Δικτατορία ( 1967-1974) και Σχολείο



της
Ζωής Κουτσουρά



Η παλίνδρομη εκπαιδευτική πολιτική της δικτατορίας (1967-74)

«Κατεκρημνίζετο ο έτερος πόλος της εθνικής κοινότητος των Ελλήνων, η Παιδεία, η οποία αδιστάκτως παρεδίδετο εις το Κομμουνιστικό κόμμα και εις την αθλιωτέραν του πανσλαϋικού κομμουνισμού Συνοδοιπορίαν […]. Κι ενώ κατεκρημνίζετο η Παιδεία, ενώ εδιδάσκετο διά του επισήμου σχολικού βιβλίου ότι η
μεσαιωνική Ελλάς ήτο βουλγαρική κατά την ενδοξοτέραν περίοδον αυτής, ενώ αποσυνετίθετο η σχολική γλώσσα και υπό την μορφήν της λεγομένης δημοτικής, ενώ εκηρύσσετο άγριος πόλεμος εναντίον της ενότητος της ελληνικής ιστορίας, ενώ κατηγορούντο κατ’ ουσίαν τα Αρχαία Ελληνικά, ενοχλητικά βεβαίως διότι άγουν τους ελληνοπαίδας εις τας εθνικάς τους ρίζας, […] η ταλαίπωρος νεολαία εξηρθρούτο και παρέπαιε και σιγά-σιγά προσηρτάτο εις την Αναστάτωσιν και την Ανατροπήν»
(Φωτιάδης, 1968: 331-332).
Η δικτατορία του 1967 θα επιτείνει όλα εκείνα τα γνωρίσματα που συνέθεσαν τη φυσιογνωμία του μεταπολεμικού κράτους. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι εμφανίζεται με καταιγισμό κατηγοριών κατά του «παλαιοκομματισμού» ότι συμμάχησε με τον «κομμουνισμόν», γεγονός που υποχρέωσε το στρατό, ως τη μόνη οργανωμένη «υγιή» δύναμη, να αντιδράσει με την «εθνοσωτήρια» 21η Απριλίου:
«η επανάστασις ξεπήδησε ως παλμός και απήχησις […]των τρεχόντων κινδύνων εκ του κομμουνισμού […]»
(Φωτιάδης, 1968:330).
Οι δικτάτορες και οι υποστηρικτές τους , με πλήθος ψευδολογίες και κινδυνολογίες εμφανίζονται στο λαό ως εθνοσωτήρες και αιτιολογούν την ύπαρξή τους με την δήθεν ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινδύνου.
Θέτοντας ως κύρια αποστολή τους την ανάσχεσή του (Παπαμανώλη, 1989 :191), δεν μπορούν παρά να συμπορευτούν με την κορυφαία ιδεολογία του μεταπολεμικού κράτους - σύμβολο του αγώνα ενάντια στον κομμουνισμό: «ως κορωνίδα της κοσμοθεωρητικής θεμελιώσεώς της έθεσε το Ελληνοχριστιανικόν ιδεώδες. Πίστις, Πατρίς!»(Βρυώνης, 1969β:7).
Η έντονη επαναπροβολή του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ως
επίσημης – εθνικής ιδεολογίας και η συνεπαγόμενη στροφή προς την «καθ’ ημάς αρχαιότητα» θα δημιουργήσει μια αντι-ιδεολογία, αντιπαραθετική ως ένα βαθμό, με την ιδέα του εκσυγχρονισμού – εξευρωπαϊσμού, που είχαν ακολουθήσει οι κυβερνήσεις της κοινοβουλευτικής περιόδου:
