Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Ένα παράλληλο κείμενο για το «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη










επιμελεία του
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-φιλολόγου




Νομίζω ότι το «όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη σχετίζεται με τον «ποιμένα του Ερμά». Αλλά ας τα δούμε παράλληλα.

Το ονειρο στο κυμα

Περίληψη
   Ο ήρωας – αφηγητής είναι ένας ώριμος δικηγόρος που εργάζεται στην Αθήνα. Η μί-ζερη ζωή του στην πόλη τον οδηγεί στην αναπόληση ενός περιστατικού της εφηβικής του ζωής, όταν ήταν ακόμη βοσκόπουλο στο νησί του. Το καλοκαίρι του 187... έβοσκε τις κατσίκες του μπροστά στο περιτειχισμένο κτήμα του κυρ – Μόσχου, ενός άρχοντα της περιοχής που ζούσε στην εξοχή μαζί με την υιοθετημένη ανιψιά του τη Μοσχούλα. Ένα αυγουστιάτικο απόγευμα αφήνει τα γίδια του να βοσκήσουν και βρίσκει ευκαιρί-α να κολυμπήσει. Βγαίνοντας όμως από τη θάλασσα, και πηγαίνοντας να λύσει τη μι-κρή του κατσίκα, τη Μοσχούλα, ακούει το πλατάγιασμα ενός σώματος να πέφτει στο κύμα. Επρόκειτο για τη γυμνή Μοσχούλα – κορίτσι. Το βοσκόπουλο ακινητοποιείται για να μην τρομάξει την κοπέλα και μετά από κάποιους δισταγμούς και ρτόπους διαφυγής, παραμένει στη θέση του και παρασύρεται από την περιέργειά του, απολαμ-βάνοντας το θέαμα της γυμνής κοπέλας που κολυμπά. Το θαυμασμό του διακόπτει το βέλασμα της κατσίκας του, που τρομάζει την κοπέλα, η οποία θορυβείται ακόμα πε-ρισσότερο από την εμφάνιση μιας αλιευτικής βάρκας. Χάνοντας τον έλεγχο της η κο-πέλα αρχίζει να βυθίζεται κι ο νεαρός βοσκός πέφτει στη θάλασσα για να τη σώσει. Η αίσθηση της επαφής με το γυμνό σώμα της κοπέλας τον αναστατώνει. Η κοπέλα σώζε-ται, αλλά η κατσίκα του πνίγεται με το σκοινί που την έχει δεμένη. Ο αφηγητής τελει-ώνει την αφήγησή του εκφράζοντας τη νοσταλγία του για τα αμέριμνα χρόνια της εφηβικής του ηλικίας.

Ο ΠΟΙΜΗΝ ΤΟΥ ΕΡΜΑ

Τό βιβλίο «Ὁ Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ» διαφέρει ἀπό τά ἄλλα ἔργα τῶν Ἀποστολικῶν Πατέρων. Περιέχει ὁράματα καί ἀποκαλύψεις, τις ὁποῖες ἔλαβε ὁ συγγραφεύς τοῦ βιβλίου, ὁ Ἑρμᾶς. Τίς ἔλαβε πρῶτον μέν ἀπό μία γερόντισσα γυναίκα, ἡ ὁποία εἰκονίζει τήν Ἐκκλησία, καί δεύτερον τίς ἔλαβε ἀπό ἕνα ἄγγελο, ὁ ὁποῖος τοῦ παρουσιάστηκε μέ μορφή ποιμένος (δηλαδή βοσκοῦ). Οἱ περισσότερες ὅμως ὁράσεις δόθηκαν στόν Ἑρμᾶ ἀπό τόν ἄγγελο αὐτόν, τόν μέ τήν μορφή ποιμένος, γι᾽ αὐτό καί ὅλο το ἔργο ὀνομάστηκε «Ποιμήν τοῦ Ἑρμᾶ». Τόν ἄγγελο αὐτόν, ἐπειδή
προτρέπει τόν Ἑρμᾶ νά μετανοήσει, τόν ὀνομάζουν «ἄγγελο τῆς μετανοίας». Ὁλόκληρο λοιπόν το βιβλίο χωρίζεται σέ δυό μέρη:
(α) Σέ ἀποκαλύψεις πού δόθηκαν στον Ἑρμᾶ ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί (β) σε ἀποκαλύψεις πού δόθηκαν ἀπό τον ποιμένα, τόν «ἄγγελο τῆς μετανοίας», ὅπως τόν εἴπαμε.
