ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2012 / ΙΣΤΟΡΙΑ (ΘΕΩΡ.Κ.) – ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ / ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ (ΜΕΡΟΣ Α’)



 επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου-

 
  • (οι επικίνδυνες ερωτήσεις είναι έντονα, πλάγιες, με μαύρα γράμματα φορτισμένες και θα δίνονται περισσότερα καίρια σημεία για αυτές)
  • (οι ερωτήσεις που ο αριθμός τους είναι εντός παρενθέσεων έχουν εξεταστεί κατά τις εξετάσεις προηγουμένων ετών

Ι. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Γ. Οι οικονομικές εξελίξεις κατά τον 20ο αιώνα


ΕΡΩΤΉΣΕΙΣ:

1.Το αγροτικό ζήτημα
1. Τί εννοούμε με τον όρο «αγροτική μεταρρύθμιση» και πώς άνοιξε ο δρόμος πρίν αυτήν με την βιομηχανική επανάσταση;
2. Για ποιους λόγους το πρόβλημα της έγγειας ιδιοκτησίας στην Ελλάδα δεν γνώρισε τις εντάσεις που παρατηρήθηκαν σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη;
3. Ποια προβλήματα δημιούργησε η προσάρτηση της θεσσαλίας (1881) και πώς το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε το αγροτικό ζήτημα;
4. Πότε και πώς ολοκληρώθηκε η αγροτική μεταρρύθμιση, ποίος ήταν ο στόχος της και ποια τα αποτελέσματά της νέας κατάστασης;
5. Ποιοι λόγοι καθιστούσαν την επίλυση του αγροτικού ζητήματος επιτακτική;


2. Τα πρώτα βήματα του εργατικού κινήματος
1. Ποιοι λόγοι εμπόδισαν την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1923);
2. Γιατί το εργατικό κίνημα οδηγήθηκε σε ταχύτατη ωρίμανση μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913) και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου(1914-1918);
(3.) Ποια ήταν η συμβολή της Φεντερασιόν στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος;
4. Σι σημαίνουν τα αρχικά: ΓΣΕΕ, ΣΕΚΕ;Να διαβάσετε περισσότερα για το ΣΕΚΕ στις σελ. 97-98.
5. Να παρουσιάσετε τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ιδιόμορφη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα καθώς και τους λόγους που οδήγησαν στην ωρίμανσή του μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

3. Οι οικονομικές συνθήκες κατά την περίοδο 1910-1922
1. Σι ονομάζεται Βενιζελισμός; Ποια τα χρονικά του πλαίσια; Ποια η επιδίωξη του κράτους σύμφωνα με το Βενιζελισμό; Με ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η επιδίωξη;
2. Ποιοι παράγοντες συντέλεσαν στη διαμόρφωση και υλοποίηση των επιλογών του Βενιζέλου;
3. Σε ποιες κοινωνικές ομάδες στηρίχτηκε ο Βενιζέλος για τη διεκδίκηση της Μεγάλης Ελλάδας;
4. Ποια η οικονομική κατάσταση της χώρας από το 1910 και μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου;
5. Ποιες οι συνέπειες της υπερπόντιας μετανάστευσης για την οικονομική ζωή της Ελλάδας;
(6.) Ποιες οι θετικές συνέπειες των Βαλκανικών πολέμων για την ελληνική οικονομία; Ποιο πρόβλημα προέκυψε με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων;
(7.) Γιατί η Ελλάδα έγινε υπολογίσιμη δύναμη με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων;


4. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918).
1. Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες ξεκίνησε η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο;
2. Με ποιον τρόπο η Ελλάδα κάλυψε το κόστος της συμμετοχής της στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο;
3. Ποιες συνέπειες είχε για την οικονομική ζωή της Ελλάδας ο εξωτερικός δανεισμός του 1917;
4. Πώς αντιμετώπισε το ελληνικό κράτος το οικονομικό αδιέξοδο, στο οποίο οδήγησαν οι δαπάνες της μικρασιατικής εκστρατείας;
5. Γιατί ο δανεισμός της Ελλάδας το 1917 χαρακτηρίζεται ιδιόμορφος;

5.Η οικονομική ζωή κατά την περίοδο 1922-1936.
1. Με ποιες ενέργειες το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων;
2. Ποια η αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού όσον αφορά την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος;
(3.) Να εξηγήσετε γιατί η άφιξη των προσφύγων λειτούργησε ως καταλύτης στη δυναμική της ελληνικής κοινωνίας.

