Υποτακτική του ελλόγως προσδοκωμένου και ελπιζομένου



ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-Πτυχιούχου Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-Μεταπτυχιακοῦ Ἐφηρμοσμένης Παιδαγωγικῆς
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
- Ὑποψήφιου Διδάκτορος Κλασσικῆς Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΕΡΜΗΣ
Υποτακτική του ελλόγως προσδοκωμένου και ελπιζομένου

Παρατηρητέον υφ’ ημών των φιλολόγων, ότι αι υποτακτικαί, ηγουμένων ιστορικών χρόνων (όταν προηγήται ρηματικός τύπος ιστορικού χρόνου) συμβαίνει να είναι πλειότεραι των ευκτικών εις τας τελικάς προτάσεις.

Πότε όμως διατηρείται η Υποτακτική και δεν τρέπεται αύτη εις Ευκτικήν του Πλαγίου Λόγου; Διότι ως γνωστόν η Ευκτική του Πλαγίου Λόγου προέρχεται:

· ή Από απλή Οριστική
· Ή από Υποτακτική με ή χωρίς το «ἂν»

Και δια μεν την οριστική γνωρίζομεν πάλιν το ότι πολλάκις μετά από ρηματικόν τύπον εξαρτήσεως ιστορικού χρόνου διατηρείται αυτή ίνα τονίση εντονωτέρως την θετικήν προσδοκίαν που έχει η έγκλισις εκ φύσεως. Τότε το περιεχόμενον της δευτερευούσης δεν μετατίθεται στο παρελθόν αλλά διαρκεί στο παρόν.

Όταν όμως διατηρείται η Υποτακτική; Τότε τι διδάσκομε; Ας ίδωμεν ένα μικρόν παράδειγμα. Στον Κρίτωνα του Πλάτωνος ευρίσκουμε το εξής:

· Καί ἐπίτηδες σε οὐκ ἤγειρον, ἵνα ἥδιστα διάγῃς
(= και επίτηδες δεν σε ξύπνησα (προηγουμένως που ήρθε), για να περνάς τον καιρό σου πιο ευχάριστα)


Ενθάδε συνήθως διδάσκουμε ότι η τελική πρόταση μπορεί και μετά από ιστορικό χρόνο να εκφέρεται όχι με ευκτική του πλαγίου λόγου, αλλά με υποτακτική κανονικά. Αυτό γίνεται – λέμε - ή λόγω έλξης από κάποια άλλη υποτακτική ή όταν ο σκοπός έχει τεθεί μεν στο παρελθόν, αλλά έχει ισχύ όμως και στο παρόν του ομιλητή και στο μέλλον του ομιλητή. (ο σκοπός για τον οποίο δηλ. δεν τον ξύπνησε ισχύει ακόμα και τώρα και αυτός θα είναι ο σκοπός του και στο μέλλον). Άλλως η τελική πρότασις που εξαρτάται από ιστορικόν χρόνον εκφέρεται με υποτακτικήν όταν η πράξις, ήτις εκφράζει η εξάρτησις τοποθετείται στο παρελθόν, ο σκοπός όμως ή η ενέργεια αυτής διαρκεί κι επεκτείνεται και στο παρόν ή και στο μέλλον ή είναι πράξις που έχει ισχύν σε κάθε χρονική στιγμή!!!

Υπολανθάνω ότι μια τοιαύτη εξήγησις δεν είναι ορθή. Εις το συγκεκριμένον ανωτέρω παράδειγμα, ο Κρίτων δεν εξύπνησεν τον Σωκράτη, διότι είχεν σκοπόν να τον αφήση να διάγη εν ευτυχία. Ούτος ο σκοπός όμως συνεχίζει και μέχρι το παρόν που ο Σωκράτης εξύπνησεν; Τουτέστιν εννοεί ο συγγραφεύς, ότι ο σκοπός του Κρίτωνος έχει ισχύν δια παντός; Σκοπός του Κρίτωνος από αγάπη προς τον Σωκράτη είναι να βλέπη αυτόν να διάγη εν ευδαιμονία ες αεί τούτου καθεύδοντος;