Ἀρχίζουμε, ἀγαπητοί μου, τήν μελέτη τοῦ πατερικοῦ αὐτοῦ ἔργου μέ τίς ἀποκαλύψεις πρῶτα τῆς Ἐκκλησίας, πού περιλαμβάνει τέσσερις ὁράσεις.
Πρώτη ὅραση:
 Ὁ Ἑρμᾶς λέγει γιά τόν ἑαυτό του, ὅτι ὁ πατέρας του τόν πούλησε γιά δοῦλο σέ μια νεαρή γυναίκα, πού τήν ἔλεγαν Ρόδη, καί ἡ ὁποία κατοικοῦσε στην Ρώμη. Τήν νεάνιδα αὐτή ὁ Ἑρμᾶς τήν σεβόταν πολύ. Μιά μέρα ἡ Ρόδη λουζόταν στόν Τίβερη ποταμό καί ὁ Ἑρμᾶς πού τήν εἶδε θαύμασε τήν ὡραιότητα τοῦ σώματός της καί σκέφτηκε ὅτι θά ἦταν εὐτυχής, ἄν εἶχε γιά σύζυγό του μιά τόσο ὡραία γυναίκα. «Αὐτό μόνο σκέφτηκα – ἐξομολογεῖται ὁ Ἑρμᾶς – καί τίποτε περισσότερο». Πέρασαν
ἀπό τότε πολλά χρόνια. Μιά μέρα ὁ Ἑρμᾶς πήγαινε στήν πόλη τῆς Καμπανίας. Περιπατώντας ἔβλεπε τά μεγαλεῖα τῆς φύσεως καί δόξαζε τόν Θεό. Κουρασμένος ἀπό την ὁδοιπορία ἔπεσε νά κοιμηθεῖ. Τότε εἶδε σέ ὅραμα ὅτι τόν ἔλαβε ἕνα πνεῦμα καί τόν μετέφερε σέ κάποια πεδιάδα. Ἐκεῖ γονάτισε και ἄρχισε νά προσεύχεται καί νά παρακαλεῖ τόν Κύριο νά τοῦ συγχωρήσει τά ἁμαρτήματά του. Καθώς προσευχόταν, εἶδε νά ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί καί νά παρουσιάζεται ἐκεῖ ψηλά ἡ Ρόδη, τήν ὁποία πρίν ἀπό πολλά χρόνια εἶχε ἐπιθυμήσει να λάβει γιά γυναίκα του. «Τί θέλεις ἐδῶ, κυρία;», τήν ἐρώτησε ὁ Ἑρμᾶς. Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἀνέβηκε ἐκεῖ ψηλά στόν οὐρανό, γιά νά τοῦ ἐλέγξει τήν ἁμαρτία του ἀπέναντί της. «Ἁμάρτησες σέ μένα», τοῦ εἶπε. «Σέ σένα ἐγώ ἁμάρτησα;», ἀποκρίθηκε ὁ Ἑρμᾶς. «Πότε εἶπα πονηρό λόγο ἐναντίον σου; Δέν σέ ἔβλεπα πάντοτε μέ σεβασμό;». «Στήν καρδιά σου – τοῦ εἶπε ἡ Ρόδη – εἰσῆλθε κακή ἐπιθυμία για μένα. Καί δέν νομίζεις λοιπόν ὅτι γιά τόν δίκαιο ἄνδρα καί ἡ πονηρά ἐπιθυμία εἶναι ἁμαρτία;» Τότε ὁ Ἑρμᾶς θυμήθηκε τόν σαρκικό λογισμό πού σκέφτηκε γιά τήν Ρόδη καί τρόμαξε. Τρόμαξε γιατί σκέφτηκε ὅτι ἄν καταλογίστηκε ἀπό τόν Θεό ἡ ἐπιθυμία του ἐκείνη για τήν Ρόδη, ὅταν τήν εἶδε νά λούζεται στόν ποταμό, πόσο περισσότερο θά τόν βαρύνουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τά ἄλλα ἁμαρτήματά του, τά ὁποῖα δέν εἶναι σκέψεις καί ἐπιθυμίες, ἀλλά πράξεις (2,1)!...