6.Η ελληνική οικονομία κατά την περίοδο του μεσοπολέμου.
Πώς χαρακτηρίζεται η οικονομική πορεία της Ελλάδας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και γιατί; (ή τα πλεονεκτήματα...)

7.Οι μεγάλες επενδύσεις.
Να παρουσιάσετε τους τομείς στους οποίους έγιναν επενδύσεις κεφαλαίων κατά την περίοδο του μεσοπολέμου

8.Η Τράπεζα της Ελλάδος.
 Τράπεζα της Ελλάδος: Πότε και με ποια αφορμή ιδρύθηκε; Ποιες οι αρμοδιότητές· της; Ποιο ρόλο διαδραμάτισε στην ελληνική οικονομία μέχρι το 1932;

9. Η κρίση του 1932.
1. Πώς ήταν η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα την εποχή της παγκόσμιας κρίσης (μέχρι το 1932);
2. Ποιο αποτέλεσμα είχαν οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης ν’ αποτρέψει την κρίση; Πώς εκδηλώθηκε η κρίση την άνοιξη του 1932; Ποιες οι επιπτώσεις;
3. Σι σημαίνει ο όρος κλήριγκ; Σι είδους συνέπειες είχε η διαδικασία αυτή στην ελληνική οικονομία;
4. Ποιες οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στον πολιτικό τομέα;
αναλυσις:

ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΕΜΒΑΘΥΝΣΕΙΣ:

1.
Ως Βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ κίνημα σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, το οποίο αποτέλεσε το φορέα μιας συνεπούς και δυναμικής προσπάθειας καθολικού αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας, συν­δυασμένου με μια ορισμένη αντίληψη της εθνικής ολοκλήρωσης και του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας.
Το πολιτικό περιεχόμενο του βενιζελισμού, η "ανόρθωση", συνίστατο στη στόχευση δημιουργίας ενός κράτους δικαίου, με σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές, διοικητικές λειτουργίες και ικανού να ενσωματωθεί οι­κονομικά και πολιτιστικά στη Δύση, να εξευρωπαϊστεί. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια διαμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και κατά τα πρότυπα των δυτι­κών φιλελεύθερων δημοκρατιών.
Αυτός ο αστικός εκσυγχρονισμός και ο εξευρωπαϊσμός συνδυάζο­νται αδιάσπαστα από την πρώτη στιγμή, το 1910, με τον αλυτρωτισμό. Οι δύο στόχοι διαπλέχτηκαν και υπηρέτησαν ο ένας τον άλλο. Η εσωτε­ρική οργάνωση, ο διοικητικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός και η οικο­νομική ανάπτυξη της χώρας γίνονταν αντιληπτά ταυτόχρονα ως αίτια και αποτελέσματα της εδαφικής επέκτασης. Και τα δυο πάντως, και η ε­σωτερική ανόρθωση και η εδαφική επέκταση, υπηρετούν το στόχο της δημιουργίας ενός εκσυγχρονισμένου ευρωπαϊκού κράτους, ενσωματω­μένου στην ιδεολογικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που εξέ­φραζε η Δυτική Ευρώπη.
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο

2.
Βιομηχανική επανάσταση: Η επανάσταση που προήλθε στην παραγωγική διαδικασία από την υποκατάσταση του ανθρώπου, σε πολλούς τομείς της διαδικασίας αυτής, από τη μηχανή. Το φαινόμενο πρωτοεμφανίστηκε στην Αγγλία κατά το δεύτερο μισό του 18ου αι. και όπως είναι φυσικό προκάλεσε θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας (=της δυνατότητας παραγωγής), με αντίστοιχες συνέπειες στην οικονομία και την κοινωνία.
            Αποτέλεσε την προϋπόθεση εμφάνισης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, δηλ. του τρόπου παραγωγής κατά τον οποίο, ο κάτοχος χρηματικών ποσών τα οποία δεν προορίζονται για αγορά καταναλωτικών προϊόντων, δηλ. για ιδία χρήση, και τα οποία ονομάζονται κεφάλαιο (capital), ενώ ο ίδιος κεφαλαιούχος (ή καπιταλιστής), τα επενδύει σε αγορά μέσων παραγωγής (εν προκειμένω μηχανών) και σε αγορά πρώτων υλών. Ακριβώς επειδή πρόκειται για χρήματα τα οποία ο ίδιος δεν έχει ανάγκη, η επένδυσή τους σκοπό έχει την αύξησή τους (αύξηση κεφαλαίου), γεγονός που συνιστά την έννοια του κέρδους, μιας έννοιας μάλλον άγνωστης στα πλαίσια των προηγουμένων τρόπων παραγωγής οι οποίοι βασίζονται στην αγροτική καλλιέργεια.
 Σύγχρονες εξελίξεις των αγροτικών κοινωνιών:           βιομηχανική επανάσταση και αγροτική επανάσταση
Μέχρι το 18ο αιώνα, το σύνολο σχεδόν των κοινωνιών ήταν αγροτικές. Η ανακάλυψη της μηχανής, η οποία οδήγησε στη βιομηχανική επανάσταση, επέφερε τρομακτικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και στην κατανομή του πληθυσμού μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Στα πλαίσια της βιομηχανικής επανάστασης εγκαταστάθηκαν βιομηχανικές μονάδες σε πόλεις που βρίσκονταν σε κομβικά σημεία όσον αφορά τις μεταφορές (λιμάνια, πλωτά ποτάμια, σταυροδρόμια). Η μεγάλη ζήτηση σε εργατικά χέρια ήταν αδύνατο να καλυφθεί από τον αστικό πληθυσμό, που αφ’ ενός ήταν πολύ περιορισμένος και αφ’ ετέρου περιελάμβανε ανώτερες κοινωνικές τάξεις. Έτσι, προσελκύστηκε πληθυσμός από την ύπαιθρο, όπου ήδη υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια από τις συνθήκες διαβίωσης.
