Για μιαν πνευματικήν επανάσταση

επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Ο λαός άμα κατάλαβε πως ήτανε πεσμένος, ταπεινωμένος, δυστυχισμένος εζήτησε αλλαγή. Τα ένστικτο της αυτοσυντήρης τον σπρώχνει. Πρέπει να γίνη κάποια αλλαγή. Αλλαγή του τρόπου με τον οποίον τον ανέθρεψαν και τον εδίκασαν και τον εκυβέρνησαν και τον εφορολόγησαν και τον ωργάνωσαν ως τώρα. Και επειδή το προχειρότερο και φανερώτερο και πιο χειροπιαστό στοιχείο του τρόπου αυτού, είναι τα πρόσωπα που τα τελευταία τούτα χρίνια τον εδιοίκησαν, εχτύπησεν ο λαός αυτούς, εναντίον τους εξέσπασεν ο δίκαιος θυμός του και επίμονα εζήτησε την αλλαγή τους. Εζήτησεν, επόθησεν, επικαλέσθηκε νέους ανθρώπους, νέους άντρες, νέους οδηγούς και κυβερνήτες και επαραδόθηκε σε εκείνους που εφανερώθησαν με πίστη κι αφοσίωση απεριόριστη.
Εις τα νεα πρόσωπα επαρέδωκε την τύχη του. Τους είπε: πάρτε τα πάντα, είμαι δικός σας. Δώστε μου νέους νόμους, νέα διοίκηση, νέα φορολογία, νέα δικαιοσύνη, νέα οργάνωση. Δώστε μου νέα ζωή.
Αρνήθηκε λοιπόν ο λαός ωρισμένα πρόσωπα, που για αυτόν αντιπροσωπεύουν έναν τρόπον ζωής και ίσως εις το βάθος, αρνήθηκε περισσότερο τα πρόσωπα παρά την ζωή εκείνη. Και επόθησε νέα πρόσωπα και μαζί μ’ αυτά αόριστα κάπως νέα ζωή και ίσως περισσότερο τα νέα πρόσωπα παρά αληθινα τη νέα ζωή. Γιατί, αποτέλεσμα κι αυτό της ανατροφής και της μόρφωσης που του έδωκεν ως τώρα η τάξη που τον εκυβερνούσε και τον ωδηγούσε, εν ώ ο λαός επαναστάτησε και ζήτησε ανόρθωση και αλλαγή, δεν ήξερε, δεν είναι σε θέση να ζητήσει ωρισμένο περιεχόμενο για την νέα του ζωή. Η επανάσταση του είναι περισσότερο αρνητική παρά θετική. Το μέλλον το βλέπει πάντα αόριστα και θολά μέσα από την σκέπη μόνο πόθων και ταπεινωμένων φιλοδοξιών
Το τι συμφέρει το λαο, το τι θα πραγματοποιήσει, τον πόθο της νέας ζωής δεν το ξέρει. Επερίμενε και περιμένει να του το δώσουν οι νέοι άντρες, που θα φέρουν τους νέους νόμους. Θα εξαρτιέται λοιπόν το μέλλον του λαού και πάλι από ωρισμένα πρόσωπα, όχι από τάξη νέα ανθρώπων αλλα από ένα πνεύμα, μία θέληση ένα χαρακτήρα.
Μα εδώ φαίνεται και πάλι πόσο κρίσιμο είναι το σημείο αυτό της αλλαγής. Μεγάλη θα είναι η ευτυχία του ελληνικού λαού, αν το νέο ή τα νέα πρόσωπα κοντά στον χαρακτήρα, στη θέληση, στη δύναμη του νού, μπορέσουν να του δώκουν και το περιεχόμενο της νέας ζωής. Το περιεχόμενο το ηθικό και πνευματικό.
Αλλά κι ο πιο σιδερένιος χαρακτήρας κι η πιο αγνή θέληση μπορεί να υποχωρήσει ή να συντριφτεί, όταν έχει να παλαίψει με ένα περιβάλλον μολυσμένο από την πρόληψη, με έναν βούρκο από λογής λογής προσωπικά συμφέροντα στηριγμένα απάνω στις πλάνες του λαού.
Βέβαια άνθρωποι νέοι θα είναι εκείνοι που θα πραγματοποιήσουν τη νέα ζωή. Μα το σπουδαίο είναι να καταλάβει ο λαός, πως οι νέοι ανθρωποι, οι δυνατοί χαρακτήρες, τα δυνατά μυαλά, τα στιβαρά τα χέρια έχουν μεγάλη και σωτήρια επίδραση, όταν υπηρετούν τις ιδέες εκείνες που βγαίνουν από το συμφέρον του λαού. Τα ίδια αυτά μυαλά, οι ίδιοι χαρακτήρες, τα ίδια χέρια, αν υπηρετούν ιδέες που δεν ανταποκρίνονται προς το συμφέρον του λαού ή δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν αληθινά την νέα ζωή ή μπορει να είναι ανώφελα και βλαβερά.
Απ αυτό καταλαβαίνει κανείς πως είναι μεν ευτύχημα σημαντικό να κυβερνιέται ένας λαός από ανθρώπους με σιδερένιο χαρακτήρα και δυνατό νού, αλλά ότι το σημαντικότερο μέρος της αλλαγής και της ανόρθωσης δεν είναι στην αλλαγή των προσώπων αλλα κάπου αλλού.
Πρέπει λοιπόν ο λαός πάυοντας να προδοκάει παθητικά τη σωτηρία του από άλλους να γνωρίσει και να λατρέψει τις ιδέες εκείνες που βγαίνουν από μέσα από το αληθινό συμφέρον του λαού και του έθνους όλου.
Τότε μόνο θα είναι ο λαός πραγματικός κυρίαρχος και κυβερνήτης της τύχης του, άμα ξέρει τι τον συμφέρει και ζητάει επίμονα την εφαρμογή του. Από τα σπλάχνα του φωτισμένου λαού πρέπει να βγεί η αληθινή επανάσταση. Επανάσταση πνευματική, που χωρίς τουφέκια και σπαθιά η δύναμή της θα είναι τρίσμέγιστη και ακατανίκητη. Επανάσταση που θα τη οδηγούν ιδέες, ιδέες βγαλμένες από τον σημερινό ελληνισμό, από την κοινωνική εθνική και φυλετική μας πραγματικότητα, από το αληθινό συμφέρον του ελληνικού λαού κι όλης της φυλής.

Δημητρίου Γληνού
«επανάσταση και ανόρθωση» (1910)



Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ του Διον. Σολωμού (ΜΕΡΟΣ Ε’)



επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Η φανέρωσις του θείου
στον άνθρωπο
«Κάθε ομορφιά να στολιστή και τον θυμό ν’ αφήση. Δεν είναι πνοή στον ουρανό, στην θάλασσα, φυσώντας. Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας. Όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη, εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι»[(20)6-10]. Επικρατεί μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. Η ψυχή του ποιητού επιτάσσει τέτοιες ώρες να εγκαταλείψη κάθε τι ανόσιον π.χ θυμόν, διότι το κάλλος, η ομορφιά θα συναντήση το υπέρτατον αγαθόν. Ακόμη και η κορασιά, η αγαπημένη φαίνεται να ξυπνάη απ’ τον λήθαργον της για λίγο, νοιώθει την ευτυχία, τον σφίγγει στην αγκαλιά της και κατόπιν λιγοθυμά ή ξεψυχά, χωρίς να το αντιληφθή ο αγαπημένος της. Στην νυχτιά εκείνη, ούτε αύρα δεν λαφροφυσά και το αργυρό φεγγάρι κάνει να λαμποκοπά στο τρεμοφώς του ο πόντος, η θάλασσα.



Η κάμψη της υπερηφάνειας

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

 «Εμείς πάμε να βγάλουμ' έν' αφέντη κι άλλος μας φυτρώνει»

«Ο Ντεμίς Αγάς δεν κατοικούσε πλέον στο χωριό... Σπανίως, όμως, για να δοκιμάζει τις διαθέσεις των Νυχτερεμιωτών και να επιβλέπει τις αποθήκες και το Κονάκι, όπου είχε αποθηκεύσει πολύ αραποσίτι, έφτανε έως το Νυχτερέμι, πάντοτε με συνοδεία... Όταν φανερωνόταν μπροστά τους, ασυνείδητα, σαν να κινούνταν από κανένα εσωτερικό ελατήριο, σηκώνονταν και του έκαναν βαθιά υπόκλιση. Αλλά όταν έλειπε από τα μάτια τους, ευθύς θύμωναν συναμεταξύ των, για τον πρόστυχο αυτό φόρο της δουλείας τους. Ορκίζονταν, όταν άλλη φορά ξαναφανεί, κανείς να μην τον προσκυνήσει, ούτε να του προσηκωθεί. Τι τάχα ήταν αυτός; Και τι τον είχαν εκείνοι; Δεν ήταν πλέον δούλοι του και αυτός δεν ήταν αφέντης. Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς πρόβαλλε στα σύνορα του χωριού, πάλι η κρυμμένη μέσα τους από αιώνες δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους. Το ίδιο συνέβη και τώρα.
Ο αγάς, παχύς, κοιλαράς, με την ανατολίτικη αδράνεια ζωγραφισμένη στο πλαδαρό και ροδοκόκκινο πρόσωπο, τη νυσταγμένη και αναλλοίωτη έκφραση στο βλέμμα, με την ασήκωτη αγερωχία, κατέβηκε αργοκίνητος στη σκάλα του Κονακιού... Ολόγυρά του τρεις φουστανελοφόροι Αρβανίτες, ντυμένοι στ' άρματα και τα τσαπράζια, στο δεξί χέρι κρατώντας βούνευρο λυγιστό, κοίταζαν στο γιαπί με μάτια θυμωμένα. Και οι χωριάτες άρχισαν αθέλητα να αισθάνονται τον προπατορικό τρόμο μέσα τους ανυπόταχτο. Η ελάχιστη εκείνη συνοδεία φαινόταν στα μάτια τους συνοδεία κάποιου μεγάλου και φοβερού πασά των περασμένων χρόνων, απ' εκείνους που τρόμαζαν τους πάππους και προπάππους τους και άφησαν φριχτή παράδοση στη γενιά τους.
Και από την επίδραση της παραδόσεως αυτής και από τα φοβισμένα σπέρματα των προγόνων, που έφερναν απαράλλαχτα στο αίμα τους οι Καραγκούνηδες, άρχισαν να αισθάνονται τον αέρα περίγυρα γεμάτο από φρίκη και απειλή. Φόνοι και δαρμοί και βάσανα και πυρκαγιές, όλα τα κακά, όσα υπέφεραν από τους Τούρκους δεσπότες οι πρόγονοί τους, ζωγραφίζονταν τώρα εμπρός στα μάτια τους, βούιζαν τα παράπονα και οι στεναγμοί στ' αυτιά τους και τους έσπρωχναν νεκρούς από το φόβο, στο δουλικό και απαραίτητο προσκύνημα. Οι χωριάτες εσηκώθηκαν ολόρθοι... κι άρχισαν μονόγνωμοι τον τεμενά. Και, όταν ο αγάς, τριποδίζοντας το άλογο, επέρασε από κοντά τους κι εχάθηκε μακριά μέσα σε σύννεφο σκόνης, μελαγχολικοί και αμίλητοι κάθισαν πάλι στο γιαπί και για πολλή ώρα δεν τολμούσαν ο ένας να αντικρύσει τον άλλον».
(απόσπασμα από τον «Ζητιάνο» του Α. Καρκαβίτσα)
Αναρωτιούνται λοιπόν πολλοί πού βρίσκει ο νεοέλληνας την ψυχική ηρεμία και δεν αντιδρά, δεν εξεγείρεται ενάντια στη δουλεία, που εισάγουν οι σύγχρονοι δεσπότες του. Πολλοί είναι και εκείνοι που πιστεύουν ότι, εάν η σύγχρονη Ελλάδα ξεσηκωθεί, τίποτα δεν θα μείνει όρθιο από την τυραννία. Τίποτα, όμως, δεν θα γίνει από αυτά, καθώς έχει πάψει να ενυπάρχει στην ψυχή του σύγχρονου Έλληνα το αδούλωτο φρόνημα. Εάν εξαιρέσει κανείς τα χρόνια του μεγάλου πολέμου και την ψυχική προπαρασκευή για την αντιμετώπισή του βεβαίως, δεν έχει μείνει τίποτα από το υπερήφανο εντός του. Η παράδοση της δουλοφροσύνης καλλιεργήθηκε πολύ καλά από τους νέους αφέντες. Καλά να πάθουμε... «Μας ηύραν όλους ζωντόβολα και μας μάδησαν».



