Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ





του
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΔΑΦΝΗ



Ἀμὲσως μετὰ τὴν ἀνακωχὴν τῶν Μουδανιῶν, οἱ Σύμμαχοι ἐκινήθησαν διὰ τὴν σύγκλησιν διασκέψεως πρὸς ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης εἰρήνης. Ἡ διάσκεψις αὕτη συνῆλθε εἰς τὴν ἑλβετικὴν πόλιν Λωζάννην. Αἱ ἐργασίαι της ἤρχισαν τὴν 21ην Νοεμβρίου 1922. Διεκόπησαν τὴν 4ην Φεβρουαρίου 1923, λόγῳ τῆς τουρκικῆς ἀδιαλλαξίας, ἐπανελήφθησαν τὴν 23ην Ἀπριλίου καὶ ἐτερματίσθησαν τὴν 24ην Ἰουλίου διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης.

 
Εἰς τὴν διάσκεψιν τῆς ὁποίας ἔργον θὰ ἦτο ἡ ἀναθεώρησις τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, δὲν ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι τῶν Ἡνωμ. Πολιτειῶν, παρ’ ὅλον ὅτι εἶχον ὑπογράψει τὴν ἐν λόγῳ συνθήκην, ἀλλὰ μόνον παρατηρηταὶ. Ἀντιθέτως, παρέστησαν ἀντιπρόσωποι τῆς Σοβ. Ἑνώσεως καὶ τῆς Βουλγαρίας, κληθέντες διὰ νὰ μετάσχουν εἰς τὰς περὶ καθορισμοῦ τοῦ καθεστῶτος τῶν στενῶν τῶν Δαρδανελλίων συζητήσεις. ῾Η παρουσία τῆς ὑπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν ᾽Εξωτερικῶν Τσιτσερὶν σοβιετικῆς ἀντιπροσωπείας δὲν διηυκόλυνε τὸ ἔργον τῆς διασκέψεως, δεδομένων τῶν δεσμῶν τῆς Σοβιετικῆς ῾Ενώσεως μὲ τὴν Τουρκίαν.
Ἡ ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπεία, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ᾽Ελ. Βενιζέλου, δεχθέντος νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του, κατόπιν παρακλήσεως τῆς ᾽Επαναστάσεως, χωρὶς νὰ μεταβάλῃ τὴν περὶ ἀποχῆς ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀπόφασίν του, καὶ περιλαμβάνουσα τοὺς πρεσβευτὰς Ἄθων Ρωμάνον, Δημ. Κακλαμάνον καὶ τὸν πρώην ὑπουργὸν Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλον, εἶχε νὰ ἐπιτελέσῃ δυσχερέστατον ἔργον. Ἡ Τουρκία, καίτοι ἡττημένη τοῦ Παγκοσμίου Πολέμου, ἐνεφανίσθη, εἰς Λωζάννην, ὡς νικήτρια καὶ ἤθελε νὰ ὑπαγορεύσῃ τοὺς ὅρους της. Οἱ τρεῖς σύμμαχοι δὲν παρουσίαζον παρὰ ἐπιφανειακῶς κοινὸν μέτωπον. Μόνον χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀγγλικῆς ἀντιπροσωπείας ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λόρδου Κῶρζον ἐδέχθησαν ὅπως ἡ Τουρκία κληθῇ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ σχεδίου συνθήκης εἰρήνης, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θὰ κατήρτιζον. ᾽Εδέχθησαν, δηλαδή, νὰ συνεχίσουν τὸν ρόλον τοῦ νικητοῦ.
Αἱ ἀξιώσεις τῶν Τούρκων ἦσαν ὑπερφίαλοι. Περιελάμβανον ἀπαίτησιν περὶ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως ὕψους 4 δισ. χρυσῶν φράγκων, παροπλισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου, ἐπανόδου τῆς ῾Ελλάδος εἰς τὰ σύνορα τοῦ 1913 (παραχώρησιν, δηλαδή, τῆς Δυτ. Θράκης), ἀπομάκρυνσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ὡς καὶ τῶν ῾Ελλήνων οἱ ὁποῖοι ἀπέμενον εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν καὶ τὴν ὑπόλοιπον Τουρκίαν, ἀποδόσεως τῆς περιοχῆς τῆς Μοσούλης ὑπὸ τῶν Ἄγγλων, τῆς Ἀλεξανδρέττας ὑπὸ τῶν Γάλλων, ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν δεσμεύσεων τῆς ᾽Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, κατάργησιν ὅλων τῶν δασμολογήσεων.