Η μαζική προσέλευση και εγκατάσταση αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις δημιούργησε ένα διπλό πρόβλημα στις αγροτικές περιοχές: αφ’ ενός μειώθηκε το εργατικό δυναμικό, που λογικά θα είχε ως επακόλουθο τη μείωση της αγροτικής παραγωγής, αφ’ ετέρου αυξήθηκε η ζήτηση σε αγροτικά προϊόντα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο θα είχε ως φυσιολογική συνέπεια την αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Ωστόσο, η ζήτηση απαιτούσε φτηνά αγροτικά προϊόντα, διότι το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό των πόλεων δεν ήταν σε θέση να πληρώσει ακριβά αγροτικά προϊόντα.
Η κατάσταση που διαμορφώθηκε θα μπορούσε να συνοψισθεί στο ότι έπρεπε να παράγονται περισσότερα αγροτικά προϊόντα, με λιγότερο εργατικό δυναμικό, και σε χαμηλές τιμές. Αναγκαστικά έπρεπε να ανακαλυφθούν τρόποι και μέθοδοι παραγωγής, που να εκπληρώνουν τους παραπάνω στόχους. Η αναγκαιότητα αυτή οδήγησε στη λεγόμενη αγροτική επανάσταση.   
Στα πλαίσια της αγροτικής επανάστασης ανακαλύφθηκαν μέθοδοι έτσι ώστε να αυξηθεί όσο το δυνατό περισσότερο η αγροτική παραγωγή. Έτσι, καταργήθηκε η αγρανάπαυση και δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην αμειψισπορά, προκειμένου να διατηρηθεί η γονιμότητα των εδαφών. Ανακαλύφθηκαν μέθοδοι καταπολέμησης των ασθενειών των φυτών, τρόποι βελτίωσης των φυλών των ζώων έτσι ώστε να γίνουν πιο παραγωγικά, τρόποι προστασίας των παραγωγικών ζώων, άρχισαν να ανακαλύπτονται τα χημικά λιπάσματα κλπ. Αυτή η προσπάθεια σιγά – σιγά άρχισε να εντατικοποιείται και στη συνέχεια με τη βοήθεια της συνεχώς εξελισσόμενης τεχνολογίας κατασκευάστηκαν τα πρώτα γεωργικά μηχανήματα (μπατόζα, και ελκυστήρας αρχικά) και αργότερα με επιταχυνόμενους ρυθμούς πολλά άλλα. Η ανάπτυξη παράλληλα και άλλων επιστημών (όπως βιοτεχνολογία, γενετική κλπ) οδήγησαν σε νέες ανακαλύψεις σε ό,τι αφορά τους σπόρους (υβρίδια), τη φυτοπροστασία, τη βελτίωση της γονιμότητας των φυτών (λιπάσματα) κλπ. Η διαδικασία αυτή οδήγησε, ιδιαίτερα στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, σε θεαματικότατη αύξηση της παραγωγικότητας της γης, του ζωικού κεφαλαίου και της ανθρώπινης εργασίας και κατά συνέπεια της γεωργικής παραγωγής. Έτσι, η ανθρωπότητα έχει φτάσει στο σημείο σήμερα όχι μόνο να καλύπτει με άνεση τις πολύ αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού σε αγροτικά προϊόντα, αλλά και να έχει υπερπαραγωγή γεωργικών προϊόντων, τα οποία δεν ξέρει πώς να διαθέσει.
  