Η συμφορά που επέφερε σιγή

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

«λίγους μπορούσες να δείς κι αυτούς
να κυκλοφορούν σκυθρωποί 
και με σκυμμένο το κεφάλι»
 
Στη μάχη των Λεύκτρων, στις 6 Ιουλίου του 371 π.Χ, ο στρατός των Βοιωτών, υπο την ηγεσία των θηβαίων στρατηγών Επαμεινώνδα και Πελοπίδα συνέτριψε τον στρατό των Λακεδαιμονίων με αρχηγό τον δεύτερο βασιλέα της Σπάρτης Κλεόμβροτο. Στο πεδίο της συγκρούσεως έπεσαν επτακόσιοι Σπαρτιάτες κι αναμεσά των ο Κλεόμβροτος καθώς επίσης άλλοι εξακόσιοι Λακεδαιμόνιοι διαφόρων κατηγοριών.
Πρίν από εννέα μέρες, αφ’ ού γίνη η μάχη, είχε αρχίσει στη Σπάρτη, η εορτή των γυμνοπαιδιών. Ήταν αυτή μια από τις μεγαλύτερες εορτές της πόλης κι ετελείτο προς τιμήν του Απόλλωνος και του Διονύσου. Περιείχε κυρίως γυμναστικές επιδείξεις και χορόν που εκτελούσαν γυμνά παιδιά στην αγορά της πόλεως και επίσης χορόν που εκτελούσαν τέλειοι άνδρες, την τελευταίαν ημέρα, στο θέατρον της πόλεως.
Αυτήν την τελευταίαν ημέρα της εορτής, έφθασε και στην πόλη το οδυνηρό άγγελμα της συμφοράς. Οι έφοροι της Σπάρτης δεν διέκοψαν την διεξαγωγή των επιδείξεων, ούτε ανήγγειλαν δημοσίως τι είχε συμβεί. Περιορίστηκαν απλώς να ανακοινώσουν τα ονόματα των σκοτωμένων στους οικείους τους, με την σύσταση προς τις γυναίκες να υποφέρουν την θλίψη των σιωπηρώς.
«Την επομένην ημέρα μπορούσε κανείς να βλέπει εκείνους των οποίων σκοτώθηκαν οι συγγενείς, να περπατούν και να συνομιλούν στα φανερά με φωτεινά και χαρούμενα πρόσωπα, εκείνους όμως των οποίων οι συγγενείς είχαν αναγγελθεί ότι επέζησαν, λίγους μπορούσες να δείς κι αυτούς να κυκλοφορούν σκυθρωποί και με σκυμμένο το κεφάλι.»(Ξενοφ., Ελληνικά,6,4,16)
Στην Ελλάδα του σήμερα, η μία συμφορά διαδέχεται την άλλη. Ο λαός δεν διέκοψε τίποτα από τις συνήθειές του, πάρεξ εκείνων ασφαλώς που δεν προσιδιάζουν στην οικονομική στένωση στην οποία αίφνης εισήλθε. Με υπερήφανον ακόμα εσώβαθο, ούτε κραυγές έβαλε, ούτε στους θρήνους εβάλθη. Ωστόσο δεν υπάρχει Έλλην που να κυκλοφορή με φωτεινό και χαρούμενο πρόσωπο. Απεναντίας αυτοί οι λίγοι που κυκλοφορούν τω όντι φαίνονται σκυθρωποί, ολιγομίλητοι, βυθισμένοι στις σκέψεις των και πάντοτε με σκυμμένο το κεφάλι.
Ο λόγος απλός μα από κανέναν αντιληπτός, ιδίως εξ εκείνων των ευρισκομένων στην εξουσίαν. Οι σύγχρονοι Έλληνες κυκλοφορούν σκυθρωποί, γιατί από την συμφορά που τους βρήκε, οι «βασιλείς» τους επέστρεψαν σώοι κι αβλαβείς. Κανείς από αυτούς δεν πέθανε στην μάχη, κανείς από εκείνους δεν έδωσαν την μάχη καν. Όλοι τους επέζησαν και γύρισαν στους πολίτες και με περίσσια υποκρισία τους ζήτησαν να υποφέρουν την συμφορά. Αλλά πώς να το κάνουν αυτό εκείνοι; Με τι υπερηφάνεια; Οι δικοί τους απεσταλμένοι δεν πολέμησαν για την πατρίδα των, την πρόοσαν και λάκισαν μπροστά στον κίνδυνο. Δεν πάλεψαν για τα ιδανικά τους, τα πιστεύω τους, μόνο άφησαν τον εχθρό να κερδίση μιαν εύκολη μάχη.
Γι’ αυτό κανείς δεν κυκλοφορεί πια με σηκωμένο το κεφάλι. Όλοι ντρεπόμαστε, γιατί την πιο κρίσιμη ώρα, εμείς δεν είχαμε έναν Κλεόμβροτο ή κάποιον από τους χιλίους τριακοσίους να υψώσουν τα στήθη των και να πέσουν σαν ήρωες, σαν Έλληνες. Τα φωτεινά και χαρούμενα πρόσωπά μας τα έκλεψαν δια παντός.


Μοίρας καθεστώτα (ΜΕΡΟΣ Β’)

διήγημα του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

«Πάρε λοχία την οικογένειά σου κι έλα στον Τσεσμέ να βρής εμένα ή τον ταγματάρχη Τσάκαλο. Βιάσου μόνο γιατί η φρεγάτα θ’ αποπλεύση πρίν τη δύση του ήλιου.»
«Σας είπα κε συνταγματάρχα και πιο πρίν, ότι δεν έχω το κουράγιο ν’ αφήσω τη γή των δικών μου και να λακίσω σαν αλεπού που την κυνηγούν οι σκύλοι. Εδώ είναι οι ρίζες μου, εδώ τα χωράφια μου και το μέλλον μου. Εδώ θα παραμείνω.»
«Μη λές κουταμάρες λοχία. Ξέρεις πόσο άγριοι είναι οι άπιστοι. Θα σας κάνουν απίστευτα πράγματα. Άστα όλα και βιάσου.»
«Η απόφασή μου είναι οριστική κε συνταγματάρχα. Ευχαριστώ..»
«Τι να πώ; Ο θεός μαζί σας»
Αυτή ήταν η συνομιλία, που είχε στο φρουραρχείο της Σμύρνης, ο λοχίας του διαλυμένου πλέον ελληνικού στρατού Ζωλόγλου με τον ανώτερό του και πρώην γείτονά του συνταγματάρχη Αραίο. Τώρα περπατώντας στους δρόμους της πόλης και σκοντάφτοντας σε πολλούς από το πλήθος που έτρεχαν προς την προκυμαίαν σκεφτόταν αν είχε πράξει καλά. Οι αλαλαγμοί απ τους ανθρώπους και ο τρόμος στις παραμορφωμένες όψεις τους, τον τρόμαζε. Μα το μυαλό του πάλι σκεφτόταν, όπως είχε μάθει πάντα να κάνη, με την λογική. Σκυλιά ήταν. Ναι. Μα δεν θα έσφαζαν κι ολόκληρη την πόλη. Κάποτε η οργή τους θα ξεφούσκωνε. Εξάλλου ήταν και οι σύμμαχοι στην μέση. Δεν ζούσαν τον περασμένο αιώνα, που ο σουλτάνος στυγνά εγκληματούσε. Τώρα οι νεότουρκοι επιθυμούσαν ένα κοσμικό, πολιτισμένον κράτος γι’ αυτούς.
Έφτασε κοντά στο σπίτι τους. Άνοιξε την πορτούλα του κήπου και κατήυθυνε τα βήματά του προς τα ενδότερα. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και η γυναίκα του η Μαρία πετάχτηκε με αγωνία έξω να τον προυπαντήση. Τον αγκάλιασε τρέχοντας με αγάπη και αγωνία μαζί
«Τι έγινε Ευγένιε; Θα μας πάρουν;» ήταν τα πρώτα της λόγια «θα φύγουμε με το πολεμικό;»
Η κακόμοίρα. Μικρή ήταν σαν ο Ευγένης την γνώρισε κάπου κοντά στο Ζάππειο, όταν ήταν αυτός ένας απλός φοιτητής της φιλολογίας. Την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα εξ αρχής, ευθύς μόλις την αντίκρυσε. Όταν πήρε το πτυχίο, παρουσιάστηκε στους γέροντες παππούδες της, γιατί η Μαρία έχασε τους δικούς της από μιάν επιδημία, την ζήτησε κι εκείνοι τους έδωσαν την ευχή τους. Πρότεινε τότε να πάρουν μαζί τους και τους γέροντες στην Σμύρνη, αλλά εκείνοι είχαν ζητήσει να μείνουν εκεί, κοντά στον τάφο των παιδιών τους, που βρίσκονταν στο νεκροταφείο των Ηλυσίων. Κάπως έτσι πήρε κι έφερε την νέαν τότε Μαρία, κορίτσι ήταν ακόμα, άγγιζε τα δεκαεπτά, στους δικούς του, όπου κι ετέλεσε το μυστήριο του γάμου.
Η Μαρία τώρα, έχοντας μπεί πια στα εικοσιδύο της χρόνια, ήταν μια πανέμορφη ύπαρξη και στην όψη και στην ψυχή. Τα στήθη της καμαρωτά, οι γοφοί της τονίζονταν στο περπατημά της και το δέρμα της κάτασπρο κι αγνό, θα έκανε κι έναν Όμηρο να αναφωνήση «ω καλλίσφυρα Αφροδίτα!». Τα μαλλιά της έφθαναν ως την μέση, συνήθως ριγμένα από την μια μεριά, αφήνοντας τον έναν ώμο πάντοτε ξέσκεπο ν΄αναδεικνύεται μέσα απ’ τα όμορφα φουστάνια που φορούσε. Παρ’ όλη τη δοκιμασία που είχε περάσει με τις δυο γέννες, έφερε στον κόσμο δυο χαριτωμένα κοριτσάκια, φαινόταν παντελώς αδόκιμη στις παρενέργειες της εγκυμοσύνης. Μα και στην νοικοκυροσύνη, η νεαρή Μαρία είχε καταφέρει να βάλη κάτω όλες τις Σμυρνιές της γειτονιάς αλλά και του μαχαλά ολόκληρου. Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο δεν μπορούσε παρά να συγκεντρώνη τα πυρά της ζηλοφθονίας πολλών άλλων ντόπιων κοριτσιών, οι οποίες δεν μπορούσαν να πλησιάσουν ούτε στο δακτυλάκι της αυτήν, ούτε στην ομορφιά, ούτε στην καπατσοσύνη και στην τύχη της βέβαια. Πως μπόρεσε αυτή μια ξένη, να παντρευτή έναν νέον όμορφο, σπουδαγμένο;
Φλεγόταν η δύστυχη από την επιθυμία της αναχώρησης. Νόμιζεν ότι ο άνδρας της θα αποφάσιζε την αναχώρηση, όπως όλος ο κόσμος, για τον φόβο των απίστων. Αλλά και εσωτερικώς καιγόταν διακαώς για να επιστρέψη εκεί στην Αθήνα να δή τους γέροντες παππούδες της, αν ζούσαν ακόμη και να φιλήση τις φωτογραφίες των νεκρών γονιών της.
«Όχι Μαρία. Εδώ θα μείνουμε. Δεν θα μας διώξουν από το σπίτι μας κάποιοι πεινασμένοι άπιστοι. Έχε πίστη στο θεό και μάζεψε τα παιδιά στο πάνω δώμα. Ο θεός όπως πάντα έτσι και τώρα θα μας φυλάξη.»
Τα λόγια του έπεσαν σαν κεραυνός μέσα σε ένα ηλιόλουστο απομεσήμερο στην καρδιά της Μαρίας. Ώστε δεν θα ‘φευγαν! Όμως γιατί; Εδώ κινδύνευαν πολύ. Όλος ο κόσμος πως έφευγε;…Δάγκωσε τα χείλη της, μα δεν είπε τίποτα. Υπάκουσε στον άνδρα της κι έτρεξε μέσα με μουδιασμένα τα γόνατα για να μαζέψη τα παιδιά. Εντός της καρδιάς της όμως άρχισε ένας τρελός χτύπος. Κάτι κακό τους περίμενε. Ένα συναίσθημα ζοφερό την συνεπήρε. Μα δεν είπε τίποτα.

