ΣΧΕΔΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ: ΠPOΛOΓOΣ στ. 1-191 (ΜΕΡΟΣ Α’)




Νικόλαος Δεσύπρης,
Δημήτριος Παπαγεωργάκης,
Χρήστος Ράμμος, Κωνσταντίνα Τσενέ





Α. KΕΙΜΕΝΟ ΠΡΩΤΟΤYΠΟY (ΣΤ. 1-163)

EΛENH

Νείλου μὲν αἵδε καλλιπάρθενοι ῥοαί,
ὃς ἀντὶ δίας ψακάδος Αἰγύπτου πέδον
λευκῆς τακείσης χιόνος ὑγραίνει γύας.
Πρωτεὺς δ’ ὅτ’ ἔζη τῆσδε γῆς τύραννος ἦν,
[Φάρον μὲν οἰκῶν νῆσον, Αἰγύπτου δ’ ἄναξ,] 5


ὃς τῶν κατ’ οἶδμα παρθένων μίαν γαμεῖ,
Ψαμάθην, ἐπειδὴ λέκτρ’ ἀφῆκεν Αἰακοῦ˙
τίκτει δὲ τέκνα δισσὰ τοῖσδ’ ἐν δώμασιν,
Θεοκλύμενον ἄρσεν’ [=ὅτι δὴ= θεοὺς σέβων
βίον διήνεγκ’] εὐγενῆ τε παρθένον 10
Εἰδώ, τὸ μητρὸς ἀγλάισμ’, ὅτ’ ἦν βρέφος˙
ἐπεὶ δ’ ἐς ἥβην ἦλθεν ὡραίαν γάμων,
καλοῦσιν αὐτὴν Θεονόην˙ τὰ θεῖα γὰρ
τά τ’ ὄντα καὶ μέλλοντα πάντ’ ἠπίστατο,
προγόνου λαβοῦσα Νηρέως τιμὰς πάρα. 15
ἡμῖν δὲ γῆ μὲν πατρὶς οὐκ ἀνώνυμος
Σπάρτη, πατὴρ δὲ Τυνδάρεως˙ ἔστιν δὲ δὴ
λόγος τις ὡς Ζεὺς μητέρ’ ἔπτατ εἰς ἐμὴν
Λήδαν κύκνου μορφώματ’ ὄρνιθος λαβών,
ὃς δόλιον εὐνὴν ἐξέπραξ’ ὑπ’ αἰετοῦ 20
δίωγμα φεύγων, εἰ σαφὴς οὗτος λόγος˙
῾Ελένη δ’ ἐκλήθην. ἃ δὲ πεπόνθαμεν κακὰ
λέγοιμ’ ἄν. ἦλθον τρεῖς θεαὶ κάλλους πέρι
᾿Ιδαῖον ἐς κευθμῶν’ ᾿Αλέξανδρον πάρα,
Ἥρα Κύπρις τε διογενής τε παρθένος, 25
μορφῆς θέλουσαι διαπεράνασθαι κρίσιν.
τοὐμὸν δὲ κάλλος, εἰ καλὸν τὸ δυστυχές,
Κύπρις προτείνασ’ ὡς ᾿Αλέξανδρος γαμεῖ,
νικᾶι. λιπὼν δὲ βούσταθμ’ ᾿Ιδαῖος Πάρις
Σπάρτην ἀφίκεθ’ ὡς ἐμὸν σχήσων λέχος. 30
Ἥρα δὲ μεμφθεῖσ’ οὕνεκ οὐ νικᾶι θεὰς
ἐξηνέμωσε τἄμ’ ᾿Αλεξάνδρωι λέχη,
δίδωσι δ’ οὐκ ἔμ’ ἀλλ’ ὁμοιώσασ’ ἐμοὶ
εἴδωλον ἔμπνουν οὐρανοῦ ξυνθεῖσ’ ἄπο
Πριάμου τυράννου παιδί˙ καὶ δοκεῖ μ’ ἔχειν, 35
κενὴν δόκησιν, οὐκ ἔχων. τὰ δ’ αὖ Διὸς
βουλεύματ’ ἄλλα τοῖσδε συμβαίνει κακοῖς˙
πόλεμον γὰρ εἰσήνεγκεν ῾Ελλήνων χθονὶ
καὶ Φρυξὶ δυστήνοισιν, ὡς ὄχλου βροτῶν
πλήθους τε κουφίσειε μητέρα χθόνα 40
γνωτόν τε θείη τὸν κράτιστον ῾Ελλάδος.
Φρυγῶν δ’ ἐς ἀλκὴν προυτέθην ἐγὼ μὲν οὔ,
τὸ δ’ ὄνομα τοὐμόν, ἆθλον Ἕλλησιν δορός.
λαβὼν δέ μ’ ῾Ερμῆς ἐν πτυχαῖσιν αἰθέρος
νεφέληι καλύψας –οὐ γὰρ ἠμέλησέ μου 45
Ζεὺς– τόνδ’ ἐς οἶκον Πρωτέως ἱδρύσατο,
πάντων προκρίνας σωφρονέστατον βροτῶν,
ἀκέραιον ὡς σώσαιμι Μενέλεωι λέχος.
κἀγὼ μὲν ἐνθάδ’ εἴμ, ὁ δ’ ἄθλιος πόσις
στράτευμ’ ἀθροίσας τὰς ἐμὰς ἀναρπαγὰς 50
θηρᾶι πορευθεὶς ᾿Ιλίου πυργώματα.
ψυχαὶ δὲ πολλαὶ δι’ ἔμ’ ἐπὶ Σκαμανδρίοις
ῥοαῖσιν ἔθανον˙ ἡ δὲ πάντα τλᾶσ’ ἐγὼ
κατάρατός εἰμι καὶ δοκῶ προδοῦσ’ ἐμὸν
πόσιν συνάψαι πόλεμον Ἕλλησιν μέγαν. 55
τί οὖν ἔτι ζῶ; θεοῦ τόδ’ εἰσήκουσ’ ἔπος
῾Ερμοῦ, τὸ κλεινὸν ἔτι κατοικήσειν πέδον
Σπάρτης σὺν ἀνδρί, γνόντος ὡς ἐς ῎Ιλιον
οὐκ ἦλθον, ἢν μὴ λέκτρ’ ὑποστρώσω τινί.
ἕως μὲν οὖν φῶς ἡλίου τόδ’ ἔβλεπεν 60
Πρωτεύς, ἄσυλος ἦ γάμων˙ ἐπεὶ δὲ γῆς
σκότωι κέκρυπται, παῖς ὁ τοῦ τεθνηκότος
θηρᾶι γαμεῖν με. τὸν πάλαι δ’ ἐγὼ πόσιν
τιμῶσα Πρωτέως μνῆμα προσπίτνω τόδε
ἱκέτις, ἵν’ ἀνδρὶ τἀ μὰ διασώσηι λέχη, 65
ὡς, εἰ καθ’ ῾Ελλάδ’ ὄνομα δυσκλεὲς φέρω,
μή μοι τὸ σῶμά γ’ ἐνθάδ’ αἰσχύνην ὄφληι.