3.Οι επιπτώσεις της κρίσης στην Ελλάδα από το 1932 και μετά
Η εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού) έφτασε το 1932 να απορροφά το 81,08% των ελληνικών συναλλαγματικών εισπράξεων. Για το λόγο αυτό η ελληνική κυβέρνηση είχε προσφύγει στην Κοινωνία των Εθνών (ΚΤΕ) και είχε ζητήσει από τη Διεθνή Οικονομική Επιτροπή (Δ.O.E.) στην Ελλάδα πενταετή αναστολή των χρεωλυσίων σε ξένο νόμισμα δανείων και τη σύναψη νέου δανείου 50.000.000 δολαρίων. Ωστόσο, το Συμβούλιο της Κ.Τ.Ε. στη συνεδρίαση στις 11 Απριλίου 1932 αποφάσισε την αναστολή της καταβολής των χρεολυσίων για ένα μόνο χρόνο και παρέπεμψε την Ελλάδα σε απευθείας συζήτηση με τους ομολογιούχους. Στην προσπάθειά της να αναστείλει την πληρωμή των χρεολυσίων η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε με νόμο η καταβολή των τοκομεριδίων να μειωθεί κατά 25% από την 1η Απριλίου 1932. Στη συνέχεια κήρυξε προσωρινό χρεοστάσιο και για τους τόκους των εξωτερικών δανείων από την 1η Μαΐου 1932. Έτσι επισημοποιήθηκε η πτώχευση, ενώ από την 21η Απριλίου είχε παραιτηθεί ο υπουργός Οικονομικών Γεώργιος Μαρής.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου με νέο υπουργό Οικονομικών τον καθηγητή Κυριάκο Βαρβαρέσο προχώρησε στην άρση της σταθεροποίησης. Στις 25 Απριλίου 1932 κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο "περί αναστολής της υποχρεώσεως της Τραπέζης της Ελλάδος προς εξαργύρωσιν των τραπεζικών γραμματίων αυτής και ρυθμίσεως της αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος". Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από τη Βουλή και τη Γερουσία και έγινε ο νόμος 5422 της 26/4/1932, διά του οποίου η δραχμή επανερχόταν σε καθεστώς αναγκαστικής κυκλοφορίας και απαγορευόταν η ελεύθερη αγορά συναλλάγματος. Στην αγόρευσή του ο Βαρβαρέσος μεταξύ άλλων δήλωσε: "Σήμερον ευρίσκομαι ομολογώ εις εξαιρετικά δυσάρεστον θέσιν εισηγούμενος ενώπιον υμών την εγκατάλειψιν ... του χρυσού κανόνος, του χρυσού συναλλάγματος. Όπως υπηνίχθη ο πρόεδρος της Κυβερνήσεως, δεν πρόκειται περί μέτρου το οποίον απορρέει εξ ελευθέρας κρίσεως της κυβερνήσεως ... είναι μέτρον επιβληθέν εκ καταστάσεως ανάγκης αναποτρέπτου"
Με την κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου και των κεφαλαιαγορών, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ασκήσει πολιτική αυτάρκειας επιβάλλοντας δασμούς στα εισαγόμενα προϊόντα και ενισχύοντας την εσωτερική αγορά. Τα μέτρα αυτά περιόρισαν το δημόσιο χρέος και τόνωσαν τη γεωργική και βιομηχανική παραγωγή. Από το 1933 εξάλλου άρχισε ένα ρεύμα επιστροφής κεφαλαίων από το εξωτερικό λόγω υψηλών ελληνικών επιτοκίων. Αυξήθηκε έτσι και το σε χρυσό αποθεματικό του εκδοτικού πιστωτικού ιδρύματος, της Tράπεζας της Eλλάδος, από 7,6 εκατομμύρια δολάρια το 1932 σε 44,7 εκατομμύρια το 1934. Η αύξηση αυτή είχε ανάλογο αποτέλεσμα στη νομισματική κυκλοφορία. Από 4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1931 η κυκλοφορία έφτασε τα 9,4 δισεκατομμύρια το 1939.
õδη από το 1933 τα σημεία της οικονομικής ανάκαμψης έγιναν φανερά, όμως η κατανομή του νέου πλούτου, που προέκυπτε από την πολιτική της αυτάρκειας, δημιουργούσε έντονες κοινωνικές αντιπαλότητες. Η μόνιμη κρίση που έπληττε τα μεγάλα εξαγωγικά λιμάνια σε αντίθεση με την ξαφνική ευημερία αγροτικών περιοχών, η άνοδος των κερδών των βιομηχανιών σε αντίθεση με τα χαμηλά ημερομίσθια ήταν μερικά από τα σημεία τριβής που η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος έπρεπε να αντιμετωπίσει. Όμως και τα δύο μεγάλα κόμματα πίστευαν μάλλον στην ενίσχυση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας παρά στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής και στο σχεδιασμό της οικονομίας. Η αδυναμία της κυβέρνησης Τσαλδάρη να αναλάβει μια περισσότερο δραστήρια διαχείριση της οικονομίας ενίσχυσε την κοινωνική αναταραχή και οδήγησε στην εκπνοή της οικονομικής ανάκαμψης