(συνεχίζεται)


Μοίρας καθεστώτα (ΜΕΡΟΣ Α’)

διήγημα του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-





Μέρες τώρα στον απέναντι λόφον δεν κινούταν ούτε σκιά. «Τι στον διάβολον. Δεν μπορεί. Εκεί είναι τα σκυλιά». Μα πάλι γιατί δεν κινόντουσαν; Ο ανθυπίλαρχος είχε διατάξει μέρες τώρα σιωπή, μα και επαγρύπνιση. Ναι! Το θυμόταν πολύ καλά. Αυτή ήταν η λέξη που είχε εκφωνήσει το πρωί στην αναφορά… «επαγρύπνισις κύριοι» … «κύριοι αι ημέραι αίτινες διανύομεν απαιτούσι εξ υμών απάντων, πλήρην αυτοπειθαρχίαν, πλήρην σιωπήν και επαγρύπνισιν. Επαγρύπνησις κύριοι…». Στο θαμπό μυαλό του ήρθε σαν σύννεφο εκείνος εκεί ο λόγος.



Η οδός μετά

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Πώς άρα γε επήλθεν η θανάτωσις του ιδεώδους του έθνους και ωδηγήθημεν εις την καταστροφή; Πώς έδρασαν οι ανόητοι της εξουσίας και ημείς δεν νοήσαμεν τίποτα; Ως οι κλέπτες μιας μάνδρας προβάτων. Ιδού: «Ο κλέπτης δεν έρχεται παρά δια να κλέψη και δια να σφάξη και δια να παραδώση εις την πλήρην καταστροφήν τα πρόβατα. Αυτό κάνουν οι αυθαιρέτως καταλαβόντες τα πρώτα αξιώματα εις την συναγωγήν του Ισραήλ»(Ιωανν.,Ι,10). Τούτο μάλλον το έχομεν συνειδητοποιήσει άπαντες, ότι δηλαδη την εξουσίαν την ενδιαφέρει η νόμη αυτής και ο πλουτισμός εξ αυτής. Αλήθεια είναι, ότι σπανίως αυτή ενδιαφέρθηκε δια τον λαό της. Σημασία έχει όμως ότι καταλαμβάνουν την εξουσίαν αυθαιρέτως. Πώς γίνεται τούτο εν δημοκρατία, θα αναρωτηθή κανείς αφ’ ού λαμβάνει την εντολήν εκ του λαού. Κι όμως γίνεται, διότι τούτο επιτυγχάνεται δια της εξαπατήσεως του λαού με ψεύτικας υποσχέσεις και με δήθεν ελπίδας δια διαφάνειαν, ισοτιμία, και ισομερή, δικαία διανομήν του πλούτου. Εύκολα ο λαός, ο μη παιδευθείς, καθίσταται έρμαιον των μυχίων επιβουλών των. Ως ένα κοπάδι αμνών ακολουθεί τον εκάστοτε πολλά υποσχόμενον κυβερνήτη, δίχως κρίσιν.
Ωστόσον τι έπρεπε δίχως φόβον να ακολουθώμεν ως πρόβατα; Μα τι άλλο, παρά τον Ιησού ή τα ιδανικά του ελληνικού πολιτισμού και το ήθος του χριστιανισμού. «Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός. Ο ποιμήν ο καλός παραδίδει την ζωήν του δια να απομακρύνη κάθε κίνδυνον από τα προβατά του και δια να υπερασπισθή την ζωήν αυτών». Αληθώς οποία αντίθεσις! Πώς εμφανίζεται η σωτηρία από την απώλεια, τόσο απλά. «Εις αυτόν ο θυρωρός, που φυλάττει την μάνδραν, ανοίγει την πόρταν, αλλά και τα πρόβατα ακούουν την φωνήν του και γνωρίζουν αυτήν. Τουναντίον, εκείνος που εμβαίνει εις την μάνδραν, όχι λαθραίως αλλά φανερά από την πόρταν είναι ποιμήν των προβάτων»(Ιωανν.,Ι,11 κε). Πώς θα γνωρίσωμεν, ότι ακολουθόμεν το σωστό και το ασφαλές; Μα όταν αφεθώμεν, όταν ανοίξωμεν αυτοβούλως την θύραν της συνειδήσεώς μας εις το ελληνοχριστιανικόν ιδεώδες.
Τούτο δεν έρχεται κρυφίως να μας ξεγελάση. Υπάρχει εκεί, είναι παιδευτικόν αγαθόν δοκιμασμένον εκ της ιστορίας, το οποίον απλώς αναμένει την δικήν μας ελευθέραν επιλογήν και βούλησιν, ίνα το κατακτήσωμεν. Είναι δε γνωστόν εις ημάς το ιδεώδες, αλλά δεν ανοίγομεν την θύραν. Διατί; Προφανώς διότι ετυφλώθημεν και κάνομεν ότι αγνοούμε την ύπαρξίν του, τουτέστι αληθινή εθελοτυφλία. Τι λάθος πράττομεν απεναντίας; Βουτηγμένοι εις τας πρόσκαιρας ηδονάς και ευχαριστήσεις, θυσιάζομεν κάθε τι, ίνα μην απωλέσωμεν αυτάς, αν και απεδείχθη, ότι τούτο είναι λάθος.
«Κάποιος δε από τους αρχιερείς, ένας που εκαλείτο Καιάφας, ο οποίος ήτο αρχιερεύς του έτους εκείνου, είπεν εις αυτούς. Λόγω της ατολμίας και αβουλίας σας, δεν ηξεύρετε τίποτα απ’ εκείνα, που πρέπει να γίνουν. Ούτε σας περνά από τον νού, ότι μας συμφέρει να θανατωθή ένας άνθρωπος δια τον εκλεκτόν λαόν του θεού και να μην χαθή ολόκληρον το έθνος δια της υποδουλώσεως του εις τους Ρωμαίους» (Ιωανν.,ΙΑ,49-50). Λάθος κλέπται!! Αυτό το οποίον μας καλείται να θυσιάσωμεν είναι ίσα ίσα η σωτηρίαν μας. Μας καλείται να χάσωμεν το ιδεώδες μας, για να σώσωμεν την υλικήν ευμάρειαν; Μας καλείται να φονεύσωμεν το δοκιμασμένον, την δόξαν μας, την σωτηρίαν μας, την παιδείαν μας και το πνεύμα μας, δια να μην έλθουν οι Ρωμαίοι, δυτικοί φράγκοι και μας κατοχεύσουν; Αλλοίμονον!!! Τούτο που διαπράττετε είναι φόνος και υμείς κλέπται που λυμαίνεσθε την μάνδραν με τα πρόβατα και που λαθραίως ελάβατε την εξουσίαν επ’ αυτών. Μα λησμονείτε, ότι απλώς τυγχάνει να ευρίσκεστε στην νομήν της εξουσίας αυτόν τον καιρόν και ότι ο θεός απλώς ανέχεται τηνύπαρξίν σας. «Τούτο δε το είπεν ο Καιάφας όχι από τον εαυτόν του, αλλά επειδή ήτο αρχιερεύς του έτους εκείνου». Στην ουσίαν όμως τοιαύται ενέργειαι πού οδηγούν, τι προμηνύουν; Θαυμάστε: «επροφήτευσεν ούτως ότι ο Ιησούς ήτο προωρισμένον, σύμφωνα με το σχέδιον του θεού ν’ αποθάνη δια το καλόν και την σωτηρίαν του ιουδαικού έθνους. Και θ’ απέθνησκεν όχι μόνον δια το καλόν του ιουδαικού έθνους, αλλά και δια να συναθροίση εις ένα ποίμνιον και σώμα τους διασκορπισμένους είς όλον τον κόσμον καλοπροαιρέτους εθνικούς, οι οποίοι έμελλον δια της πίστεως να γίνουν τέκνα του θεού» (Ιωανν.,ΙΑ,51-52).
Μπορεί να μας καλούν, εκείνοι, οι οποίοι έτυχε να κυβερνούν την περίοδον αυτήν, να θυσιάσωμεν τα ιερά και τα όσια, την πίστιν μας, τα πιστεύω μας, τας ιδέας μας, προκειμένου να σώσωμεν την έτσι κι αλλοιώς κολοβήν ευμάρειαν, τα λίγα υλικά αγαθά, μπορεί κι ο καθένας μας να θυσιάζη την ψυχήν του, δια τας σωματικάς αυτού απολαβάς, ωστόσο δεν θα αργήση μέσα απ’ αυτό, όλα να εξαφανισθούν και να συναθροισθώμεν και πάλιν κάτω από την σκέπην του ιδεώδους, δια το οποίον κάθε καλοπροαίρετος έδωσε και την ζωήν του κι έτσι σωθώμεν δια παντός.


Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ του Διον. Σολωμού (ΜΕΡΟΣ Δ’)



επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Ο Κρητικός, ένας επαναστάτης της Κρήτης του 1824, εγκαταλείπει το νησί, μετά την επικράτησιν των τουρκοαιγυπτίων, μαζί με άλλους πατριώτες προς τα επτάνησα, όπου ύστερα από αναπάντεχη θαλασσοταραχή, βρίσκεται ναυαγός, μαζί με την αγαπημένη του να παλεύη με τα κύματα για να σώση τον ίδιον του τον εαυτόν και την λιπόθυμη στην αγκαλιά του αγάπη του. Το τι έγινε κατά την διάρκειαν αυτής της περιπέτειάς του στην θάλασσα, μας την αφηγείται εκ των υστέρων, όταν ο ίδιος επιζών μόνος πια, τριγυρνά ως επαίτης σ’ ένα νησί των επτανήσων. Έχει περιγράψει πως πάλευε με τα κύματα και μας ορκίζεται πως ό,τι λέγει είναι αλήθεια, αλλά με αφορμή έναν όρκον του που παίρνει στο όνομα της αγαπημένης του, θυμάται ότι αυτή πλέον είναι νεκρή κι επιθυμεί όσο ποτέ, να γινόταν την ίδια στιγμή η Δευτέρα παρουσία, για να την ξαναντικρύση. Τόσο την ηγάπα!



Η προδοσία του βασιλείου των ουρανών

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-


Λέγει κάποιαν στιγμήν ο Πιλάτος τω Ιησού: «Δεν ηξεύρεις, ότι έχω εξουσίαν να σε σταυρώσω;», δια να λάβη την απάντησιν Αυτού «δεν θα είχες καμμίαν εξουσία έναντίον μου, εάν δεν σου είχε δοθή αυτή απ’ επάνω, δηλαδή απ’ τον θεό. Η ανοχή του θεού σε κρατεί άρχοντα»(Ιωανν.,ΙΘ,11). Ηνέχθη ο θεός κάποιαν στιγμήν, την στιγμήν της ευμαρείας να μας κυβερνήσωσι οι συγκεκριμένοι άρχοντες. Δειλοί, μωροί, άβουλοι θέλομεν να κρίνωμεν αυτούς; Όπως ο Πιλάτος; Δεν έχει σημασίαν. Σημασίαν έχει η ανοχή προς αυτούς του θεού. Μα καλά θ’ αναρωτηθή κάποιος, ηνέχθη ο θεός αναξίους κυβερνήτας, ίνα μας οδηγήσωσι εις τον όλεθρον και την ταπείνωσιν; Ενθάδε κρύπτεται η εννοία της βουλήσεως προς παιδαγωγίαν του θεού, η επιθυμία Αυτού να ξεφύγωμεν απ’ την πλάνην του να θεωρούμε την ευμάρειαν άρτον ζωής και να καταβάλλωμεν πάσα δυνάμει την επίτευξιν αυτής, λησμονώντας το αληθινόν και αέναον. Όμως ο ίδιος ο λαός του θεού ευθύνεται δια τους αναξίους άρχοντάς του. Ο θεός απλώς ηνέχθη. Ιδού η ζοφερά πραγματικότης. Και ανηρωτήθη ο κυβερνήτης Πιλάτος «τον βασιλέα σας να σταυρώσω; Και απεκρίθησαν οι αρχιερείς. Δεν έχομεν βασιλέαν άλλον παρα μόνον τον Καίσαραν. Όταν λοιπόν οι Ιουδαίοι ηρνήθησαν όχι μόνον τον Μεσσίαν, αλλά και την θεμελιώδην αρχήν της θεοκρατίας των, κατά την οποίαν βασιλεύς των ήτο μόνον ο θεός, τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν τον Ιησού, ίνα σταυρωθή»(Ιωανν.,ΙΘ,15-16).

