Σταυροφορίες: Η Προδοσία του 1204


Eugène Ferdinand Victor Delacroix

Την άνοιξη του 1203, όταν οι σταυροφόροι μετά την κατάκτηση της Ζάρας (σημερινό Ζαντάρ) βρεθήκαν σε παρόμοια κατάσταση με εκείνην της Βενετίας περίπου ένα χρόνο πριν, ότι δηλαδή δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους προς τους Ενετούς, η λύση που δόθηκε φάνηκε σαν από μηχανής θεός. Στην πραγματικότητα όμως ήταν πολύ καλά προετοιμασμένη. Όταν ο Ενρίκο Ντάντολο πρότεινε την πλεύση προς την Κων/πολη με την προϋπόθεση να υπάρχει ουσιαστικός λόγος, τον λόγο αυτό προσέφερε αμέσως ο Βονιφάτιος του Μονφερράτ. Ήδη από την επίσκεψή του το χειμώνα του 1201-1202 στον Φίλιππο της Σουαβίας, όπου έγιναν κοινά σχέδια με τον Αλέξιο Δ΄, ήταν προετοιμασμένος για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Το σχέδιο ήταν απλό, η αποκατάσταση του Αλεξίου Δ΄, του υιού του Ισαακίου Β΄, ο οποίος είχε εκθρονιστεί και τυφλωθεί από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄, στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κων/πόλεως. Αυτός ήταν ο ουσιαστικός λόγος, τον οποίο αναζητούσε ο Ντάντολο. Για να γίνει πιο ελκυστικό ακόμα το εγχείρημα, ο Αλἐξιος Δ΄ υποσχέθηκε αρχικά για την εξυπηρέτηση αυτή να υπάγει όλη την αυτοκρατορία του στην πνευματική κυριαρχία της Ρώμης. Επίσης υποσχέθηκε την καταβολή 200.000 Κολωνικών Μάρκων Αργύρου (1 μάρκο = 234 γραμμάρια), και την παροχή 10.000 στρατιωτών για τη συνέχιση της σταυροφορίας.[1]

Το πρώτο μέρος της υπόσχεσης του Αλεξίου σύμφωνα με το σχέδιο του Ντάντολο και του Βονιφατίου θα ικανοποιούσε τον Πάπα και το δεύτερο μέρος, τα χρήματα και η στρατιωτική βοήθεια, θα ικανοποιούσε τους σταυροφόρους. Με μια τέτοια προσφορά που έλυνε όλες τις οικονομικές δεσμεύσεις των σταυροφόρων προς την Βενετία, ώστε έπειτα από την Κων/πολη να συνεχίζουν τη σταυροφορία τους και μάλιστα με την ενίσχυση του στρατού του Αλεξίου, ποιος μπορούσε να έχει αντίρρηση ακόμα; Εκτός από λίγες εξαιρέσεις όλοι συμφώνησαν. Συμφώνησε και ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄. Μεγάλος διπλωμάτης όπως ήταν, έθεσε όμως έναν βασικό όρο, να μη γίνει άλλη επίθεση εναντίον χριστιανών εκτός εάν εμπόδιζαν έμπρακτα τον Ιερό Πόλεμο[2]. Με τον τρόπο αυτό ο Ιννοκέντιος εξασφάλισε εκ των προτέρων να αποσυνδέσει το όνομά του και την Εκκλησία της οποίας εκείνος ηγείτο από κάθε δυνητική εμπλοκή σε κατάκτηση, ιεροσυλίες, λεηλασίες, σφαγές κ.ά. χριστιανικού πληθυσμού και πολιτισμού.

Έμεινε μόνο να περιμένουν τον Αλέξιο, ο οποίος έφθασε τον Απρίλιο από την Γερμανία, όπου είχε διαμείνει στην αυλή του Φιλίππου της Σουαβίας. Στην Κέρκυρα οι υποσχέσεις του Αλεξίου επικυρώθηκαν με επίσημη συμφωνία. Από εκεί στις 25 Μαΐου συνέχισε ο στόλος το ταξίδι του προς την Κων/πολη, όπου έφθασαν στις 24 Ιουνίου χωρίς να συναντήσουν κανένα εμπόδιο. Ο Αλέξιος Γ΄, όπως φαίνεται εμπιστευόταν τα τείχη της Πόλεως, η οποία επί 900 χρόνια είχαν αντέξει σε κάθε εχθρό. Μετά την κατάκτηση του Γαλατά και το σπάσιμο της αλυσίδας, η οποία εμπόδισε την ελεύθερη είσοδο στον Κεράτιο Κόλπο, μπορούσε να ξεκινήσει η επίθεση στα τείχη από την πλευρά του Κερατίου όπου ήταν πιο χαμηλά. Όντως κατάφεραν να επικρατήσουν σε ένα σημείο των τειχών. Όταν το πληροφορήθηκε ο Αλέξιος Γ΄ εγκατάλειψε τη πόλη φορτωμένος με πολύτιμους λίθους. Μετά τη φυγή του Αυτοκράτορα η άμυνα της πόλεως κατέρρευσε. Οι κυβερνητικοί υπάλληλοι φρόντισαν να απελευθερώσουν τον Ισαάκιο από την φυλακή και τον τοποθετήσουν πάλι στον θρόνο, διαμηνύοντας στους σταυροφόρους ότι δεν υπάρχει πλέον λόγος για τη συνέχιση της επίθεσης[3].