4.
Η αγροτική κοινωνία στις «νέες χώρες»
Η αγροτική κοινωνία των αρχών του εικοστού αιώνα στις «νέες χώρες» ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στα «τσιφλικοχώρια», που κατοικούνταν από κολίγους[1] και τα «ελευθεροχώρια», που κατοικούνταν από μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές. Στα πρώτα κυριαρχούσαν οι ακτήμονες καλλιεργητές, οι οποίοι απασχολούνταν στα τσιφλίκια. Στα δεύτερα κυριαρχούσαν οι μικροϊδιοκτήτες ελεύθεροι καλλιεργητές. Οι διαφορές μεταξύ νότιας και βόρειας Ελλάδας σε ό,τι αφορά την κοινωνική οργάνωση ήταν σημαντικές: στα βόρεια διαμερίσματα το ήμισυ περίπου του πληθυσμού ήταν κολίγοι και οι υπόλοιποι μικροϊδιοκτήτες, ενώ στη νότια Ελλάδα η πλειοψηφία ήταν μικροϊδιοκτήτες και οι κολίγοι δεν ξεπερνούσαν το 10-15% του αγροτικού πληθυσμού.
Η κατάσταση της μάζας των άκληρων καλλιεργητών, των κολίγων, χειροτέρευε. Ενώ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν κατοχυρωμένο το δικαίωμα της απαγόρευσης εκδίωξής τους από το τσιφλίκι, με την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος το δικαίωμα αυτό καταργήθηκε. Το νέο δίκαιο αναγνώριζε αποκλειστικά σχέσεις ιδιοκτήτη-ενοικιαστή ανάμεσα στον τσιφλικά και τον κολίγο, χωρίς κανένα δικαίωμα για τον δεύτερο, που πρακτικά σήμαινε ότι ο τσιφλικάς είχε κάθε δικαίωμα να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του με τον κολίγο.    
Από την άλλη πλευρά, η βαρύτερη φορολογία, και η καταχρέωση των αγροτών, λόγω των τοκογλυφικών όρων δανειοδότησής τους (κυρίως από τους τσιφλικάδες), δημιούργησαν μεγάλη δυσαρέσκεια στους κόλπους των αγροτών, οι οποίοι άρχισαν να διαμαρτύρονται και να αγωνίζονται για δίκαιη διανομή της γης. Οι αγώνες αυτοί εντάθηκαν ακόμη περισσότερο με τη δολοφονία του Μάριου Αντύπα το 1907, ενός εκ των ηγετών των αγροτών, και κατέληξαν στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στο Κιλελέρ το 1910. Η κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς λόγω της προσέλευσης προσφύγων κατά τους βαλκανικούς πολέμους από την Ανατολική Ρωμυλία (που προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία) και τη Σερβία (Στενήμαχο). Υπολογίζεται ότι μετά το
τέλος των βαλκανικών πολέμων κατέφθασαν στην Ελλάδα πάνω από 130.000 πρόσφυγες.
Η ιδιαίτερα πιεστική κατάσταση οδήγησε την κυβέρνηση Βενιζέλου να προχωρήσει το 1917 στην ψήφιση νόμου για αγροτική μεταρρύθμιση, νόμου δηλαδή που κατοχυρώνει το δικαίωμα του κράτους να προβαίνει σε απαλλοτριώσεις, με αποζημιώσεις προς τους ιδιοκτήτες, για το κοινό όφελος των πολιτών.
Η αντίσταση όμως από τους μεγαλοϊδιοκτήτες, οι οποίοι είχαν εκπροσώπους στη βουλή σε όλα τα κόμματα, ήταν μεγάλη και το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να προχωρήσει σε μεγάλες τομές. Ωστόσο, μετά την ψήφιση του νόμου, κατάφερε να προβεί σε εκούσια απαλλοτρίωση 54 θεσσαλικών τσιφλικιών συνολικής έκτασης 1.060.000 στρμ, δηλαδή του 1/6 της συνολικής έκτασης των τσιφλικιών της περιοχής, εγκαθιστώντας περίπου 4.898 οικογένειες εντόπιων καλλιεργητών και 2.624 οικογένειες προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία (συνολικά 7.522 οικογένειες). 
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, πριν το 1917 υπήρχαν στην Ελλάδα 2.175 τσιφλίκια, κατανεμημένα στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας.