Τι επρόδωσεν ο σύγχρονος εληνικός λαός; Μα εμφανώς την πίστιν του προς τον βασιλέαν του. Εκ καταβολών του ελληνικού γένους, ο θεός βασίλευεν επ’ αυτού, η πίστις προς το ιερόν και το αέναον. Πάσα παραβατικότης ή προδοσία προς εκείνο επέφερεν την απώλειαν. Απόδειξις; Τα λόγια του Ξενοφώντος, του αρχηγού των Μυρίων, προς αυτούς είναι διαφωτιστικά: «Λέω, ότι πολλές και καλές ελπίδες σωτηρίας υπάρχουν σε μας. Γιατί πρώτα πρώτα, εμείς τηρούμε τους όρκους των θεών, εν ώ οι εχθροί όχι. Και αφ’ ού αυτά είναι έτσι, οι θεοί είναι αντίθετοι με τους εχθρούς και σύμμαχοι με μας, οι οποίοι θεοί βέβαια είναι ικανοί και τους μεγάλους γρήγορα να κάνουν μικρούς και τους μικρούς κι αν ακόμη βρίσκονται σε κινδύνους, να σώζουν εύκολα, όταν θέλουν»(Ξενοφ.,Κυρ. Αναβ.,3,2,10-11).

Όμως δεν δίστασε η σύγχρονη ελληνική κοινωνία να κραυγάση «δεν έχομεν βασιλέαν άλλον, παρά μόνον τον Καίσαραν». Δεν έχομεν βασιλέαν τον θεόν αλλά πράγματα από τον κόσμον τούτο, τα χρήματα, την κατανάλωσιν, το θεαθήναι, το φαίνεσθαι, την εγωπάθειαν, την δόξα, τον πλούτον, την εύκολην ζωήν, την τρυφηλήν, την γεμάτη πάθη και ηδονές. Οι άρχοντες ευθύνονται δια τούτο; Αυτοί ίσως κατηγορηθούν ποτέ διατί αφέθησαν κι ενέδωσαν εις το να μην μας αποτρέψουν από την αλλαξοπιστίαν μας, για την μωρίαν μας αυτήν, την οποίαν και δεν προσπάθησαν, λόγω δικής τους ανεπαρκείας να θεραπεύσουν. Μόνον δια τούτο; Ασφαλώς όχι, αλλά όποιοι και να είναι οι λόγοι της δικής τους καταδίκης, δεν αθωώνουν αυτοί και την αδικίαν του λαού να μην πιστεύη εις τον βασιλέαν των προγόνων του, την ευθύνην αυτού δια την προδοσίαν του βασιλέαν του.





Τα «Διδασκαλειακά» του 1928-29

Μίλτος Κουντουράς – Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης 1927-1930


της
Φιλομήλα Λοάρη
Υποτρόφου Ι.Κ.Υ.