Ὁ Ἑρμᾶς ἄρχισε νά κλαίει γιά τόν ἔλεγχο αὐτό τῆς Ρόδης. Καί ἐνῶ ἐλυπεῖτο καί ἔκλαιε γιά τόν ἔλεγχο αὐτόν, εἶδε ἀπέναντί του ἕνα μεγαλοπρεπῆ θρόνο, στόν ὁποῖο καθόταν μία γραῖα γυναίκα μέ λαμπρά ἐνδύματα καί ἕνα βιβλίο στά χέρια της. Καί ἡ γυναίκα αὐτή τόν ἐρώτησε:
«Ἑρμᾶ, γιατί εἶσαι λυπημένος, ἐσύ πού πάντοτε εἶσαι χαρούμενος;». Καί ὁ Ἑρμᾶς ἀπάντησε: «Μιά γυναίκα μέ ἤλεγξε ὅτι ἁμάρτησα σ᾽ αὐτήν». Ἡ γερόντισσα ἀρχοντική γυναίκα βεβαίωσε καί αὐτή τόν λόγο τῆς πρώτης γυναίκας, τῆς Ρόδης, ὅτι δηλαδή πραγματικά ἐπεθύμησε πονηρά ἐπιθυμία γι᾽ αὐτήν. Τοῦ εἶπε ὅμως ὅτι ἡ πονηρά αὐτή ἐπιθυμία δέν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλά ὁδηγεῖ στήν ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἀγωνίζονται κατά τῆς πονηρᾶς ἐπιθυμίας.

Το αρχαίο κείμενο:

Ὁ θρέψας με πεπρακέν με Ῥόδῃ τινὶ εἰς Ῥώμην· μετὰ πολλὰ ἔτη ταύτην ἀνεγνωρισάμην καὶ ἠρξάμην αὐτὴν ἀγαπᾶν ὡς ἀδελφήν. 2 μετὰ χρόνον τινὰ λουομένην εἰς τὸν ποταμὸν τὸν Τίβεριν εἶδον καὶ ἐπέδωκα αὐτῇ τὴν χεῖρα καὶ ἐξήγαγον αὐτὴν ἐκ τοῦ ποταμοῦ. ταύτης οὖν ἰδὼν τὸ κάλλος διελογιζόμην ἐν τῇ καρδίᾳ μου λέγων· Μακάριος ἤμην, εἰ τοιαύτην γυναῖκα εἶχον καὶ τῷ κάλλει καὶ τῷ τρόπῳ. μόνον τοῦτο ἐβουλευσάμην, ἕτερον δὲ οὐδὲ ἕν. 3 μετὰ χρόνον τινα πορευομένου μου εἰς Κώμας καὶ δοξάζοντος τὰς κτίσεις τοῦ θεοῦ, ὡς μεγάλαι καὶ ἐκπρεπεῖς καὶ δυναταί εἰσιν, περιπατῶν ἀφύπνωσα. καὶ πνεῦμά με ἔλαβεν καὶ ἀπήνεγκέ με δι’ ἀνοδίας τινός, δι’ ἧς ἄνθρωπος οὐκ ἐδύνατο ὁδεῦσαι· ἧν δὲ ὁ τόπος κρημνώδης καὶ ἀπερρηγὼς ἀπὸ τῶν ὑδάτων. διαβὰς οὖν τὸν ποταμὸν ἐκεῖνον ἦλθον εἰς τὰ ὁμαλὰ καὶ τιθῶ τὰ γόνατα καὶ ἠρξάμην προσεύχεσθαι τῷ κυρίῳ καὶ ἐξομολογεῖσθαί μου τὰς ἁμαρτίας. 4 προσευχομένου δέ μου ἠνοίγη ὁ οὐρανός, καὶ βλέπω τὴν γυναῖκα ἐκείνην, ἣν ἐπεθύμησα, ἀσπαζομένην με ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, λέγουσαν· Ἑρμᾶ χαῖρε. 