5.
Αγροτική μεταρρύθμιση : Καθώς η κατοχή γης έπαυε προοδευτικά να
είναι πηγή εξουσίας και κοινωνικού -ταξικού- κύρους, άνοιξαν οι δρόμοι για την
αγροτική μεταρρύθμιση. Την κατάργηση δηλαδή των μεγάλων ιδιοκτησιών και
την κατάτμηση των αξιοποιήσιμων εδαφών σε μικρές παραγωγικές μονάδες,
οικογενειακού χαρακτήρα, που ανταποκρίνονταν καλύτερα στις νέες
παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες.

6.
Οι αλλεπάλληλες κρίσεις του διεθνούς συστήματος κατά τα έτη 1920-1922, 1924, 1927, 1929 επέδρασαν πάνω στην ελληνική οικονομία κατά τρόπο διαρκή και σωρευτικό. Η στροφή της Ελλάδας προς την οικονομική αυτάρκεια και την εθνικο-οικονομική ολοκλήρωση θα κινδύνευε να καταλήξει σε ένα στείρο συντηρητικό απομονωτισμό και στο τέλμα της παραδοσιακής στασιμότητας, αν δεν είχαν ήδη διασφαλιστεί από πριν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη, όπως η συσπείρωση του συνόλου των Ελλήνων μέσα στα πλαίσια του αυτού κράτους, η αγροτική μεταρρύθμιση και τα πρώτα βήματα για μια σύγχρονη εκβιομηχάνιση.
[…] παρόλο ότι η Ελλάδα «των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων» κατέρρευσε το 1922, εντούτοις η ελλαδική οικονομία αποκόμισε από την κατάρρευση αυτή ορισμένα συγκεκριμένα θετικά οφέλη:
α) Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων εμφανίστηκε σαν μια αξιόλογη και ειδικευμένη φθηνή εργατική δύναμη, πράγμα που αποτέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο για τη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων.
β) Η παρουσία των προσφύγων στην Ελλάδα επέφερε επίσης μιαν αξιόλογη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς.
γ) Η άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα έγινε η αιτία για να επιταχυνθεί και επεκταθεί η διαδικασία διανομής των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών) στους καλλιεργητές. Η αγροτική μεταρρύθμιση επέφερε με τη σειρά της, αν όχι την αύξηση του συνολικού αγροτικού εισοδήματος, πάντως την ανακατανομή του, προς όφελος των άμεσων καλλιεργητών. Αυτό είχε σαν συνέπεια να αυξηθεί η ζήτηση για είδη πρώτης ανάγκης, δηλαδή να αυξηθεί η ζήτηση για προϊόντα που η ελληνική βιομηχανία ήταν ικανή να παραγάγει.
Γενική συνέπεια από την εγκατάσταση των προσφύγων και τη διανομή των μεγάλων αγροκτημάτων στους άμεσους καλλιεργητές ήταν μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση των εγχώριων πόρων για την εκβιομηχάνιση με βάση των εγχώρια αγορά.
Η «επιχείρηση» αυτή στο σύνολό της ήταν τόσο σημαντική ώστε και ξένα ακόμη κεφάλαια, αγγλικά και αμερικανικά, επενδύθηκαν στην Ελλάδα με σκοπό την αξιοποίηση αυτής της μοναδικής συγκυρίας. Στο μέτρο που η διεθνής οικονομία συνέχιζε να παραπαίει, κατά τα έτη 1922-29, η ανάπτυξη των παραγωγικών δομών στην Ελλάδα προσανατολίσθηκε προς την κατεύθυνση της υποκαταστάσεως σε προϊόντα, που ως τότε εισάγονταν από το εξωτερικό.
[…] Στην πορεία προς την σχετική οικονομική αυτάρκεια, κύρια επιδίωξη της πολιτικής εξουσίας δεν ήταν πλέον αποκλειστικά η φροντίδα για την ένταξη στη διεθνή αγορά, αλλά επίσης η διαμόρφωση μιας εγχώριας αγοράς. Αυτό επιδιώχθηκε όχι μόνο με δασμολογική προστασία, αλλά και με μέσα νομισματικής πολιτικής, με την αναδιοργάνωση επί νέων βάσεων του πιστοδοτικού συστήματος, με επιπρόσθετες ενθαρρύνσεις για την ανάπτυξη των εγχώριων παραγωγικών δομών. Η οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου ήταν οπωσδήποτε μια ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας.
 [Ι.Ε.Ε., τομ. Ι.Ε΄, σελ.327-328]
           



[1] Κολίγος ή κολλήγος ήταν εκείνος που δεν είχε καμιά ιδιοκτησία γης και δούλευε σε τσιφλίκια. Ήταν κάτω από την οικονομική και κοινωνική εξουσία του τσιφλικά.
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him