Στο σημείο αυτό θα διερευνήσουμε και θα ερμηνεύσουμε την υπονόμευση, τις συκοφαντίες, και τελικά τη ματαίωση της ρηξικέλευθης παιδαγωγικής προσπάθειας του Μίλτου Κουντουρά. Πιο συγκεκριμένα, θα γίνει αναφορά από τη
μια σ’ αυτούς που τον αμφισβήτησαν και τον συκοφάντησαν από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διεύθυνση του Διδασκαλείου[1] και από την άλλη στους υποστηριχτές και συμπαραστάτες της πρωτοποριακής προσπάθειάς του [2] . Τα γεγονότα, που ονομάστηκαν και «Διδασκαλειακά», ολοκληρώθηκαν με τη δικαίωση του Κουντουρά, την «προαγωγή» και το οριστικό τέλος αυτής της αξεπέραστης πρωτοβουλίας. Από την πρώτη στιγμή που ο Κουντουράς ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθυντή στο Διδασκαλείο και έδειξε τις προθέσεις του για τη δημιουργία κάτι καινούριου και πρωτοποριακού, συνάντησε και τις πρώτες αντιδράσεις και αμφισβητήσεις από ορισμένους καθηγητές του Διδασκαλείου, οι οποίοι δε
συμμερίζονταν όλη αυτή την προσπάθεια ή δεν είχαν την προθυμία και τις δυνατότητες να την παρακολουθήσουν και να την εφαρμόσουν στην πράξη [3] .
Ορισμένοι από τους διδάσκοντες άρχισαν να ανησυχούν και να διαμαρτύρονται, επειδή ο Διευθυντής τους ζητούσε περισσότερα πράγματα απ’ όσα μπορούσαν να προσφέρουν και τους παρωθούσε προς τις τεχνικές της Νέας Αγωγής, αλλά υπήρχαν κι εκείνοι, οι οποίοι αντιδρούσαν και για εντελώς διαφορετικούς λόγους από τους παραπάνω. Πιο συγκεκριμένα, τα προηγούμενα σχολικά έτη συνήθιζαν να κάνουν ορισμένες «διευκολύνσεις» σε μαθητές συγκεκριμένων οικογενειών, όπως για παράδειγμα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, να επιλέγουν οι ίδιοι τους μαθητές για τα Πρότυπα Δημοτικά του Διδασκαλείου από εύπορες οικογένειες και να αγνοούν παιδιά από φτωχά κοινωνικά στρώματα, να επεμβαίνουν στις βαθμολογίες και στις προαγωγές των μαθητριών, να συμμετέχουν σε προμήθειες για την παραγγελία μουσικών οργάνων και διάφορες άλλες καταστάσεις, οι οποίες ήταν σχεδόν κανόνας στο Διδασκαλείο[4]. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα δυσαρέσκειας που καλλιεργούνταν όχι μόνο μέσα στο Διδασκαλείο αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία της Θεσσαλονίκης, βρήκε πρόσφορο έδαφος η Σχολική Επιτροπή για να ξεκινήσει το «δόλιο και υπονομευτικό» της έργο. Έστειλε έκθεση στο ΥΠΕΠΘ (14 Απριλίου 1928), την οποία φρόντισε να κοινοποιήσει και στη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης. Επίσης, η έκθεση δημοσιεύθηκε στον τοπικό Τύπο της Θεσσαλονίκης στις 20 Απριλίου 1928, με τίτλο «Περί των σκανδάλων του ΔΘΘ» και ζητούσε την επέμβαση της πολιτείας, κάνοντας λόγο για «ανατροπή των νόμων, της τάξεως, και της γλώσσης[5]»2. Αμέσως το σχολείο μπήκε στο στόχαστρο των εφημερίδων και των συντηρητικών κύκλων της πόλης[6].
Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος της εφημερίδας «Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος» «Πρωτάκουστα σκάνδαλα εις το Διδασκαλείον Θηλέων[7]», ο οποίος συμπλήρωνε τη δημοσίευση της έκθεσης. Την επόμενη μέρα η εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» έχει ως κύριο άρθρο της «Το Διδασκαλείον Θηλέων[8]». Παραθέτουμε το τέλος του άρθρου ως χαρακτηριστικό δείγμα του πνεύματός του: «Το κακόν έφθασε πλέον μέχρι μυελού των οστέων. Καιρός είνε να παταχθούν κατά κεφαλής οι πρωτεργάται της καταχθονίου ταύτης αντεθνικής προπαγάνδας. Οι Κουντουράδες και οι τούτοις όμοιοι πρέπει να πεταχθούν αμέσως έξω του περιβόλου της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, διότι αποδεδειγμένως αποτελούν δημόσιον κίνδυνον».
Στους επικριτές του Κουντουρά συμπεριλαμβανόταν ο Μητροπολίτης Απάμειας, ο οποίος τον κατηγορούσε γραπτώς και από τον Άμβωνα και για τον οποίο
ο Κουντουράς αναφέρει ότι του ζήτησε την εγγραφή στο Διδασκαλείο μαθήτριας προστατευόμενής του και εκείνος αρνήθηκε[9] , αλλά και ο Γενικός Διοικητής της πόλης, ο οποίος ζήτησε μεταξύ άλλων την ενέργεια ανάκρισης με την αποστολή Εκπαιδευτικού Συμβούλου[10]. Την κατάσταση επέτεινε περισσότερο ο Σύνδεσμος Δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης, ο οποίος με ανακοίνωσή του στον «Ταχυδρόμο της Βορείου Ελλάδος[11]» , έκανε λόγο για την ανάγκη προανακρίσεως, διακείμενος
αρνητικά προς το έργο του Κουντουρά. Επιπλέον, συνεχείς μέχρι το τέλος είναι οι συκοφαντίες και οι διαστρεβλώσεις του έργου του Κουντουρά από το δάσκαλο Α. Καραγιάννη, πρώην Πρόεδρο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας, ο οποίος
μέσα από τις στήλες του περιοδικού «Ερμής» πολεμούσε λυσσαλέα τον πρωτοπόρο παιδαγωγό[12]. Η αντιπαλότητα που είχε αναπτυχθεί στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης
αποτυπώνεται στα άρθρα των «αντίπαλων» εφημερίδων, των «Μακεδονικών Νέων» και της «Εφημερίδος των Βαλκανίων[13]». Η εφημερίδα «Μακεδονικά Νέα» υιοθέτησε
μια εντελώς εχθρική στάση απέναντι στον Κουντουρά. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο της στις 23 Απριλίου 1928, σύμφωνα με το οποίο ο Κουντουράς παρανόησε τα
όσα έμαθε στη Γερμανία, καθώς δεν γνώριζε γερμανικά. Όσο για τις μαθήτριές του «…έμαθαν μεν όλα όσα γίνονται στο Βίνκετροφ [Wickersdorf], αλλά μόνον γράμματα
δεν έμαθαν τα πουλάκια μου[14]». Και στο τέλος του άρθρου ολοκληρώνεται η επίθεση «Είναι απολύτως βέβαιο ότι ο δασκαλάκος αυτός, ο καλός και άξιος, δεν εγνώριζε τα
γερμανικά περισσότερον από έναν κουριέρη ξενοδοχείου. Διότι αυτό συμβαίνει με όλους σχεδόν τους Έλληνας διδασκάλους που πηγαίνουν εις Γερμανίαν δια να
τελειοποιηθούν». Αντιθέτως, διαφορετική ήταν η στάση και η αντιμετώπιση του θέματος από την εφημερίδα «Εφημερίς των Βαλκανίων». Στις 20 Απριλίου 1928 κυκλοφόρησε με τον τίτλο: «Τα δήθεν σκάνδαλα του Διδασκαλείου Θηλέων[15]». Στο άρθρο της αναφέρει ότι «…πρόκειται περί απόπειρας νέων Μαρασλειακών από
ορισμένους καθηγητάς έχοντας ειδικούς λόγους να είνε δυσαρεστημένοι από τον διευθυντήν του Διδασκαλείου κ. Κουντουράν…». Η εφημερίδα με σειρά άρθρων της
επιτίθεται με σφοδρότητα εναντίον του Επισκόπου Απαμείας Βασίλειου, καθώς επίσης, δημοσιεύει και επιστολές συμπαράστασης υπέρ του Κουντουρά, από γονείς ακόμη και φοιτητές[16] . Το θέμα φιλοξενήθηκε και από τις στήλες των εφημερίδων «Μακεδονία» και «Φως», η στάση των οποίων είναι ανάλογη με τις πολιτικές τοποθετήσεις και προτιμήσεις της καθεμιάς. Είναι εμφανής, λοιπόν, ο κομματικός χαρακτήρας τον οποίο πήρε κι αυτή τη φορά η διαμάχη, όπως είχε συμβεί
και στα «Μαρασλειακά[17]». Η λειτουργία και ο ρόλος της Σχολικής Επιτροπής αμφισβητήθηκε έντονα μέσα από την ανακοίνωση υποστήριξης των μαθητριών του Κουντουρά για το έργο και την προσωπικότητά. Οι μαθήτριες συνέταξαν μια επιστολή διαμαρτυρίας που δημοσιεύθηκε στις 21 Απριλίου 1928 στις εφημερίδες «Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος», «Εφημερίς των Βαλκανίων» και «Μακεδονικά Νέα». Ο Κουντουράς, στην Απολογητική του Έκθεση για τη Σχολική Επιτροπή αναφέρει ότι τα μέλη της δεν είχαν τη χρονιά εκείνη επισκεφθεί το Διδασκαλείο και ακόμα αμφισβητούσε την επιστημονική τους συγκρότηση και επάρκεια στο να εμπλέκονται σε θέματα σχετικά
με τον τρόπο διδασκαλίας που εφάρμοζε. Επιπλέον, κάνει λόγο για πιέσεις από γονείς, μέλη της Επιτροπής, για εύνοιά του σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μαθητριών,
πράγμα που τον εξόργισε και τον έκανε έξω φρενών1. Αμέσως μόλις έγιναν γνωστά τα γεγονότα, ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Διδασκαλείου εξέδωσε
ανακοίνωση με την οποία διαμαρτυρόταν έντονα για τις συκοφαντίες, συμπαραστεκόταν και υποστήριζε το έργο και την προσωπικότητα του Μ. Κουντουρά. Η επιστολή διαμαρτυρίας των γονέων δημοσιεύτηκε στις περισσότερες τοπικές εφημερίδες στις 23 Απριλίου 1928 2 . Ανάλογο περιεχομένου ψήφισμα εξέδωσε και ο Σύλλογος Δημοδιδασκάλων Θεσσαλονίκης «Η Αναγέννησις» με το
οποίο διαμαρτύρονταν για τις συκοφαντίες κατά του Μ. Κουντουρά και υποστήριζε το έργο του[18]. Όμως εντύπωση προκαλεί η αμέριστη συμπαράσταση και υποστήριξη που
έτυχε ο Κουντουράς από τον Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης Ηλία Λάγιο, ο οποίος δήλωνε χαρακτηριστικά: « η συντελούμενη εν των Διδασκαλείω Θηλέων εργασία είνε αυτόχρημα παιδαγωγική και μορφωτική, είμαι δε κατενθουσιασμένος από το
εφαρμοζόμενον παιδαγωγικό σύστημα[19]». Επίσης, όπως υποστηρίζει ο Μ. Κουντουράς μεγάλη και αμέριστη ήταν η συμπαράσταση που είχε από τον πρώην διευθυντή του
Διδασκαλείου και τότε Εκπαιδευτικό Σύμβουλο Καραχρίστο, ο οποίος όταν τον συνάντησε στην Αθήνα τον συνεχάρη για το έργο του και του είπε: «Είσαι ο
καλύτερος διευθυντής Διδασκαλείου[20]». Ξεχωριστή και ιδιαίτερα σημαντική ήταν η υποστήριξη και συμπαράσταση
που έτυχε ο μεγάλος δάσκαλος τόσο από τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο όσο και από τον Υπουργό Παιδείας Γ. Παπανδρέου. Πιο συγκεκριμένα, Επιτροπή Κυριών της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκε στον Ε. Βενιζέλο δυο μήνες, αφότου είχε εκδοθεί το ουσιαστικά απαλλακτικό Πόρισμα του Παλαιολόγου για να ζητήσει και πάλι την απομάκρυνσή του. Βέβαια, ο Ε. Βενιζέλος τις απέπεμψε αμέσως λέγοντας τους « …εντρέπομαι δια λογαριασμό σας, κυρίαι μου… ήλθατε εδώ δια να αξιώσετε τι; Την απομάκρυνσιν του κ. Κουντουρά, ο οποίος περιποιεί μεγίστην τιμήν εις την Θεσσαλονίκην. Πηγαίνετε[21]»  . Αλλά χαρακτηριστική έμεινε και η φράση του Γ. Παπανδρέου, ο οποίος το Μάιο του 1930 επισκεπτόμενος το Διδασκαλείο και αντικρίζοντας αυτή «την κυψέλη της εργατικότητας» αναφώνησε «…Εδώ
δημιουργείται η νέα και ωραία Ελλάς[22]». Όμως τα γεγονότα εξελίχτηκαν με τέτοιο τρόπο, που πλήγωσαν βαθιά την ψυχή του γενναίου αυτού παιδαγωγού. Μετά την επιστολή της Σχολικής Επιτροπής, τις αντιδράσεις που
προαναφέραμε και τα πρώτα δημοσιεύματα στον Τύπο, το Υπουργείο Παιδείας ανέθεσε στον Εκπαιδευτικό Σύμβουλο Γ. Παλαιολόγο τη διενέργεια ανακρίσεων για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αφού λοιπόν ο Παλαιολόγος παρέλαβε την απολογητική έκθεση του Κουντουρά και λαμβάνοντας υπόψη τις καταθέσεις όλων των εμπλεκομένων, εξέδωσε πόρισμα (17-5-1928), το οποίο ήταν στην ουσία απαλλακτικό για το Μίλτο Κουντουρά, αφού ανέφερε ότι για τις κατηγορίες περί αντιθρησκευτικών και αντιπατριωτικών δοξασιών του Διευθυντή «…η προσεκτική εξέτασις… ήγαγε με γενικώς εις το συμπέρασμα της μη αποδοχής του ορθού και βασίμου αυτών». Επίσης αναφερόμενος στο ήθος του Διευθυντή ως ατόμου και στις προθέσεις και τις σχέσεις του με τις μαθήτριές του, ανέφερε ότι αυτές «…είναι εκτός
μομφής[23]»  . Βέβαια, το πόρισμα καταλόγιζε και κάποιες «παρανομίες» και «παρεκτροπές» του Κουντουρά, όμως αυτό πιθανώς έγινε προκειμένου να αποφύγει ο ανακριτής τη σύγκρουση τόσο με την κοινή γνώμη, που είχε επηρεαστεί από το μένος του συντηρητικού τύπου εναντίον του Ε. Βενιζέλου όσο και με την αντιπολίτευση, δηλαδή το Λαϊκό κόμμα, στο οποίο ανήκε ο Γ. Παλαιολόγος και είχε κάθε λόγο να δημιουργούνται καταστάσεις επιζήμιες για την κυβέρνηση του Βενιζέλου[24].
Στη συνέχεια, ο Κουντουράς καλείται σε απολογία από το
Εκπαιδευτικό Συμβούλιο για τα παραπτώματα που του καταλόγισε το πόρισμα Παλαιολόγου και αφού απολογήθηκε (28/7/28) το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση απαλλακτική για τις κατηγορίες περί ανηθικότητας, καταλογίζοντάς του μόνο ότι «…υπέπεσε εις διοικητικής φύσεως παραπτώματα». Ο Κουντουράς δεν
τιμωρήθηκε πειθαρχικά αλλά απομακρύνθηκε από τη θέση του, παίρνοντας «προαγωγή» για τη θέση του μέλους του νεοϊδρυθέντος Εκπαιδευτικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου (ΕΓΣ). Στην ουσία όμως, αυτή ήταν μια πιο σκληρή τιμωρία για τον ίδιο, η απομάκρυνση δηλαδή από την εκπαιδευτική δράση και το σχολείο του[25].
Στο Εκπαιδευτικό Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, νιώθει την αγωνία του ανθρώπου που παλεύει μόνος του έχοντας να αντιμετωπίσει αντιδράσεις και συνεχείς υπονομεύσεις, τόσο μέσα από το Συμβούλιο με ανθρώπους που δεν ήθελαν να απαγκιστρωθούν από σκουριασμένες ιδέες και αντιλήψεις όσο και έξω από αυτό, από ανθρώπους που με εχθρότητα τον πολέμησαν μέχρι το οριστικό τέλος, το οποίο δεν άργησε να έλθει μέσα κι από τις αλλεπάλληλες αλλαγές στην κυβέρνηση της περιόδου εκείνης. Έτσι, το 1933 καταργείται το Συμβούλιο και όλα τα εκπαιδευτικά
σχέδια του Κουντουρά ακυρώνονται[26]. Με το διάταγμα της 16ης Φεβρουαρίου 1934 ο Κουντουράς απολύθηκε οριστικά «… ως υστερών ως προς τα ουσιαστικά προσόντα των λοιπών συναδέλφων του…». Με αυτό λοιπόν τον ανέντιμο τρόπο έσβησε η καριέρα ενός πρωτοπόρου παιδαγωγού, ενός «ανθρώπου αγνού και γενναίου» που έκανε μεγάλες προσπάθειες για να αναμορφώσει το ελληνικό σχολείο αλλά δεν τα κατάφερε ως το τέλος, γιατί οι αντιδραστικές δυνάμεις καιροφυλακτούσαν και τον πολέμησαν μέχρι και την τελευταία στιγμή μέχρι την οριστική απόλυσή του[27].


από το έργο της συγγραφέως
«Ο Μίλτος Κουντουράς και η παιδαγωγική του σκέψη και δράση κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα: Η «Ιερή Τριετία» στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης (1927-1930)»



[1] 1Αρκετοί από τους Καθηγητές του Διδασκαλείου, η Σχολική Επιτροπή, μέρος του Τύπου (εφημ. «Νέα
Αλήθεια»), ο Μητροπολίτης της περιοχής, ο Γενικός Διοικητής, ο Σύνδεσμος Δασκάλων
Θεσσαλονίκης και ο δάσκαλος και πρώην Πρόεδρος της ΔΟΕ Α. Καραγιάννης μέσα από τις στήλες
του περιοδικού «Ερμής».
[2] Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Διδασκαλείου, οι μαθήτριες του Διδασκαλείου με
Ανακοίνωσή τους, μεγάλη μερίδα του Τύπου (εφημ. «Μακεδονία» κ.ά.), ο Σύλλογος Δασκάλων «Η
Αναγέννησις», ο Επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης Η. Λάγιος, ο πρώην Διευθυντής του Διδασκαλείου
και τότε Εκπαιδευτικός Σύμβουλος Καρακίτσος και ακόμα ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος
και ο Υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου
[3] Α. Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε _______τα Σχολειάό.π., τ. Β΄, σ. 343. Θ. Γέρου, «Μίλτος
Κουντουράς – Ευάγγελος Παπανούτσος. Αγώνες και διώξεις» στο Τιμητική έκδοση μαθητριών του,
Μίλτος Κουντουράς - Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης, 1927-1930…, ό.π., 134, Μίλτος Κουντουράς:
Εκατό χρόνια από τη γέννησή του…, ό.π., σ. 225. Π. Πανταζής, Μίλτος Κουντουράς: Ο δάσκαλος …,
ό.π., σ. 70.
90
[4] Α. Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 335, 340-346.
[5] Π. Πανταζής, Μίλτος Κουντουράς: Ο δάσκαλος…, ό. π., σ. 71.
[6]  Δ. Χρ. Γόλης, «Τα «Διδασκαλειακά» ή «Σκάνδαλα» της Θεσσαλονίκης (Απρίλιος 1928): τα
«Μαρασλειακά» της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις, Θεσσαλονίκη 2003: Εκδόσεις University
Studio Press, σ. 183
[7]  Εφημ. Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος, 20 Απριλίου 1928
[8]  Εφημ. Νέα Αλήθεια, 21 Απριλίου 1928.
[9] Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 335. Τιμητική Έκδοση
Μαθητριών του, Μίλτος Κουντουράς: Διδασκαλείο…, ό.π., σ. 219.
[10]  Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 365.91
[11] Εφημ. Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος, 23 Απριλίου 1928.
[12] Κουτζαμάνης, «Ο αρχιτέκτονας του «χάους» και οι ανέντιμοι διώκτες του», Λεσβιακό Ημερολόγιο
2000, Μυτιλήνη 2000: Εκδόσεις Δούκας, σ. 205-211.
[13] Δ. Χρ. Γόλης, «Τα «Διδασκαλειακά» ή «Σκάνδαλα» της Θεσσαλονίκης (Απρίλιος 1928): τα
«Μαρασλειακά» της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις, Θεσσαλονίκη 2003: Εκδόσεις University
Studio Press, σ. 188.
[14] Εφημ. Μακεδονικά Νέα, 23 Απριλίου 1928.
[15] Εφημ. Εφημερίς των Βαλκανίων, 20 Απριλίου 1928, έτος 10ον, αρ, φύλλου 3405.
92
[16] Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 330, 337-343
[17] Μακεδονία, Εφημερίς των Βαλκανίων, Μακεδονικά Νέα, 23 Απριλίου 1928
[18] Εφημ. Ταχυδρόμος της Βορείου Ελλάδος, 23 Απριλίου 1928.
[19] Εφημ. Νέα Αλήθεια, 21 Απριλίου 1928
[20] Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 351.94
[21] Δ. Χρ. Γόλης, «Τα «Διδασκαλειακά» ή «Σκάνδαλα» της Θεσσαλονίκης (Απρίλιος 1928): τα
«Μαρασλειακά» της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις, Θεσσαλονίκη 2003: Εκδόσεις University
Studio Press, σ. 190.
[22] Π. Πανταζής, Μίλτος Κουντουράς: Ο δάσκαλος…, ό.π. σ. 73-74. Τιμητική Έκδοση Μαθητριών του,
Μίλτος Κουντουράς: Διδασκαλείο…, ό.π. σ. 221-222.
[23]  Δημαράς (επιμ.), Μ. Κουντουράς, Κλείστε τα Σχολειά… ό.π., τ. Β΄, σ. 397-398. Τιμητική Έκδοση Μαθητριών του, Μίλτος Κουντουράς: Διδασκαλείο…, ό.π. σ. 221.
[24]  Κουτζαμάνης, «Ο αρχιτέκτονας του «χάους»…, ό.π., σ. 203-204.95
[25] Δ. Χρ. Γόλης, «Τα «Διδασκαλειακά» ή «Σκάνδαλα» της Θεσσαλονίκης (Απρίλιος 1928): τα
«Μαρασλειακά» της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονικέων Πόλις, Θεσσαλονίκη 2003: Εκδόσεις University Studio Press, σ. 190.
[26] Π. Αγραφιώτου – Ζαχοπούλου, Σχολεία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997: Εκδόσεις Ιανός,σ. 94. Με το Ν. 5802/1933 καταργούνται τα Διδασκαλεία και ιδρύονται οι Παιδαγωγικές
Ακαδημίες.
[27] Α. Κουτζαμάνης, «Ο αρχιτέκτονας του «χάους»..., ό.π., σ. 211.
96 4.6__



Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ του Διον. Σολωμού (ΜΕΡΟΣ Γ’)



επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

Αναλυτικώς το ποίημα
Ο Κρητικός καθώς κολυμπά, μία βυθιζόμενος, μία ανερχόμενος, μία βλέπει ορίζοντα, άρα και το μακρυνό ακρογυάλι και μια χάνει τον όρίζοντα. «Εκοίταα κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι»[(18)1].¨Ένας άνθρωπος παλεύοντας με τα κύματα και την μπόρα, όχι τόσο για να σωθή μόνος του, αλλά για την αγαπημένη του, που την κρατά αγκαλιά λιγοθυμισμένη. Τ’ αστροπελέκια πέφτουν συνεχώς το ένα πίσω απ’ το άλλο. Ο Κρητικός κάνει μιαν επίκλησι, μιαν ευχή προς το αστροπελέκι να «ξαναφέξει πάλι», να τον βοηθήση και πάλι κάτι να διακρίνη με την λάμψι του μέσα στη βαθειά σκοτεινιά που τον κυκλώνει. 



Η γνώση του κόσμου της σκιάς

Άρθρον του
ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΎΛΗ
-φιλολόγου-

«Εκεί στον άπατο Ωκεανό ν' αράξεις το καράβι, και συ στον Άδη πήγαινε τον καταραχνιασμένο».
(Οδύσσεια, Κ, στ. 514-515)

Μες στην τόση δυστυχία και στον τόσο θρήνο, ένα μονάχα λαχταρά η καρδιά και ζητά διακαώς˙ την επιστροφή στην αξιοπρέπεια, τον γυρισμό στην πατρίδα της χαράς. Ο ήλιος βασιλεύει κάθε μέρα και το σκοτάδι που πέφτει είναι πιο βαθύ αυτές τις μέρες. Τώρα θλιμμένοι οι πιο πολλοί, αδύναμοι, κοιτάνε τα δεινά τους και μήτε νιώθουνε χαρά μες στην καρδιά τους, μήτε λησμονούν τα μαρτύρια που πολλά περάσανε, αλλά και πρόκειται να 'ρθουνε στη ζωή τους. Πολλοί είναι αυτοί που δεν θέλουν πια τη ζωή τους, μηδέ το φως να βλέπουν, μες στην απελπισία τους. Εκεί μας οδήγησαν.
Η μάγισσα Κίρκη μας δείχνει την οδό της διεξόδου απ' αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα. «Δεν σας κρατώ, θα φύγετε, μόνον άλλο πρώτα είναι γραφτό να κάνετε ταξίδι˙ στον Άδη και στην φοβερή θα πάτε Περσεφόνη, απ' την ψυχή του αόμματου προφήτη Τειρεσία, κάποιον να πάρετε χρησμό, που' ναι στον τόπο ο νους του» (Οδύσσεια, Κ, στ. 490 κ.ε.). Τι παράξενη οδηγία, αλήθεια! Ας προσεχθεί όμως και η βαρυσήμαντη συνέχειά της˙ «Αν και πεθαμένος εκείνος, του' δωσε ο Θεός του νου τη χάρη, ενώ οι λοιποί σαν ίσκιοι τριγυρίζουν». Υπάρχουν μέσα στο βασίλειο των ίσκιων και κάποιοι αλήθεια με δύναμη σκέψης, που καθοδηγούν για πάντα και τους ζωντανούς.
Ο αξεπέραστος φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής είχε πει το αλησμόνητο «Πολιτισμός είναι η συναναστροφή με τους νεκρούς». Η επικοινωνία με το πνεύμα των προγόνων, η συνεχής επαφή με την πολιτιστική τους δημιουργία, αποτελεί την καλύτερη βάση για τη στήριξη του πνευματικού, ηθικού και κοινωνικού οικοδομήματος του παρόντος. Γιατί φαίνεται να μην υπάρχει μέλλον στη σύγχρονη Ελλάδα; Διότι προφανώς σβήστηκε όχι ένα, αλλά μάλλον πολλά κομμάτια από το παρελθόν, κατά τη γνωστή ρήση του Σεφέρη που είπε «σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον˙ και είναι θλιβερή η ζωή που μοιάζει σαν ακατοίκητο σπίτι». Το τι σβήστηκε, ας το αναζητήσει κανείς μέσα του, ας ερευνήσει ο καθένας τα εσώβαθά του και ας δει τι είχαν οι πατέρες του κι αυτός δεν το έχει, κι εκείνοι, αν και σε πιο δύσκολες και άθλιες πραγματικότητες, ένιωθαν ευτυχισμένοι.
Εδώ θα ειπωθεί η απάντηση του Τειρεσία προς τον Οδυσσέα που, αν και νεκρός στον Άδη και μακριά απ' του ήλιου την λαμπράδα, αν και σκιά, διέθετε τη γνώση που έλειπε απ' τους ζωντανούς, και ας βγάλει πάλι ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα: «Τον γλυκοπόθητο ζητάς, γυρισμό σου, στην ευδαιμονία, μα δύσκολο κάποιος Θεός για σένα θα τον κάμει (!). Γιατί του κόσμου ο Σαλευτής θαρρώ δεν θα ξεχάσει το πάθος που έχει στην καρδιά, που τύφλωσες το γιο του». Και η ανθρωπότητα τον γιο του Κοσμοκράτορα τον σταύρωσε και αντί να πιστεύει σ' Αυτόν, όπως οι πατέρες της, που μετανοηθέντες μόνον σ' Αυτόν ήλπιζαν, χύνοντας ποταμούς δακρύων να τους συγχωρέσει, αυτή τον λησμόνησε και τον έβγαλε απ' την καρδιά της.
«Μα κι έτσι, αν πάθετε δεινά, θα πάτε στην πατρίδα, αν κρατηθείς στον πόθο σου, κι ο ίδιος κι οι συντρόφοι και... δεν αγγίξεις... τα βόδια και τα πρόβατα τα παχουλά του Ήλιου, που όλα τα βλέπει από ψηλά κι ακούει όλα τα πάντα» (Οδύσσεια, Κ, στ. 102 κ.ε.). Μάλλον η σύγχρονη Ελλάδα άγγιξε τα ιερά και τα όσιά της, και στον πόθο της για μία τερπνή ζωή τα θυσίασε και τώρα δέχεται τη μήνιν του θείου.
Για να συνεχιστεί η ζωή, ας ιδωθεί η συνείδηση του καθενός, που θεμελιώθηκε μέσα του από τους ίσκιους.



Ορθόδοξη πίστη και φυσικές επιστήμες

Πρωτοπρεσβυτέρου 
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών





1. Στην Ορθοδοξία η αντίθεση -και σύγκρουση- πίστεως (ή Θεολογίας) και επιστήμης δεν είναι αυτονόητη. Πρόκειται για ψευδοπρόβλημα διότι και η Ορθοδοξία στην αυθεντική της έκφραση και πραγμά­τωση είναι επιστήμη, με διαφορετικό όμως γνωστικό αντικείμενο.

Η Ορθόδοξη Θεολογία είναι επιστήμη και μάλι­στα θετική, διότι έχει γνωστικό αντικείμενο και χρη­σιμοποιεί επιστημονική μέθοδο. Στην ορθόδοξη πα­ράδοση διακρίνονται δύο γνώσεις ή σοφίες (Απόστο­λος Παύλος, Ιάκωβος Αδελφόθεος ως τον Γρηγόριο Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη κ.λπ.). Υπάρχει η γνώση του ακτίστου (= Θεός) και η γνώση του κτι­στού (= ο κόσμος ως κτίση και δημιουργία). Η γνώ­ση του Θεού (θεογνωσία) είναι υπερφυσική και επιτυγχάνεται με την συνέργεια του ανθρώπου με τον Θεό. Η γνώση του κόσμου είναι φυσική και αποκτά­ται με την επιστημονική έρευνα. Μέθοδος της θείας γνώσης είναι η νήψη - κάθαρση της καρδιάς (Ψαλμ. 50, 12 - Ματθ. 5, 8). Θεολογία λοιπόν είναι η γνωσιολογία και γνώση του ακτίστου. Επιστήμη η γνωσιο­λογία και γνώση του κτιστού. Η γνώση στην επιστήμη της πίστεως ονομάζεται θέωση και είναι ο μόνος σκοπός της Ορθοδοξίας. Όλα τα λοιπά είναι μέσα προς αυτό το τέλος.

Οι δύο γνωσιολογίες, κτιστού και ακτίστου, εργά­ζονται με διαφορετικά όργανα και γι' αυτό τα μεταξύ τους όρια είναι ευδιάκριτα. Όργανο της επιστήμης της πίστεως δεν είναι η διάνοια, αλλά η καρδιά, που μπορεί να δεχθεί την ενοίκηση του ακτίστου, όταν η καρδιά καθαρθεί από τα πάθη και μπορεί να αναπτύ­ξει, ως υπερφυσικό όργανο του ανθρώπου, την νοερή της λειτουργία ( = ενέργεια του νου στην καρδιά). Η παρατήρηση και το πείραμα, βασικές παράμετροι της επιστημονικής μεθόδου, υπάρχουν και στην επιστήμη της πίστεως.

Στην ησυχαστική μέθοδο θεογνωσίας υπάρχει η παρατήρηση ως θέα του ακτίστου φωτός - της θείας άκτιστης ενέργειας και το πείραμα ως δυνατότητα επα­νάληψης αυτής της εμπειρίας, που είναι κοινή σ' ό­λους τους επιστήμονες της πίστεως, δηλαδή τους Αγίους. Ό,τι συνεπώς είναι για τους φυσικούς επιστήμο­νες το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, για τους επιστή­μονες της πίστεως είναι η «καθαρά καρδία», που γίνε­ται ένα είδος «θεοσκοπίου». Η Θεολογία, ως λόγος πε­ρί του Θεού, μ' αυτήν την προϋπόθεση, λειτουργεί ως θετική επιστήμη και όχι ως μεταφυσική, στοχαστική δηλαδή θεολόγηση. Οι φυσικές επιστήμες επιδιώκουν την θέαση του μακροκόσμου και του μικροκόσμου. Η επιστήμη της πίστεως στοχεύει στην θέα(ση) του Θε­ού, ως ακτίστου φωτός, δηλαδή στην θέωση.

