Καταχνιά


ποίημα του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-




Η μικρή καραβέλα μόλις καβαντζάριζε
Τον περίτρανο Καφηρέα.
Παρ’ όλην την καλπάζουσα φθίσι του
Βγήκε ως το γλιστερό κατάστρωμα.
Τι κι αν δεν είχε πια παρέα;
Τι κι αν δεν υπήρχαν γύρω άλλοι;
Κάλμα ήτανε κι αυτό επιπρόσθεσε
Την μεγάλη κατατονία του.
Κοιτώντας τα’ ακρωτήρι και το πέλαγος
Κάθισε ακουμπώντας στην κουπαστή.
Πόσο μεγάλη ήταν η δυστυχία του;
Ποιος θα βρισκότανε ποτέ να του πή
Ένα γιατί;
Κατέβασε το καλπάκι του όσο το δυνατόν
Πιο βαθιά στ’ αυτιά.
Ταυτόχρονα σήκωσε τον γιακά της κάπας
Του κι έμεινε να κοιτά.
Στ’ αλήθεια δεν είχε μέσα της καρδιά;
Ποτέ της δεν ένοιωσε να τον αγαπά;
Ω, τι ομορφιά αντίκρυ σ’αυτήν την αλήθεια.
Στίχοι του Κάμα Σούτρα του ‘ρθανε
Στο νού καθώς και περιοχές
Του Καρτιέ Λατέν.
Δέσμες φωτός που τις σκέπασε η καταχνιά.
Οι βράχοι κέρβεροι θαρρείς φυλάγαν
Απ’ τα μάτια του
Τα κόστα από πίσω.
Ω, γιατί η αλήθεια να σκοτώνη την ομορφιά;
Καταλογάδην έγραψε τα τελευταία του λόγια.
Καταλαλιές όχι. Μόνον αγάπη για εκείνην.
Μερικοί  παφλασμοί ήτανε τα δικά του ξόδια.
Η θάλασσα κατένευσε και τον δέχτηκε
Αντί γι’ αυτήν. Έπεσε κοντά της.
Έμεινε μακρυά της.
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him