ΤΕYΚΡΟΣ

τίς τῶνδ’ ἐρυμνῶν δωμάτων ἔχει κράτος;
Πλούτωι γὰρ οἶκος ἄξιος προσεικάσαι
βασίλειά τ’ ἀμφιβλήματ’ εὔθριγκοί θ’ ἕδραι. 70
ἔα˙
ὦ θεοί, τίν’ εἶδον ὄψιν; ἐχθίστης ὁρῶ
γυναικὸς εἰκὼ φόνιον, ἥ μ’ ἀπώλεσεν
πάντας τ’ ᾿Αχαιούς. θεοὶ σ’, ὅσον μίμημ’ ἔχεις
῾Ελένης, ἀποπτύσειαν, εἰ δὲ μὴ ν’ ξένηι 75
γαίαι πόδ’ εἶχον, τῶιδ’ ἂν εὐστόχωι πτερῶι
ἀπόλαυσιν εἰκοῦς ἔθανες ἂν Διὸς κόρης.

[ΕΛ.] τί δ’, ὦ ταλαίπωρ’, ὅστις εἶ μ’ ἀπεστράφης
καὶ ταῖς ἐκείνης συμφοραῖς ἐμὲ στυγεῖς;

[ΤΕ.] ἥμαρτον˙ ὀργῆι δ’ εἶξα μᾶλλον ἢ μ’ ἐχρῆν˙ 80
μισεῖ γὰρ ῾Ελλὰς πᾶσα τὴν Διὸς κόρην.
σύγγνωθι δ’ ἡμῖν τοῖς λελεγμένοις, γύναι.

[ΕΛ.] τὶς δ’ εἶ; πόθεν γῆς τῆσδ’ ἐπεστράφης πέδον;

[ΤΕ.] εἷς τῶν ᾿Αχαιῶν, ὦ γύναι, τῶν ἀθλίων...

[ΕΛ.] οὔ τἄρα σ’ ῾Ελένην εἰ στυγεῖς θαυμαστέον. 85
[ἀτὰρ τίς εἶ πόθεν; τίνος ἐξαυδᾶν σε χρή;

[ΤΕ.] ὄνομα μὲν ἡμῖν Τεῦκρος, ὁ δὲ φύσας πατὴρ
Τελαμών, Σαλαμὶς δὲ πατρὶς ἡ θρέψασά με.

[ΕΛ.] τί δῆτα Νείλου τούσδ’ ἐπιστρέφηι γύας;]

[ΤΕ.] φυγὰς πατρώιας ἐξελήλαμαι χθονός. 90

[ΕΛ.] τλήμων ἂν εἴης˙ τίς δέ σ’ ἐκβάλλει πάτρας;

[ΤΕ.] Τελαμὼν ὁ φύσας˙ τίν’ ἂν ἔχοις μᾶλλον φίλον;

[ΕΛ.] ἐκ τοῦ; τὸ γάρ τοι πρᾶγμα συμφορὰν ἔχει.

[ΤΕ.] Αἴας μ’ ἀδελφὸς ὤλεσ’ ἐν Τροίαι θανών.

[ΕΛ.] πῶς; οὔ τί που σῶι φασγάνωι βίου στερείς; 95

[ΤΕ.] οἰκεῖον αὐτὸν ὤλεσ’ ἄλμ’ ἐπὶ ξίφος.

[ΕΛ.] μανέντ’; ἐπεὶ τίς σωφρονῶν τλαίη τάδ’ ἄν;

[ΤΕ.] τὸν Πηλέως τιν’ οἶσθ’ ᾿Αχιλλέα γόνον;

[ΕΛ.] ναί˙
μνηστὴρ ποθ’ ῾Ελένης ἦλθεν, ὡς ἀκούομεν.

[ΤΕ.] θανὼν ὅδ’ ὅπλων ἔριν ἔθηκε συμμάχοις. 100

[ΕΛ.] καὶ δὴ τί τοῦτ’ Αἴαντι γίγνεται κακόν;

[ΤΕ.] ἄλλου λαβόντος ὅπλ’ ἀπηλλάχθη βίου.

[ΕΛ.] σὺ τοῖς ἐκείνου δῆτα πήμασιν νοσεῖς;

[ΤΕ.] ὁθούνεκ’ αὐτῶι (γ’) οὐ ξυνωλόμην ὁμοῦ.

[ΕΛ.] ἦλθες γάρ, ὦ ξέν’, ᾿Ιλίου κλεινὴν πόλιν; 105

[ΤΕ.] καὶ ξύν γε πέρσας αὐτὸς ἀνταπωλόμην.

[ΕΛ.] ἤδη γὰρ ἧπται καὶ κατείργασται πυρί;

[ΤΕ.] ὥστ’ οὐδ’ ἴχνος γε τειχέων εἶναι σαφές.

[ΕΛ.] ὦ τλῆμον ῾Ελένη, διά σ’ ἀπόλλυνται Φρύγες.

[ΤΕ.] καὶ πρός γ’ ᾿Αχαιοί˙ μεγάλα δ’ εἴργασται κακά. 110

[ΕΛ.] πόσον χρόνον γὰρ διαπεπόρθηται πόλις;

[ΤΕ.] ἐπτὰ σχεδόν τι καμπίμους ἐτῶν κύκλους.

[ΕΛ.] χρόνον δ’ ἐμείνατ’ ἄλλον ἐν Τροίαι πόσον;

[ΤΕ.] πολλὰς σελήνας, δέκα διελθούσας ἔτη.

[ΕΛ.] ἦ καὶ γυναῖκα Σπαρτιᾶτιν εἵλετε; 115

[ΤΕ.] Μενέλαος αὐτὴν ἦγ’ ἐπισπάσας κόμης.

[ΕΛ.] εἶδες σὺ τὴν δύστηνον, ἢ κλυὼν λέγεις;

[ΤΕ.] ὥσπερ σέ γ’, οὐδὲν ἧσσον, ὀφθαλμοῖς ὁρῶ.

[ΕΛ.] σκόπει δὲ μὴ δόκησιν εἴχετ’ ἐκ θεῶν.

[ΤΕ.] ἄλλου λόγου μέμνησο, μὴ κείνης ἔτι. 120

[ΕΛ.] οὕτω δοκεῖτε τὴν δόκησιν ἀσφαλῆ;

[ΤΕ.] αὐτὸς γὰρ ὄσσοις εἰδόμην, καὶ νοῦς ὁρᾶι.]

[ΕΛ.] ἤδη δ’ ἐν οἴκοις σὺν δάμαρτι Μενέλεως;

[ΤΕ.] οὔκουν ἐν ῎Αργει (γ’) οὐδ’ ἐπ’ Εὐρώτα ῥοαῖς.

[ΕΛ.] αἰαῖ˙ κακὸν τόδ’ εἶπας οἷς κακὸν λέγεις. 125

[ΤΕ.] ὡς κεῖνος ἀφανὴς σὺν δάμαρτι κλήιζεται.

[ΕΛ.] οὐ πᾶσι πορθμὸς αὑτὸς ᾿Αργείοισιν ἦν;

[ΤΕ.] ἦν, ἀλλὰ χειμὼν ἄλλοσ’ ἄλλον ὥρισεν.

[ΕΛ.] ποίοισιν ἐν νώτοισι ποντίας ἁλός;

[ΤΕ.] μέσον περῶσι πέλαγος Αἰγαίου πόρου. 130

[ΕΛ.] κἀκ τοῦδε Μενέλεων οὔτις οἶδ’ ἀφιγμένον;

[ΤΕ.] οὐδείς˙ θανὼν δὲ κλήιζεται καθ’ ῾Ελλάδα.