2. Με δεδομένη λοιπόν την ύπαρξη κατά την Ορθοδοξία δύο γνώσεων είναι αδύνατη η σύγκρουση Ορθοδοξίας και Επιστήμης. Η σύγκρουση αποφεύγεται, διότι έργο της επιστήμης είναι η γνώση της ουσίας και των μηχανισμών λειτουργίας των όντων. Έργο ό­μως της Θεολογίας είναι η γνώση του Θεού, του δη­μιουργού τους. Οι φυσικές επιστήμες ασχολούνται με το πώς. η Θεολογία με το ποιος και γιατί (τελολογία). Έτσι η Αγία Γραφή και τα έργα των αγίων Πατέρων (των επιστημόνων της πίστεως) είναι δυνατόν να έ­χουν επιστημονικά λάθη, σε σχέση με τα συνεχώς ανανεούμενα πορίσματα των φυσικών επιστημών. Θεο­λογικά λάθη όμως δεν έχουν. Ο θεούμενος - ο Άγιος, γνωρίζει τους λόγους των όντων, την αιτία της ύπαρ­ξής τους και την εξάρτησή τους από τον Θεό. Η διε­ρεύνηση όμως, όπως είπαμε, της ουσίας και της λειτουργίας τους είναι έργο των φυσικών επιστημών. Η Θεολογία, λοιπόν, μας γνωρίζει τον Θεόν και τον κό­σμο ως δημιούργημά Του και όχι τις φυσικές επιστή­μες, που είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Ο Θεός στην Γραφή διδάσκει την αλήθεια για τον εαυτό Του και όχι την (επιστημονική γνώση) για την κτίση. Στην Γραφή μαθαίνουμε ποιος είναι ο Θεός, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ανταποκριθεί στην αγάπη Του. Έτσι, στα επιστημονικά θέματα υπάρχει δυνατό­τητα αλλαγής γνώμης με βάση τα νέα πορίσματα. Στα σωτηριολογικά όμως θέματα ουδεμία αλλαγή είναι δυ­νατή, διότι η μέθοδος σωτηρίας - θέωσης είναι διαιώνια αμετάβλητη.

Οι Πατέρες (Προφήτες, Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι), όταν κατέχουν και την ανθρώπινη σοφία (π.χ. Μ. Βασίλειος), γνωρίζουν τις επιστημονικές θεωρίες της εποχής τους, τις οποίες όμως ερευνούν μέσα από το πρίσμα της Θεολογίας τους, αφού σκοπός τους δεν είναι η φυσική επιστημονική γνώση, αλλά η καθοδή­γηση των πνευματικών τους τέκνων προς την σωτηρία και η προστασία τους από γνώση που είναι δυνα­τόν να εμποδίσει την πορεία τους προς την θεογνω­σία. Η διάθεση όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι a priori πολεμική και απορριπτική, αλλά απλώς ποι­μαντική και προστατευτική.

3. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι φυσικές επι­στήμες σε όλες τις εκφάνσεις και πραγματώσεις τους, συνιστούν αλληλοσυμπληρούμενες όψεις στην θέαση της φυσικής πραγματικότητας. Η οπτική όμως της πατερικής Θεολογίας είναι διαφορετική, όπως αποδεικνύει το πατερικό παράδειγμα.

Ο καθηγητής - επιστήμονας στην γνώση του ακτίστου είναι ο πνευματικός πατέρας («καθηγητής της ερήμου» ονομάζεται ορθόδοξα), που πρέπει να έχει την εμπειρία της θεώσεως. Με βάση αυτή την αρχή λειτουργεί η παράδοση της Ορθοδοξίας με κέντρο τις Οικουμενικές συνόδους. Το πλήρωμα των πιστών εμ­πιστεύεται την γνώση των θεουμένων, όπως οι επιστήμονες την γνώση και αξιοπιστία των ειδικών του χώ­ρου τους. Σ' αυτή την συνάφεια φαίνεται και η ορθό­δοξη σημασία του δόγματος. Η διδασκαλία της πί­στεως (αυτό είναι το δόγμα ως εμπειρία των Αγίων) είναι το επιστημονικό εγχειρίδιο του επιστήμονος της θεώσεως και λειτουργεί ως οδηγός των άλλων προς την θέωση. Η Ορθόδοξη πίστη είναι τόσο δογματι­κή, όσο και η επιστήμη. Δόγματα της επιστήμης με την κοσμική κατανόησή τους είναι τα αξιώματά της. Με αυτή την έννοια, κατά τον Μarc Bloch, και η επι­στημονική έρευνα είναι «προκατειλημμένη», όχι μόνο η Θεολογία. Χωρίς όμως αυτή την εκατέρωθεν «προ­κατάληψη» δεν είναι δυνατή η πρόοδος της διπλής αυτής επιστήμης.

4. Η αγιότητα, έτσι, δεν είναι εμπόδιο στην επι­στημονική γνώση. Ακριβώς το αντίθετο. Άλλωστε ή­δη στην Παλαιά Διαθήκη (Σοφ. Σειρ. 38, 6) ομολογεί­ται: Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην ενδοξάζεσθαι εν τοις θαυμασίοις αυτού». Τίποτε δεν αποκλείει ορθόδοξα την δυνατότητα να είναι κάποιος κάτοχος και των δύο επιστημονικών γνώσεων, όπως συμβαίνει στους μεγάλους Πατέρες και Μητέρες της Ορθοδοξίας. Αυτό ψάλλει η Ορθοδοξία στις 25 Νοεμβρίου για την μεγάλη μαθηματικό του 3ου αιώνα, αγία Αι­κατερίνη: «Την εκ Θεού σοφίαν λάβουσα παιδιόθεν η Μάρτυς, και την έξω σοφίαν καλώς πάσαν μεμάθηκε». Αντίθετα, εκεί που υπάρχει θρησκειοποιημένη η ιδεολογικοποιημένη πίστη (στα διάφορα θρησκεύμα­τα του κόσμου), Θρησκεία και Επιστήμες χρησιμο­ποιούν το ίδιο όργανο, την διάνοια-λογική, και έτσι αναπότρεπτα θα έλθουν σε σύγκρουση, διότι τις θέ­σεις της θρησκείας δεν μπορεί να δεχθεί, από ένα ση­μείο και πέρα, η λογική, ενώ τα πορίσματα της επι­στήμης δεν μπορεί να τα δεχθεί η θρησκεία, όταν αυ­τά συγκρούονται με θέσεις της θρησκείας ή της θρη­σκειοποιημένης πίστης, που θεωρούνται επιστημονι­κές. Το πρόβλημα δε για την θρησκεία ξεκινά από την αποδοχή των ιερών βιβλίων (π.χ. Αγίας Γραφής ή Κορανίου) ως επιστημονικού συγγράμματος.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, γιατί στην Ορθοδο­ξία, όταν είναι Ορθοδοξία, δεν μπορεί ποτέ να υπάρ­ξει περίπτωση Γαλιλαίου. Η αρνητική στάση των ορ­θοδόξων λογίων κατά του κοπερνικείου συστήματος, τον 18ον αι. δεν ήταν απόρροια πνευματικότητας, αλλά δυτικών επιρροών (σχολαστικών τάσεων), βιβλικισμού ή αναμονής των εξελίξεων της επιστήμης (Ευγένιος Βούλγαρης). Αντίθετα η σύγκρουση Πίστεως και Επιστήμης είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και φυσιολογική, όταν τα πορίσματα της επιστήμης κρίνο­νται με μεταφυσικά κριτήρια, ή η διδασκαλία της Πί­στεως προσεγγίζεται με βάση τις αρχές και τα πορί­σματα των φυσικών επιστημών, δηλαδή με κριτήρια άλλου χώρου. Στην περίπτωση αυτή η μεν επιστήμη θεολογεί (οπότε αυτοκαταργείται), η δε πίστη μεταβάλλεται σε φυσική επιστήμη (οπότε αλλοτριώνεται). Αυτό συνέβη έντονα στην Δυτική Ευρώπη, όταν η ω­ρίμανση της Φυσικής και γενικά των Θετικών Επι­στημών εγκατέλειψε το αριστοτελικό κοσμοείδωλο και την μεθοδολογία του, ενώ η Δυτική Εκκλησία ε­πέμενε σ' αυτά. Προεκτάσεις του δυτικού προβληματι­σμού και συνεπώς και συγκρούσεις (μάλλον διενέξεις) είχαμε και στην δυτικά σκεπτόμενη Ανατολή.

5. Στην συνάντηση Θεολογίας και Επιστήμης έγι­ναν τραγικά λάθη και από τις δύο πλευρές, που οδή­γησαν στην εκατέρωθεν απολυτότητα και απομόνω­ση. Η Δυτική Εκκλησία επέμεινε στην κατά γράμμα ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χωρίς αναφορά στην πατερική ερμηνεία της. Μετά την περίπτωση του Γαλι­λαίου, εξάλλου, και από τις δύο πλευρές, η σύγκρου­ση θεωρείτο δεδομένη. Θύμα της αντίληψης αυτής τον 20όν αιώνα ο πάστορας-Lemaitre και η «περί Μεγάλης Εκρήξεως» θεωρία του, που αποκρούστηκε ως ανακάλυψη κληρικού! Συχνά, εξάλλου, στην σύγ­κρουση οδηγούσε η διαφορά στην χρησιμοποιούμενη εκατέρωθεν γλώσσα. Ο βιβλικισμός των εκκλησια­στικών ήλθε συχνά αντιμέτωπος με τον λογικισμό (λογοκρατία) των φυσικών επιστημόνων. Η θεμελίω­ση της νοησιαρχίας στην Ευρώπη αρχίζει με τον ιερό Αυγουστίνο («credo, ut intelligam») και κορυφώνεται με τον Καρτέσιο («cogito, ergo sum»). Η προτεραιό­τητα δίνεται στην διάνοια, ακόμη και στον χώρο της Πίστης. Ο Θεός, τελικά, νοείται ως γνωστικό «αντικείμενο», που «συλλαμβάνεται» με την δύναμη της διάνοιας, η οποία καταξιώνεται σε κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης.

6. Είναι εν τούτοις γεγονός, ότι η επιστήμη στην Δυτική Ευρώπη προήλθε από την Θεολογία. Όχι μό­νο από τους δυτικούς Πατέρες, αλλά και από τον Καρτέσιο, τον Λάιμπνιτς, τον Νεύτωνα, που ήσαν και θεολόγοι. Η πίστη στον Θεό, συνεπάγεται την ανα­γνώριση λογικότητας στην δημιουργία, που έτσι προσφέρεται για έρευνα. Αργότερα όμως το «παιδί» επαναστάτησε κατά της μητέρας και οι δρόμοι τους χώρισαν. Αυτό όμως δεν συνέβη στην πατερική παρά­δοση της Ανατολής, στην οποία όχι μόνο συμπορεύθηκαν επιστήμη και θεολογία, αλλά και η Θεολογία αποδείχθηκε ενισχυτική στην αληθινή πρόοδο της Ε­πιστήμης. Αρκούν μερικά παραδείγματα από τα έργα του Μ. Βασιλείου (Εις την Εξαήμερον, ΡG, 29, 3-208) και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (Περί κατα­σκευής ανθρώπου, ΡG, 44, 124-256).

Ο Μ. Βασίλειος δέχεται αρχή του κόσμου και δη­μιουργό Θεό: «Ει ουν αρχήν έχει ο κόσμος και πεποίηται, ζήτει τις ο την αρχήν αυτήν δους και τις ο ποιη­τής». Αλλά σ' αυτή την υπόθεση οδηγεί και η θεωρία του Big Bang.