5 βλέψας δὲ εἰς αὐτὴν λέγω αὐτῇ· Κυρία, τί σὺ ὧδε ποιεῖς; ἡ δὲ ἀπεκρίθη μοι· Ἀνελήφθην, ἵνα σοῦ τὰς ἁμαρτίας ἐλεγχος πρὸς τὸν κύριον. 6 λέγω αὐτῇ· Νῦν σύ μου ἔλεγχος εἶ; Οὔ, φησίν, ἀλλὰ ἄκουσον τὰ ῥήματα, ἅ σοι μέλλω λέγειν. ὁ θεὸς ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κατοικῶν καὶ κτίσας ἐκ τοῦ μὴ ὄντος τὰ ὄντα καὶ πληθύνας καὶ αὐξήσας ἕνεκεν τῆς ἁγίας ἐκκλησίας αὐτοῦ ὀργίζεταί σοι, ὅτι ἥμαρτες εἰς ἐμέ. 7 ἀποκριθεὶς αὐτῇ λέγω· Εἰς σὲ ἥμαρτον; ποίῳ τόπῳ ἢ πότε σοι αἰσχρὸν ῥῆμα ἐλάλησα; οὐ πάντοτέ σε ὡς θεὰν ἡγησάμην; οὐ πάντοτέ σε ἐνετράπην ὡς ἀδελφήν; τί μου καταψεύδῃ, ὦ γύναι, τὰ πονηρὰ ταῦτα καὶ ἀκάθαρτα; 8 γελάσασά μοι λέγει· Ἐπὶ τὴν καρδίαν σου ἀνέβη ἡ ἐπιθυμία τῆς πονηρίας. ἢ οὐ δοκεῖ σοι ἀνδρὶ δικαίῳ πονηρὸν πρᾶγμα εἶναι, ἐὰν ἀναβῇ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν καρδίαν ἡ πονηρὰ ἐπιθυμία; ἁμαρτία γέ ἐστιν, καὶ μεγάλη, φησίν. ὁ γὰρ δίκαιος ἀνὴρ δίκαια βουλεύεται. ἐν τῷ οὖν δίκαια βουλεύεσθαι αὐτὸν κατορθοῦνται ἡ δόξα αὐτοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ εὐκατάλλακτον ἔχει τὸν κύριον ἐν παντὶ πράγματι αὐτοῦ· οἱ δὲ πονηρὰ βουλευόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν θάνατον καὶ αἰχμαλωτισμὸν ἑαυτοῖς ἐπισπῶνται, μάλιστα οἱ τὸν αἰῶνα τοῦτον περιποιούμενοι καὶ γαυριῶντες ἐν τῷ πλούτῳ αὐτῶν καὶ μὴ ἀντεχόμενοι τῶν ἀγαθῶν τῶν μελλόντων. 9 μετανοήσουσιν αἱ ψυχαὶ αὐτῶν, οἵτινες οὐκ ἔχουσιν ἐλπίδα, ἀλλὰ ἑαυτοὺς ἀπεγνώκασιν καὶ τὴν ζωὴν αὐτῶν. ἀλλὰ σὺ προσεύχου πρὸς τὸν θεόν, καὶ ἰάσεται τὰ ἁμαρτήματά σου καὶ ὅου τοῦ οἴκου σου καὶ πάτων τῶν ἁγίων. Μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτὴν τὰ ῥήματα ταῦτα ἐκλείσθησαν οἱ οὐρανοί· κἀγῲ ὅλος ἤμην πεφρικὼς καὶ λυπούμενος. ἔλεγον δὲ ἐν ἐμαυτῷ· Εἰ αὕτη μοι ἡ ἁμαρτία ἀναγράφεται, πῶς δυνήσομαι σωθῆναι; ἢ πῶς ἐξιλάσομαι τὸν θεὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν μου τῶν τελείων; ἢ ποίοις ῥήμασιν