Ὁ προβληματισμός, ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσουμε


ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-Πτυχιούχου Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Μεταπτυχιακοῦ Ἐφηρμοσμένης Παιδαγωγικῆς
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
- Ὑποψηφίου Διδάκτορος Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ


Πάντα ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, ὁ προβληματισμός, ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσουμε. Ὁ μῦθος τοῦ Ἡρακλῆ, «τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας» τὸ μαρτυρεῖ.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς πάλι ἀπεκάλυψε τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθή κανείς με τα ἐξής λόγια:

«εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν καὶ πολλοὶ οἱ εἰσερχόμενοι δι’ αὐτῆς» (Ματθ. ζ΄ 13).

Δηλαδή, προσπαθείστε νὰ μπῆτε στὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς διὰ τῆς στενῆς πύλης, ἀρνούμενοι τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή. Διότι εἶναι πλατειὰ ἡ θύρα καὶ εὐρύχωρος ὁ δρόμος ποὺ σὲ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ εἰσέρχονται σὲ αὐτήν. Καθαρώτατα λοιπόν το λέγει. Ἀλλὰ και ἀλλαχοῦ πάλι λέγει:
«ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιστ΄ 33). Δηλαδή, ἐγὼ μὲ τὴν νίκη μου αὐτὴ ἐξασφάλισα καὶ σὲ σᾶς τὸν θρίαμβο καὶ τὴν δόξα.

Ἀς δοῦμε αὐτάς τας δύο ὁδούς και ποῦ ὁδηγοῦν:



1. Ο Ηρακλής στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας

Προσπαθώντας να πείσει τον Αρίστιππο να είναι εγκρατής, ο Σωκράτης, ανάμεσα στα υπόλοιπα επιχειρήματα και τεκμήρια, αξιοποιεί τη γνωστή αφήγηση του Πρόδικου για τη συνάντηση του Ηρακλή με την Αρετή και την Κακία, απόσπασμα της οποίας ακολουθεί.

….

καὶ Πρόδικος δὲ ὁ σοφὸς ἐν τῷ συγγράμματι τῷ περὶ Ἡρακλέους, ὅπερ δὴ καὶ πλείστοις ἐπιδείκνυται, ὡσαύτως περὶ τῆς ἀρετῆς ἀποφαίνεται, ὧδέ πως λέγων, ὅσα ἐγὼ μέμνημαι.

Και ο Πρόδικος δε ο σοφός εις το σύγγραμμά του περί του Ηρακλέους, το οποίον δα και εις πάρα πολλούς επιδεικνύεται, ομοίως περί της αρετής αποφαίνεται, λέγων περίπου εξής, καθ' όσον εγώ ενθυμούμαι·

φησὶ γὰρ Ἡρακλέα, ἐπεὶ ἐκ παίδων εἰς ἥβην ὡρμᾶτο, ἐν ᾗ οἱ νέοι ἤδη αὐτοκράτορες γιγνόμενοι δηλοῦσιν εἴτε τὴν δι’ ἀρετῆς ὁδὸν τρέψονται ἐπὶ τὸν βίον εἴτε τὴν διὰ κακίας, ἐξελθόντα εἰς ἡσυχίαν καθῆσθαι ἀποροῦντα ποτέραν τῶν ὁδῶν τράπηται· καὶ φανῆναι αὐτῷ δύο γυναῖκας προσιέναι

λέγει δηλ. περί του Ηρακλέους, ότε εκ της παιδικής ηλικίας μετέβαινε πλήρης ορμής εις την εφηβικήν, εν τη οποία πλέον οι νέοι γενόμενοι αυτεξούσιοι φανερώνουν είτε αν θα τραπούν την οδόν που διά της αρετής φέρει εις τον βίον είτε την οδόν της κακίας, αφού εξήλθεν εις μέρος ήσυχον εκάθισεν απορών ποίαν εκ των δύο οδών να τραπή· και εφάνη εις αυτόν, ότι τον επλησίασαν δύο γυναίκες μεγάλας, επιβλητικαί,

τὴν μὲν ἑτέραν εὐπρεπῆ τε ἰδεῖν καὶ ἐλευθέριον φύσει, κεκοσμημένην τὸ μὲν σῶμα καθαρότητι, τὰ δὲ ὄμματα αἰδοῖ, τὸ δὲ σχῆμα σωφροσύνῃ, ἐσθῆτι δὲ λευκῇ, τὴν δ’ ἑτέραν τεθραμμένην μὲν εἰς πολυσαρκίαν τε καὶ ἁπαλότητα,