[ΕΛ.] ἀπωλόμεσθα˙ Θεστιὰς δ’ ἔστιν κόρη;

[ΤΕ.] Λήδαν ἔλεξας; οἴχεται θανοῦσα δή.

[ΕΛ.] οὔ πού νιν ῾Ελένης αἰσχρὸν ὤλεσεν κλέος; 135

[ΤΕ.] φασίν, βρόχωι γ’ ἄψασαν εὐγενῆ δέρην.

[ΕΛ.] οἱ Τυνδάρειοι δ’ εἰσὶν ἢ οὐκ εἰσὶν κόροι;

[ΤΕ.] τεθνᾶσι κοὐ τεθνᾶσι˙ δύο δ’ ἐστὸν λόγω.

[ΕΛ.] πότερος ὁ κρείσσων; ὦ τάλαιν’ ἐγὼ κακῶν.

[ΤΕ.] ἄστροις σφ’ ὁμοιωθέντε φάσ’ εἶναι θεώ. 140

[ΕΛ.] καλῶς ἔλεξας τοῦτο˙ θάτερον δὲ τί;

[ΤΕ.] σφαγαῖς ἀδελφῆς οὕνεκ’ ἐκπνεῦσαι βίον.
ἄλις δὲ μύθων˙ οὐ διπλᾶ χρήιζω στένειν.
ὧν δ’ οὕνεκ ἦλθον τούσδε βασιλείους δόμους,
τὴν θεσπιωιδὸν Θεονόην χρήιζων ἰδεῖν, 145
σὺ προξένησον, ὡς τύχω μαντευμάτων
ὅπηι νεὼς στείλαιμ’ ἂν οὔριον πτερὸν
ἐς γῆν ἐναλίαν Κύπρον, οὗ μ’ ἐθέσπισεν
οἰκεῖν ᾿Απόλλων, ὄνομα νησιωτικὸν
Σαλαμῖνα θέμενον τῆς ἐκεῖ χάριν πάτρας. 150

[ΕΛ.] πλοῦς, ὦ ξέν’, αὐτὸς σημανεῖ˙ σὺ δ’ ἐκλιπὼν
γῆν τῆνδε φεῦγε, πρίν σε παῖδα Πρωτέως
ἰδεῖν, ὃς ἄρχει τῆσδε γῆς˙ ἄπεστι δὲ
κυσὶν πεποιθὼς ἐν φοναῖς θηροκτόνοις˙
κτείνει γὰρ Ἕλλην’ ὅντιν’ ἂν λάβηι ξένον. 155
ὅτου δ’ ἕκατι μήτε σὺ ζήτει μαθεῖν
ἐγώ τε σιγῶ˙ τί γὰρ ἂν ὠφελοῖμί σε;

[ΤΕ.] καλῶς ἔλεξας, ὦ γύναι˙ θεοὶ δέ σοι
ἐσθλῶν ἀμοιβὰς ἀντιδωρησαίατο.
῾Ελένηι δ’ ὅμοιον σῶμ’ ἔχουσ’ οὐ τὰς φρένας 160
ἔχεις ὁμοίας ἀλλὰ διαφόρους πολύ.
κακῶς ὄλοιτο μηδ’ ἐπ’ Εὐρώτα ῥοὰς
ἔλθοι˙ σὺ δ’ εἴης εὐτυχὴς ἀεί, γύναι.


Β. ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Με τη διδασκαλία του Προλόγου επιδιώκουμε:


1. Να συνειδητοποιήσουμε ότι η τραγωδία Ελένη είναι ένα δραματικό έργο προορισμένο να παρασταθεί.
2. Να γνωρίσουμε τον πρόλογο ως δομικό στοιχείο της τραγωδίας, να επισημάνουμε τη μορφή του ευριπίδειου προλόγου και να διερευνήσουμε τη λειτουργία του στη συγκεκριμένη τραγωδία.
3. Να γνωρίσουμε το βασικό πρόσωπο του δράματος, να εκτιμήσουμε και να συμμεριστούμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται με την έναρξη της δράσης.
4. Να επισημάνουμε τη βασική αντίθεση είναι vs φαίνεσθαι, στην οποία στηρίζεται η ευριπίδεια σύνθεση.
5. Να ανιχνεύσουμε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το θέμα του πολέμου, επισημαίνοντας ένα στοιχείο του ευριπίδειου θεάτρου.


Γ. ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

1ος ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ


Βασική μας μέριμνα είναι να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές από την αρχή ότι το κείμενο που μελετάμε ήταν προορισμένο να παρασταθεί. Το βιβλίο του μαθητή βέβαια έχει τέτοια δομή, ώστε η θεατρική διάσταση του κειμένου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να είναι εμφανής. Αρχικά πάντως μπορούμε να υποβάλουμε τη θεατρική ατμόσφαιρα, με αφορμή είτε το εισαγωγικό σημείωμα (σ. 11) είτε με το φωτογραφικό υλικό (για παράδειγμα, η φωτογραφία του προοργανωτή της ενότητας, το γεμάτο αρχαίο θέατρο κτλ.).
Στη συγκεκριμένη ενότητα ειδικότερα θα μπορούσαμε, λιγότερο ή περισσότερο κατά περίπτωση, να ασχοληθούμε:


με τους τρόπους, με τους οποίους τα πρόσωπα συστήνονται στους θεατές, ώστε να είναι αναγνωρίσιμα˙
με στοιχεία σκηνογραφίας και ενδυματολογίας˙
με (υποκριτικούς) τρόπους απόδοσης του λόγου˙
με συμβάσεις του θεάτρου γενικότερα και της αρχαίας τραγωδίας ειδικότερα.


Θα σταθούμε αρχικά στον τρόπο σύστασης της Ελένης και του Τεύκρου (αυτοπαρουσίαση). Επίσης, θα προσδιορίσουμε με βάση το κείμενο το δραματικό χώρο και θα συζητήσουμε για το σκηνικό. Σε αυτή την πρώτη ενότητα η προσπάθειά μας είναι κυρίως να δείξουμε ότι το ίδιο το κείμενο ενσωματώνει πληροφορίες για τα παραπάνω θέματα (π.χ. σκηνογραφικοί δείκτες) και να αναφερθούμε σε ορισμένες θεατρικές συμβάσεις (π.χ. δεξιά πάροδος = είσοδος από το λιμάνι και την πόλη). Έτσι οι μαθητές συνειδητοποιώντας το είδος του κειμένου, με το οποίο ασχολούνται, αρχίζουν να το προσλαμβάνουν σιγά σιγά ως παραστάσιμο, και μαθαίνουν να αναζητούν μόνοι τις πληροφορίες που το ίδιο το κείμενο δίνει (δείκτες).


Επιπλέον, εδώ μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι σε μια σύγχρονη παράσταση οι παραπάνω πληροφορίες (οι «δείκτες» του κειμένου) είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν με ποικίλους τρόπους (βλ. και ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ 3), καθώς κάθε στοιχείο της παράστασης εξαρτάται από την ερμηνεία που υιοθετείται. Το βήμα γι’ αυτή την επισήμανση μπορεί, για παράδειγμα, να γίνει με βάση τη συζήτηση πάνω σε θέματα σκηνογραφίας. Με βάση το φωτογραφικό υλικό των σσ. 15, 21 και 35 (σκηνικά) μπορούν οι μαθητές μας να υποψιαστούν ότι μια σύγχρονη παράσταση αρχαίου δράματος δεν είναι (πάντα) μια απόπειρα αναβίωσής του, αλλά αναδεικνύει και μια σύγχρονη ματιά πάνω σ’ αυτό.