« αι άνευ ιδεολογικού περιεχομένου και επικαλύμματος επιδιώξεις “εξευρωπαϊσμού” και “ευημερίας”, αι οποίαι διεκηρύχθησαν κατά το παρελθόν, όχι μόνο δεν αποτέλεσαν πηγήν εμπνεύσεως και κίνητρον δραστηριότητος, αλλ΄ απεδείχθησαν συνθήματα διασπαστικά. Τούτο όμως έπρεπε να αναμένεται ως προφανές. Ανεζητείτο ιδεολογικός επανοπλισμός απ’ εκεί, όπου η ίδια η Ελλάς είχεν εισφέρει. Η ηγεσία της είχε περιφρονήσει την ιδικήν της πηγήν, αρχαίαν, αλλά πάντοτε ζωοδόχον και ήντλει από πηγάς, αι οποίαι ουδέν νέον είχον δια την Ελλάδα. Έπρεπε να έλθη ο Στρατός εις το προσκήνιον της πολιτικής, δια να οδηγηθώμεν εκ νέου προς την πηγήν με τα εθνικά νάματα […]. Το πνεύμα της κοσμοθεωρίας του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού προσδιορίζει και το πνεύμα της Επαναστάσεώς μας»(Παττακός, 1968: 436).
Χαρακτηρίζουν τον τύπο πολιτεύματος ανίκανο να αντισταθεί στον κομμουνισμό:
« η δημοκρατία η παλαιά δεν είναι φτιαγμένη για να πολεμά, δεν έχει  Δικτατορία ( 1967-1974) και Σχολείο: οι αποκαλύψεις ενός σχολικού αρχείου αμυντικούς μηχανισμούς, συνεπώς είναι ανίκανη να αντισταθή στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό» (Γεωργαλάς,1971:11)
και υποστηρίζουν την ανάδυση ενός «νέου κράτους», μιας «νέας δημοκρατίας», που θα θέσει τέρμα σ’ αυτήν τη «θανάσιμη» αδυναμία:
«το κράτος τούτο απαλλοτριούμενον του ευνόχου χαρακτήρος του παρελθόντος, επεδείξατο την τάσιν όπως εξοπλίση τα άτομα δι’ ωρισμένων ιδανικών και καταστήση ταύτα φορείς και στρατιώτας ωρισμένωνεπιδιώξεων»(Βρυώνης, 1969α: 49).
Τα επιχειρήματα που αναπτύσσει το καθεστώς, προκειμένου να πείσει και να νομιμοποιήσει την κατάληψη της εξουσίας, το φέρνουν σε άμεση σύγκρουση με τον πολιτικό κόσμο, τον οποίο μέμφεται ακατάπαυτα. Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου συγκεντρώνει τα πυρά της δικτατορίας, την οποία χαρακτηρίζουν ως τον κατ’ εξοχήν σύμμαχο του κομμουνισμού. Μια συμμαχία που – κατά την άποψη της δικτατορίας- είχε ως αποτέλεσμα τη μεθοδική άλωση και διάβρωση του κράτους από τον κομμουνισμό. (Χαραλάμπους,1990: 251).
«η μεθοδική διοχέτευσις των συνθημάτων και των αρχών του κομμουνισμού εις την εκπαίδευσιν. Είχομεν φθάσει εις το κατάντημα, εγκεκριμένα διδακτικά βιβλία ιστορίας της μέσης εκπαιδεύσεως να αποτελούν αντιγραφήν σοβιετικών συγγραμάτων, τα οποία είναι παγκοσμίως γνωστόν πόσον χοντροειδώς υποτάσσουν την ιστορικήν αλήθειαν εις την εκάστοτε προπαγανδιστικήν σκοπομότητα» (Παπαδόπουλος, 1968:34).
Όπως προφήτεψε ο Ε. Παπανούτσος, «η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση» ετάφη μαζί με τη Δημοκρατία στην Ελλάδα και θα αναστηθεί μαζί της» (Παπανούτσος, 1982:133)