η μεν μία εκ των δύο ευπρεπής την όψιν και εκ φύσεως ευγενής, κοσμημένη κατά μεν το σώμα υπό καθαρότητος κατά δε τους οφθαλμούς υπό της αιδούς κατά δε την στάσιν υπό σωφροσύνης, με εσθήτα δε λευκήν, η δε άλλη καλοθρεμμένη, ώστε να είναι πολύσαρκος και μαλθακή,

κεκαλλωπισμένην δὲ τὸ μὲν χρῶμα ὥστε λευκοτέραν τε καὶ ἐρυθροτέραν τοῦ ὄντος δοκεῖν φαίνεσθαι, τὸ δὲ σχῆμα ὥστε δοκεῖν ὀρθοτέραν τῆς φύσεως εἶναι, τὰ δὲ ὄμματα ἔχειν ἀναπεπταμένα, ἐσθῆτα δὲ ἐξ ἧς ἂν μάλιστα ὥρα διαλάμποι· κατασκοπεῖσθαι δὲ θαμὰ ἑαυτήν, ἐπισκοπεῖν δὲ καὶ εἴ τις ἄλλος αὐτὴν θεᾶται, πολλάκις δὲ καὶ εἰς τὴν ἑαυτῆς σκιὰν ἀποβλέπειν.

καλλωπισμένη δε κατά μεν το χρώμα τοιουτοτρόπως, ώστε λευκοτέρα και ερυθροτέρα αφ' όσον ήτο πράγματι να φαίνεται, κατά δε την στάσιν τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται, ότι είναι υψηλοτέρα παρ' όσον ήτο εκ φύσεως, τους δε οφθαλμούς είχεν υψηλά, εσθήτα δε τοιαύτην έφερε διά μέσου της οποίας όσον το δυνατόν περισσότερον να διαλάμπη το νεανικόν της κάλλος· παρετήρει προσεκτικώς δε συχνά πέριξ αυτής, εξήταζε δε, και αν κανείς άλλος την έβλεπε, πολλές φορές δε έρριπτε βλέμματα και εις την σκιάν της.

ὡς δ’ ἐγένοντο πλησιαίτερον τοῦ Ἡρακλέους, τὴν μὲν πρόσθεν ῥηθεῖσαν ἰέναι τὸν αὐτὸν τρόπον, τὴν δ’ ἑτέραν φθάσαι βουλομένην προσδραμεῖν τῷ Ἡρακλεῖ καὶ εἰπεῖν·

Άμα δε έφθασαν πλησιέστερον του Ηρακλέους, εκείνη μεν, που είπαμε πρώτην, επροχώρει με το ίδιο βήμα, η δε άλλη, επειδή ήθελε να προλάβη, έτρεξεν εμπρός προς τον Ηρακλέα και είπε·

Ὁρῶ σε, ὦ Ἡράκλεις, ἀποροῦντα ποίαν ὁδὸν ἐπὶ τὸν βίον τράπῃ. ἐὰν οὖν ἐμὲ φίλην ποιησάμενος, [ἐπὶ] τὴν ἡδίστην τε καὶ ῥᾴστην ὁδὸν ἄξω σε, καὶ τῶν μὲν τερπνῶν οὐδενὸς ἄγευστος ἔσει, τῶν δὲ χαλεπῶν ἄπειρος διαβιώσῃ.

Σε βλέπω, ω Ηρακλή, ν'απορής ποίον δρόμον να λάβης διά την ζωήν σου. Εάν, λοιπόν, κάμης εμέ φίλην σου, θα σε οδηγήσω εις πλέον ευχάριστον και εύκολον δρόμον, και από μεν τα τερπνά κανέν δεν θα υπάρξη, που να μη το γευθής, χωρίς δε να δοκιμάσης δυσκολίας, θα περάσης όλην σου την ζωήν.

πρῶτον μὲν γὰρ οὐ πολέμων οὐδὲ πραγμάτων φροντιεῖς, ἀλλὰ σκοπούμενος †διέσῃ τί ἂν κεχαρισμένον ἢ σιτίον ἢ ποτὸν εὕροις, ἢ τί ἂν ἰδὼν ἢ ἀκούσας τερφθείης ἢ τίνων ὀσφραινόμενος ἢ ἁπτόμενος, τίσι δὲ παιδικοῖς ὁμιλῶν μάλιστ’ ἂν εὐφρανθείης, καὶ πῶς ἂν μαλακώτατα καθεύδοις, καὶ πῶς ἂν ἀπονώτατα τούτων πάντων τυγχάνοις.