Καλυτέρα εξήγησις είναι ετέρα τινά. Εις τελικάς προτάσεις που εξαρτώνται από χρόνον ιστορικόν και συνδέονται μεταξύ των παρατακτικώς, είναι δυνατόν να παρατηρείται εναλλαγή εγκλίσεων, ήτοι υποτακτικής και ευκτικής του πλαγίου λόγου. Εις τοιαύτην περίπτωσιν η υποτακτική εκφράζει σκοπόν θετικώς προσδοκώμενον, εν ώ μετά της ευκτικής εκφράζεται αβεβαιότης δια την δυνατότητα πραγματοποιήσεως του ειρημένου σκοπού. Εις αυτήν πάλιν την περίπτωσιν η ευκτική δηλοί σκοπόν προτερόχρονον απ’ εκείνον της υποτακτικής. 

παράδειγμα:

«ναῦς οἱ Κορίνθιοι... ἐπλήρουν, ὃπως ναυμαχίας τε ἀποπειράσωσι και τάς ὁλκάδας αὐτών ἦσσον κωλύοιεν ἀπαίρειν»

Τω όντι η παρεμπόδισις του απόπλου εξαρτάται από την έκβασιν της ναυμαχίας και ενυπάρχει η αβεβαιότης πραγματοποιήσεως τούτου.

Αυτάς τας δύο εξηγήσεις ενθυμούμαι να δίνονται δια την υποτακτικήν ύστερα από ρηματικόν τύπον ιστορικού χρόνου, εις τας τελικάς προτάσεις. Όμως και πάλι με βάσει τα δύο ανωτέρω παραδείγματα υπάρχουν ενστάσεις. Δια την πρώτην μιλήσαμε ήδη. Ο σκοπός συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν και το μέλλον; Η δεύτερη ένστασις που προκύπτει από το δεύτερο παράδειγμά μας είναι ότι μιλάμε για τελικάς προτάσεις συνδεομένας κατά παράταξιν. Όμως στο πρώτο παραδειγμά μας δεν υπάρχει κατά παράταξιν σύνδεσις Υποτακτικών. Και στο δεύτερον παράδειγμά μας πουθενά δεν εμφαίνεται το προτερόχρονον της ευκτικής αλλά τουναντίον το υστερόχρονον.

Ας δούμε μια καλύτερη εξήγησιν της υπάρξεως υποτακτικής ύστερον από ρηματικούς τύπους ιστορικού χρόνου.

Το παράδειγμα από του Θουκ. Β, 3, 1 κ.ε:

[3.1] οἱ δὲ Πλαταιῆς ὡς ᾔσθοντο ἔνδον τε ὄντας τοὺς Θηβαίους καὶ ἐξαπιναίως κατειλημμένην τὴν πόλιν, καταδείσαντες καὶ νομίσαντες πολλῷ πλείους ἐσεληλυθέναι (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί) πρὸς ξύμβασιν ἐχώρησαν καὶ τοὺς λόγους δεξάμενοι ἡσύχαζον, ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ ἐς οὐδένα οὐδὲν ἐνεωτέριζον. πράσσοντες δέ πως ταῦτα κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους ὄντας καὶ ἐνόμισαν ἐπιθέμενοι ῥᾳδίως κρατήσειν· τῷ γὰρ πλήθει τῶν Πλαταιῶν οὐ βουλομένῳ ἦν τῶν Ἀθηναίων ἀφίστασθαι. ἐδόκει οὖν ἐπιχειρητέα εἶναι, καὶ ξυνελέγοντο[1] διορύσσοντες τοὺς κοινοὺς τοίχους παρ' ἀλλήλους[2], ὅπως μὴ διὰ τῶν ὁδῶν φανεροὶ ὦσιν ἰόντες, ἁμάξας τε ἄνευ τῶν ὑποζυγίων ἐς τὰς ὁδοὺς καθίστασαν, ἵνα ἀντὶ τείχους , καὶ τἆλλα ἐξήρτυον ᾗ ἕκαστον ἐφαίνετο πρὸς τὰ παρόντα ξύμφορον ἔσεσθαι. ἐπεὶ δὲ ὡς ἐκ τῶν δυνατῶν ἑτοῖμα ἦν, φυλάξαντες ἔτι νύκτα καὶ αὐτὸ τὸ περίορθρον ἐχώρουν ἐκ τῶν οἰκιῶν ἐπ' αὐτούς, ὅπως μὴ κατὰ φῶς θαρσαλεωτέροις οὖσι προσφέροιντο καὶ σφίσιν ἐκ τοῦ ἴσου γίγνωνται, ἀλλ' ἐν νυκτὶ φοβερώτεροι ὄντες ἥσσους ὦσι τῆς σφετέρας ἐμπειρίας τῆς κατὰ τὴν πόλιν. προσέβαλόν τε εὐθὺς καὶ ἐς χεῖρας ᾖσαν κατὰ τάχος.