Ἡ τουρκικὴ ἀδιαλλαξία ὑπῆρξεν εὐνοϊκὴ δι’ ἡμᾶς, ᾽Εχρειάζετο ὅμως διὰ νὰ ἐπωφεληθῶμεν, ἡ ἀνασύνταξις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. ᾽Επραγματοποιήθη ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ἕξ μηνῶν. Ὅταν ὁ λόρδος Κῶρζον ἀπεχώρησε, τὴν 4ην Φεβρουαρίου 1923, ἐκ Λωζάννης ἀρνούμενος νὰ συνεχίσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, ὁ στρατὸς τοῦ ῞Εβρου, ὡς ἀπεκλήθη ἡ συγκεντρωθεῖσα εἰς Δυτ. Θράκην καὶ Ἀνατ. Μακεδονίαν ἑλληνικὴ στρατιά, ἀπετελεῖτο ἐξ 9 ἀξιομάχων μεραρχιῶν καὶ μιᾶς ταξιαρχίας ἱππικοῦ, παρατακτῆς δυνάμεως πλέον τῶν 100.000 ἀνδρῶν. ῾Η ἐπαναστατικἡ κυβέρνησις κατέληξεν εἰς ἀπόφασιν ἐπαναλήψεως τῶν ἐχθροπραξιῶν, πεπεισμὲνη ὅτι διέθετε τὰ μέσα ἀνακαταλήψεως τῆς Ἀνατ. Θράκης, εὐθὺς ὡς κατέστη φανερὸν τὰς ἀρχὰς Μαΐου ὅτι καὶ κατὰ τὴν δευτέραν φάσιν τῆς διασκέψεως ἡ Τουρκία ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀξίωσιν περὶ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. ῾Ο ὑπουργὸς τῶν ᾽Εξωτερικῶν Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἀπεστάλη εἰς Λωζάννην μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ καταγγείλη τὴν ἀνακωχὴν τῶν Μουδανιῶν.
Ὁ ᾽Ελ. Βενιζέλος ἐπίστευεν ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐχθροπραξιῶν, ἔστω καὶ ἂν ἀπέδιδεν εὐνοϊκὸν διὰ τὴν ῾Ελλάδα ἀποτέλεσμα, θὰ διέθετε δυσμενῶς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην καὶ τὰς συμμαχικὰς κυβερνήσεις. ᾽Εξ ἄλλου ἐφοβεῖτο παρέμβασιν τῶν συμμάχων πρὸς ἀνάσχεσιν τῆς ἑλληνικῆς ἐπιθέσεως. Δι’ αὐτό, ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι ὁ Ἰσμέτ πασᾶς, ὁ γνωστὸς σήμερον ὡς Ἰσμέν Ἰνονοῦ, ἀρχηγὸς τῆς τουρκικῆς ἀντιπροσωπείας, εἶχεν εἰδοποιήσει τὸν Κεμάλ, ὅτι θὰ ἠναγκάζετο νὰ παραιτηθῇ ἐὰν οἱ ἀδιάλλακτοι τῆς Ἀγκύρας ἐπέμενον εἰς τὴν ἀξίωσιν περὶ ἀποζημιώσεως, ἐπεζήτησε καὶ εἶχε δύο κατ’ ἰδίαν μετὰ τοῦ Τούρκου ἡγέτου συναντήσεις. Μετὰ τὰς συναντήσεις αὐτάς, αἱ δύο ἀντιπροσωπεῖαι ἐζήτησαν, ὅπως συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν ἡ διάσκεψις, τὴν 26ην Μαΐου. Κατ’ αὐτὴν, εὑρέθη τρόπος διευθετήσεως τῆς διαφορᾶς. Ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώριζε τὴν ὑποχρέωσίν της ὅπως ἐπανορθώσῃ τὰς προξενηθείσας έν Ἀνατολίᾳ (Μ. Ἀσίᾳ) ζημίας ἐκ πράξεων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἤ τῆς ἑλληνικῆς διοικήσεως ἀντιθέτων πρὸς τοὺς νόμους τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς ῾Ελλάδος, τὴν προκληθεῖσαν ἐκ τῆς παρατάσεως τοῦ πολέμου καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ, παρῃτεῖτο ὁριστικῶς πάσης ἀπαιτήσεως περὶ ἐπανορθώσεων. Οὕτω διετυπώθη καὶ τὸ ἄρθρον 59 τῆς συνθήκης. Ἡ λύσις ἦτο εὐνοϊκή διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἄν ληφθῇ ὑπ’ ὅψιν ὅτι ἐπιτροπὴ τοῦ Διεθνοῦς ᾽Ερυθροῦ Σταυροῦ εἶχε διατυπώσει ὅτι 180.000 Μωαμεθανοὶ τῆς Μ. Ἀσίας ἐπλήγησαν ἐξ ἀδικαιολογήτων ἐνεργειῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. ῾Η