Διότι πρώτον μεν ούτε διά πολέμους ούτε δι' ενοχλήσεις θα φροντίζης, αλλά θα διάγης αναζητών τι ευχάριστον ή τρόφιμον ή ποτόν δύνασαι να εύρης ή, τι, αφού ιδής ή ακούσης, θέλεις αισθανθή τέρψιν, ή ποία πράγματα οσφραινόμενος ή εγγίζων θέλεις ευχαριστηθή, με ποία δε παιδιά συναναστρεφόμενος ερωτικώς περισσότερον θέλεις ευφρανθή και με ποίον τρόπον θα κοιμάσαι μαλακώτατα και με ποίον τρόπον εντελώς άνευ κόπου όλα αυτά θέλεις επιτυγχάνει.

ἐὰν δέ ποτε γένηταί τις ὑποψία σπάνεως ἀφ’ ὧν ἔσται ταῦτα, οὐ φόβος μή σε ἀγάγω ἐπὶ τὸ πονοῦντα καὶ ταλαιπωροῦντα τῷ σώματι καὶ τῇ ψυχῇ ταῦτα πορίζεσθαι, ἀλλ’ οἷς ἂν οἱ ἄλλοι ἐργάζωνται, τούτοις σὺ χρήσῃ, οὐδενὸς ἀπεχόμενος ὅθεν ἂν δυνατὸν ᾖ τι κερδᾶναι. πανταχόθεν γὰρ ὠφελεῖσθαι τοῖς ἐμοὶ συνοῦσιν ἐξουσίαν ἐγὼ παρέχω.

Εάν δε κάποτε υπάρξη υπόνοια περί ελλείψεως όλων των μέσων, εξ αιτίας των οποίων θα έχης ταύτα τα αγαθά, δεν υπάρχει φόβος μήπως σε οδηγήσω εις το να εξοικονομής ταύτα κοπιάζων και ταλαιπωρούμενος και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν, αλλ' όσα οι άλλοι εργάζονται, ταύτα εσύ θα χρησιμοποιής χωρίς να απέχης από τίποτε, από το οποίον θα ήτο δυνατόν να κερδίσης κάτι. Διότι εγώ παρέχω εις τους μαθητάς μου την δύναμιν από παντού να ωφελούνται.

καὶ ὁ Ἡρακλῆς ἀκούσας ταῦτα, Ὦ γύναι, ἔφη, ὄνομα δέ σοι τί ἐστιν; ἡ δέ, Οἱ μὲν ἐμοὶ φίλοι, ἔφη, καλοῦσί με Εὐδαιμονίαν, οἱ δὲ μισοῦντές με ὑποκοριζόμενοι ὀνομάζουσι Κακίαν.

Και ο Ηρακλής, αφού τα ήκουσεν αυτά· Ω γυναίκα, είπε, αλλά ποίον είναι το όνομά σου; ―Οι μεν ιδικοί μου φίλοι, είπε, με ονομάζουν Ευδαιμονίαν, εκείνοι δε, που με μισούν, με ονομάζουν Κακίαν.

καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἑτέρα γυνὴ προσελθοῦσα εἶπε· Καὶ ἐγὼ ἥκω πρὸς σέ, ὦ Ἡράκλεις, εἰδυῖα τοὺς γεννήσαντάς σε καὶ τὴν φύσιν τὴν σὴν ἐν τῇ παιδείᾳ καταμαθοῦσα, ἐξ ὧν ἐλπίζω, εἰ τὴν πρὸς ἐμὲ ὁδὸν τράποιο, σφόδρ’ ἄν σε τῶν καλῶν καὶ σεμνῶν ἀγαθὸν ἐργάτην γενέσθαι καὶ ἐμὲ ἔτι πολὺ ἐντιμοτέραν καὶ ἐπ’ ἀγαθοῖς διαπρεπεστέραν φανῆναι. οὐκ ἐξαπατήσω δέ σε προοιμίοις ἡδονῆς, ἀλλ’ ᾗπερ οἱ θεοὶ διέθεσαν τὰ ὄντα διηγήσομαι μετ’ ἀληθείας.