Τους Πλαταιείς, ευθύς ως εννόησαν ότι οι Θηβαίοι είχαν εισέλθει ήδη και η πόλις ευρίσκετο εξ απροόπτου εις χείρας των, κατέλαβε πανικός, και νομίσαντες ότι οι εισελθόντες ήσαν πολύ περισσότεροι, διότι ένεκα της νυκτός δεν τους διέκριναν, απεφάσισαν να συνθηκολογήσουν, και αποδεχθέντες τας γενομένας δια του κήρυκος προτάσεις, έμεναν ήσυχοι, τόσον μάλλον καθόσον οι Θηβαίοι δεν μετεχειρίσθησαν βίαια μέτρα εναντίον κανενός. Αλλ' ενώ διεπραγματεύοντο όπως ημπορούσαν τους όρους της συνθηκολογίας, εννόησαν ότι οι Θηβαίοι ήσαν ολίγοι, και έκριναν ότι, αν τους επιτεθούν, θα τους καταβάλουν ευκόλως, διότι η πλειοψηφία των Πλαταιέων δεν επεθύμει ν' αποσπασθούν από τους Αθηναίους. Απεφάσισαν λοιπόν να επιχειρήσουν την επίθεσιν, και διατρυπώντες τους μεσοτοίχους, εσυγκεντρώνοντο εις εν και το αυτό μέρος, δια να μη γίνουν αντιληπτοί πορευόμενοι δια μέσου των οδών, ενώ συγχρόνως ετοποθέτουν αμάξας άνευ υποζυγίων εις τους δρόμους, δια να χρησιμεύσουν ως οδοφράγματα, και έλαβαν όσα άλλα μέτρα εφαίνοντο χρήσιμα εις την παρούσαν περίστασιν. Όταν δ' όλα ητοιμάσθησαν κατά το δυνατόν, επωφεληθέντες την ώραν της νυκτός, κατά την οποίαν επέκειτο η εμφάνισις της αυγής, ώρμησαν εκ των οικιών εναντίον των Θηβαίων, ίνα μη ως εκ του φωτός της ημέρας αντιταχθούν οι τελευταίοι θαρραλεώτερον κατά της επιθέσεώς των, και ευρεθούν υπό ίσους όρους με αυτούς, ενώ ως εκ του σκότους θα ήσαν δειλότεροι και θα εμειονέκτουν, ως μη γνωρίζοντες την τοπογραφίαν της πόλεως εξ ίσου καλώς όσον οι ίδιοι. Ως εκ τούτου, επετέθησαν κατ' αυτών αμέσως και ήλθαν εις χείρας χωρίς να χάνουν καιρόν.


Αι υποτακτικαί «ὦσι» και «» από τας προθέσεις «ὃπως» και «ἳνα» εις δήλωσιν τέλους εν τω παρελθόντι χρόνω.

Εντεύθεν εικάζομεν ότι ο γνωστός κανών, ότι αρχικού ηγουμένου τίθεται υποτακτική, ιστορικού δε ευκτική, κινδυνεύει να αποβή όλως εμπειρικός. Όπως ακριβώς είπομεν εις την αρχή του παρόντος. Αι υποτακτικαί ηγουμένων ιστορικών χρόνων (όταν προηγήται ρηματικός τύπος ιστορικού χρόνου) συμβαίνει να είναι πλειότεραι των ευκτικών εις τας τελικάς προτάσεις.

