Οι αντιλήψεις του Κοραή για τους Ευρωπαίους (ΜΕΡΟΣ Α’)



επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-



Τη στιγμή που ο ελληνικός χώρος βρισκόταν σε στασιμότητα, η Ευρώπη αναπτυσσόταν πολιτισμικά και τεχνολογικά. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι στα ευρωπαϊκά κράτη συνέρρε πλήθος Ελλήνων για ανώτερες σπουδές. Και όπως λέει και ο ίδιος ο Κοραής «… η ελληνική γραμματεία μύριζε Ευρωπαϊκήν μέθοδον …» . Μάλιστα το 1805 σε επιστολή του χαρακτήριζε την πρωτεύουσα της αυστριακής αυτοκρατορίας ως «… εργαστήριον της νέας των Γραικών φιλολογίας …»
Αυτή η επίδραση της Δύσης είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στην Ελλάδα δύο αντίπαλες ομάδες. Την πρώτη αποτελούσαν οι «δυτικόφρονες», όσοι δηλαδή τάσσονταν υπέρ του εξευρωπαϊσμού του ελληνικού χώρου. Την τάση αυτή υποστήριζαν σταθερά κυρίως οι Φαναριώτες,  οι πλούσιες οικογένειες που δραστηριοποιούνταν στις παραδουνάβιες περιοχές και οι αστοί, επειδή πάντοτε είχαν μεγαλύτερη επαφή με τη Δύση. Βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι όλοι οι διανοούμενοι Έλληνες ξεκινούσαν από αυτή τη θέση, αλλά γρήγορα περνούσαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Σκοπός των φιλελεύθερων ήταν να αναμορφώσουν πνευματικά και θρησκευτικά τον ελληνισμό, κάτι που το ελάμβαναν ως άρνηση του αρχαίου ελληνικού παρελθόντος.
Η δεύτερη ομάδα πάλι ήταν πιο συντηρητική και κλειστή, φοβόταν το άνοιγμα προς την Ευρώπη και παρέμενε πιστή στο μεγαλείο της αρχαιότητας. Μάλιστα, έφτανε στο σημείο να αρνείται την ευρωπαϊκή παιδεία και να απορρίπτει την όποια συσχέτιση της χώρας της με αυτήν.
Ο Κοραής, αν και πέρασε και από τα δύο στάδια, προσπάθησε να ακολουθήσει τη μέση οδό και να συμβιβάσει τις δύο πλευρές. Σύνθημά του έγινε η λέξη «μετακένωση», όρος που σημαίνει τη μετάγγιση στοιχείων από τη Δύση, στα όρια όμως πάντοτε του μέτρου. Βασική του θέση λοιπόν ήταν ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να κάνουν επιλογή μεταξύ των ευρωπαϊκών στοιχείων (υιοθέτηση των θετικών και απόρριψη όσων δεν ταίριαζαν με το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική νοοτροπία).
Ωστόσο αποφεύγει τον συγκρητισμό, την ανόργανη ανάμειξη και ταύτιση ετερογενών δεδομένων.
Από την άλλη πλευρά, όπως είναι ευρύτατα γνωστό, έζησε μέσα στο κλίμα του Διαφωτισμού, επηρεάστηκε από αυτό και ανέπτυξε στενούς δεσμούς φιλίας με πολλούς από τους Ευρωπαίους διαφωτιστές. Το κίνημα αυτό υπήρξε στα μάτια του φορέας μιας απελευθέρωσης πνευματικής, αλλά και ταυτόχρονα κοινωνικής μεταρρύθμισης. Η ενασχόλησή του με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο του έδωσε τη δυνατότητα να συνδυάσει τις σκέψεις και τις ιδέες του παρελθόντος με τις ευρωπαϊκές θεωρίες και μέσα από αυτή τη σύζευξη να αναπτύξει την προσωπική του κοσμοθεωρία. Αυτή η τελευταία φαίνεται τελικά ότι βασίζεται στην ελληνική παιδεία (αρχαία Ελλάδα) και τις έννοιες της προόδου και της επιστήμης (Διαφωτισμός) 248. Ουσιαστικά δηλαδή συνδέει το Διαφωτισμό με την εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων και καταλήγει να αναπτύσσει διαφωτιστικό και αντιτουρκικό φρόνημα : «… Είναι καταισχύνη ημετέρα (λέει) ότι, εν ω οι ξένοι, φυτεύουν, τα καλλιεργούν, τά αυξάνουν εις μεγάλα δένδρα και τρυγώσι τους καρπούς των, ημεις μήτε να εξεύρωμεν ότι αυτά είναι προγονική ημών κληρονομία …Οι σημερινοί Γραικοί τόσον είναι πληροφορημένοι ότι παρά των επιστημών το φως άλλον φάρμακον να τους θεραπεύση δεν δύναται, ώστε, καταφρονούντας όλας τάς δυσκολίας και τά εμπόδια, παραβλέποντες όλους τους κινδύνους, τρέχουσι πανταχόθεν εις την Ευρώπην, διά να απολαύσωσι εκείνα τά φώτα, με τά οποία ζώντες εφώτιζον τάλλα έθνη, και φωτίζουν έτι και μετά θάνατον τους σημερινούς Ευρωπαίους οι πρόγονοι των …» .
