Ἡ βυζαντινή παράδοσις γιά το κτίσιμο τῆς Ἁγίας Σοφίας




του
Γεωργίου Ν. Καλαματιανού




1. ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΦΡΟΥΡΕΙ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Ὅταν ἐκτίζετο ἡ Ἁγία Σοφία, ἕνα Σάββατο, τὸ μεσημέρι, ὁ αὐτοκράτωρ, Ἰουστινιανὸς ἐκάλεσε τὸν πρωτομάστορα, τοὺς τεχνῖτες καὶ τοὺς ἐργάτες σὲ τραπέζι.
Ὁ πρωτομάστορας εἶχε ἕνα παιδὶ δεκατεσσάρων χρόνων, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε νὰ φυλάῃ τὰ ἐργαλεῖά του ὅση ὥρα θ’ ἀπουσίαζε.
Ἐκεῖ ποὺ ἐκάθητο τὸ παιδὶ κοντὰ στὰ ἐργαλεῖα, νά σου ξαφνικὰ καὶ τοῦ παρουσιάζεται ἕνας ἄρχοντας μὲ λαμπρὰ λευκὰ φορέματα καὶ μὲ πρόσωπο ποὺ ἄστραφτε σὰν ἥλιος. Ἐφαίνετο σὰν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα κι ἔδειχνε πὼς ἦτο θυμωμένος.
- Γιατί οἱ τεχνῖτες ἄφησαν τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ κι ἐπῆγαν νὰ τρώγουν καὶ νὰ πίνουν; ἐρώτησε τὸ παιδὶ ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας.
- Ἄρχοντά μου, τώρα σὲ λίγο ἔρχονται.
- Πήγαινε καὶ φώναξέ τους νὰ ἔλθουν γρήγορα νὰ ἐργασθοῦν στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ.
- Ἄρχοντα μου, φοβοῦμαι νὰ πάω, νὰ μὴ χαθῇ κανένα ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα τοῦ πατέρα μου.
- Πήγαινε κι ἐγὼ σοῦ ὁρκίζομαι στὴν Ἁγία Σοφία, ποὺ κτίζεται τώρα, ὅτι δὲ θὰ φύγω, ὣς ποὺ νὰ ἐπιστρέψῃς, γιατὶ μ’ ἔστειλεν ὁ Θεὸς νὰ εἶμαι φύλακας ἐδῶ.
Τὸ παιδὶ ἔτρεξε στὸ βασιλικὸ τραπέζι, γιὰ νὰ εἰπῇ στὸν πατέρα του τὴν ἐντολή, ποὺ τοῦ ἔδωκεν ὁ ἄγνωστός του ἄρχοντας. Κι ὁ πρωτομάστορας ἀνέφερε τὸ γεγονὸς στὸν αὐτοκράτορα.
Παραξενεύθηκεν ὁ Ἰουστινιανὸς καὶ διέταξεν ἕνα ἀξιωματικὸ νὰ πάῃ νὰ ἰδῇ τί συμβαίνει.
Ὁ ἀξιωματικὸς ἐπῆγεν ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου ἦσαν τὰ ἐργαλεῖα τοῦ πρωτομάστορα, ἀλλὰ κανένα δὲν εὑρῆκε νὰ τὰ φυλάῃ. Κι ἐγύρισε καὶ τὸ ἀνέφερε στὸν αὐτοκράτορα.
Ἐκάλεσε τότε ὁ αὐτοκράτωρ ὅλους τοὺς ἄρχοντες τοῦ παλατιοῦ καὶ τοὺς ἔδειξεν ἕνα - ἕνα στὸ παιδὶ νὰ τοῦ εἰπῇ ποῖος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἔστειλε.
- Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντές σου δὲν ἦτο, βασιλιᾶ μου, εἶπε τὸ παιδί. Ἐκεῖνος ἦτο μὲ λαμπρὰ λευκὰ φορέματα καὶ μὲ τόσο ὡραῖο καὶ φωτεινὸ πρόσωπο, ποὺ δὲν ἔχω ἰδεῖ ἄλλον ὅμοιό του.
Ἐκατάλαβε πιὰ ὁ Ἰουστινιανὸς τί συμβαίνει καὶ συγκινημένος εἶπε μὲ εὐλάβεια:
- Ἀλήθεια, Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε στὸ παιδὶ καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολή. Σὲ εὐχαριστῶ, Παντοδύναμε, ποὺ μοῦ ἐφανέρωσες τὴν ἀγάπη Σου καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἐκκλησίας. Σὲ εὐχαριστῶ ἀκόμη, ποὺ μοῦ ἔστειλες τὸν Ἄγγελό Σου φύλακα τῆς ἐκκλησίας στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Στὸ παιδὶ ἔδωσε διαταγὴ νὰ μὴ γυρίσῃ κοντὰ στὸ κτίσιμο. Κι ἐκάλεσε τὸν Πατριάρχη, τοὺς ἐπισκόπους καὶ τοὺς ἄρχοντες νὰ τοὺς συμβουλευθῇ. Ὅλοι συνεφώνησαν νὰ μὴν πάῃ ἄλλη φορὰ τὸ παιδὶ στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸ περιμένῃ ὁ Ἄγγελος καὶ νὰ μένῃ φύλακάς της, ὅπως τοῦ ὡρκίσθηκε. Κι ἀφοῦ ἔδωσε πολλὰ δῶρα στὸ παιδὶ καὶ τὸ ἔκαμε πολὺ πλούσιο, μὲ τὴ συγκατάθεσι τοῦ πατέρα του τὸ ἔστειλε νὰ περάσῃ ὅλη τὴ ζωή του στὰ Δωδεκάνησα.

2. ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΥΡΙΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΧΡΥΣΑΦΙ

Τὸ κτίσιμο τῆς Ἁγίας Σοφίας εἶχε φθάσει ὥς τὸ σημεῖο, ποὺ θὰ ἐγύριζαν τὸ μεγάλο τροῦλλο. Τὸ βασιλικὸ ταμεῖο ὅμως εἶχε πιὰ ἀδειάσει ἀπὸ τοὺς θησαυρούς του. Κι ὁ ᾽Ιουστινιανός, πολὺ στενοχωρημένος, ἐστέκετο ἐπάνω σὲ μία σκαλωσιὰ καὶ ἐσκέπτετο πῶς νὰ ἐξοικονομήσῃ κι ἄλλα πολλὰ χρήματα, ποὺ ἐχρειάζετο ἡ ἐκκλησία, γιὰ νὰ τελειώσῃ.
Ἐκεῖ τοῦ παρουσιάστηκε ἔξαφνα ἕνας λευκοφορεμένος καὶ μὲ φωτεινὸ πρόσωπο ἄρχοντας καὶ τὸν ἐρώτησε:
- Γιατί εἶσαι λυπημένος, Δέσποτά μου;
- Μοῦ ἔχουν τελειώσει τὰ χρήματα καὶ δὲν ἔχω νὰ πληρώσω τοὺς μαστόρους σήμερα, ποὺ εἶναι Σάββατο, ἀπήντησεν ὁ αὐτοκράτωρ.
Καὶ παρατηροῦσε μὲ ἀπορία τὸν ἄρχοντα, γιατὶ πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε.
- Μὴ λυπᾶσαι γι’ αὐτό, Δέσποτα. Αὔριο τὸ πρωῒ στεῖλέ μου μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες μὲ πενῆντα ὑπηρέτες κι εἴκοσι μουλάρια, γιὰ νὰ σὲ δανείσω ὅσο χρυσάφι χρειάζεσαι. Ἐγὼ θὰ τοὺς περιμένω στὴ Χρυσῆ Πόρτα.
Τόση ἦταν ἡ χαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ γιὰ τὴν ἀνέλπιστη προσφορὰ τοῦ ἄρχοντα, ποὺ τὰ ἔχασε κι οὔτε τ’ ὄνομά του ἐρώτησε νὰ μάθῃ οὔτε τὸν τόπο του.
Κι ἐκεῖνος ξαφνικὰ ἐξαφανίστηκε ὅπως εἶχε ξαφνικὰ παρουσιασθῆ.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωῒ τέσσαρες ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἄρχοντες, μὲ πενῆντα ὑπηρέτες καὶ εἴκοσι μουλάρια ἔφθασαν στὴ Χρυσῆ Πότα, ὅπου τοὺς ἐπερίμενε λευκοφορεμένος καὶ καβάλα σὲ κόκκινο ἄλογο ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας. Κι ἀπ᾽ ἐκεῖ τοὺς ὡδήγησε σ’ ἕνα τόπο, ὅπου ἀντίκρυσαν καταμαγεμμένοι ἕνα τόσο ὡραῖο καὶ πλούσιο παλάτι, ποὺ ποτέ τους δὲν εἶχαν ξαναϊδεῖ. Κι ὅταν τοὺς ὡδήγησε στὸ ἐσωτερικὸ καὶ μ’ ἓνα χρυσὸ κλειδὶ ἄνοιξε τὸ θησαυροφυλάκιό του, ἔμειναν ἄφωνοι. ῏Ητο ἕνα μεγάλο δωμάτιο γεμᾶτο χρυσᾶ νομίσματα.
Τοὺς ἐγέμισε λοιπὸν σαράντα σακκίδια χρυσάφι καὶ τοὺς ἔστειλε πίσω στὸν Ἰουστινιανὸ δίνοντάς τους τὴν ἑξῆς παραγγελία: « Νὰ εἰπῆτε στὸν αὐτοκράτορα νὰ κτίσῃ τὴν Ἁγία Σοφία τοῦ Θεοῦ ».
Ὅταν ὁ ᾽Ιουστινιανὸς εἶδε τὸν ἀμύθητο πλοῦτο, ἐθαύμασε κι ἐρώτησε τοὺς ἄρχοντες σὲ ποῖο τόπο ἐπῆγαν κι ἂν ἔμαθαν ποῖος ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἄρχοντας. Οἱ ἄρχοντες τοῦ εἶπαν τὸν τόπο, δέν ἤξεραν ὅμως τὸ ὄνομα τοῦ δανειστῆ.
« Ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ νὰ μοῦ ζητήσῃ κάποιο μεγάλο ἀξίωμα γι’ ἀνταμοιβή », ἐσκέφθηκεν ὁ αὐτοκράτωρ.
Ἀλλ’ ὁ ἄγνωστος ἄρχοντας δὲν παρουσιάσθηκε πιά. Καὶ ὁ Ἰουστινιανὸς ἔστειλε τοὺς ἴδιους, ποὺ ἔφεραν τὸ χρυσάφι, νὰ φέρουν καὶ τὸν ἄρχοντα. Μὰ οὔτε παλάτι οὔτε σπίτι οὔτε δρόμο πατημένο εὑρῆκαν στὸν ἴδιο τόπο.
Ἔνοιωσε πιὰ τὴν ἀλήθεια ὁ αὐτοκράτωρ καὶ εὐχαρίστησε μὲ μεγάλη εὐλάβια τὸ Θεό: « Τώρα ἐγνώρισα ὅτι ἔστειλες, Θεέ μου, τὸν Ἄγγελό Σου καὶ μοῦ ἔφερε τὴ μεγάλη δωρεά Σου, γιὰ νὰ κτίσω τὴν ἐκκλησία Σου. Εὐλογημένο νὰ εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄνομά Σου ».



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him