ἐπελθοῦσα συμφωνία ἔγινεν ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς κυβερνήσεως. Τὴν ἐπεδοκίμασεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τοῦ ῞Εβρου, ὑποστράτηγος Θεοδ. Πάγκαλος καὶ ὁ άρχηγὸς τοῦ στὸλου, πλοίαρχος Ἀλεξ. Χατζηκυριάκος, διὰ κρυπτογραφικοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τοὺς ᾽Ελ. Βενιζέλον καὶ Απ. Ἀλεξανδρῆν. Ἠπείλησαν, μάλιστα, αὐτόβουλον δρᾶσιν. Πλέον ὥριμοι σκέψεις τοὺς ἐπανέφερον εἰς τὴν πραγματικότητα. ῾Η ᾽Επανάστασις ὅμως, φοβουμένη πραξικοπηματικὴν ἐνέργειαν τοῦ Θ. Παγκάλου τοῦ ἀφήρεσε τήν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τοῦ ῞Εβρου τὴν 23ην ᾽Ιουνίου 1923.
Ἄρνησις τῆς Τουρκίας νὰ δεχθῇ τὴν γαλλικὴν ἄποψιν, περὶ ἐξοφλήσεως τοῦ παλαιοῦ ὀθωμανικοῦ χρέους εἰς χρυσὸν, ὡδήγησεν εἰς νέαν τελμάτωσιν τῆς διασκέψεως. ῾Η ῾Ελλάς, ἐπροχώρησε, τότε εἰς συνεννοήσεις διὰ τὴν σύναψιν χωριστῆς εἰρήνης. ῞Οταν, τὴν 7ην Ἱουλίου, ἐπῆλθε πλήρης ἑλληνοτουρκικὴ συμφωνία, ἡ Γαλλία ἐδέχθη ὅπως τὸ θέμα τοῦ ὀθωμανικοῦ χρέους ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συμφωνίας. Κατόπιν τούτου, τὴν 24ην ᾽Ιουλίου 1923, ὑπεγράφη, εἰς τὴν μεγάλην αἴθουσαν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λωζάννης, ἡ μεταξὺ Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας, Γαλλίας, ᾽Ιταλίας, ᾽Ιαπωνίας, Ἑλλάδος, Ρουμανίας, τοῦ βασιλείου τῶν Σέρβων - Κροατών -Σλοβένων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Τουρκίας ἀφ’ ἑτέρου συνθήκη εἰρήνης, ἐξ ἄρθρων 143. Εἰς τὴν συνθήκην ἦσαν προσηρτημέναι, ἀποτελοῦσαι ἀναπόσπαστον αὐτῆς μέρος, 17 συμβάσεις, δηλώσεις καὶ πρωτόκολλα. ᾽Εξ αὐτῶν αἰ 15 εἶχον ὑπογραφῆ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ἐνῷ αἱ περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ἑλληνικῶν καὶ τουρκικῶν πληθυσμῶν καὶ περὶ ἀποδόσεως τῶν ὁμήρων καὶ πολιτικῶν αἰχμαλώτων εἶχον ὑπογραφῆ τὴν 30ὴν ᾽Ιανουαρίου 1923, ἀλλὰ θά ἤρχιζαν ἰσχύσουσαι μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης εἰρήνης.
Διά τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης, ἡ Τουρκία ἐπανέκτησεν ὁλόκληρον τὴν Μ. Ἀσίαν, τὴν Ἀνατ. Θράκην, τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὰς νήσους Ἴμβρον καὶ Τένεδον. Ὅλα τὰ ἄλλα ἐδάφη, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποσπασθῆ ἐξ αὐτῆς διὰ τῆς συνθήκης τῶν Σεβρῶν, τὰ ἐγκατέλειπε, παραιτηθεῖσα παντὸς ἐπ’ αὐτῶν κυριαρχικοῦ δικαιώματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 15 παρῃτεῖτο ὑπέρ τῆς ᾽Ιταλίας παντὸς δικαιώματος καὶ τίτλου ἐπὶ τῆς Δωδεκανήσου καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 20 ἀνεγνώριζε τὴν προσάρτησιν τῆς Κύπρου εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν. Δεδομὲνου ὅτι ἡ ἑλληνοϊταλικὴ συμφωνία τῆς 10ης Αὐγούστου 1920 διετήρει τὴν ἰσχύν της, ἡ Ἰταλία ὤφειλε νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὴν Δωδεκάνησον, πλὴν τῆς Ρόδου. Δέν τὸ ἔπραξεν.