Και εν τω μεταξύ η άλλη γυνή πλησιάσασα είπε· και εγώ ήλθα προς σε, ω Ηρακλή, επειδή ηξεύρω και εκείνους, που σ' εγέννησαν και ενόησα εντελώς την ευφυίαν σου εις την μάθησιν και εξ αυτών σχηματίζω την ελπίδα, ότι, εάν τραπής τον προς το μέρος μου δρόμον, θα γίνης πάρα πολύ καλός εργάτης των καλών και σεμνών έργων και εγώ ακόμη περισσότερον εντιμοτέρα και διαπρεπεστέρα θα αναδειχθώ διά τας αγαθάς πράξεις σου. Δεν θα σε εξαπατήσω δε με προοίμια ευχάριστα, αλλά καθώς οι θεοί διέταξαν τα πράγματα, θα τα διηγηθώ με αλήθειαν.

τῶν γὰρ ὄντων ἀγαθῶν καὶ καλῶν οὐδὲν ἄνευ πόνου καὶ ἐπιμελείας θεοὶ διδόασιν ἀνθρώποις, ἀλλ’ εἴτε τοὺς θεοὺς ἵλεως εἶναί σοι βούλει, θεραπευτέον τοὺς θεούς, εἴτε ὑπὸ φίλων ἐθέλεις ἀγαπᾶσθαι, τοὺς φίλους εὐεργετητέον, εἴτε ὑπό τινος πόλεως ἐπιθυμεῖς τιμᾶσθαι,

Διότι από τα πραγματικώς αγαθά και καλά τίποτε οι θεοί δεν δίδουν άνευ κόπου και φροντίδος εις τους ανθρώπους, αλλ' εάν θέλης να σου είναι ευσπλαχνικοί οι θεοί, πρέπει να τους τιμάς, εάν θέλης υπό των φίλων να αγαπάσαι, πρέπει να ευεργετής τους φίλους, εάν επιθυμής να τιμάσαι από καμμίαν πόλιν,

τὴν πόλιν ὠφελητέον, εἴτε ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος πάσης ἀξιοῖς ἐπ’ ἀρετῇ θαυμάζεσθαι, τὴν Ἑλλάδα πειρατέον εὖ ποιεῖν, εἴτε γῆν βούλει σοι καρποὺς ἀφθόνους φέρειν, τὴν γῆν θεραπευτέον, εἴτε ἀπὸ βοσκημάτων οἴει δεῖν πλουτίζεσθαι, τῶν βοσκημάτων ἐπιμελητέον, εἴτε διὰ πολέμου ὁρμᾷς αὔξεσθαι καὶ βούλει δύνασθαι τούς τε φίλους ἐλευθεροῦν καὶ τοὺς ἐχθροὺς χειροῦσθαι, τὰς πολεμικὰς τέχνας αὐτάς τε παρὰ τῶν ἐπισταμένων μαθητέον καὶ ὅπως αὐταῖς δεῖ χρῆσθαι ἀσκητέον·

πρέπει να ωφελήσης την πόλιν, εάν από όλην την Ελλάδα έχεις την αξίωσιν να θαυμάζεσαι διά την αρετήν σου, πρέπει να προσπαθής να ευεργετής την Ελλάδα, και εάν θέλης η γη να σου δίνη καρπούς αφθόνους, πρέπει να καλλιεργής την γην, και εάν νομίζης, ότι πρέπει να πλουτίζης από βοσκήματα, πρέπει να περιποιήσαι τα βοσκήματα, και εάν διά πολέμου έχης ορμήν να μεγαλυνθής και θέλεις να ημπορής και τους φίλους να ελευθερώνης και τους εχθρούς να υποτάσσης, πρέπει και αυτάς τας πολεμικάς τέχνας να μάθης από εκείνους που τας ηξεύρουν καλώς και πρέπει να ασκήσαι πώς να τας χρησιμοποιής·

εἰ δὲ καὶ τῷ σώματι βούλει δυνατὸς εἶναι, τῇ γνώμῃ ὑπηρετεῖν ἐθιστέον τὸ σῶμα καὶ γυμναστέον σὺν πόνοις καὶ ἱδρῶτι. καὶ ἡ Κακία ὑπολαβοῦσα εἶπεν, ὥς φησι Πρόδικος·

εάν δε θέλης και κατά το σώμα να είσαι δυνατός πρέπει να συνηθίσης το σώμα να υπηρετή εις την σκέψιν και να το γυμνάσης με κόπους και ιδρώτα. Και η Κακία λαμβάνουσα τον λόγον, είπε, καθώς λέγει ο Πρόδικος·

Ἐννοεῖς, ὦ Ἡράκλεις, ὡς χαλεπὴν καὶ μακρὰν ὁδὸν ἐπὶ τὰς εὐφροσύνας ἡ γυνή σοι αὕτη διηγεῖται; ἐγὼ δὲ ῥᾳδίαν καὶ βραχεῖαν ὁδὸν ἐπὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἄξω σε.