Ο Γρηγόριος Νύσσης (ΡG 44, 77D) προσδιορίζει την «αρχή»: «Τα πάντα ην εν πρώτη του Θεού περί την κτίσιν ορμή ( = κίνηση), οιονεί σπερματικής τινος δυνάμεως προς την του παντός γένεσιν καταβλη­θείσης, ενεργεία δε τα καθ' έκαστον ούπω ην». Θα μπορούσε ο Γρηγόριος να ονομασθεί προφήτης της θεωρίας της Μεγάλης Έκρηξης, αφού η «σπερματική δύναμη» μπορεί να ταυτιστεί με την «υπερσυμπυκνωμένη μάζα» της σύγχρονης θεωρίας.

Ο Μ. Βασίλειος (ΡG 29, 36Β) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στην κτίση, παρουσιάζοντας την «πρώ­τη αρχή», «ωδίνουσαν μεν την πάντων γένεσιν, δια την εναποτεθείσαν αυτή παρά του δημιουργού δύναμιν», ανέμενε δε «τους καθήκοντας χρόνους ( = κα­τάλληλους καιρούς), ίνα τω θείω κελεύσματι προαγάγη εαυτής εις φανερόν τα κινήματα».

Αυτό δε διότι -κατά τον Γρηγόριο (ΡG 44, 72Β) «πάντων των όντων τας αφορμάς και τας αιτίας και τας δυνάμεις συλλήβδην (ταυτόχρονα) ο Θεός εν ακαρεί (ακαριαία) κατεβάλλετο».

Το σύμπαν, εξάλλου, κατά τον Μ. Βασίλειο (ΡG 29, 1164) έχει ζωή και πάλλει από κίνηση, αναπτυσ­σόμενο και διαμορφούμενο μέσα στον χρόνο. «Η της φύσεως ακολουθία εκ του πρώτου προστάγματος την αρχήν δεξαμενή, προς πάντα τον εφεξής διεξέρχεται χρόνον, μέχρις αν προς την κοινήν συντέλειαν του παντός καταντήση».

Και ο Γρηγόριος (ΡG 44, 148C) δέχεται μια εξελι­κτική πορεία στη φύση: «Καθάπερ δια βαθμών η φύ­σις, των της ζωής λέγω ιδιωμάτων, από των μικρότε­ρων επί το τέλειον ποιείται την άνοδον».

Ο Μ. Βασίλειος δεν περιμένει από τη Γραφή όλες τις απαντήσεις, θεωρώντας αναγκαία την επιστημονι­κή έρευνα: «...πολλά απεσιώπησεν (η Γραφή), τον ημέτερον νουν γυμνάζουσα προς εντρέχειαν (διερεύνη­ση), εξ ολίγων αφορμήν παρεχομένη επιλογίζεσθαι (να συναγάγει)...» (ΕΠΕ 4, 72/4). Όσοι Πατέρες είχαν επιστημονική-σχολική-κατάρτιση ασχολήθηκαν με τα φυσικά προβλήματα με βάση τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους. Γι' αυτό σ' αυτά τα θέματα μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν έχουν όμως α­ντιφάσεις μεταξύ τους στα θεολογικά θέματα. Η ερ­μηνεία της Γραφής είναι έργο των θεοπνεύστων ερμη­νευτών και όχι των επιστημόνων. Οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ πατερικής θεολογίας και επιστήμης δεν οδηγούν σε ρήξεις, διότι η αληθινή θεολογία αναμέ­νει υπομονετικά την πρόοδο της επιστήμης για την κατανόηση των θεολογικών θέσεων. Δύο παραδείγμα­τα: Η αρχή της απροσδιοριστίας (Heisemberg) βοή­θησε στην προσέγγιση της Φυσικής με την Θεολογία, και τον «αποφατισμό» της ( = αδυναμία ακριβούς προσδιορισμού). Εξάλλου ένας αμερικανός αστρονό­μος έχει δηλώσει, ότι οι φυσικοί επιστήμονες μοιά­ζουν με ορειβάτες, οι οποίοι μόλις φθάσουν στην κορυφή του βουνού, βλέπουν τους θεολόγους να τους περιμένουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα τους!

Βέβαια και όταν βρίσκουμε συμπτώσεις σε καίρια φυσικά προβλήματα μεταξύ Θεολογίας και Επιστή­μης, σημαίνει ότι έχουμε ταύτιση προβληματισμών και όχι αναγκαστικά και των πορισμάτων. Η μη σύγ­κρουση δεν σημαίνει πάντα και συμφωνία. Αφού ό­μως ο σκοπός κάθε πλευράς είναι άλλος, η Θεολογία δεν αντικρούει την επιστημονική θέση, για την ηλι­κία λ.χ. του ανθρώπου στη γη. Αυτό που την ενδιαφέ­ρει είναι η δημιουργία του από τον Θεό και ο σκοπός της.

7. Όσον αφορά, συνεπώς, την Ορθόδοξη Θεολο­γία, με προϋπόθεση την πατερική παράδοση, βλέπει σήμερα την δυνατότητα συνεργασίας Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών, ως προς τον εκσυγχρονισμό της Θεολογίας και τον εξηθικισμό της Επιστήμης. Είναι δε γεγονός, ότι το παλαιότερο συγκρουσιακό κλίμα έχει περιορισθεί στην εποχή μας, εκτός εάν πα­ραμένουν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις. Οι Θεολόγοι δέχονται την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και οι επιστήμονες δεν αναμειγνύουν τον Θεό στην ε­ρευνά τους. Άλλωστε, πίστη και επιστήμη δέχονται παγκοσμίους νόμους, και οι δύο δε, ζητούν την αλή­θεια, την φυσική ή την υπερφυσική. Ο Michael Polanyi (Personal knowledge, 1969, σ. 266) δέχεται την πί­στη ως την πηγή κάθε γνώσης, αφού «όλα τα βασικά πιστεύω μας στον επιστημονικό τομέα είναι αναπόδεικτα». Εξάλλου, τα κοσμοείδωλα, ακόμη και τα επι­στημονικά, συναρτώνται και με τα διάφορα κοινωνικά μοντέλα, στον χώρο των οποίων παράγονται ή αναπα­ράγονται. Έτσι, διεισδύουν στην επιστήμη και υπο­κειμενικές ιδέες και προκαταλήψεις, υπό την επίδρα­ση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει Vorverstandis και στην έρευνα. Καμιά κοσμοθεωρία, συνεπώς, δεν μπορεί να διεκδικήσει την αλήθεια στην πληρότητα της, όσο επιστημονική και αν είναι.

H συνάντηση Θεολογίας και Επιστημών είναι α­ποτελεσματικότερη, όταν o Θεολόγος διαλέγεται με αληθινούς ερευνητές (ελεύθερους δηλαδή και όχι «διαπλεκόμενους»), ο δε επιστήμων έχει απέναντί του συνεχιστές του Μ. Βασιλείου και του Ευγένιου Βούλγαρη και όχι φονταμενταλιστές δυτικού ή ισλαμικού τύπου. Ένοιωσα αιφνιδιασμό σε χώρα της Μ. Ανατολής, όταν Πρύτανης-Καθηγητής της Φυσικής - α­ναζητούσε ερείσματα της επιστήμης του στο Κορά­νιο. Την τάση για απολυτότητα στην επιστήμη με­τριάζουν οι παρατηρούμενες ασυμφωνίες μεταξύ των επιστημόνων, στην δε Θεολογία η γνώση του πατερικού παραδείγματος. Η Κβαντομηχανική διαψεύδει την αιτιότητα, αλλά ο Einstein διεφώνησε («Ο Θεός δεν ρίχνει ζάρια»). Από την άλλη πλευρά, η Ρωμαιο­καθολική Εκκλησία πληρώνει ακόμη το έγκλημα του σχολαστικισμού κατά του Γαλιλαίου. (Πρόσφατα α­παγορεύθηκε στον νυν πάπα, ως πρώην αρχηγό της Ιε­ράς Εξέτασης, να επισκεφθεί το Πανεπιστήμιο του Γαλιλαίου «Sapienza». Ο Πρύτανης είπε: Δεν λογο­κρίνουμε τον Πάπα. Ας διδάξει όπου θέλει, αλλά όχι σ' αυτό το Ίδρυμα...).

Μετριοφροσύνη δημιουργεί στον επιστήμονα το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει τα όριά της (πρβλ. Ε. Θεοδώρου, πρώην Πρύτανη του ΕΚΠΑ: Τα όρια της επιστημονικής γνώσεως, Αθήναι 1981). Ορθά λοιπόν η Επιστήμη δεν ασχολείται με το περί Θε­ού πρόβλημα, διότι θα μεταβαλλόταν σε μεταφυσική, αυτοαπορριπτόμενη. Δεν θα είναι πια θετική επιστήμη. Η επιστήμη δεν μπορεί να απορρίψει το ενδεχό­μενο της ύπαρξης Θεού ως δημιουργού και προνοητού του σύμπαντος, διότι δεν έχει τα κατάλληλα όργα­να, για να Τον συλλάβει. Γι' αυτό δεν μπορεί να κατη­γορεί την Θεολογία ως μυθολογία και δεισιδαιμονία. Αλλά ούτε και η Θεολογία δικαιούται να κατηγορεί την Επιστήμη ως άθεη, δηλαδή με τα δικά της κριτή­ρια.

Για την δημιουργική όμως σύγκλιση και συνεργα­σία Πίστεως και Επιστήμης απαιτείται κοινή γλώσσα. Κατά τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (ακαδημαϊκό), «πρέπει να φθάσουμε σε μια κοσμολογία κοινή και για τους Επιστήμονες και για τους Θεολόγους και πρέπει επίσης να συμφωνήσουμε στο τι συνιστά γνώση και αλήθεια». Σ' αυτή την κοι­νή γλώσσα έχουν φθάσει επιστήμονες, όπως ο Paul Davies (καθηγητής Θεωρητικής Φυσικής στο Newcastle), δηλώνοντας: «Η επιστήμη προσφέρει ασφαλέ­στερη οδό προς τον Θεό παρά η θρησκεία». Αλλά και ο γνωστός Β. φον Μπράουν, όταν δήλωνε: «Γιατί να βρίσκονται (πίστη και επιστήμη) σε αντίθεση; Η θρησκεία ασχολείται με τον Δημιουργό, η επιστήμη με την δημιουργία». Πρόσφατα δε, διαβάσαμε με έκ­πληξη (στο «Κ» της Καθημερινής της Κυριακής 3.2.08) σε συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας ανθρω­πολόγου κ. Κατερίνας Χαρβάτη: «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν έρχονται σε σύγκρουση, γιατί δίνουν α­πάντηση σε διαφορετικά ερωτήματα: Η επιστήμη α­παντά στο πώς και η θρησκεία στο γιατί».

Αντίθετα ανοίγονται προοπτικές για συμπόρευση και συνεργασία. Η επιστήμη με την βοήθεια της πατερικής Θεολογίας: α) διακρίνει τα όριά της, β) δέχε­ται σημαντική ηθική καθοδήγηση, συνειδητοποιώ­ντας τον φιλάνθρωπο και διακονικό χαρακτήρα της, γ) αναγνωρίζει την αξία του ανθρώπου, αφού η Θεο­λογία διδάσκει, ότι «το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2, 27), ή ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον θεούμενον» (Γρηγόριος Νύσσης) ή «θεός κεκελευσμένος» ( = έχει μέσα του την εντολή να γίνει θεός) (Μ. Βασίλειος).

Αλληλοσυμπλήρωση Πίστης και Επιστήμης μπο­ρεί να υπάρξει κυρίως στο οικολογικό πρόβλημα, δεδομένου ότι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, όπως ο Οικουμενι­κός μας Πατριάρχης ή ο Σεβασμιώτατος Περγάμου Ιω­άννης, αγωνιζόμενοι για την διάσωση της Φύσης, δεν παύουν να αναγνωρίζουν ότι το νόημα της δημιουρ­γίας αποκαλύπτεται δια της επιστήμης, η δε Θεολογία εύχεται και στηρίζει την Επιστήμη, που αγωνίζεται για την διάσωση της Κτίσης.

Ας μην οριοθετούμε, λοιπόν, ο ένας την Επιστή­μη του άλλου και ας σεβόμεθα τα πορίσματα της εκα­τέρωθεν έρευνας, που διεξάγεται με αυτοσεβασμό και ταπείνωση, διότι ο κόσμος μας δεν χρειάζεται μόνο τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την επιστήμη της θεώσεως, εφ' όσον «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άν­θρωπος» (Ματθ. 4, 4)