᾽Εκ τῶν προσηρτημένων συμβάσεων ἀξία ἰδιαιτέρας μνείας εἶναι ἡ περὶ ἀνταλλαγῆς πληθυσμῶν. Προέβλεπεν ὅτι ἀπὸ 1ης Μαΐου 1923 θὰ ἀντηλάσσοντο ὑποχρεωτικῶς οἰ ἐγκατεστημένοι εἰς τουρκικὰ ἐδάφη Ἕλληνες μέ τοὺς ἐγκατεστημένους εἰς ἑλληνικὰ ἐδάφη Τούρκους. ᾽Εξῃροῦντο τῆς ἀνταλλαγῆς οἱ Ἕλληνες κάτοικοι Κωνσταντινουπόλεως οἱ ἐγκατεστημένοι εἰς αὐτὴν πρὸ τῆς 30ῆς ᾽Οκτωβρίου 1918 (125.046) καὶ οἱ Μουσουλμάνοι κάτοικοι τῆς Δυτικῆς Θράκης (118.903).
Κατὰ τὴν ἐκκένωσιν τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς Ἀνατ. Θράκης ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀνεχώρησαν ἐκ τῶν περιοχῶν αὐτῶν περὶ τοὺς 950.000 Ἕλληνες. Ἀντηλλάγησαν, ἀπὸ 1ης Μαΐου 1924, ὅταν, μέ καθυστέρησιν ἔτους, ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως 188.000 Ἕλληνες τῆς Μ. Ἀσίας, μὲ 355.000 Τούρκους, εὑρεθέντας εἰς τὰ ἐκτὸς τῆς Δυτ. Θράκης ἑλληνικὰ ἐδάφη. Τελικῶς, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ῾Ελλήνων τῆς Βουλγαρίας, οἱ ὁποῖοι ἀντηλλάγησαν μέ τοὺς Βουλγάρους τῆς Μακεδονίας, τὸ σύνολον τῶν ἐγκατασταθέντων καὶ ἀφομοιωθέντων προσφύγων ἀνῆλθεν εἰς 1.221.849. ᾽Εξ αὐτῶν, 746.000 ἐγκατεστάθησαν εἰς Β. ῾Ελλάδα, 377.000 εἰς Παλαιὰν ῾Ελλάδα καὶ οἱ ὑπόλοιποι εἰς Κρήτην καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου.
Ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης, κυρωθεῖσα διὰ τοῦ Ν.Δ. τῆς 25ης Αὐγούστου 1923, ἐτέθη ἐν ἰσχύι τὴν 6ην Αὐγούστου 1924, ὅταν εἶχε συντελεσθῆ ἡ κατάθεσις τῶν ἐπικυρώσεων εἰς τὸ γαλλικὸν ὑπουργεῖον ᾽Εξωτερικῶν. Οἱ ἐδαφικοὶ ὅροι, οἱ ἐνδιαφέροντες τὴν ῾Ελλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν, ὡς καὶ ἡ συνθήκη ἀνταλλαγῆς ἐτέθησαν ἐν ἰσχύι εὐθὺς ὡς αἱ δύο χῶραι κατέθεσαν τὰς ἐπικυρώσεις των, δηλαδὴ ἀπὸ 31ης Μαρτίου 1924. ῾Η ἐκκένωσις τῆς Κωνσταν-τινουπόλεως ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων ἐπερατώθη τὴν 2αν Ὀκτωβρίου 1923.
Δέν ἀπετέλεσε θρίαμβον ἡ συνθήκη τῆς Λωζάννης. Ἀπέδιδεν, ἀπλῶς, τὴν δημιουργηθεῖσαν πραγματικὴν κατάστασιν. Δι’ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξεν ἡ μόνη ἐκ τῶν συνθηκῶν ποὺ ὑπεγράφησαν μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ἡ ὁποία ἀντέσχεν εἰς πᾶσαν δοκιμασίαν. ᾽Επέτρεψε δὲ ἡ ὑπογραφή της τὴν ἐλληνοτουρκικὴν προσέγγισιν.



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him