Από την άλλη πλευρά το πνευματικό του υπόβαθρο τον καθιστούσε πιο ευέλικτο, ώστε να προσαρμόζει τις ευρωπαϊκές ιδέες στα ελληνικά δεδομένα και να αντλεί από αυτά μόνο τα θετικά για τον ελληνικό χώρο στοιχεία. Έτσι οι βασικές αρχές του Διαφωτισμού περί ελευθερίας, ισότητας, ιδιοκτησίας, ασφάλειας, ισονομίας και ισοπολιτείας, όπως και το με όμοιο νόημα σύνθημα της Γαλλικής επανάστασης «ελευθερία, ισονομία, αδελφότης» αποτέλεσαν τους κινητήριους μοχλούς της πολιτικής και πολιτειακής του σκέψης και τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι «…η εκπαίδευσις είναι μετά τον άρτον η πρώτη του λαού χρεία …»
Γι΄αυτό το λόγο στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης του στη γαλλική πρωτεύουσα μελετά και μεταφράζει τα έργα του Ελβέτιου, του Condorcet και του Βολταίρου. Τον τελευταίο  - μάλιστα τον γνώριζε προσωπικά και τον θαύμαζε τόσο, ώστε να τον υπερασπίζεται μέχρι εσχάτων στις διάφορες επιστολές του : «….ίσως ήκουσας ότι αποθανόντα τον περίφημον Βολταίρον, ο κλήρος του Παρισίου δεν εσυγχώρησεν να θάψωσιν εις το Παρίσιον, αλλά έκαμαν εις τρόπον ώστε ηναγκάσθησαν οι συγγενείς και οι φίλοι του να τον θάψωσιν πολλάς λέγας μακράν από το Παρίσιον……ο Βολταίρος, αν έγραψε κατά της θρησκείας, αυτοί εστάθησαν οι αίτιοι… αυτήν λοιπόν την αμαυρωμένην αντίθεον καλογηροθρησκείαν κατέτρεξεν ο Βολταίρος….». Παράλληλα στις σελίδες του «Λόγιου Ερμή» προσπαθεί να αποκαταστήσει το όνομα του Βολταίρου αναφερόμενος συχνά στο έργο του.
Το πόνημα όμως εκείνο που πραγματικά συντάραξε το νου του δάσκαλου του Γένους ήταν το «Περί εγκλημάτων και Ποινών» του Τσεζάρε Μπεκαρία, προφανώς γιατί αποτελεί ένα κατεξοχήν δείγμα πολιτικών και νομικών γεγονότων συνυφασμένων με τη δύναμη του ουμανισμού στο πλαίσιο του προοδευτικού αστισμού. Στη μετάφρασή του εμπλουτίζει το κείμενο με αναφορές στα έργα των αρχαίων Ελλήνων, στοιχείο που αποκαλύπτει τη σύνδεση του ευρωπαϊκού και ελληνικού πνεύματος στο νου του Κοραή, αλλά και το βαθύτερο στόχο του που είναι ο σωφρονισμός των συγχρόνων του. Από τη στιγμή αυτή και έπειτα αρχίζει να εδραιώνεται και ο συντηρητικός φιλελευθερισμός του Έλληνα σοφού.
Είναι σημαντικό επίσης ότι ο Κοραής έζησε εκ των έσω τη γαλλική επανάσταση, την οποία αρχικά θεωρούσε «πανηγύρι της ελευθερίας»  και είναι εκείνο το κοσμοιστορικό γεγονός που τον μεταμόρφωσε συνειδητά σε Διαφωτιστή. Και αυτή η επαναστατική ενέργεια των Γάλλων ομολογουμένως έδωσε και στους Έλληνες την ώθηση για το δικό τους ξεσηκωμό, αφού απέδειξε ότι οι λαοί είναι σε θέση να διεκδικούν τα δίκαιά τους.