Το σπουδαιότερον όμως συναγόμενον εκ τούτου του παραδείγματος είναι το εξής… ότι η μεν υποτακτική τίθεται εις δήλωσιν σκοπού εν προσδοκία και ελπίδι, ήτοι του ελλόγως προσδοκωμένου και ελπιζομένου κατά την κρίσιν του διενεργούντος τα προς τον σκοπόν, η δε ευκτική εις δήλωσιν του έξω πάσης προσδοκίας και κατ’ ιδέαν απλήν, επομένως του ελλόγως μεν μη προσδοκωμένου δε, εις δε την άδηλον τύχην ανατιθεμένου.

Το είπαμε ενθάδε άλλως και κατά την άποψιν μου καλλίτερον από τα ανωτέρω ειρημένα ένθα μιλούσαμε δια εναλλαγή των εγκλίσεων, ήτοι υποτακτικής και ευκτικής μετά από ιστορικόν χρόνον. Εκεί είχομεν πεί ότι η υποτακτική εκφράζει σκοπόν θετικώς προσδοκώμενον. Ενθάδε τελειοποιήσαντες τούτο ομιλούμε δια έκφρασιν σκοπού ελλόγως προσδοκωμένου και ελπιζομένου. Ανωτέρω είχομεν ειπεί ότι η ευκτική εκφράζει αβεβαιότητα δια την δυνατότητα πραγματοποιήσεως του σκοπού. Ενθάδε πάλι τελειοποιήσαντες τούτο ομιλούμε δια έκφρασιν σκοπού ελλόγως μεν μη προσδοκωμένου δε. Ώστε η όποια διάκρισις μεταξύ υποτακτικής και ευκτικής δύναται να υπάρχει όχι μεταξύ του ελλόγου και αλόγου σκοπού, καθώσπερ και οι δύο εγκλίσεις εκφράζουν τον έλλογον σκοπόν, αλλά μεταξύ του προσδοκωμένου ή μη προσδοκωμένου, μεταξύ της μετά βεβαιότητος προσδοκίας ή της αβεβαιότητος.

Ας δούμε μερικά ακόμα παραδείγματα αρχής γενομένης με το παράδειγμα του Κρίτωνος που ήδη είδαμε, εκείνου του άνευ κατά παρατάξεως σύνδεσης δύο υποτακτικών:

Καί ἐπίτηδες σε οὐκ ἤγειρον, ἵνα ἥδιστα διάγῃς

Ενθάδε λοιπόν καθίσταται φανερόν ότι η ευκτική «διάγοις» δεν ήθελεν αρμόζει φυσικώ τω λόγω, εάν ο Κρίτων ελλόγως μεν ενόμιζεν ότι ο Σωκράτης καθεύδων διήγεν ως ἣδιστα, εδήλωνε δε χρησιμοποιών ευκτικήν όμως ότι έπραττεν τούτο πέραν πάσης προσδοκίας, θεωρών τυχαίως ίσως ότι ο Σωκράτης καθεύδων ήθελεν είναι εν ευδαίμονι καταστάσει. Τουναντίον συνέβη όμως. Δεν τον ξύπνησε επίτηδες διότι κατά την κρίσιν του ο Κρίτων εθεώρει βεβαιότατα ότι ο Σωκράτης καθεύδων διήγεν ως ἣδιστα.

Μετ’ απάντων τούτων θέλω να είπω ότι προκειμένου δια τελικάς προτάσεις που εξαρτώνται από ρηματικούς τύπους ιστορικού χρόνου η εκφορά αυτών με υποτακτικήν μίαν και μόνον εξήγησιν έχει, είτε πρόκειται όταν αυτή κείται μόνη της ή συνδέεται παρατακτικώς με ετέραν τελικήν πρότασιν και η εξήγησις είναι η δήλωσις του ελλόγως προσδοκωμένου / ελπιζομένου.

Φέρω και άλλα δύο παραδείγματα απ’ τον Θουκυδίδη, από το Β βιβλίον αυτού κι αυτά προκειμένου να διακρίνω άλλην μίαν εξήγησιν /χροιάν που δύναται να έχη η υποτακτική και η ευκτική εις τας τελικάς προτάσεις

Το πρώτον (θουκ. Β, 5, 5): 