1.α. [σκηνογραφία στο θέατρο του 5ου αι.]


«O Aριστοτέλης μας πληροφορεί στην Ποιητική του (4) ότι ο Σοφοκλής εισήγαγε τη σκηνογραφία στο θέατρο. H λέξη σκηνογραφία συνήθως μεταφράζεται ως “σκηνικός διάκοσμος” και πιστεύεται ότι σημαίνει το “διάκοσμο” ή το “σκηνικό βάθος” που παρίστανε το χώρο δράσης του κάθε έργου, ή έστω εκείνων των έργων που διαδραματίζονταν στην ύπαιθρο ή την ακροθαλασσιά. Tο σκηνικό βάθος, για να μπορούν τα άπειρα πλήθη των θεατών να το βλέπουν, έπρεπε και μεγάλο σε έκταση να είναι και ζωγραφισμένο με έντονα χρώματα [...]


[…] θα πρέπει να δεχτούμε ότι το θέατρο του πέμπτου αιώνα αγνοούσε ολότελα τη “σκηνογραφία”, όπως την εννοούμε σήμερα. […] εκεί όπου ο σημερινός θεατής αναζητεί ένα διάκοσμο που να ταιριάζει στο συγκεκριμένο έργο, ο Αθηναίος θεατής δεν περίμενε να δει και δεν έβρισκε παρά ελάχιστα ή τίποτε περισσότερο από μια συνηθισμένη κατασκευή που χρησιμοποιούταν για όλα τα έργα. Ως προς τα λοιπά, αρκούσε η φαντασία που την ερέθιζε και την καθοδηγούσε ο λόγος. […] ο λόγος είναι εκείνος που δίνει στο θεατή τη δυνατότητα να συμμετάσχει στο θέαμα, κι όχι ένα σκηνικό στημένο στο βάθος από την αρχή του έργου» (Baldry 1981: 70, 72-73).


1.β. [οι βωμοί]


«[…] οι απαραίτητοι για την πλοκή του έργου βωμοί ανήκαν στη διακόσμηση και αποτελούσαν σταθερό συστατικό στοιχείο του θεάτρου. […] Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη ευχαρίστηση το μοτίβο της καταφυγής σε βωμό για εξασφάλιση ασύλου και μετατρέπει την ικεσία σε έναυσμα της τραγικής δράσης» (Blume 1986: 91, 92).


1.γ. [η περιγραφή του ανακτόρου από τον Τεύκρο]


«[…] η περιγραφή του ανακτόρου που γίνεται από τον Τεύκρο δεν είναι ούτε περιττή ούτε άκαιρη. Πέρα από το γεγονός ότι ο ποιητής θεώρησε επιβεβλημένη μια τέτοια περιγραφή για λόγους θεατρικής αναγκαιότητας, όπως συμβαίνει με τα έργα που διαδραματίζονται σε ξένες χώρες ή σε τόπους που δεν είναι αρκετά γνωστοί στο θεατρικό κοινό, η παρομοίωση του ανακτόρου του Πρωτέα με αυτό του θεού Πλούτου έχει την ιδιαίτερη σκοπιμότητα να τονίσει πως η χώρα αυτή είναι πλούσια και, κοντά σ’ αυτό, ευτυχισμένη, αντίθετα με την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα, όπου ο πόλεμος έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη και την παρακμή των πόλεων. […]» (Σακαλής 1980: 155).



2ος ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ


Ο στόχος αυτός μπορεί να επιμεριστεί σε τρεις άξονες:


να προσδιορίσουμε τον όρο «πρόλογος» γενικότερα αλλά και στην τραγωδία ειδικότερα˙
να επισημάνουμε τη μορφή του ευριπίδειου προλόγου˙
να διερευνήσουμε τη λειτουργία του συγκεκριμένου Προλόγου.


Για να προσεγγίσουμε τον όρο «πρόλογος», θα ήταν χρήσιμο να θυμηθούν οι μαθητές από την «Εισαγωγή στην Τραγωδία» τη «Δομή της Τραγωδίας» (ιδιαίτερα τα κατά ποσόν μέρη) ή να αξιοποιήσουν το «Λεξικό Όρων» που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου τους. Μέσα στην τάξη, επίσης, μπορούμε να αξιοποιήσουμε μέρος της ΕΡΓΑΣΙΑΣ (σ. 22), ώστε να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές την έννοια του «προλόγου» γενικά.


Εύκολα μπορούν οι μαθητές στο τέλος του συγκεκριμένου Προλόγου να επισημάνουν τη μορφή του, που στηρίζεται στην αντίθεση αφηγηματικό vs δραματοποιημένο ή μονόλογος vs διάλογος. Μας αρκεί η απλή επισήμανσή της, γιατί οι μαθητές δεν έχουν τη δυνατότητα της άμεσης σύγκρισης με προλόγους από άλλα έργα του Ευριπίδη ή άλλων τραγικών ποιητών. Ο Πρόλογος από τη Μήδεια του Ανούιγ (ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ 1) θα βοηθήσει τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν τη διαφορά του προλογικού αφηγηματικού μονολόγου από τον αντίστοιχο διαλογικό. Στη συνέχεια, εστιάζοντας περισσότερο στη μορφή του β' μέρους του Προλόγου, μπορούμε να αναζητήσουμε τη λειτουργία της στιχομυθίας ως μέσου αποτύπωσης της κλιμάκωσης των συναισθημάτων (αγωνία, ένταση) της ηρωίδας και την επίδραση αυτής της κλιμάκωσης στο θεατή/αναγνώστη. Η διαδικασία είναι εμφανής: αρχικά επισημαίνουμε και στη συνέχεια σχολιάζουμε.


Οι μαθητές μέσα από αυτήν τη διαδικασία έχουν κατανοήσει τη σημασία γενικά του προλόγου και έχουν επισημάνει τη μορφή του συγκεκριμένου Προλόγου. Μπορούμε, λοιπόν, να τους καλέσουμε να διερευνήσουν τη λειτουργία του. Κατά τη διαδικασία αυτήν καλό είναι να έχουμε υπόψη μας και τα εξής: η διερεύνηση από τους μαθητές της λειτουργίας κάποιου στοιχείου στο πλαίσιο ενός έργου μπορεί να αποβεί μια διαδικασία εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς προάγει την αντίληψη ότι ένα κείμενο αποτελεί μια «κατασκευή». Έτσι, «επιτρέπεται» και στον αναγνώστη να «μιλήσει». Οι μαθητές στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντίληψης μπορούν να εκφράσουν τις προσδοκίες τους για την εξέλιξη του έργου, να τις επιβεβαιώσουν ή να τις διαψεύσουν στη συνέχεια (γνωρίζοντας ότι η λύση που προτείνει το κείμενο είναι μία από τις πιθανές), να διερευνήσουν τη λύση που προτείνει το κείμενο, να την αιτιολογήσουν, να την κατανοήσουν και, επιπλέον, να εμπλακούν συναισθηματικά σε όσα διαδραματίζονται (π.χ. στα προβλήματα της Ελένης, στις προσδοκίες της, στα προβλήματα του Τεύκρου).