ἐρωτήσω τὸν κύριον, ἵνα ἱλατεύσηταί μοι; 2 ταῦτά μου συμβουλευομένου καὶ διακρίνοντος ἐν τῇ κάρδίᾳ μου, βλέπω κατέναντί μου καθέδραν λευκὴν ἐξ ἐρίων χιονίνων γεγονυῖαν μεγάλην· καὶ ἦλθεν γυνὴ πρεσβῦτις ἐν ἱματισμῷ λαμπροτάτῳ, ἔχουσα βιβλίον εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ἐκάθισεν μόνη καὶ ἀσπάζεταί με· Ἑρμᾶ, χαῖρε, κἀγὼ λυπούμενος καὶ κλαίων εἶπον· Κυρία, χαῖρε. 3 καὶ εἶπέν μοι· Τί στυγνός, Ἑρμᾶ; ὁ μακρόθυμος καὶ ἀστομάχητος, ὁ πάντοτε γελῶν τί οὕτω κατηφὴς τῇ ἰδέᾳ καὶ οὐχ ἱλαρός; κἀγὼ εἶπον αὐτῇ· Ὑπὸ γυναικὸς ἀγαθωτάτης λεγούσης, ὅτι ἥμαρτον εἰς αὐτήν. 4 ἡ δὲ ἔφη· Μηδαμῶς ἐπὶ τὸν δοῦλον τοῦ θεοῦ τὸ πρᾶγμα τοῦτο. ἀλλὰ πάντως ἐπὶ τὴν καρδίαν σου ἀνέβη περὶ αὐτῆς. ἔστιν μὲν τοῖς δούλοις τοῦ θεοῦ ἡ τοιαύτη βουλὴ ἁμαρτίαν ἐπιφέρουσα· πονηρὰ γὰρ βουλὴ καὶ ἔκπληκτος εἰς πάνσεμνον πνεῦμα καὶ ἤδη δεδοκιμασμένον, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ πονηρὸν ἔργον, καὶ μάλιστα Ἑρμᾶς ὁ ἐγκρατής, ὁ ἀπεχόμενος´πάσης ἐπιθυμίας πονηρᾶς καὶ πλήρης πάσης ἁπλότητος καὶ ἀκακίας μεγάλης. Ἀλλ’ οὐχ ἕνεκα τούτου ὀργίζεταί σοι ὁ θεός, ἀλλ’ ἵνα τὸν οἶκόν σου τὸν ἀνομήσαντα εἰς τὸν κύριον καὶ εἰς ὑμᾶς τοὺς γονεῖς αὐτῶν ἐπιστρέψῃς. ἀλλὰ φιλότεκνος ὢν οὐκ ἐνουθέτεις σου τὸν οἶκον, ἀλλὰ ἀφῆκες αὐτὸν καταφθαρῆναι, διὰ τοῦτό σοι οργίζεται ὁ κύριος· ἀλλὰ ἰάσεταί σου πάντα τὰ προγεγονότα πονηρὰ ἐν τῷ οἴκῳ σου· διὰ γὰρ τὰς ἐκείνων ἁμαρτίας καὶ ἀνομήματα σὺ κατεφθάρης ἀπὸ τῶν βιωτικῶν πράξεων. 2 ἀλλ’ ἡ πολυσπλαγχνία τοῦ κυρίου ἠλέησέν σε καὶ τὸν οἶκόν σου καὶ ἰσχυροποιήσει σε καὶ θεμελιώσει σε ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ. σὺ μόνον μὴ ῥᾳθυμήσῃς, ἀλλὰ εὐψύχει καὶ ἰσχυροποίει σου τὸν οἶκον. ὡς γὰρ ὁ χαλκεὺς σφυροκοῶν τὸ ἔργον αὐτοῦ περιγίνεται τοῦ πράγματος οὗ θέλει, οὕτω καὶ ὁ λόγος ὁ καθημερινὸς ὁ δίκαιος περιγίνεται πάσης πονηρίας. μὴ διαλίπῃς οὖν νουθετῶν σου τὰ τέκνα. οἶδα γάρ, ὅτι, ἐὰν μετανοήσουσιν ἐξ ὅλης καρδίας αὐτῶν, ἐνγραφήσονται εἰς τὰς βίβλους τῆς ζωῆς μετὰ τῶν ἁγίων. 