Φυσικά όσο και να επηρεάστηκε από την ευρωπαϊκή κατάσταση της παιδείας και τις συνθήκες που επικρατούσαν στα ευρωπαϊκά κράτη, δεν ξέχασε ποτέ το όραμα στο οποίο είχε αφοσιωθεί. Η αγάπη του για την απελευθέρωση και την ανεξαρτησία των Ελλήνων υποδεικνύει και τις όποιες κινήσεις και επιλογές του. Έτσι, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η - στάση του απέναντι στην Ευρώπη περνά από δύο διαφορετικά στάδια. Το πρώτο σημειώνεται πριν από την Επανάσταση και χαρακτηρίζεται γενικά από τον ασπασμό του προς τις ιδέες του Διαφωτισμού. Το δεύτερο τοποθετείται χρονικά κατά τη διάρκεια του αγώνα, όταν πλέον οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές και ο ίδιος απογοητεύεται έντονα από την πολιτική των ξένων δυνάμεων.
Σ’ αυτή τη χρονική στιγμή κατηγορεί την Ευρώπη θεωρώντας την πεπαιδευμένη αλλά όχι αρκετά σοφή, επιχειρώντας να διαχωρίσει και να ερμηνεύσει ταυτόχρονα τις έννοιες της σοφίας και της παιδείας : «…Η σοφία πλουτίζει μόνον την κεφαλήν, η δε παιδεία είναι της ψυχής ο θησαυρός…» αναφέρει, υπονοώντας ότι η σοφία σχετίζεται με τη μάθηση κάποιας τέχνης ή επιστήμης, ενώ η δεύτερη ως πιο γενική έννοια έχει να κάνει με την ολοκλήρωση του ατόμου.
Έχοντας κατά νου αυτή τη διαφοροποίηση και ερμηνεύοντας τις εκάστοτε εξελίξεις υπό το ελληνικό πρίσμα, αντιδρά στον έντονο φιλοτουρκισμό των δυτικών αυλών – αίσθηση που απορρέει κυρίως από την επιστολογραφία του. Στις 15 – 9 – 1788 συγκρίνει από το Παρίσι την κατάσταση με την Ελλάδα και υπογραμμίζει με αποτροπιασμό : «…Αυτοί, φίλε μου, όχι μόνον δεν μας δίδουσι χείρας βοηθείας δια να μας αναστήσωσιν απ’ αυτήν την φοβεράν πτώσιν, αλλά ζητούσι παντοίοις τρόποις να εμποδιδώσι και την παράν των άλλων βοηθείαν, κηρύττοντες αναιδώς ότι ο παρά των Αυτοκρατόρων (Αυστρίας και Ρωσσίας) πόλεμος είναι άδικος, και ότι οι Οθωμανοί είναι ένα χρησιμώτατον έθνος, το οποίον είναι άξιον βοηθείας και πρέπει να βοηθηθή παρά των λοιπών βασιλέων …». Μάλιστα εξέφραζε την γνώμη ότι η επανάσταση δεν έπρεπε να - ξεκινήσει το 1821 αλλά το 1850, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να βοηθούν τον σουλτάνο υλικά και ηθικά.
Πέντε χρόνια αργότερα (1793), σε επιστολή του προς τον φίλο του, το Ραχέτιο - μεγάλο Γάλλο διανοητή – εκφράζει εκ νέου τη δυσαρέσκεια και τη δυσφορία του για την ευρωπαϊκή πολιτική. Φαίνεται ότι ο Κοραής στην αρχή των ταξιδιών του ευελπιστούσε στη συνδρομή και τη βοήθεια των ξένων για το ελληνικό ζήτημα, αλλά οι ελπίδες του γρήγορα διαψεύστηκαν. Ο ίδιος δήλωνε «…Εκλιπών την δυστυχή πατρίδα μου, ήλπιζον ότι έμελλον να τύχω παραμυθίας τινός εν Ευρώπη. Διέτριψα μικρόν χρόνον εν Ολλανδία, διήλθον ούκ ολίγας πόλεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, νυν δε επιδημώ εν Γαλλία από δώδεκα ως έγγιστα ενιαυτών. Πανταχού, οίμοι ! Εψεύσθη των ελπίδων μου. Πανταχού είδον παγετώδη αδιαφορίαν προς το πολυπαθές έθνος μου. Πανταχού δε ήκουσα ενθέρμους απολογητάς υπέρ των δυνάστων αυτού, εξαιρέσει ευαριθμοτάτων λογίων ανδρών, οίτινες ευγνωμόνως έχοντες προς την αρχαίαν Ελλάδα, εφαίνοντο σπουδάζοντες και περί την τύχην των νυν ατυχών Ελλήνων …». Και εδώ αξίζει να προσεχθούν οι λέξεις που επιλέγει ο Κοραής για τους Έλληνες και τους Τούρκους. Αποκαλεί τους τελευταίους «δυνάστες», ενώ τους πρώτους τους θεωρεί θύματα της ανελέητης συμπεριφοράς των κατακτητών.

(ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ)




Απόσπασμα από μεταπτυχιακή εργασία της κας
 ΜΩΡΑΪΤΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 ΤΜΗΜΑ : ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him