Έτσι, με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να αναζητήσουμε τις αρχικές προσδοκίες των μαθητών σε έναν Πρόλογο της Ελένης (τι περιμένουν να περιλαμβάνει ο Πρόλογος της Ελένης;) καλλιεργώντας παράλληλα και το ενδιαφέρον τους. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια των πλαγιότιτλων και των ερωτήσεων κατανόησης, μπορούν οι μαθητές να καταγράψουν τα στοιχεία που περιλαμβάνει ο Πρόλογος και συνιστούν το παρελθόν (η αρχή των κακών, η δημιουργία του ειδώλου, το περιεχόμενο των πληροφοριών του Τεύκρου) και το παρόν του δραματικού μύθου (η απειλή του Θεοκλύμενου, η πληροφορία για το χαμό του Μενέλαου) και συνθέτουν την αρχική κατάσταση της δράσης. Το επόμενο βήμα αυτής της διαδικασίας είναι να σχολιάσουν αυτά τα δεδομένα και να αναζητήσουν τη λειτουργία τους:


στην εξέλιξη της δράσης (εκφράζοντας τις προσδοκίες τους για την εξέλιξη του έργου, κατανοούν πώς τα διάφορα μέρη του έργου υπηρετούν μια συγκεκριμένη δραματική οικονομία)˙
στην εξέλιξη του ήρωα (η τραγική θέση της Ελένης)˙
στους θεατές/αναγνώστες (π.χ. διευρύνεται το οπτικό πεδίο τους πέρα από τα όρια της σκηνής).


2.α. [η μορφή του ευριπίδειου προλόγου]


«Ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής έχουν την τάση να περιορίζουν το ιδιαίτερο καθεστώς του προλογικού υλικού. Ο Ευριπίδης το τονίζει. Η εναρκτήρια ρήση του αμέσως προσανατολίζει τους θεατές σε καινούριες απόψεις, ανυψώνοντας τους πάντες στο ίδιο επίπεδο πληροφορήσεως – μια σημαντική λειτουργία, όταν το έργο έχει πλοκή σε μεγάλο βαθμό επινοημένη ή μη συμβατική. Το πρόσωπο που απαγγέλλει τον Πρόλογο μπορεί να ενσωματώνει μια πλευρά του καινούριου από μόνο του […], όπως η ενάρετη Ελένη της Ελένης, […]. Η αφήγηση είναι σαφής και έχει την προφανώς ευδιάκριτη λειτουργία να παράσχει πληροφορίες. Αφού μόνο ο ομιλητής και οι θεατές είναι παρόντες, οι θεατές προφανώς έχουν στη διάθεσή τους αυτά, τα οποία δίνουν την αίσθηση της αληθοφάνειας.


Η ρήση όμως είναι μόνο το πρώτο μέρος. Η τυπική αφήγηση αντικαθίσταται στο δεύτερο μέρος του Προλόγου από μια δεύτερη σκηνή δραματοποιημένη. Αυτή η ακολουθούσα σκηνή […], συνήθως ένας διάλογος στο κυρίως αφηγηματικό επίπεδο του έργου, εμφανίζεται, για να εισαγάγει τη δράση και να δημιουργήσει αντίθεση προς την τυπικότητα της εναρκτήριας ρήσεως. Αλλά με την απουσία του xορού αυτές οι δεύτερες σκηνές επίσης αφενός διαμορφώνουν ακόμη ένα πλαίσιο για το έργο, αφετέρου αναπτύσσουν τη δράση του […]. Η λειτουργία αυτών των δεύτερων σκηνών […] είναι ιδιαίτερη για τα συμφραζόμενα κάθε έργου, αλλά συχνά πρέπει να προκαλέσει περίπλοκα προσημαινόμενα αποτελέσματα και να εισαγάγει θέματα, τα οποία θα αναπτυχθούν αργότερα.


Στον Ευριπίδη τα εντέχνως συνδεόμενα τμήματα του Προλόγου, με την αντιπαράθεση αφηγήσεως και διαλόγου […] αποτελούν εξαιρετικά οικονομικό και αποτελεσματικό τρόπο, για να γίνει γνωστή μια απαραίτητη βασική πληροφορία και να επιτευχθεί πρώιμος και σύνθετος χειρισμός προσδοκιών των θεατών. […]» (Goward 2002: 254-256).


2.β. [μια ερμηνεία γι’ αυτήν τη μορφή]


«Ο ευριπίδειος πρόλογος ήταν λοιπόν στην καταγωγή του μια σύμβαση που υιοθετήθηκε από καλλιτεχνική εντιμότητα. Οι τραγικές πλοκές του Ευριπίδη δεν ήταν ποτέ οι αυτοτελείς αλληλεπιδράσεις μιας ομάδας ατόμων, όπως ήταν οι σοφόκλειες. Αποτελούνταν μάλλον από μια σειρά τυπικών περιστατικών που ήταν δεμένα μεταξύ τους όχι από κανένα αυστηρό νόμο αιτιότητας, αλλά μερικές φορές στ’ αλήθεια διόλου δεμένα μεταξύ τους, αλλά από το γεγονός ότι ο ποιητής μπορούσε να τα χρησιμοποιεί για να εκφέρει ένα μοναδικό τραγικό όραμα. Συνεπώς, ήταν λογικό να αρχίζει από κάποια ικανοποιητική αρχή […] και να συνεχίζει με απλή αφήγηση ώσπου να φτάσουμε στο τμήμα που περιείχε τα περιστατικά του έργου […]» (Kitto 1993: 383).


2.γ. [ήταν αναγκαίο το β' μέρος του Προλόγου;]


«Σημειώνω […] πως η σκηνή με τον Τεύκρο δε θεωρείται από όλους τους ερμηνευτές απαραίτητη, γιατί, όπως υποστηρίζουν, δεν προσφέρει τίποτε στη δράση και συντελεί στο να χάσει ο πρόλογος την ενότητά του. […] Ο Gregoire […] εκφράζει την άποψη πως ο δεύτερος πρόλογος γράφτηκε μετά τη συμπλήρωση του όλου έργου, για λόγους διπλωματικούς, να ενισχύσει το ηθικό των Αθηναίων που είχε καταπέσει μετά την αποτυχία της εκστρατείας στη Σικελία. Αντίθετα ο Podlecki […] θεωρεί πως ο δεύτερος πρόλογος έχει μεγαλύτερη δραματική αξία απ’ όσο φαίνεται και είναι οργανικά δεμένος και με τον πρώτο πρόλογο και με το όλο δράμα. Απόλυτα απαραίτητη θεωρεί αυτήν τη σκηνή και ο Kannicht […], ο οποίος υποστηρίζει πως ο Τεύκρος με την εμφάνισή του συμπληρώνει με νέες πληροφορίες την κατάσταση που γνωρίσαμε “δι’ απαγγελίας” στο πρώτο μέρος του προλόγου και συμβάλλει στη δραματικότητα του έργου» (Σακαλής 1980: 137 (1)].


2.δ. [η λειτουργία του β' μέρους του Προλόγου]


«Και στην Ελένη ο ποιητής χρησιμοποιεί ένα σχετικά εκτενή δεύτερο πρόλογο, για να διευρύνει με τις πληροφορίες που περιέχονται σ’ αυτόν το οπτικό πεδίο των θεατών και πέρα από την περιοχή της σκηνής […]. Αναμφίβολα η Ελένη μάς πληροφορεί ως ένα σημείο για την προϊστορία της δράσης, ωστόσο όμως δεν είναι σε θέση να μας κατατοπίσει πλήρως για όλα τα γεγονότα που έχουν προηγηθεί και που είναι απαραίτητα για την κατανόηση του δράματος, αφού από τότε που έχει απομονωθεί από τον ελληνικό κόσμο έχουν περάσει είκοσι περίπου χρόνια. Είναι λοιπόν φανερό πως δεν μπορεί να πάει το μάτι μας πολύ μακριά πέρα από το χώρο της σκηνής, ύστερα από τις πληροφορίες που δίνει η Ελένη, και είναι ανάγκη κάποιος άλλος να μας ενημερώσει για όσα έγιναν από τότε που έφυγε από την Ελλάδα, τόσο στον ελληνικό όσο και στον τρωικό κόσμο. […] Τώρα που τα μαθαίνει αυτά, η Ελένη περιέρχεται σε πολύ τραγική κατάσταση, γιατί συνειδητοποιεί πως χωρίς να έχει κάνει τίποτε από εκείνα που της καταμαρτυρούν, αφού η ίδια δεν πήγε ποτέ στην Τροία, ωστόσο είναι αναίτιος – παναίτιος για όλα και έχει αποκτήσει την πιο άσκημη φήμη. […] δικαιολογείται η εμφάνιση στη σκηνή ενός προσώπου, του Τεύκρου, το οποίο γνωρίζει όλα τα φοβερά γεγονότα που έγιναν στον ελληνικό και τον τρωικό χώρο. […]


Ακόμα, αυτό το πρόσωπο έπρεπε να είναι πολύ κατάλληλο γι’ αυτή την αποστολή και, κυρίως, έπρεπε να αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα ανθρώπου, πάνω στον οποίο σωρεύτηκαν τα δεινά του πολέμου, από τα οποία μάλιστα ακόμα υποφέρει. Γιατί μόνο έτσι μπορεί να είναι ένας αλάθητος πληροφοριοδότης για τις συμφορές που δημιούργησε η Ελένη και, με το μίσος που εκδηλώνει εναντίον της, ένας αξιόπιστος μάρτυρας του απέραντου μίσους που αισθανόταν η Ελλάδα –αλλά κι η Τροία– γι’ αυτήν. […]


Εξοικονομείται η συνέχιση της δράσης και ευνοείται η τραγική ανάπτυξη του θέματος με τα τρομακτικά νέα που φέρνει ο Τεύκρος, γιατί χάρη σ’ αυτά περιπλέκεται η υπόθεση και δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την αλήθεια της υπόσχεσης που έδωσε ο Ερμής στην Ελένη και αξεπέραστα ερωτηματικά για τη σωτηρία του Μενέλαου. Η τραγικότητα των επόμενων σκηνών, ο θρήνος της Ελένης και του Xορού, η ρητορική διαμαρτυρία της ηρωίδας και η προσφυγή της στη μαντεία της Θεονόης, καθώς και οι δυσκολίες της αναγνώρισής της από το Μενέλαο θεμελιώνονται, όλα, στην προλογική σκηνή που εμφανίζεται ο Τεύκρος. […]» (Σακαλής 1980: 145-149).


3ος ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ


Με την έναρξη του έργου πρέπει να εστιάσουμε στη βασική ηρωίδα, όπως άλλωστε κι ο δημιουργός. Στην ενότητα αυτή μας ενδιαφέρει:


η «καινή» Ελένη και οι καινοτομίες του Ευριπίδη˙
η τραγική θέση της ηρωίδας.


Θα δώσουμε οπωσδήποτε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο Ευριπίδης αξιοποιεί μια διαφορετική εκδοχή του μύθου, παρουσιάζοντας ουσιαστικά μια «καινή» Ελένη. Το κατηγορώ της Ανδρομάχης εναντίον της Ελένης (ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ 2) και η αγγειογραφία στη σ. 13 θα βοηθήσουν τους μαθητές να φέρουν στο νου τους την παραδοσιακή Ελένη και να την αντιδιαστείλουν από την Ελένη του Ευριπίδη. Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι να συνειδητοποιήσουν ότι η Ελένη, όπως εξάλλου και κάθε καλλιτέχνημα, δεν είναι η δραματοποίηση ενός συγκεκριμένου μύθου αλλά μια νέα σύνθεση (βλ. και άλλες καινοτομίες του Ευριπίδη στο ΑΣ ΕΜΒΑΘYΝΟYΜΕ 2 στη σ. 11).


Για να εκτιμήσουμε και να συναισθανθούμε τη θέση της Ελένης, μπορούμε να ακολουθήσουμε πάλι την πορεία: από την καταγραφή των δεδομένων στο σχολιασμό τους, ενθαρρύνοντας παράλληλα τη βιωματική προσέγγιση του θέματος. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας οι μαθητές μπορούν να επισημάνουν στοιχεία από το λόγο και την παρουσία της Ελένης που προσδιορίζουν τη θέση της και να κατανοήσουν τις ηθικές και ψυχικές εντάσεις από τις οποίες σπαράσσεται η ηρωίδα. Το επόμενο βήμα είναι ο χαρακτηρισμός της θέσης της ως «τραγικής». Στο σημείο αυτό εισάγονται και οι όροι έλεος και φόβος. Ας σημειώσουμε ότι επιδιώκουμε μια παιδαγωγική αντιμετώπιση στη χρήση των όρων. Έτσι, αρχικά ζητάμε από τους μαθητές απλώς να αναγνωρίσουν τη θέση της ηρωίδας (μέσα από τις συμφορές της, τις συνεχείς εναλλαγές της τύχης της, τις δοκιμασίες στις οποίες υπόκειται και τις περιπέτειες στις οποίες εμπλέκεται), την οποία αποκαλούμε «τραγική» χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Με παρόμοιο τρόπο προσεγγίζουμε την τραγικότητα της Ελένης και στο β' μέρος του Προλόγου, όπου βλέπουμε τη θέση της να επιδεινώνεται με τις πληροφορίες του Τεύκρου. Τη θέση της μπορούν οι μαθητές να συναισθανθούν περισσότερο, αν εμπλακούν βιωματικά στο έργο. Μπορούμε, λοιπόν, να τους ενθαρρύνουμε να παρακολουθήσουν τους ήρωες οι ίδιοι ως θεατές.


4ος ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ


Ένας από τους βασικούς άξονες, στον οποίο στηρίζεται η Ελένη, σχετίζεται με την αντίθεση είναι vs φαίνεσθαι. Η αντίθεση αυτή συνέχει το έργο με όλες τις επακόλουθες και συμπληρωματικές αντιθέσεις (π.χ. όνομα vs σώμα). Σε αυτήν τη διδακτική ενότητα αυτό που επιδιώκουμε είναι::


να επισημάνουμε την αντίθεση είναι vs φαίνεσθαι˙
να αναφερθούμε σε ένα βασικό όρο, την τραγική ειρωνεία, που συνδέεται άμεσα με την προηγούμενη αντίθεση.