οἱ δὲ Πλαταιῆς ἔτι διαβουλευομένων αὐτῶν ὑποτοπήσαντες τοιοῦτόν τι ἔσεσθαι καὶ δείσαντες[3] περὶ τοῖς ἔξω κήρυκα ἐξέπεμψαν παρὰ τοὺς Θηβαίους, λέγοντες ὅτι οὔτε τὰ πεποιημένα ὅσια δράσειαν ἐν σπονδαῖς σφῶν πειράσαντες καταλαβεῖν τὴν πόλιν, τά τε ἔξω ἔλεγον αὐτοῖς μὴ ἀδικεῖν· εἰ δὲ μή, καὶ αὐτοὶ ἔφασαν αὐτῶν τοὺς ἄνδρας ἀποκτενεῖν οὓς ἔχουσι ζῶντας· ἀναχωρησάντων δὲ πάλιν ἐκ τῆς γῆς ἀποδώσειν αὐτοῖς τοὺς ἄνδρας.

Αλλ' ενώ ακόμη διεσκέπτοντο, υποπτευθέντες οι Πλαταιείς ότι κάτι τοιούτο θα γίνη και φοβηθέντες περί των έξω, έστειλαν κήρυκα εις τους Θηβαίους, λέγοντες ότι η ενέργεια των επιχειρησάντων να καταλάβουν την πόλιν των εν καιρώ ειρήνης αντέκειτο εις τας γενικώς ανεγνωρισμένας αρχάς, που διέπουν τας σχέσεις των πολιτειών, και παραγγέλλοντες να μη προβούν εις βίαια μέτρα κατά των εκτός της πόλεως, ειδεμή, εδήλωσαν, θα φονεύσουν και αυτοί τους αιχμαλώτους των, ενώ, αν οι Θηβαίοι αποσυρθούν από το έδαφός των, θα τους αποδώσουν τους αιχμαλώτους αμέσως.

Η Ευκτική ενθάδε φαίνεται πως κείται εις δήλωσιν γενομένου μεν θετικώς, πραχθέντος δε ουχί οσίως κατά την κρίσιν των λεγόντων. Ώστε η μεν ευκτική είναι το ενδιάθετον, το ιδεατόν ανεξαρτήτως προς το πραγματικόν, η δε οριστική είναι το πραγματικόν ανεξαρτήτως προς το ιδεατόν, η δε υποτακτική συμφωνία του ιδεατού προς το πραγματικόν.

Και το έτερον παράδειγμα (Θουκ. Β, 5, 4):

ὡς δ' ᾔσθοντο οἱ Θηβαῖοι τὸ γεγενημένον, (ενν. το τραῦμα τῶν εἰς Πλαταιάν προεισβαλόντων Θηβαίων) ἐπεβούλευον τοῖς ἔξω τῆς πόλεως τῶν Πλαταιῶν· ἦσαν γὰρ καὶ ἄνθρωποι κατὰ τοὺς ἀγροὺς καὶ κατασκευή, οἷα ἀπροσδοκήτου κακοῦ ἐν εἰρήνῃ γενομένου· ἐβούλοντο γὰρ σφίσιν, εἴ τινα λάβοιεν, ὑπάρχειν ἀντὶ τῶν ἔνδον, ἢν ἄρα τύχωσί τινες ἐζωγρημένοι. οἱ δὲ Πλαταιῆς ἔτι διαβουλευομένων αὐτῶν ὑποτοπήσαντες τοιοῦτόν τι ἔσεσθαι καὶ δείσαντες περὶ τοῖς ἔξω κήρυκα ἐξέπεμψαν…

= Ως έμαθαν οι Θηβαίοι τα γενόμενα, διεσκέπτοντο να βάλουν χέρι επί των Πλαταιέων, των ευρισκομένων έξω της πόλεως, διότι υπήρχαν εις τους αγρούς και άνθρωποι και παντός είδους κινητά, ως ήτο φυσικόν, καθόσον το κακόν έγινεν απροσδοκήτως εν καιρώ ειρήνης, και ήθελαν, αν συλλάβουν μερικούς, να τους έχουν ομήρους, αντ' εκείνων από τους εισελθόντας, όσοι τυχόν είχαν συλληφθή ζωντανοί. Αυτά ήσαν τα σχέδια των Θηβαίων. Αλλ' ενώ ακόμη διεσκέπτοντο, υποπτευθέντες οι Πλαταιείς ότι κάτι τοιούτο θα γίνη και φοβηθέντες περί των έξω, έστειλαν κήρυκα…