Όντως επιτεύχθηκε συμφωνία με τον όρο της στέψης του Αλεξίου σε συναυτοκράτορα και την αναγνώριση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει εκείνος έναντι των σταυροφόρων. Μετά τη στέψη του Αλεξίου, την 1η Αυγούστου, γινόταν φανερό ότι δεν μπορούσε να κάνει πράξη τη συμφωνία που είχε συνάψει με τους σταυροφόρους. Ούτε χρήματα υπήρχαν στο κρατικό ταμείο, ούτε πολύ περισσότερο μπορούσε να επιβάλει την υποταγή της Εκκλησίας στον Πάπα και την επικράτηση των λατινικών εθίμων. Οι νέοι φόροι που επέβαλε ο Αλέξιος, η κατάσχεση μεγάλων ποσοτήτων αργύρου της Εκκλησίας για την πληρωμή των Ενετών, η υπεροπτική εμφάνιση των σταυροφόρων στους δρόμους, οι ληστείες που έκαναν έξω από την Κων/πολη στα τριγύρω χωριά και η πυρπόληση τζαμιού, που είχε κτιστεί για μουσουλμάνους εμπόρους, εκ μέρους Γάλλων σταυροφόρων, η οποία επεκτάθηκε σε ολόκληρο τμήμα της πόλης οδήγησε σε όλο και πιο ανυπόφορο κλίμα μέσα στην πόλη απέναντι στους Λατίνους και τον Αλέξιο. Τελικά τον Φεβρουάριο του 1203 ο Αλέξιος μετά από εξέγερση του λαού διώχθηκε από το θρόνο, δολοφονήθηκε και την θέση του κατέλαβε ως Αλέξιος Ε΄ Δούκας ο λεγόμενος Μούρτζουφλος, γαμπρός του Αλεξίου Γ΄, ένας δυναμικός άνδρας. Με το πρόσωπό του κάτι φάνηκε πάλι από τον παλαιό δυναμισμό των αυτοκρατόρων. Με την ύψωση των τειχών προς τον κεράτιο κόλπο και γενικά με όλα τα μέτρα που έλαβε για να προετοιμάσει την πόλη εναντίον της επίθεσης των σταυροφόρων κέρδισε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό του λαού. Το χρονικό περιθώριο όμως που είχε ήταν πολύ σύντομο και εξάλλου τις ενέργειές του υπέσκαπταν οι αξιωματούχοι, οι πλούσιοι και οι έμποροι, τους οποίους φορολογούσε προκειμένου να κάνει τα έργα αυτά. Αυτοί προτιμούσαν την παράδοση στους Φράγκους και Ενετούς και τον Βονιφάτιο, τον αρχηγό της σταυροφορίας, ως αυτοκράτορα[4].

Όπως τονίσαμε όμως ήδη, ο χρόνος προετοιμασίας ήταν ελάχιστός, επειδή οι σταυροφόροι, μόλις έμαθαν για την εκθρόνιση του Αλεξίου Δ΄, ετοιμάζονταν για την επίθεση. Ο νόμιμος γι’ αυτούς αυτοκράτορας είχε εκθρονιστεί και δολοφονηθεί. Η συμφωνία τους με τον Αλέξιο και κατ’ επέκταση με τους υπηκόους του που με τη στέψη τον έκαναν αυτοκράτορά τους είχαν ακυρωθεί. Επί πλέον τους εμψύχωσαν οι ιερείς λέγοντάς τους για τους χριστιανούς της Ανατολής, ότι είναι αιρετικοί, προδότες της πίστεως. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, ο οποίος συνέγραψε το πιο εκτενές χρονογράφημα για την κατάκτηση της Κων/πόλεως, παραθέτει τα παρακάτω λόγια των ιερέων: «Σας λέμε, ότι ο πόλεμος είναι νόμιμος και δίκαιος. Εάν έχετε τη σωστή διάθεση κατά την κατάκτηση αυτής της χώρας και την φέρετε κάτω από την κυριαρχία της Ρώμης, τότε όλοι εκείνοι από σας που θα αφήσουν τη ζωή τους ασφαλώς θα λάβουν την άφεση όλων των αμαρτιών τους από τον Πάπα»[5]. Τελικά στις 12 Απριλίου οι σταυροφόροι κατάφεραν να κυριαρχήσουν πρώτα σε δύο πύργους και έπειτα να ανοίξουν μια μικρή πόρτα στα τείχη προς τη θάλασσα και έπειτα μια μεγαλύτερη πύλη, ώστε σταυροφόροι να ξεχυθούν μέσα στην πόλη. 
 
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ernle Bradford, Der Verrat von 1204. Venezianer und Kreuzritter plündern Konstantinopel, Βερολίνο 1978, σσ. 34-35 και και Steven Runciman, Geschichte der Kreuzzüge, τόμ. 3, σσ. 119-120.

[2] Steven Runciman, όπ. παρ., σ. 121.

[3] Steven Runciman, όπ. παρ., σσ. 121-123.

[4] Βλ. Steven Runciman, όπ. παρ., σσ. 124-125 και Ernle Bradford, όπ. παρ., σσ. 187-195.

[5] Βλ. σ. 56 της αγγλικής μετάφρασης του χρονικού του Βιλλεαρδουίνου με τίτλο «Memoirs or Chronicle of The Fourth Crusade and The Conquest of Constantinople» (http://sourcebooks.fordham.edu/halsall/basis/villehardouin.asp).

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him