Ο Αναγκαστικός Νόμος 129 της 19 Σεπτεμβρίου 1967

«Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως και άλλων τινών διατάξεων».
Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών γκρεμίζει μαζί με το δημοκρατικό πολίτευμα και ολόκληρη τη μεταρρύθμιση του 1964,που είχε καθιερώσει η Ένωση Κέντρου. Μέσα στο κλίμα της πρώτης μεταπραξικοπηματικής ορμής καταργείται με τον ΑΝ 59 της 24-6-67 το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Στη συνέχεια παραθέτουμε τα μέτρα που προέβλεπε ο ΑΝ 129 για το πρωτοβάθμιο σχολείο:

«Άρθρον 1. Η Γενική Εκπαίδευσις, παρέχουσα αγωγήν επί τη βάσει των ιδεωδών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, αποσκοπεί να καταστήση τους εκπαιδευομένους ικανούς όπως εκπληρώσι τας υποχρεώσεις των ως άνθρωποι και πολίται και ανταποκρίνωνται εντός της πολιτικής κοινότητος του ελληνικού έθνους εις τας επιβαλλομένας απαιτήσεις υπό της συγχρόνου ζωής.
Άρθρο 2.1.Η Γενική Εκπαίδευσις περιλαμβάνει τη Δημοτικήν, την Μέσην Εκπαίδευσιν και την Επαγγελματικήν.
Άρθρο 2.2. Η Δημοτική Εκπαίδευσις περιλαμβάνει: α) το Νηπιαγωγείον εις το οποίον παρέχεται η προσχολική αγωγή, β) το Δημοτικόν σχολείον.
Άρθρο 2.3. […] Το Δημοτικόν έχει εξ τάξεις.
Άρθρο 3.1. Η υποχρεωτική φοίτησις είναι εξαετής, δυναμένη να παραταθή εις εννεαετή διά Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών.
Άρθρο 4.1. Η Γενική Εκπαίδευσις παρέχεται δωρεάν εις τα δημόσια σχολεία απαγορευομένης πάσης, υφ’ οιανδήποτε μορφήν, σχολικής εισφοράς.
Άρθρο 4.2. Εις την έννοια της δωρεάν παιδείας περιλαμβάνεται:
α) η δωρεάν χορήγησις διδακτικών βιβλίων εις τους μαθητάς,
 β)η παροχή κρατικής ενισχύσεως εις τα σχολικά ταμεία προς αντιμετώπισιν των αναγκών λειτουργίας των σχολείων και
γ) η παροχή υποτροφιών εις τους επιδεικνύοντας ιδιαιτέραν επίδοσιν μαθητάς.
Άρθρον 5.1. Εις τας τρεις πρώτας τάξεις του Δημοτικού Σχολείου διδάσκεται και χρησιμοποιείται ως εκφραστικόν όργανον η μητρική γλώσσα εις την πανελλήνιον αυτής μορφήν, απηλλαγμένη ακροτήτων και ιδιωματισμών. Εις τας Δ’, Ε’, και ς’ τάξεις διδάσκεται και χρησιμοποιείται η απλή καθαρεύουσα.
Άρθρον 5.2. Η απλή καθαρεύουσα, επίσημος γλώσσα του Κράτους κατά διάταξιν συνταγματικήν, είναι το όργανον εκφράσεως, γραπτής και προφορικής, διδασκόντων και διδασκομένων, εις τας τάξεις Δ’, Ε’ και ς’ τάξεις του Δημοτικού Σχολείου,[…].
Άρθρο 13.1.Τα έτη φοιτήσεως εις τας Παιδαγωγικάς Ακαδημίας ορίζονται εις δύο.[…]
Άρθρο 16.2. Από του σχολικού έτους 1967-68 ιδρύεται εν Αθήναις Διδασκαλείον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, αποστολή του οποίου ορίζεται η διετής μετεκπαίδευσις των λειτουργών της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως.
Άρθρο 17.1. Συνιστώνται παρά τω Υπουργείω Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων:
α) Ανώτατον Διοικητικόν Συμβούλιον Εκπαιδεύσεως (Α.Δ.Σ.Ε.), αποτελούμενον εκ πέντε μελών.
β) Ανώτατον Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Εκπαιδεύσεως (Α.Γ.Σ.Ε.), αποτελούμενον εκ πέντε μελών.
γ) Ανώτατον Συμβούλιον Επαγγελμαικής Εκπαιδεύσεως (Α.Σ.Ε.Ε.), αποτελούμενον εκ τριών μελών και
δ) Ανώτατον Εκπαιδευτικόν Συμβούλιον (Α.Ε.Σ.), αποτελούμενον εκ των μελών των τριών προηγουμένων Συμβουλίων.
Άρθρο 17.12. Αι θέσεις των αιρετών Εκπαιδευτικών Συμβούλων καταργούνται, οι δε κατέχοντες ταύτας επανέρχονται εις τας οργανικάς των θέσεις και λαμβάνουσι τας αποδοχάς των θέσεων τούτων.
Άρθρο 22.9. Αι διατάξεις του Ν.Δ. 4379/64, ως και πάσα διάταξις, γενική ή ειδική, αντικειμένη εις τας διατάξεις του παρόντος νόμου ή αναφερόμενη εις θέματα ρυθμιζόμενα υπ’ αυτού, καταργούνται από της ισχύος τούτου» (Δημαράς, 1987: 296-299).
Με τον ΑΝ 129 η δικτατορία θα οδηγήσει τη δημοτική γλώσσα στο status της δεκαετίας του ΄20 και των αρχών της δεκαετίας του ΄30, όταν ο εκπαιδευτικός δημοτικισμός και οι αντίπαλοί του έδιναν τις πιο σκληρές τους μάχες σε νομοθετικό επίπεδο(Χαραλάμπους,1990:253). Το τι κατορθώνει – ή καλύτερα, το τι αντιλαμβάνεται ότι κατορθώνει- το καθεστώς με τη γενικότερη παρέμβασή του στην πολιτική ζωή της χώρας, και ακόμα ειδικότερα στην εκπαίδευση- νεολαία, συμπυκνώνεται στη ρήση του Β’ αντιπροέδρου Δ. Πατίλη: «είμεθα η Επανάστασις της ελληνικότητας, επαναβιούμεν την παράδοσιν […]» (Πατίλης, 1969:10).

Ο ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης και οι αντιφάσεις του.

Λίγους μήνες μετά την επιβολή του ΑΝ 129 το καθεστώς συνειδητοποιεί το αδιέξοδο των εν χρήσει ιδεολογικών του συμβόλων.
Σε επίπεδο υπουργικού συμβουλίου πιστοποιείται ότι από τη μια ο όρος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός είναι η λυδία λίθος της κρατικής καθεστωτικής ιδεολογίας, από την άλλη όμως είναι ένας όρος αδόκιμος και αντιφατικός (Χαραλάμπους,1990:254). «Θέλω για την τιμή των όπλων, να ρίξω μίαν βολήν εναντίον της έννοιας αυτής, η οποία χρησιμοποιείται πάρα πολύ συχνότερα τελευταίως, του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Δεν θα ήθελον να συμπεριληφθή εις το Σύνταγμα αυτή η έννοια ως αδόκιμος».(Πρακτικά συζητήσεων επί του Συντάγματος 1968:106).
 Είναι η άποψη του αναπληρωτή Υπουργού Συντονισμού Ι. Ροδινού – Ορλάνδου, άποψη η οποία βρίσκει σχεδόν ομόφωνο το υπουργικό συμβούλιο. Και ο Γ. Παπαδόπουλος, ως πρόεδρος της στρατιωτικής κυβέρνησης, αναφέρει χαρακτηριστικά για τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό:
«η βασική έλλειψις διά το σημερινόν Ελληνικόν έθνος είναι, ότι δεν θα έχει συστηματοποιηθή ή – θα αποτολμήσω την έκφραση- κωδικοποιηθή, παρά τινος των πνευματικών διδασκάλων του η φιλοσοφία ή η κοσμοθεωρία αύτη, επί της οποίας η Ελλάς εστήριξεν τα πεπρωμένα της, τους προσανατολισμούς της και την εν γένει εξέλιξιν της διά της οποίας ημείς οι Έλληνες “ζώμεν κινούμεθα και εσμέν” […]. Υπάρχει παράδοσις και συνείδησις του πολιτισμού τούτου, αλλά δεν υπάρχει η έκφρασις, διά να κρυσταλλώσωμεν τας κατευθύνσεις των αρχών παιδείας» (Όπ.π.,σ.112).
Έτσι, αναζητούνται άλλες έννοιες, οι οποίες θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, αλλά τελικά υπερισχύει η άποψη της παραμονής και διαίρεσης του όρου στο υπό εκκόλαψη σύνταγμα, όπως εκφράζεται από τον Γ. Παπαδόπουλο:
« Εάν διασπάσωμεν τον όρον “Ελληνοχριστιανικός” , έχομεν αναφοράν εις δύο θεωρίας, τας αρχάς των οποίων συνυφαίνωμεν αρμονικώς αντί να έχωμεν ένα νεφέλωμα κοσμοθεωρητικόν […]. Και επί τη βάσει τούτων να αποβλέψωμεν εις την κατεύθυνσιν της εθνικής αγωγής των Ελλήνων, διά να δημιουργήσωμεν ένα νέον ξεκίνημα, μίαν νέαν αφετηρίαν, η οποία θα είναι σαφώς εθνική» (Όπ.π.,σ.112).
Η θέση να παραμείνει αδιαίρετος ο όρος στο νέο σύνταγμα είναι προϊόν του ιδεολογικού εγκλωβισμού του καθεστώτος: « επειδή έχομεν θέσει και ως ιδεολογικήν βάσιν την Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών», νομίζω, ότι επιβάλλεται να παραμείνη «Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».[1]
Ο προβληματισμός γύρω από τον όρο του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού προδίδει το κενό του περιεχομένου της κρατικής ιδεολογίας και του προσανατολισμού της εκπαίδευσης.
Ο Δ. Τσάκωνας, εκφραστής του καθεστώτος και αργότερα Υφυπουργός Παιδείας, την ίδια περίπου περίοδο που διεξάγονται οι συζητήσεις στο υπουργικό συμβούλιο γράφει ότι πράγματι δεν έγινε καμιά αξιόλογη εργασία για τη θεμελίωση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Αυτή η πραγματικότητα όμως αποδεικνύεται δευτερευούσης σημασίας, αφού ο « Ελληνο-χριστιανικός πολιτισμός ήταν η απάντησις της εθνικοφρόνος παρατάξεως εις την Λαϊκήν Δημοκρατίαν του ΕΑΜ» (Τσάκωνας, 1968: 30).
Η λειτουργία του γενικά ως συμβόλου του αντι-κομμουνισμού και ο ανάλογος πολιτικός – ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαίδευσης είναι οι παράγοντες που συγκαλύπτουν το κενό και διατηρούν αμείωτη την αξία του.
Πρέπει να αναφέρουμε επίσης την παρέμβαση του Υπουργού Εργασίας Α. Βογιατζή, ο οποίος προτείνει να προστεθεί στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 η λέξη «ρεαλισμός», ώστε να μην παραβλέπονται από την εκπαίδευση οι πρακτικές κοινωνικές ανάγκες. Τα επιχειρήματα που αναπτύσσει είναι: ο όρος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός έστω και διαιρεμένος «δίδει μόνον έναν ιδεαλισμόν εις την κατεύθυνσιν της παιδείας, δεν αποδίδει καμμίαν πρακτικήν μορφήν» και ακόμα «η λέξις “παιδεία’’ δεν είναι αυτονόητον ότι περιλαμβάνει την εξυπηρέτησιν των αναγκών αυτών, διότι μέχρι σήμερον η κλασσική παιδεία παρημπόδιζε να κάμωμεν τεχνικάς σχολάς» (Πρακτικά συζητήσεων…όπ.π.,σ.110).
«Η άποψη του Α. Βογιατζή επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η στενή- συντηρητική ερμηνεία του ιδεολογικού ερείσματος του μεταπολεμικού κράτους ταύτιζε την εκπαίδευση με τον κλασικιστικό προσανατολισμό, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται συστηματικά ο αναπροσανατολισμός της προς πρακτικότερες κατευθύνσεις»(Χαραλάμπους, 1990:256).

Η καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους και της
εκπαίδευσης

Το γλωσσικό προκαλεί πολλές συζητήσεις στο υπουργικό συμβούλιο της δικτατορίας κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η συνταγματική κατοχύρωσή του, ώστε να επιφέρει το ελάχιστο πολιτικό κόστος. Γι’ αυτό και η δικτατορία θα καταφύγει στο “σοφιστικό” συνταγματικό άρθρο 107 του 1911[2] ,και έτσι χωρίς να γίνεται άμεσα αναφορά, κατοχυρώνεται η καθαρεύουσα. Με τη διαφορά ότι η καθαρεύουσα θα κατοχυρωθεί συνταγματικά για πρώτη φορά και ως γλώσσα της εκπαίδευσης, διάταξη που δεν μπόρεσε να επιβληθεί στο σύνταγμα του 1911, το οποίο εγκαινίασε τη συνταγματική κατοχύρωση της καθαρεύουσας μέσα στη δίνη του γλωσσικού ανταγωνισμού (Χαραλάμπους ,1987:63-65).
Ο Ν. Μακαρέζος, Υπουργός Συντονισμού, υπαινισσόμενος τη μεταρρύθμιση του 1964 και τον αρχιτέκτονά της πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει: «να μην έρχεται ο οιοσδήποτε Γ. Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και καθιερώνη εις τα Δημοτικά Σχολεία την γλώσσαν που ενδεχομένως θα οδηγήση εις μοιραία αποτελέσματα» (Πρακτικά συζητήσεων… οπ.π., σ.505). Υπάρχει λοιπόν η πίστη, ότι η συνταγματική μνεία στη γλώσσα της εκπαίδευσης θα λειτουργήσει ως φραγμός για την όποια απόπειρα στο μέλλον να καθιερωθεί η δημοτική ως γλώσσα της εκπαίδευσης. Επιπλέον, ο φόβος της αρνητικής πολιτικής απήχησης που θα είχε μια τέτοια ενέργεια μέσα στους οπαδούς του δημοτικισμού και το κόστος που θα εισέπραττε το καθεστώς είναι διάχυτος.
« Θα μας χαρακτηρίσουν ως σκοταδιστάς όλοι όσοι πιστεύουν εις την δημοτικήν» (Πρακτικά συζητήσεων… οπ.π., σ.512) ή «το θέμα της καθαρευούσης θα δημιουργήση μίαν εκρηκτικήν κατάστασιν, χωρίς να προσθέσωμεν ουσίαν» (Πρακτικά συζητήσεων… οπ.π., σ.513).
Όλες οι παραπάνω απόψεις αντικατοπτρίζουν «από τη μια την πρόθεση της δικτατορίας να επιτύχει- και εδώ για πρώτη φορά- την ονομαστική αναφορά της κατοχυρωμένης από το σύνταγμα γλώσσας, και από την άλλη τις σκοπιμότητες που εντέλει την αποτρέπουν να προχωρήσει στην υλοποίηση της βούλησής της».
Επιπλέον, αντανακλούν το «δίχως άλλο και την ευρεία πια αποδοχή της δημοτικής γλώσσας από το κοινωνικό σώμα, σε τέτοια μάλιστα έκταση, ώστε να αρχίσει να λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος που τη φορά αυτή πραγματοποιείται η συνταγματική διασφάλιση της καθαρεύουσας χωρίς να συνοδεύεται η δημοτική γλώσσα από υβριστικούς χαρακτηρισμούς όπως συνέβαινε στο παρελθόν- πόσο μάλλον από ένα στρατιωτικό καθεστώς. Μάλιστα, διαφαίνεται και μια επιφυλακτική στάση απέναντί της, καθώς αναγνωρίζεται η χρησιμότητά της σε ορισμένα πεδία, όπως ο καθημερινός λόγος, η λογοτεχνία κ.τ.λ..»(Χαραλάμπους,1990:258).
Συμπερασματικά, θα λέγαμε, ότι παρακολουθώντας την πορεία αντιμετώπισης της γλώσσας διακρίνουμε τις παλίνδρομες κινήσεις της δικτατορίας από την πρώτη κιόλας φάση. Με τον ΑΝ 129 η δημοτική γλώσσα, από γλώσσα όλης της εκπαίδευσης - σύμφωνα με την μεταρρύθμιση της Ε.Κ. – περιορίζεται στις πρώτες τρεις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Στο σύνταγμα του 1968, ενώ η κατοχύρωση της καθαρεύουσας επεκτείνεται και καλύπτει ονομαστικά και την εκπαίδευση, ταυτόχρονα αφαιρείται η τελευταία παράγραφος από το γλωσσικό άρθρο, γιατί προδίδει διάθεση δίωξης της δημοτικής. Με το ΝΔ 651 παραχωρείται και άλλη μια τάξη του δημοτικού σχολείου για τη διδασκαλία της δημοτικής (όπ.π.σ.259).

Η νέα Επιτροπή Παιδείας (1971)