Εννοείς, ω Ηρακλή, ότι η γυνή αυτή σου διηγείται δρόμον διά τας ευφροσύνας δύσκολον και μακρόν; Εγώ δε θα σε οδηγήσω εις την ευδαιμονίαν με δρόμον εύκολον και σύντομον.

ΞΕΝ Απομν 2.1.21–2.1.29
Μτφρ. Κ. Βάρναλης. [1939] χ.χ. Ξενοφών. Απομνημονεύματα. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.


2. Εὐεργετινός


Ποιὸ δρόμο λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσω; Ἕνας γέροντας ἀσκητής, διαβάζουμε στὸν Εὐεργετινό, διηγήθηκε τὴν ἑξῆς ἱστορία.

"Ζοῦσε κάποτε μία μοναχή, ἡ ὁποία εἶχε προκόψει στὴν ἀρετή. Τὴν ρώτησε λοιπὸν ὁ ἀσκητὴς γιὰ ποιὸ λόγο ἀνεχώρησε ἐκ τοῦ κόσμου. Καὶ αὐτὴ εἶπε: «Ὅταν ἤμουν μικρή, θυμοῦμαι ὅτι ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας πολὺ καλὸς ἄνθρωπος, μαλακός, ἀρρωστιάρης, πολὺ καιρὸ ἦταν στὸ κρεββάτι, ἦταν ἁπλὸς καὶ καλλιεργοῦσε τὰ κτήματα. Ἦταν τόσο ὀλιγομίλητος, ὥστε τὸν περνοῦσαν γιὰ μουγγό.

Ἐντελῶς ἀντίθετη ἡ μητέρα μου. Ἦταν φιλοπερίεργη, ἀργόσχολη, φλύαρη, φιλόνικη, πολυέξοδη καὶ διεφθαρμένη. Παρ’ ὅτι ζοῦσε τέτοια ζωή, οὐδέποτε ἀρρώστησε οὔτε κἄν πόνεσε λιγάκι, ἦταν τελείως ὑγιής κατὰ τὸ σῶμα.

Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας μου, σηκώθηκε τόσος φοβερὸς ἀέρας, ποὺ ἐσείετο ὅλος ὁ τόπος. Ἀστραπές, βροντές, βροχὴ ραγδαία καὶ ἀσταμάτητη, ὥστε δὲν μπορούσαμε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες νὰ τὸν κηδεύσουμε. Οἱ χωριανοὶ ἀναρωτήθηκαν τὶ κακὸ ἔχει κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὥστε ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸν θάψουν.

Ἀπὸ τότε ἡ μητέρα μου ζοῦσε ἐλεύθερη πλέον, μὲ περισσότερη ἀσωτία καὶ ἐπιδόθηκε μὲ ἀναίδεια στὰ ὄργια. Τόσο ἀποθρασύνθηκε, ὥστε μετέτρεψε τὸ σπίτι σὲ πορνεῖο. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀπέθανε καὶ αὐτή, ἔγινε τέτοια ἐπιβλητικὴ καὶ λαμπρὴ κηδεία, ὥστε θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ φύση τὴν βοηθοῦσε.

Ἐμένα τότε, ἀφοῦ ἤδη εἶχα περάσει τὴν παιδικὴ ἡλικία, μοῦ ἦλθε μία σκέψη. Ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσω;

- Νὰ προτιμήσω τοῦ πατέρα μου; Μὰ αὐτὸν παρ’ ὅτι ἦταν ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἦταν τόσο κατατρεγμένος ποὺ οὔτε νὰ τὸν ἐνταφιάσουν δὲν μποροῦσαν.

- Νὰ προτιμήσω τῆς μητέρας μου; Αὐτὴ γλέντησε καὶ ἀπήλαυσε τὴν ζωή της, ἦταν ὑγιὴς καὶ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή, τόσο ὡραῖα, ποὺ θὰ ζήλευαν πολλοί.

