχοῦν, οἱ δέ κακοὶ νὰ ἀποτυγχάνουν καὶ νὰ ὑποφέρουν εἰς τὴν ζωήν. Ὑπάρχει στενὴ συνάφεια μεταξὺ ἀρετῆς καὶ εὐτυχίας, διότι ὁ κοινὸς νοῦς ἀκόμη δέχεται ὅτι ὁ ἐνάρετος μόνον πρέπει νὰ εἶναι εὐτυχὴς. Ἀλλὰ τοῦτο συνηθέστατα δὲν παρστηρεῖται εἰς τὁν βίον, ὅπου ἀντιθέτως πολλάκις οἱ δίκαιοι καὶ ἅγιοι ὑποφέρουν καὶ διώκονται, οὶ δέ ἄδικοι καὶ φαῦλοι εὐδοκιμοῦν καὶ ἀπολαμβάνουν ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἅδικον˙ διὰ τοῦτο ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀνταπόδοσις καὶ ἀποκατάστασις τοῦ δικαίου εἰς ἄλλην τινὰ ζωήν. Δὲν πρέπει οὔτε ὁ δίκαιος νὰ μένῃ ἄνευ ἀμοιβῆς τῆς ἀρετῆς του οὔτε ὁ ἐγκληματίας ἄνευ τιμωρίας τοῦ ἐγκλήματός του. Διὰ νὰ συμβῇ ὅμως τοῦτο, πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει εἶς πανάγαθος, παντοδύναμος καὶ παντογνώστης Θεός, ὁ ὁποῖος, γνωρίζων ἀκριβῶς ὅλα, ἀκόμη καὶ τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων, θὰ ἀνταποδώσῃ εἰς ἕκαστον κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ.
Τοιουτοτρόπως ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἐν ἡμῖν αὐστηροῦ ἠθικοῦ νόμου, ὑποχρεοῦντος ἡμᾶς πρὸς βίον ἡθικόν, ἀγόμεθα εἰς τὴν πίστιν περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς δικαίου καὶ παντοδυνάμου Θεοῦ, φρουροῦ τῆς ἠθικῆς τάξεως καὶ κριτοῦ τῶν πάντων, κατὰ τὰ ἔργα ἑκάστου. Αὕτη εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀπόδειξις περὶ ὑπάρξεως Θεοῦ.

δ) Ἱστορικὴ ἀπόδειξις . 

- Ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος διδάσκει ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ λαός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπίστευεν εἰς θεὸν ἤ θεοὺς καὶ δὲν ἐλάτρευεν αὐτὸν κατά τινα οἱονδήποτε τρόπον. Ἡ πίστις εἰς θεὸν εἶναι φαινόμενον καθολικόν, ἡ δὲ φορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ Ἄνω, πρὸς τὰ θεῖα, ὑπῆρξεν ἓν ἀπὸ τὰ ἰσχυρότερα φαινόμενα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε πράγματι θεός, διατί νὰ ἔχωμεν ἐντός μας μίαν τοιαύτην ὁρμὴν καὶ τάσιν πρὸς τὸν Θεόν ; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον πέραν τῶν ὠκεανῶν θερμότερα μέρη, πῶς τὰ ἀποδημητικὰ πτηνὰ θὰ ἐπέτων ἐπὶ ἡμέρας ὑπεράνω τῶν θαλασσῶν, ἕως ὅτου φθάσουν εἰς τὰ θερμότερα αὐτὰ μέρη ; Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν εἰ μὴ νὰ δεχθῶμεν ὅτι καὶ ἐν τῇ πραγματικότητι ὑπάρχει θεός, ὁ ὁποῖος ἑλκύει τὰς ἀνθρωπίνας ψυχὰς πρὸς ἑαυτόν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐξηγεῖται, διατί ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς, ἀρχαῖοι καὶ σύγχρονοι, εἶχον καὶ ἔχουν θρησκείαν, πιστεύουν εἰς Θεὸν καὶ λατρεύουν αὐτὸν ἀναλόγως. Ἡ καθολικὴ αὕτη πίστις, τῶν λαῶν τῆς γῆς ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξιν θεοῦ. Ὅπως τὰ πτηνὰ ἐξ ἐνστίκτου διευθύνονται πρὸς θερμότερα μέρη, ὁσονδήποτε μακρὰν καὶ ἂν εἶναι, οὕτω καὶ αἱ ἀνθρώπιναι ψυχαὶ φέρονται ἐκ φύσεως, πρὸς τὸν ἀόρατον θεόν. 

Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω καταφαίνεται ὅτι ἡ πίστις τῶν ἀνθρώπῳν εἰς θεὸν εἶναι καὶ λογικῶς δεδικαιολογημένη. Δι’ ἡμᾶς δὲ τοὺς χριστιανοὺς ἡ πίστις εἰς τὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον γνωρίζομεν διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν ἓργων τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, στερεώνεται περισσότερον μὲ τὰς ἀποδείξεις αὐτάς, καθίσταται πίστις λογικὴ καὶ συνειδητή, ἀπρόσβλητος ἔναντι τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀπίστων καὶ ἀθέων. Σήμερον ἰδιαιτέρως, ὅτε ἡ παγκόσμιος ἀναστάτωσις καὶ ἀναταραχὴ εἶναι μεγάλη καὶ πυκνὰ νέφη σωρεύονται εἰς τὸν διεθνῆ ὁρίζοντα, μόνον ἡ πίστης εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἄγκυραν σωτηρίας. Μόνον μὲ τὴν προσκόλλησιν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν δυνάμεθα νὰ διαπλεύσωμεν τὸ τρικυμιῶδες πέλαγος τῆς ζωῆς καὶ νὰ φθάσωμεν ἀσφαλεῖς εἰς τὸν λιμένα τῆς χριστιανικῆς εἰρὴνης καὶ εὐλογίας. Ὁ Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ἀγαπᾷ μέ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του τὸν Χριστόν, πιστεύει μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του καὶ εἰς τὸν Θεόν, ζῇ πλησίον τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται τὴν παρουσίαν του εἰς πᾶσαν περίστασιν τοῦ βίου του. Εἷς τοιοῦτος χριστιανὸς δὲν ἔχει καὶ τόσην ἀνάγκην τῶν ἀνωτέρω ἀποδείξεων, διὰ νὰ πιστεύῃ εἰς τὸν Θεόν. Ἐν τούτοις ἡ πίστις του διαθερμαίνεται καὶ ἐνισχύεται ἀσφαλῶς μὲ τὴν θέαν τῶν δημιουργημάτων καὶ τῆς ἐν τῇ φύσει ἁρμονίας καὶ τάξεως, μὲ τὴν ἐνατένισιν τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἠθικῆς τάξεως καὶ μὲ τὸ ἱστορικὸν γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς εἶχον καὶ ἔχουν θρησκείαν τινά. Ἐπὶ πλέον διὰ τῶν ἀποδείξεων τούτων, ὡς εἴπομεν, κλονίζει ὁ χριστιανὸς εὐκολώτερον καὶ ἀνασκευάζει τὰς ἀμφιβολίας καὶ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ἀπιστίας καὶ ἀθεἴας.



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him