«Χωρίς την πρόοδον της Παιδείας ας μη περιμένωμεν καλώς θεμελιωμένην ανάπτυξιν του τόπου μας. Ο συναγωνισμός μεταξύ λαών εις τον τομέα της επιστήμης έχει προσλάβει πρωτοφανείς εις την Ιστορίαν του κόσμου διαστάσεις. Αν δεν ανταποκριθώμεν και ημείς εις τας απαιτήσεις της εποχή μας, θα εξακολουθήσωμεν να αποτελούμεν την ουράν, όχι μόνον των χωρών του ελευθέρου κόσμου, αλλά ίσως και αρκετών άλλων, αι οποίαι ευρίσκονται […] έξω από την λεγομένην δυτικήν οικογένειαν. Και δεν θα σταθώμεν εις το επιβαλλόμενον επίπεδον, αν, μαζί με την πρόοδον της γνώσεως, δεν συμβαδίζει και η υγεία του ήθους».
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το κύριο άρθρο της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος στις 2-7-1971 και απηχεί τις απόψεις του καθεστώτος, λίγες μέρες μετά την απόφαση για τη συγκρότηση της Επιτροπής Παιδείας.
Με την απόφαση 5600/14-6-1971 του Πρωθυπουργού της στρατιωτικής κυβέρνησης Γ. Παπαδόπουλου προβλέπεται η συγκρότηση Επιτροπής Παιδείας (ΕΠ),[3] με σκοπό τη μελέτη των γενικών κατευθύνσεων της εκπαιδευτικής πολιτικής.
«Σήμερον, η, διά, της υπ’ αριθ. 5600/14-6-71 αποφάσεως του πρωθυπουργού μας Γ. Παπαδοπούλου, συγκροτηθείσα Επιτροπή Παιδείας διά την μελέτην των γενικών κατευθύνσεων εκπαιδευτικής πολιτικής, θέτει πάλιν επί τάπητος το μέγα θέμα της Παιδείας και εισηγείται ριζικάς και επαναστατικάς λύσεις, αι οποίαι επιφέρουν βαθείας τομάς εις την Γενικήν Εκπαίδευσιν ως: την επέκτασιν της διαρκείας της υποχρεωτικής εκπαιδεύσεως και την αναδιάρθρωσιν των βαθμίδων της Γενικής εκπαιδεύσεως, διά να δυνηθή η Ελλάς να προαχθή πολιτιστικώς και να συναγωγισθή
αποτελεσματικώς τα πλέον προηγμένα κράτη του κόσμου. Εις εκ των βασικών επιδιωκτέων σκοπών της Γενικής Εκπαιδεύσεως, κατά τας εισηγήσεις της Επιτροπής Παιδείας, είναι η αξιοποίησις του πνευματικού δυναμικού του Έθνους διά την κοινωνικήν και οικονομικήν ευημερίαν και πρόοδον της Πατρίδος, ως και η ανάπτυξις των Γραμμάτων των Επιστημών και της Τέχνης εις την χώραν μας.»(αριθ. εγκ.1225/58/6-9-72).
Πιο συγκεκριμένα, σκοπός της ΕΠ σύμφωνα με τη πρωθυπουργική απόφαση 5600 ήταν «η μελέτη και η διατύπωσις προτάσεων επί των καθ’ έκαστα βασικών θεμάτων της Εκπαιδεύσεως και της Παιδείας εν τω συνόλω της προς διαμόρφωσιν υγιούς Εθνικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής κατά την προσεχή δεκαπενταετίαν» ( Ενημερωτικόν Τεύχος επί των εργασιών της Επιτροπής Παιδείας,σ.9-13).
Στην ίδια απόφαση αναφέρονται και οι τέσσερις κατευθυντήριοι άξονες των εργασιών της ΕΠ. Βάση λοιπόν των εργασιών της πρέπει να αποτελέσει : «α) ο καθοριζόμενος υπό του Συντάγματος σκοπός της εκπαιδεύσεως, β) αι υπάρχουσαι και διαμορφούμεναι ανάγκαι συμφώνως προς τας σημειουμένας εξελίξεις εις τον επιστημονικόν πολιτικόν και οικονομικόν τομέα, γ)η διαμόρφωσις του χαρακτήρος και η χρησιμοποίησις της σκέψεως και της πρωτοβουλίας υπό των σπουδαζόντων εις όλας τας βαθμίδας και είδη της εκπαιδεύσεως, και δ) η άνοδος γενικώτερον της στάθμης της παρεχομένης εκπαιδεύσεως »( Ενημερωτικόν Τεύχος …οπ.π., σ.9).
Όμως η ΕΠ φαίνεται να περιβάλλεται με αποφασιστικές αρμοδιότητες – και όχι απλά γνωμοδοτικές - αφού πέρα από την υποβολή των πορισμάτων της στην κυβέρνηση. « η Επιτροπή Παιδείας θα υποδείξη ομάδας εξ ειδικών διά την κατάρτισιν των αναγκαίων νομοθετικών κειμένων της χαραχθησομένης εκπαιδευτικής πολιτικής» (Ενημερωτικόν Τεύχος …οπ.π., σ.11).
Η ΕΠ παραδίδει τα πορίσματά της στα 1973 . Οι γενικοί- παραδοσιακοί σκοποί της εκπαίδευσης αντανακλούν την έξαρση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και των συνθετικών του παραγώγων: «αγωγή εις προσωπικότητα» με μορφωτικά αγαθά «εκ του χώρου των κλασσικών», «εθνική αγωγή»[4], «θρησκευτική αγωγή», «ηθική αγωγή». Όμως η ΕΠ θα «καινοτομήσει» ως προς δύο σκοπούς:
α) την «πολιτική αγωγή», η οποία μάλιστα θεωρείται ως ένας από τους τρεις βασικότερους σκοπούς της εκπαίδευσης: «θα φέρη τους πολίτας εις τους κόλπους του Κράτους και το Κράτος πλησίον των πολιτών μέχρι ταυτίσεως επιδιώξεων και σκοπών» (Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας 1971-1973, σ.21),