3 μετὰ τὸ παῆναι αὐτῆς τὰ ῥήματα ταῦτα λέγει μοι· Θέλεις ἀκοῦσαί μου ἀναγινωσκούσης; λέγω κἀγώ· Θέλω, κυρία. λέγει μοι· Γενοῦ ἀκροατὴς καὶ ἄκουε τὰς δόξας τοῦ θεοῦ. ἤκουσα μεγάλως καὶ θαυμαστῶς, ὃ οὐκ ἴσχυσα μνημονεῦσαι· πάντα γὰρ τὰ ῥήματα ἔκφρικτα, ἃ οὐ δύναται ἄνθρωπος βαστάσαι. τὰ οὖν ἔσχατα ῥήματα ἐμνημόνευσα· ἦν γὰρ ἡμῖν σύμφορα καὶ ἥμερα· 4 Ἰδού, ὁ θεὸς τῶν δυνάμεων, ὃ ἀγαπῶ, δυνάμει κραταιᾷ καὶ τῇ μεγάλῃ συνέσει αὐτοῦ κτίσας τὸν κόσνον καὶ τῇ ἐνδόξῳ βουλῇ περιθεὶς τὴν εὐπρέπειαν τῇ κτίσει αὐτοῦ καὶ τῷ ἰσχυρῷ ῥήματι πήξας τὸν οὐρανὸν καὶ θεμελώσας τὴν γῆν ἐπὶ ὑδάτων καὶ τῇ ἰδίᾳ σοφίᾳ καὶ προνοίᾳ κτίσας τὴν ἁγίαν ἐκκλησίαν αὐτοῦ, ἣν καὶ ηὐλόγησεν, ἰδού, μεθιστάνει τοὺς οὐρανούς, καὶ τὰ ὄρη καὶ τοὺς βουνοὺς καὶ τὰς θαλάσσας, καὶ πάντα ὁμαλὰ γίνεται τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ, ἵνα ἀποδῷ αὐτοῖς τὴν ἐπαγγελίαν, ἣν ἐπηγγείλατο μετὰ πολλῆς δόξης καὶ χαρᾶς, ἐὰν τηρήσωσιν τὰ νόμιμα τοῦ θεοῦ, ἃ παρέλαβον ἐν μεγάλῃ πίστει. Ὅτε οὖν ἐτέλεσεν ἀναγινώσκουσα καὶ ἠγέρθη ἀπὸ τῆς καθέδρας, ἦλθαν τέσσαρες νεανίαι καὶ ἦραν τὴν καθέδραν καὶ ἀπῆλθον πρὸς τὴν ἀνατολήν. 2 προσκαλεῖται δέ με καὶ ἥψατο τοῦ στήθους μου καὶ λέγει μοι· Ἤρεσέν σοι ἡ ἀνάγνωσίς μου; καὶ λέγω αὐτῇ· Κυρία, ταῦτά μοι τὰ ἔσχατα ἀρέσκει, τὰ δὲ πρῶτα χαλεπὰ καὶ σκληρά. ἡ δὲ ἔφη μοι λέγουσα· Ταῦτα τὰ ἔσχατα τοῖς ἀποστάταις. 3 λαλούσης αὐτῆς μετ’ ἐμοῦ δύο τινὲς ἄνδρες ἐφάνησαν καὶ ἦραν αὐτῆς μετ’ ἐμοῦ δύο τινὲς ἄνδρες ἐφάνησαν καὶ ἦραν αὐτὴν τῶν ἀγκώνων καὶ ἀπῆλθαν, ὅπου και ἡ καθέδρα, πρὸς τὴν ἀνατολήν. ἱλαρὰ δὲ ἀπῆλθεν καὶ ὑπάγουσα λέγει μοι· Ἀνδρίζου, Ἑρμᾶ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Receive all updates via Facebook. Just Click the Like Button Below

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΜΗ