Ο Παπαδιαμάντης και το διήγημα



του
Βλαδιμήρου Ποταπώφ*



Ο Παπαδιαμάντης ξεκίνησε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία με τρία ιστορικά μυθιστορήματα: Η μετανάστις (1879), Οι έμποροι των εθνών (1882) και η Γυφτοπούλα (1884). Ωστόσο, στα ελληνικά γράμματα έγινε ευρύτερα γνωστός ως διηγηματογράφος. Το 1885 δημοσιεύει τον Χρήστο Μηλιόνη που θεωρείται έργο- «γέφυρα» προς την διηγηματογραφία με την οποία ασχολείται από το 1887 (Το Χριστόψωμο). Η στροφή προς λίγο-πολύ σύντομη πεζογραφική φόρμα οφείλεται ως ένα βαθμό, στην προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος από την Εστία και τον βιοποριστικό χαρακτήρα της γραφής του συγγραφέα, «επαγγελματικά δεμένου με την ελληνική εφημεριδογραφία», που οικοδομεί το έργο του «μέρα με τη μέρα, σύμφωνα με τους ρυθμούς της επικαιρότητας». Κατά τον Π. Μουλλά, οι συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργούνται τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη φέρουν το στίγμα τους, τα καθιστούν «ανοργάνωτες και άνισης αξίας εικόνες-διηγήματα»: έλλειψη χρόνου και οικονομική ανάγκη οδηγούν τον συγγραφέα σε μια προχειρογραφία με «έλλειψη πλάνου και προοπτικής». Από την άλλη, ο λόγος που ο Παπαδιαμάντης «έγινε διηγηματογράφος αντί να μείνει στο μυθιστόρημα· ζήτησε καταφύγιο στη θρησκεία και όχι στο ρασιοναλισμό· δίδαξε την υποταγή και όχι τον αγώνα· έκλεισε το όραμά του σε μιαν αδιάκοπη και νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν αντί να συμπορευθεί με τις δυνάμεις που ετοίμαζαν το μέλλον» οφείλεται στις ανάγκες και αναζητήσεις της υπερευαίσθητης προσωπικότητάς του: πρόκειται για την προσωπική επιλογή του συγγραφέα. Οι σύγχρονοι του Παπαδιαμάντη παρατηρούσαν, ότι από το έργο του λείπει η «εξέλιξη», οπότε από τη σκοπιά του σήμερα η διαίρεση του έργου του σε περιόδους είναι προβληματική. Η μόνη αλλαγή που υπάρχει, είναι η σταδιακή «προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής του» και επιστροφή «στον εαυτό του και στα βιώματά του». Κατά τον Μ. Βίττι, το βασικό χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει τα λογοτεχνικά έργα της εποχής εκείνης δεν είναι τόσο η θεματολογία τους, αλλά περισσότερο η στάση, η διάθεση του συγγραφέα απέναντι στα αφηγούμενα, που μπορεί να κυμαίνεται από την ωραιοποίηση ως την καταγγελία.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν λοιπόν οι υφολογικοί τρόποι, οι γλωσσικές και ποιητικές ιδιαιτερότητες στις οποίες ο συγγραφέας προστρέχει για να πετύχει τον στόχο του. Όπως είχαμε πει παραπάνω, στην εποχή του Παπαδιαμάντη το διήγημα συνδέθηκε με την έννοια της μαρτυρίας. Η θέση του «προνομιούχου-μάρτυρα» της εποχής . συνέβαλε, εκτός των άλλων, και στον βαθμό της παρουσίασης του συγγραφέα στο κείμενο. Ο συγγραφέας πλέον «δικαιούται» να εκφράζεται στο πρώτο πρόσωπο και να εμφανίζεται και ο ίδιος στο έργο, να προβάλλει τα προσωπικά του βιώματα ως υλικό λογοτεχνικού προϊόντος. Το έργο του Παπαδιαμάντη αποτελεί, από την άποψη αυτή, μια αντιπροσωπευτική αλλά και «ακραία» περίπτωση.
Ο Παπαδιαμάντης καταδικάζει έμμεσα το μυθιστορηματικό του παρελθόν, προβάλλοντας το διαχωρισμό ανάμεσα στη μνήμη ως βιωμένη εμπειρία και τη φαντασία ως εμπειρία αντλημένη από τα βιβλία. Ο συγγραφέας ομολογείται ότι πλέον «δεν πλάττει» και δεν επινοεί ρομαντικά «μυθεύματα» (για να «γαλβανίσει» το ενδιαφέρον του αναγνώστη), αλλά ότι το έργο του «είναι όλο πραγματικότις». Χαρακτηριστικός απ`αυτή την άποψη είναι ο φανταστικός διάλογος του συγγραφέα με τους κριτικούς του στον Λαμπριάτικο Ψάλτη (1893). Ενώ οι «κριτικοί» θεωρούν «ευτελές και ταπεινό» το να περιγράψει κανείς λεπτομερώς μια λειτουργία σε εξωκκλήσι και τα «ήθη των πανηγυριστών», ζητούν «διήγημα, το οποίον να είναι όλον ποίησις, όχι πεζή πραγματικότις», διήγημα με «βεβιασμένην θέσιν» και βίαιη πλοκή, ο Παπαδιαμάντης ισχυρίζεται ότι εμπνέεται από τις αναμνήσεις του και τα αισθήματά του και δηλώνει: «Το επ`εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και συφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε, ιδίως δε κατά τας πανεκλάμπρους ταύτας ημέρας, να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ`έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη» (2,514-517). Έτσι, η καλλιτεχνική πρόθεση του Παπαδιαμάντη παρομοιάζει το έργο του με την ζωγραφική τέχνη του genre. Το περιεχόμενο της αποτελούν οι συλλογικές ή καθημερινές εκδηλώσεις στην αγροτική ή αστική κοινωνία, είναι μικρές ιστορίες που έχουν άμεση σχέση με την πραγματικότητα, με σκοπό την τέρψη και την ωφέλεια, που αποδίδουν την «ανθρώπινη αλήθεια» και όχι το «ποιητικό ιδανικό». Στην εποχή του Παπαδιαμάντη, όταν ο διαδεδομένος ρεαλισμός προβλέπει έναν κόσμο χωρίς υπερβατικότητα και μυστήριο, που βασίζεται στη σχέση αίτιο- αποτέλεσμα και στον οποίο ο άνθρωπος αναπαρίσταται ενταγμένος σε μια διαρκώς εξελισσόμενη πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, ο συγγραφέας ακολουθεί μια πορεία αντίθετη από το πρότυπο αυτό. Στην τελική ανάλυση οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, ξεκινώντας από ένα ρεαλιστικό υπόβαθρο, τον οδηγούν στην «υπέρβασή» τους και ανταποκρίνονται σε στοιχεία της λυρικής αφηγηματικής ποίησης.
Παρακάτω θα επιχειρήσουμε μια σύνοψη των χαρακτηριστικών αυτών στοιχείων του έργου του Παπαδιαμάντη:
Ο συγγραφέας περιγράφει «απομνημονευτικά» τα γεγονότα και καταστάσεις που τοποθετούνται αρκετά χρόνια πριν. Η ανάμνηση μεταβάλλει τα γεγονότα σε «παραστάσεις», και τα καθημερινά και ασήμαντα να αποκτούν «εσωτερικότητα» ή «σιωπηλή μεγαλοπρέπεια». Έτσι, στο τυπικό διήγημα του Παπαδιαμάντη η πλοκή είναι «ασθενής» και η εξωτερική δράση ελάχιστη. Αυτή είτε ακινητοποιείται και εσωτερικεύεται είτε στη στιγμή της κρίσης και της αποκορύφωσης, αφομοιώνεται από την καθημερινή ρουτίνα μέσω της επαναληπτικής αφήγησης (Έρωτας στα χιόνια).
Η παπαδιαμάντικη περιγραφή σκοπεύει στην αποαυτοματοποίηση της συμβατικής εικόνας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια χρονικά τεράστια λεξιλογική ακτίνα και αποφεύγει το καθορισμένο συγχρονικό λεξιλόγιο. Η έκταση και ο πλούτος της περιγραφής της φύσης δικαιολογείται από την πρόθεση του συγγραφέα να εκφράσει στον αναγνώστη του μια ιδιότυπη, «ερωτική» σχέση μ`αυτήν. Η υπέρβαση των σκηνοθετικών αναγκών συμβάλλει στην «ποιητικότητα» των περιγραφών, οι οποίες συχνά υποκαθιστούν την ίδια την αφήγηση.
Οι χαρακτήρες του Παπαδιαμάντη είναι επίπεδοι και «ανώνυμοι» - η ονοματοθεσία είναι συχνά αναλογική και συμβολική. Οι ήρωες δεν εξατομικεύονται, αλλά αποτελούν μέλη ενός συνόλου. Οι άνθρωποι παρουσιάζονται συνήθως μέσα στην καθημερινότητά τους, δεν μετέχουν σε μεγάλες εθνικές πράξεις, ούτε έχουν επίγνωση των κοινωνικών αλλαγών ή της ταξικής διαφοράς. Έτσι, το κέντρο βάρους πέφτει στα ήθη, στη συλλογική ζωή, στις πολιτισμικές σταθερές ολόκληρων εποχών.
Ο συγγραφέας είναι αυτόπτης μάρτυρας και παρέχει πληροφορίες περιορισμένης εμβέλειας. Οι παπαδιαμαντικοί αφηγητές περιορίζονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό στην προοπτική του ήρωα. Δεν μένουν αμέτοχοι σε όσα αφηγούνται, αλλά πότε με τη μορφή σχολίου και πότε με την αντιστροφή του ρόλου τους και την αλλαγή αφηγηματικού επιπέδου μειώνουν ή και καταργούν την απόσταση ανάμεσα σ`αυτούς και τα αφηγούμενα.
Η αναπαράσταση του λόγου των ηρώων στον Παπαδιαμάντη έχει καλλιτεχνικό χαρακτήρα, δηλαδή ό`τι μοιάζει με φωνογραφική καταγραφή δεν είναι παρά μια λογοτεχνική σύμβαση, τεχνική της αληθοφάνειας. Η εκτεταμένη συμπαρουσία ή ανάμειξη των ιδιωμάτων των ηρώων και του αφηγητή στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη είχε επισημανθεί από την κριτική ως «γλωσσική ακαταστασία». Στην ουσία δείχνει τη θέση που κρατά ο συγγραφέας απέναντι στον κόσμο του και είναι βασικός τρόπος για την επικοινωνία του αφηγητή με τους ήρωές του. Ο σκοπός τέτοιων διφωνικών λόγων δεν έγκειται στην πιστή αναπαραγωγή αυτού που ειπώθηκε, αλλά στην κριτική αυτού του λόγου η οποία μπορεί να είναι θετική ή αρνητική και δηλώνει αντίστοιχα την ψυχολογική και ιδεολογική ταύτιση αφηγητή–ήρωα ή την αντίστοιχη απομάκρυνσή τους. Αυτή η συχνή εμφάνιση τέτοιου είδους λόγων επιδρά και στον αναγνώστη, δεδομένου ότι δημιουργεί μια οικειότητα ανάμεσα σ`αυτόν και τους χαρακτήρες: χιούμορ, παρωδία, ειρωνεία, και συμπόνια συνάγονται αβίαστα.
Συμπεραίνοντας, θέλουμε να τονίσουμε το γεγονός, ότι οι παραπάνω τεχνικές του Παπαδιαμάντη τον καθιερώνουν ως έναν από τους πιο πρωτότυπους συγγραφείς των ελληνικών γραμμάτων. Ο συγγραφέας δεν εξαντλείται στη μονοδιάστατη αναπαράσταση της σύγχρονής του πραγματικότητας· η «περιφρόνησις προς την οικονομίαν και τη σύνθεσιν» αποτελούν γνωρίσματα «ισχυροτάτης πρωτοτυπίας» η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την λυρική του διάσταση και μια πνοή «σαιξπηρική».

*
Εκ της εργασίας αυτού «Οι πολιτισμικές εικόνες στο έργο του Νικολάι Λεσκόφ και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη» ένθα επιχειρείται μια τυπολογική σύγκριση του λογοτεχνικού έργου των δύο συγγραφέων, η οποία βασίζεται στην εικονολογική προσέγγιση των κειμένων τους.
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him