β)την «αγωγή κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας» που θα παρέχει τον αναγκαίο πνευματικό εξοπλισμό στους νέους «διά να οδηγούνται εις ορθάς θέσεις επί των προβλημάτων της ζωής των […]. Αυτονόητον θεωρείται ότι ο πνευματικός αυτός εξοπλισμός πρέπει να στηρίζεται εις τας αξίας του ελληνικού και χριστιανικού
πολιτισμού» (Όπ.π., σ.24).
Επιπλέον, η ανάγκη «νέας πολιτικής αγωγής του λαού» ακούγεται στις πρωθυπουργικές ομιλίες[5]- ιδιαίτερα μετά το 1970[6]. Στην εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος την 18-2-71 , ένας συμπαθών του καθεστώτος ασχολούμενος με ζήτημα της «νέας πολιτικής αγωγής» αναφέρει: «Όταν μιλούμε περί δημιουργίας νέας πολιτικής συνειδήσεως, νέων ιδεών, νέας ψυχολογίας, νέας νοοτροπίας, κυρίως εννοούμεν ότι αυτά θα γίνουν στους νέους. Διότι εις τους παλαιούς είναι δύσκολον να κάνουμε αυτήν την αλλαγήν» (Γεωργαλάς ,1971:7).
Ένας από τους σκοπούς της εκπαίδευσης, που μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέουν από τη δεύτερη κατευθυντήρια αρχή, όπως αυτή ορίζεται στην απόφαση 5600, είναι η «επιστημονική και τεχνολογική αγωγή».
«Διά πάσαν πνευματικήν δημιουργίαν απαραίτητος υποδομή είναι ωρισμέναι βασικαί επιστημονικαί γνώσεις. Δια τον πρακτικόν βίον, αφ’ ετέρου, είναι απαραίτηται ωρισμέναι βασικαί επιστημονικαί και τεχνικαί γνώσεις αμέσου χρησιμότητος και εφαρμογής, ιδία εις την εποχήν της μεγάλης αναπτύξεως του τεχνικού πολιτισμού. Τας γνώσεις ταύτας και δεξιότητας δέον παρέχη και καλλιεργή η παιδεία. Τούτων δεδομένων, η επιστημονική και τεχνολογική αγωγή πρέπει να καταλάβη εξέχουσαν θέσιν εις το σύγχρονον ελληνικόν εκπαιδευτικόν ιδεώδες»(Πορίσματα …όπ.π.,σ.23).
 Η «επαγγελματική αγωγή»αποτελεί συνακόλουθος σκοπός για τη δημιουργία επαγγελματικής συνείδησης, ώστε το επάγγελμα «να θεωρείται ουχί απλώς ως μέσον ικανοποιήσεως των ατομικών αναγκών και επιδιώξεων του ασκούντος αυτό, αλλ’ ως κοινωνικόν λειτούργημα» (όπ.π.).
Για τη γλώσσα της εκπαίδευσης η ΕΠ αποφασίζει ότι «εις την βασικήν εκπαίδευσιν η γλωσσική καλλιέργεια των μαθητών οφείλει να στηρίζεται εις την μητρικήν εθνικήν γλώσσαν, την οποία γνωρίζει ο μαθητής, κατά τους νόμους της φυσικής μαθήσεως από το οικογενειακόν και κοινωνικόν περιβάλλον» (Πορίσματα …όπ.π.,σ.27).
Παρατηρούμε μια δεύτερη υποχώρηση από την ΕΠ, η οποία τελικά παραχωρεί στο δημοτικό σχολείο τη δημοτική γλώσσα, δηλαδή άλλες δύο τάξεις, αφού ίσχυε ήδη για τις τέσσερις πρώτες.
Για τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης η ΕΠ, αφού διαπιστώνει ότι «αι απαραίτητοι διά πάντας τους ελληνόπαιδας βασικαί γνώσεις και δεξιότητες έχουν μεταπολεμικώς αυξηθή εις τρόπον ώστε η ισχύουσα παρ’ ημίν εξαετής βασική εκπαίδευσις να μη δύναται να ανταποκριθή εις τας ηυξημένας ανάγκας της εποχής μας»,(Πορίσματα…όπ.π.,σ.39) καταλήγει ομόφωνα στην άποψη ότι η «υποχρεωτική εκπαίδευσις παρ’ ημίν πρέπει να ορισθή 8ετής με πρόβλεψιν να καταστή αύτη 9ετής εις μελλοντικήν αναδιάρθρωσιν της οργανώσεως της εκπαιδεύσεως» (Πορίσματα…όπ.π.,σ.48) . Τονίζεται επίσης, ότι εξίσου σημαντική θέση «πρέπει να κατέχουν εις τα σχολικά προγράμματα τα Μαθηματικά και τα Φυσικά» (Πορίσματα…,όπ.π., σ.52).
Για την ανάγκη της «πρακτικής αγωγής»αναφέρεται: «Εις μερικά μαθήματα της γενικής εκπαιδεύσεως πρέπει να περιλαμβάνονται και στοιχεία γενικών επαγγελματικών γνώσεων, ως και απόκτησις μερικών δεξιοτήτων χρησίμων διά τας πρακτικάς ανάγκας του ανθρώπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπον έρχεται το σχολείον πλησιέστερον προς την ζωήν» (Πορίσματα…,όπ.π., σ.72).
Τα πορίσματα της ΕΠ δεν πρόλαβαν να αξιολογηθούν και να αξιοποιηθούν από το καθεστώς, αφού μεσολάβησαν τα γεγονότα του 1974, που επέφεραν την πτώση του. Πράγματι, ο Ε. Παπανούτσος δικαιώθηκε πολλαπλά και χάρη σε μια εκπληκτική συνέπεια της «μοίρας» απέναντί του υπήρξε και πάλι ο υποβολέας της νέας εκπαιδευτικής πολιτικής. Όπως γράφει με ικανοποίηση στα 1976 :
 «ξαναπιάσαμε το νήμα εκεί που το είχε προχωρήσει η Μεταρρύθμιση του 1964 και αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τη γραμμή της […]» (Παπανούτσος, 1976:8).



*Από την διπλωματικήν αυτής εργασίαν Με τίτλον:
Δικτατορία (1967-74) και σχολείο: οι αποκαλύψεις ενός σχολικού αρχείου (2008)
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


[1] Ο Γ. Παπαδόπουλος στις 29-3-1968 σε μια ομιλία του προς τους φοιτητές του ΑΠΘ, αφού παρουσιάζει τους Έλληνες ως τον περιούσιο λαό «είμεθα κατά κληρονομίαν και παράδοσιν ο περιούσιος λαός, ο οποίος εφώτισε την ανθρωπότητα με τα θαύματα του τελειωτέρου πολιτισμού» , καταλήγει στη διαπίστωση ότι αυτός ο περιούσιος λαός έχασε το όραμα – ιδανικό του «είναι ανάγκη να το αναζητήσωμεν. Είναι ανάγκη να το μορφοποιήσωμεν εκ νέου. Είναι ανάγκη να το επανατοποθετήσωμεν ως τον αντικειμενικόν σκοπόν, προς τον οποίον ευθέως αναφερόμεθα, εφ’ όσον λέγομεν και επαιρόμεθα ότι είμεθα Έλληνες, απόγονοι των αρχαίων ημών προγόνων»(Παπαδόπουλος 1968: 80). Μέσα από μια ανάλυση των εννοιών «Ελλάς», «Έλλην» και «Χριστιανός» καταλήγει στο νέο όραμα – ιδανικό. «Δεν νομίζω ότι θα ηδύνατο να εύρη διαφορετικήν διατύπωσιν το ιδανικόν των Ελλήνων σήμερον από την έκφρασιν: “Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών”. Και αυτό δίδω σήμερον ως σκοπόσημον δια τον Ελληνικόν λαόν, ως σκοπόν της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου» (Παπαδόπουλος, τόμ. Β’,1968:79-88).

[2] «Άρθρον 107: Επίσημος γλώσσα του Κράτους είναι εκείνη, εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής  νομοθεσίας τα κείμενα· πάσα προς παραφθοράν ταύτης επέμβασις απαγορεύεται»( Δημαράς ,1987:307).
[3] Μέλη της ΕΠ είναι οι εξής:α) Χ. Φραγκίστας, β) Κ. Κονοφάγος, γ) Λ. Χουσιάδας, δ) Π. Χρήστου , ε) Α. Αποστολάκης, στ) Μ. Μεϊμάρογλου, ζ) Δ. Μαρινόπουλος, η) Κ. Κούρνιας, θ) Α. Παπακωνσταντίνου, ι) Λ. Κούλας, ια) Ν. Χιονίδης. Επίσης, όπως προβλέπεται από την απόφαση, σχηματίζονται τρεις υποεπιτροπές αρμόδιες για την επιμέρους εξέταση της γενικής, επαγγελματικής και ανώτατης εκπαίδευσης (Υ.ΠΕ.Θ., Ενημερωτικόν τεύχος επί των εργασιών της Επιτροπής Παιδείας, σ. 9-13).

[4] Ο Γ. Παπαδόπουλος, όταν παρακινεί τους εκπαιδευτικούς να διαπλάσουν τους μαθητές κατά τέτοιο τρόπο «ίνα αποκτήσουν ένα χαρακτήρα και μίαν ψυχήν η οποία δεν θα επιτρέπη να χωρέσει μέσα της τίποτε άλλο και τίποτε διαφορετικόν από την Ελλάδα» (Παπαδόπουλος, τόμ. Β’,1968: 66) δίνει ένα δείγμα εθνικής αγωγής, που μια τουλάχιστον διάστασή της υποκρύπτει την πρόθεση της ιδεολογικής θωράκισης. Όπως εξηγεί ένας άλλος εκφραστής του καθεστώτος, «η έννοια του ελληνισμού είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα αντίμαχη με τον σλαυγέννητο κομμουνισμό» (Δεδόπουλος,1969:375).

[5] Ενδεικτικές αναφορές του Γ. Παπαδόπουλου για την ανάγκη «νέας πολιτικής αγωγής» συναντάμε στις ομιλίες του προς τους πανεπιστημιακούς καθηγητές (Παπαδόπουλος, τομ. Β’ 1968:59),προς τους νομάρχες (Παπαδόπουλος, τομ. Γ’, σ. 14) και προς τους βιομηχάνους (Παπαδόπουλος, τομ. Δ’,1968: 139).

[6] Η σύνταξη του περιοδικού Θέσεις και Ιδέαι (1970), στον τόμο Στ’ και στο τεύχος 7, σ.1-2, αναγγέλλει την έναρξη της εκστρατείας για την πολιτική αγωγή του λαού και ειδικότερα της νεολαίας.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him