Σκέφθηκα λοιπὸν νὰ ἀκολουθήσω τὴν ζωὴ τῆς μητέρας μου. Ἔχοντας πάρει λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀπόφαση, μιὰ νύκτα, ἔπεσα νὰ κοιμηθῶ. Τότε μοῦ παρουσιάζεται ἕνας ἄνθρωπος τεραστίων διαστάσεων, καὶ μὲ ρώτησε μὲ ὀργὴ καὶ ἄγριο βλέμμα.

Πές μου, ποιὸ δρόμο διάλεξες; Ἐγὼ τόσο πολὺ τρόμαξα, ποὺ οὔτε νὰ τὸν δῶ δὲν μποροῦσα.

Μὲ ξαναρώτησε πάλι μὲ αὐστηρὸ ὕφος.

- Πὲς λοιπόν, τί ἀποφασίζεις;

Καθὼς μὲ εἶδε νὰ ἔχω παραλύσει ἀπὸ τὸν φόβο μου, μοῦ θύμισε μὲ λεπτομέρεια τί εἶχα σκεφθῆ.

Ἐγὼ μόλις συνῆλθα λίγο, ἄρχισα νὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρέση. Τότε ἐκεῖνος ἀφοῦ μαλάκωσε λιγάκι μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μοῦ εἶπε.

-Ἔλα νὰ δῆς ποὺ εὑρίσκονται ὁ πατέρας σου καὶ ἡ μητέρα σου. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα διάλεξε ποιὸ δρόμο θὰ ἀκολουθήσης.

Μὲ ἐπῆρε λοιπὸν καὶ μὲ ὡδήγησε σὲ ἕνα ἀπέραντο κῆπο, ὅπου ἦσαν φυτευμένα διάφορα ὡραῖα δένδρα, πανέμορφα, γεμάτα ἀπὸ διάφορους ὄμορφους καρπούς. Ἐκεῖ καθὼς βαδίζαμε μὲ συναντᾶ ὁ πατέρας μου!

Ἐγὼ τότε τὸν ἀγκάλιασα μὲ χαρὰ καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ μείνω κοντά του. Ὁ πατέρας μου τότε μὲ γλυκύτητα μοῦ ἀπαντᾶ.

- Τώρα, παιδί μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη αὐτό. Ἐὰν ὅμως θελήσης νὰ ἀκολουθήσης τὸν δικό μου τρόπο ζωῆς, δὲν θὰ περάσῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ ἔλθης καὶ σὺ ἐδῶ.

Καθὼς παρακαλοῦσα τὸν πατέρα μου, μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι ὁ Ἄγγελος ποὺ μὲ συνώδευσε καὶ μοῦ λέγει.

- Ἔλα νὰ δῆς τώρα καὶ τὴν μητέρα σου, γιὰ νὰ πληροφορηθῆς ἀπὸ τὰ ἴδια πράγματα ποιὸ δρόμο σὲ συμφέρει νὰ ἀκολουθήσης.

Ἀφοῦ λοιπὸν μὲ ὡδήγησε σὲ ἕνα κατασκότεινο τόπο, ἀπὸ ὅπου μεγάλη ταραχὴ καὶ βογγητὰ ἀκούγονταν, μοῦ δείχνει ἕνα ἀναμμένο καμίνι, τοῦ ὁποίου κάθε τόσο δυνάμωνε ἡ φωτιὰ καὶ ἔβραζε, ἐνῶ ἔξω ἀπὸ τὸ καμίνι στεκόντουσαν μερικοὶ ἀπαίσιοι καὶ φοβεροὶ στὴν ὄψη.

Καθὼς κοιτοῦσα φοβισμένη τὸν φοβερὸ ἐκεῖνο τόπο τῶν βασάνων, βλέπω τὴν μητέρα μου, βυθισμένη μέχρι τὸ λαιμὸ μέσα στὴν φλογισμένη κάμινο καὶ ἀναρίθμητα σκουλήκια νὰ τὴν κατατρώγουν ἀπὸ παντοῦ. Ἔτρεμε ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὴν φρίκη, ἐνῶ κτυποῦσαν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια της.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἀπεφάσισα πλέον ὁριστικὰ νὰ ζήσω ὅπως ὁ πατέρας μου, τοῦ ὁποίου τὸν βίο ἐζήλωσα. "




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him