την αύξηση (στην οριστική) + το ρηματικό θέμα + το χρονικό πρόσφυμα -θη- (-θε-) + τις καταλήξεις.
Ειδικότερα:
Ρήματα με χαρακτήρα:
|
Σχηματίζονται:
αύξηση-θέμα-θη-ν |
Παράδειγμα
|
φωνήεν
|
διατηρούν τον χαρακτήρα του θέματος:
αύξηση-θέμα -θη-ν
ἀκούομαι, ἕλκομαι, κελεύομαι, σείομαι
|
ρ. λύομαι → ἐλύθην
ρ. ἱδρύομαι → ἱδρύθην ρ. ἀκούομαι → ἠκούσθην ρ. ἕλκομαι → εἱλκύσθην ρ. κελεύομαι → ἐκελεύσθην ρ. σείομαι → ἐσείσθην |
ένρινο ή υγρό (μ, ν, λ, ρ)
|
διατηρούν τον χαρακτήρα του θέματος:
αύξηση-θέμα -θη-ν
κρίνομαι, τείνομαι, τέμνομαι
|
ρ. ὀξύνομαι → ὠξύνθην
ρ. ἀγγέλλομαι → ἠγγέλθην ρ. ἐγείρομαι → ἠγέρθην ρ. κρίνομαι → ἐκρίθην ρ.τείνομαι → ἐτάθην ρ.τέμνομαι → ἐτμήθην |
χειλικό (π, β, φ), ή -πτ-
|
τρέπουν τον χαρακτήρα π, β, φ, πτ σε φ:
αύξηση-θέμα-φ-θη-ν |
ρ. λείπομαι → ἐλείφθην
ρ. ἀμείβομαι → ἀμείφθην ρ. μέμφομαι → ἐμέφθην ρ. καλύπτομαι → ἐκαλύφθην |
ουρανικό (κ, γ, χ), -ττ- , -σσ-
|
τρέπουν τον χαρακτήρα κ, γ, χ, ττ, σσ σε χ:
αύξηση-θέμα-χ-θη-ν |
ρ. διδάσκομαι → ἐδιδάχθην
ρ. ἄγομαι → ἤχθην ρ. ἄρχομαι → ἤρχθην ρ. πράττομαι → ἐπράχθην |
οδοντικό (τ, δ, θ), ή -ζ-
|
τρέπουν τον χαρακτήρα τ, δ, θ, ζ σε σ:
αύξηση-θέμα-σ-θη-ν |
ρ. πείθομαι → ἐπείσθην
ρ. ψεύδομαι → ἐψεύσθην ρ. δικάζομαι → ἐδικάσθην |
Παράδειγμα κλίσης: ρ. παιδεύομαι
Οριστική
|
Υποτακτική
|
Ευκτική
|
Προστακτική
|
ἐπαιδεύθην
ἐπαιδεύθης ἐπαιδεύθη ἐπαιδεύθημεν ἐπαιδεύθητε ἐπαιδεύθησαν |
παιδευθῶ
παιδευθῆς παιδευθῇ παιδευθῶμεν παιδευθῆτε παιδευθῶσι(ν) |
παιδευθείην
παιδευθείης παιδευθείη παιδευθείημεν / -θεῖμεν παιδευθείητε / -θεῖτε παιδευθείησαν /-θεῖεν |
-
παιδεύθητι παιδευθήτω - παιδεύθητε παιδευθέντων / -θήτωσαν |
Απαρέμφατο
|
Μετοχή
|
παιδευθῆναι
|
παιδευθεὶς
παιδευθεῖσα παιδευθὲν |
π.χ.:
κόπτομαι → ἐκόπην (αντί ἐκόφθην),
γράφομαι → ἐγράφην (αντί ἐγράφθην),
βλάπτομαι → ἐβλάβην (αντί ἐβλάφθην),
φαίνομαι → ἐφάνην (αντί ἐφάνθην).
Παράδειγμα κλίσης παθητικού αορίστου β΄: ἐτράπην (ρ. τρέπομαι)
Οριστική
|
Υποτακτική
|
Ευκτική
|
Προστακτική
|
ἐτράπην
ἐτράπης ἐτράπη ἐτράπημεν ἐτράπητε ἐτράπησαν |
τραπῶ
τραπῇς τραπῇ τραπῶμεν τραπῆτε τραπῶσι(ν) |
τραπείην
τραπείης τραπείη τραπείημεν / τραπεῖμεν τραπείητε / τραπεῖτε τραπείησαν / τραπεῖεν |
-
τράπηθι τραπήτω - τράπητε τραπέντων / τραπήτωσαν |
Απαρέμφατο
|
Μετοχή
|
τραπῆναι
|
τραπεὶς
τραπεῖσα τραπὲν |
π.χ.:
παθητικός αόριστος α΄
|
παθητικός αόριστος β΄
|
(ρ. λύομαι) ἐλύθην → λύθητι,
|
(ρ. γράφομαι) ἐγράφην → γράφηθι
|
(ρ. πράττομαι) ἐπράχθην → πράχθητι
|
(ρ. φαίνομαι) ἐφάνην → φάνηθι
|
(ρ. ἀπάγομαι) ἀπήχθην → ἀπάχθητι
|
(ρ. ἀναστρέφομαι) ἀνεστράφην → ἀναστράφηθι
|
π.χ.:
τρέπομαι (θ. τρεπ-) → ἐτράπην,
κλέπτομαι (θ. κλεπ-) → ἐκλάπην.
Εξαιρούνται:
Τα σύνθετα του ρ. –λέγομαι.
π.χ.: ρ. συλλέγομαι → συνελέγην, ἐκλέγομαι → ἐξελέγην.
π.χ.:
τήκω (θ. τηκ-) → ἐτάκην ,
ἐκπλήττω (θ. πληγ-) → ἐξεπλάγην.
Εξαιρείται:
Το ρήμα πλήττομαι όταν είναι απλό.
π.χ.:
πλήττομαι → ἐπλήγην,
αλλά σύνθετο: ἐκπλήττομαι → ἐξεπλάγην.
π.χ.:
ρ. τρέπομαι → τραπέντων,
ρ. στρέφομαι → στραφέντων.


2 comments:
Πάρα πολύ αναλυτικά, πολύ καλή δουλειά!!! ^_^
Well done λοιπόν... :)
Δημοσίευση σχολίου