Το «λάβοιεν» ήτοι ο ιστορικός το εκφέρει ως ιδέαν των Θηβαίων, φανερόν τούτο και εκ των «διενοοῦντο» και του «διαβουλευομένων». Τουναντίον όμως η «ζώγρησίς τινων» των προεισβαλόντων Θηβαίων δεν ηδύνατο να είναι απλή των επελθόντων Θηβαίων ιδέα, αλλά είναι τω όντι προσδοκία και φόβος, όπερ εστί συμφωνία της ιδέας προς το πράγμα, φανερόν πάλι εκ της αισθήσεως, ήντινα είχον εκ του γεγενημένου τραύματος. Οπότε την μεν λήψιν εξήνεγκε ο ιστορικός δι’ ευκτικής, ήτοι το «λαβοίεν», την δε ζώγρησιν δι’ υποτακτικής ήτοι το «τύχωσί».

Άλλο πάλι παράδειγμα ετούτο από το Θουκ. Α, 50, 5 αυτήν την φορά

ἤδη δὲ ἦν ὀψὲ καὶ ἐπεπαιάνιστο αὐτοῖς ὡς ἐς ἐπίπλουν, καὶ οἱ Κορίνθιοι ἐξαπίνης πρύμναν ἐκρούοντο κατιδόντες εἴκοσι ναῦς Ἀθηναίων προσπλεούσας, ἃς ὕστερον τῶν δέκα βοηθοὺς ἐξέπεμψαν οἱ Ἀθηναῖοι, δείσαντες, ὅπερ ἐγένετο, μὴ νικηθῶσιν οἱ Κερκυραῖοι καὶ αἱ σφέτεραι δέκα νῆες ὀλίγαι ἀμύνειν ὦσιν.

= Ήτον ήδη αργά και είχε δοθή δια του παιάνος το σύνθημα της επιθέσεως, όταν οι Κορίνθιοι ήρχισαν αιφνιδίως ν' ανακρούουν πρύμναν, διότι διέκριναν επερχόμενα είκοσι Αθηναϊκά πλοία, τα όποια οι Αθηναίοι είχαν στείλει προς βοήθειαν μετά τα προηγουμένως σταλέντα δέκα, καθόσον εφοβήθησαν μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι, όπως και έγινε, και τα ιδικά των δέκα πλοία είναι ανεπαρκή να τους βοηθήσουν αποτελεσματικώς.

Εκ του «ὅπερ ἐγένετο» καθίσταται φανερόν, ότι ο ιστορικός εκφέρει την ήτταν των Κερκυραίων και το προς άμυναν ολιγάριθμον των δέκα νεῶν ουχί ως ιδέαν απλήν των Αθηναίων, αλλά ως ιδέαν σύμφωνον προς το πράγμα, όπερ εστίν ως προσδοκίαν και φόβον, όντινα ουδείς έχει, όταν αισθάνηται, ότι η ιδέα αυτού μάχεται όλως προς το πράγμα.

Συμπεράσματα:

Εν τέλει η εκφορά των τελικών προτάσεων με Υποτακτική, ηγουμένων ιστορικών χρόνων (όταν προηγήται ρηματικός τύπος ιστορικού χρόνου) εκφράζει:

· Το ελλόγως προσδοκώμενον / ελπιζόμενον

· Και συμφωνία του ιδεατού προς το πραγματικόν


Εν τω άμα η εκφορά των τελικών προτάσεων με Ευκτική, ηγουμένων ιστορικών χρόνων (όταν προηγήται ρηματικός τύπος ιστορικού χρόνου) εκφράζει:

· Το ελλόγως ΜΗ προσδοκώμενον

· Και το ενδιάθετον, το ιδεατόν ανεξαρτήτως προς το πραγματικόν










[1] Το «ξυνελέγοντο» κατά παρατατικόν σημαίνον κίνησιν


[2] Το «παρ’ ἀλλήλους» εκ της προθέσεως «παρά» + αιτιατική προς δήλωσιν κινήσεως προς πρόσωπον


[3] Το περιφραστικόν επίθετον δια δοτικής, από της «περί» παραλαμβανομένης μετά ρημάτων δέους σημαντικών, εις δήλωσιν εσχάτου κινδύνου, καταστροφής, θανάτου κτλ


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him