Σ’ αυτήν τη φάση μάς ενδιαφέρει κυρίως να παρουσιάσουμε τις έννοιες και τους όρους της αντίθεσης «είναι vs φαίνεσθαι» και να εντοπίσουν οι μαθητές σημεία στα οποία εκφράζεται η αντίθεση, την οποία θα επεξεργαστούμε συστηματικά σε άλλες ενότητες. Οι μαθητές μπορούν πάντως κι εδώ να αρχίσουν να ψηλαφίζουν διαισθητικά κάποιες από τις διαστάσεις αυτής της αντίθεσης. Έτσι, έχουμε μια πρώτη ευκαιρία να δούμε ότι συνδέεται με προβληματισμούς για την αλήθεια και τη γνώση. Μπορούμε επίσης να αξιοποιήσουμε τη φωτογραφία με το σκηνικό των κατόπτρων (στη σ. 15). Βλέποντας οι μαθητές πόσο καθόρισε τις σκηνογραφικές επιλογές η έννοια του ειδώλου, αρχίζουν να συνειδητοποιούν τη σημασία της αντίθεσης «είναι vs φαίνεσθαι» για την Ελένη. Σε συνδυασμό μάλιστα με τη μαρτυρία της ηθοποιού Λ. Τασοπούλου (ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ 3), μπορούν να διαπιστώσουν τη σχέση ανάμεσα στην ερμηνεία του κειμένου, τη σκηνογραφία και την υποκριτική, συνειδητοποιώντας για άλλη μία φορά ότι το θεατρικό κείμενο ολοκληρώνεται με τη σκηνική του απόδοση. Τέλος, στην προσέγγιση της αντίθεσης αυτής μπορεί να μας βοηθήσει και το απόσπασμα από τη σεφερική Ελένη (ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ 6). Με άλλα λόγια, στο βιβλίο του μαθητή προτείνονται ποικίλοι εναλλακτικοί τρόποι, ώστε να αρχίσουμε να προσεγγίζουμε τη θεμελιώδη αυτήν αντίθεση, αξιοποιώντας όποιους μας εξυπηρετούν περισσότερο.


Βασική και άμεση συνέπεια της προηγούμενης αντίθεσης είναι η ύπαρξη της τραγικής ειρωνείας, που σχετίζεται με το παιχνίδι ανάμεσα στη γνώση και την άγνοια. Και σε αυτήν την πρώτη επαφή μάς ενδιαφέρει καταρχήν να κατανοηθεί ο όρος.


4.α. [οι αντιθέσεις]


«Όποιος κι αν εφεύρε το “είδωλον” της Ελένης, η εκλογή αυτής της παραλλαγής από τον Ευριπίδη καθόρισε το κύριο θέμα του έργου, και τις συμφυείς με αυτό αντινομίες: το σώμα σε αντίθεση με το όνομα, η πραγματικότητα σε αντίθεση με το φαινομενικό, εμφανίζονται συνεχώς σε όλο το έργο, θέλοντας να δείξουν πόσο εύκολα ξεγλιστράει η αλήθεια μέσα στους ειρωνικά υφασμένους ιστούς της άγνοιας. Έχει επανειλημμένως καταδειχθεί πως η τυπική αντίθεση μεταξύ ονόματος και σώματος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα τελευταία έργα του Ευριπίδη. Πιθανόν ο ίδιος να είχε επηρεαστεί από τις γνωστικές θεωρίες του Γοργία, κι έτσι να άρχισε να προβληματίζεται πάνω στη δυσκολία, για να μην πούμε την αδυναμία, απόκτησης της πραγματικής γνώσης. Το θέμα εισάγεται αμέσως από την αρχή, καθώς η Ελένη εκφράζει αμφιβολίες για την εκδοχή της δικής της γέννησης από ένα αυγό δημιουργημένο από το Δία» (Whitman 1996: 57).


4.β. [η αντίθεση είναι vs φαίνεσθαι στη δομή της τραγωδίας]


«[…] η ίδια η αρχή, που συνίσταται στην αντιπαράθεση φαινομενικού και πραγματικότητας, είναι ουσιώδες μέρος της σκέψης του Ευριπίδη και την ξαναβρίσκουμε κάθε στιγμή στις τραγωδίες. Συνηθίζει να τονίζει την αντίθεση μεταξύ αυτού που φαίνεται και αυτού που είναι, μεταξύ των πραγματικών φίλων και αυτών που διατείνονται ότι είναι φίλοι, μεταξύ της “ετικέτας” που δίνεται στους ανθρώπους –απλές “λέξεις”– και της πραγματικής τους φύσης. Ψευδαίσθηση και πραγματικότητα, φύση και απλή σύμβαση, αυτά τα ζεύγη όρων αγαπητών στους σοφιστές, επανέρχονται συνεχώς στο έργο του. […] Ξαναβρίσκουμε αυτή την αντίθεση –και είναι ασφαλώς ακόμα πιο σημαντικό– στην ίδια τη δομή μερικών τραγωδιών. […]. Έτσι, στην Ελένη ο Ευριπίδης επέλεξε να δομήσει μια ολόκληρη τραγωδία πάνω σε μια κατάσταση διαστρεβλωμένη ήδη από την αρχή: ο τρωικός πόλεμος θα γινόταν όχι πια εξαιτίας της Ελένης αλλά εξαιτίας ενός ειδώλου της Ελένης, φανταστικού και παραπλανητικού. Ένα καθαρό “φαίνεσθαι” προσχεδιασμένο από τους θεούς. […]» (Romilly 1997: 181-182).


4.γ. [η αντίθεση είναι vs φαίνεσθαι – το πνευματικό και ιστορικό πλαίσιο]


«Ανάμεσα στα ψέματα και στις παρεξηγήσεις, ποτέ ο ψευδής χαρακτήρας των φαινομένων δεν έχει καταλάβει παρόμοιο χαρακτήρα σ’ ένα έργο [όσο στην Ελένη]. Ωστόσο, πολλοί λόγοι εξηγούν αυτήν τη σημασία.
Από φιλοσοφική άποψη, υπάρχει εδώ μια άλλη όψη της σοφιστικής επίδρασης. Γνωρίζουμε ότι ο Πρωταγόρας δεν πίστευε πως ο άνθρωπος μπορεί ποτέ να υπερβεί το πεδίο των υποκειμενικών εντυπώσεων: κατά την αντίληψή του, τα πράγματα είναι για τον καθένα αυτά που του φαίνονται πως είναι. Χωρίς να φτάσουμε ως εκεί, οι σοφιστές γενικά αγαπούσαν να διακρίνουν την εμφάνιση της πραγματικότητας και το όνομα ή τη συμφωνία, με τα πραγματικά δεδομένα που προέρχονται από τη φύση.


Ο Ευριπίδης, λοιπόν, τους ακολούθησε στο δρόμο αυτό. Ενίσταται για το ρόλο της γνώμης (δόξας), τη δυσκολία της γνώσης, τις πλαστές δοξασίες και τις ψευδείς παραδόσεις. Προτίμησε, επίσης, να θέσει επί σκηνής τις παρεξηγήσεις, αιτίες των δεινών για τα ανθρώπινα πράγματα.


Επιπρόσθετα, στον τομέα της πράξης, ο πόλεμος υπήρξε γι’ αυτόν κατεξοχήν ο χώρος του ψεύδους. Και η καθολική απογοήτευσή του φαίνεται να αυξάνεται βαθμιαία καθώς αυξάνονται τα δεινά και οι απάτες που αυτός ο πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα. Τότε, λοιπόν, σιγά σιγά, φαίνεται ότι έπαψε να αναζητεί ένα νόημα στον κόσμο – και πρώτα απ’ όλα στον ίδιο τον πόλεμο» (Romilly 2000: 16).


5ος ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ


Το θέμα του πολέμου, με διάφορους τρόπους και με διάφορες μορφές, θίγεται πολλές φορές στον Πρόλογο, αλλά και σε ολόκληρο το έργο. Εδώ υπάρχουν αναφορές στα μυθολογικά «αίτια», στις απώλειες και στη ματαιότητα του πολέμου. Οι αναφορές αυτές παραπέμπουν βέβαια στο ιστορικό πλαίσιο του έργου (Σικελική εκστρατεία και καταστροφή). Επειδή ωστόσο το θέμα του πολέμου θα επανέλθει και σε άλλες διδακτικές ενότητες και με μεγαλύτερη ένταση, εδώ προτείνουμε:


να επισημανθεί η διάσταση, με την οποία προβάλλεται ο πόλεμος στον Πρόλογο˙
να σχολιασθεί η επιλογή του Τεύκρου ως ήρωα που μεταφέρει νέες ειδήσεις στην Ελένη.


Η διάσταση με την οποία παρουσιάζεται ο πόλεμος (αντιηρωική, αντιεπική) γίνεται αισθητή μέσα από την κατάσταση του Τεύκρου (νικητής αλλά και παράλληλα εξόριστος και ανέστιος). Την κατάσταση του ήρωα προσεγγίζουμε και βιωματικά ως θεατές, καθώς καλούμαστε να τον φανταστούμε στη σκηνή, αλλά και ως αναγνώστες διαβάζοντας το απόσπασμα από τον Αίαντα του Σοφοκλή. Oι απεικονίσεις του Tεύκρου στη σ. 17 βοηθούν τους μαθητές να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην ηρωική θεώρηση του πολέμου και στη θεώρηση του Ευριπίδη.


Η επιλογή του συγκεκριμένου ήρωα, του Τεύκρου, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Με τέτοιου είδους προσεγγίσεις δε στοχεύουμε τόσο να καλύψουμε με φιλολογική πληρότητα το θέμα, όσο να εξοικειώσουμε τους μαθητές μας με την πολλαπλή ερμηνεία. Εδώ, λοιπόν, μπορούν να αναζητήσουν απαντήσεις στο ερώτημα «γιατί ο Τεύκρος;» από το βιογραφικό του Τεύκρου (όχι μόνο έζησε τη φρίκη του πολέμου στην Τροία, αλλά επέστρεψε στην Ελλάδα, άρα μπορεί να πληροφορήσει την Ελένη και για τους δύο τόπους), από τα κοινά σημεία που παρουσιάζει η περιπέτειά του με την Ελένη ή το Μενέλαο κτλ.


Με το τέλος του Προλόγου μια ανάγνωση του αποσπάσματος από το ποίημα του Γ. Σεφέρη Ελένη θα μπορούσε να αποβεί πολλαπλά χρήσιμη.


5.α. [Τεύκρος – Ελένη]


«Ο Τεύκρος είναι ένα αντίγραφο του Μενέλαου, αλλά η μοίρα του επίσης αντικατοπτρίζει τη μοίρα της Ελένης […]: Όπως αυτή, είναι κι αυτός μισητός, επειδή δε συμμερίσθηκε τη μοίρα του φίλου του (δεν προστάτεψε τον Αίαντα από το θάνατο ή δεν πέθανε μαζί του, 104). Όπως αυτή, επιθυμεί κι αυτός να συμβουλευθεί τη Θεονόη. Και γι’ αυτόν επίσης είναι προορισμένο να φθάσει στην πατρίδα – μια Σαλαμίνα στην Κύπρο. […]» [Goward 2002: 294 (32)].


5.β. [γιατί ο Τεύκρος;]


«Η άφιξη του Τεύκρου μάλλον αδύνατη εντύπωση προκαλεί, κι εξάλλου γιατί ο Τεύκρος; Πράγματι, μεταφέρει αδέξια και με σκληρότητα στην αθώα Ελένη το μίσος που τρέφουν οι Έλληνες γι’ αυτήν, αλλά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, όπως η Ελένη, έτσι κι ο ίδιος υφίσταται μια άδικη εξορία, η σύνδεσή του με την πλοκή είναι απλώς εκείνη του μαντατοφόρου. Ο χαρακτήρας του έχει διαγραφεί ελάχιστα, ή και καθόλου, πάντως πολύ λιγότερο από εκείνον του ανώνυμου μαντατοφόρου που εμφανίζεται αργότερα [= αγγελιαφόρος]. Ο Ευριπίδης φαίνεται πως τον χρησιμοποίησε γιατί ήταν ο μόνος Αχαιός ήρωας που οι περιπλανήσεις του τον οδήγησαν, ενώ πήγαινε για την Κύπρο, στην Αίγυπτο, και ο οποίος ήταν σε θέση να πληροφορήσει την Ελένη για τα γεγονότα της Τροίας. Ο ρόλος του όμως έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη θεματική του έργου. Δημιουργεί ένα πέπλο ψευδαίσθησης με το να κάνει την Ελένη να πιστέψει ότι ο Μενέλαος χάθηκε στη θάλασσα, κι η άρνησή του να παραδεχτεί ότι η αληθινή Ελένη στέκεται μπροστά του προεικονίζει την άρνηση του Μενέλαου που θ’ ακολουθήσει» (Whitman 1996: 60-61).


5.γ. [ο πόλεμος στον Ευριπίδη – το παράδειγμα του Τεύκρου]


«[…] η Ελένη χαρακτηρίζεται από ένα ιδιαίτερο γνώρισμα, ότι εδώ ο ποιητής καλλιεργεί ένα ξεχωριστό είδος τραγικότητας. Αυτή στηρίζεται στο στοιχείο ότι οι νικητές και οι ηττημένοι του πολέμου, οι πρώτης και δεύτερης ποιότητας πολεμιστές και στρατηγοί, είναι εξίσου τραγικά πρόσωπα και υφίστανται στον ίδιο βαθμό, αν όχι σε μεγαλύτερο βαθμό οι πρώτοι, τα δεινά που σωρεύει ο πόλεμος. […]. Η συμπεριφορά του Τεύκρου αποκαλύπτει με ορισμένα της στοιχεία τη φθορά και την ανατροπή των αξιών που επέφερε αυτός ο πόλεμος: ο χλευασμός του στο στ. 76 κ.εξ. […], ο ανεπίτρεπτος σαρκασμός σε βάρος του πατέρα του στο στ. 91 […], η σαρκαστική και παθιασμένη ειρωνεία του εναντίον του ίδιου του γονιού του, στ. 104 […]. Ακόμα και η απονοημένη πράξη του ίδιου του πατέρα να διώξει το γιο του από το σπίτι του μπορεί να εξηγηθεί μόνο με την ηθική και συναισθηματική σύγχυση που επέφερε ο πόλεμος. Μέσα στα παράξενα του πολέμου είναι και ο διωγμός από την πατρίδα, που ο νικητής Τεύκρος πήρε ως αντάλλαγμα της μεγάλης του συμβολής στην εκπόρθηση της Τροίας, στ. 106 […], και πάνω απ’ όλα, η χαρά και η δίψα της καταστροφής που εκδηλώνει ο ήρωας, σαν να μην του έφταναν οι τόσες συμφορές που ως τώρα προξενήθηκαν από τον πόλεμο, στ. 108 […].» (Σακαλής 1980: 140-142).


Δ. ΣYΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

1. Ενώ στο στίχο αυτόν υποδηλώνεται ότι η Ελένη βρίσκεται κοντά στο Νείλο, πιο κάτω δηλώνεται ότι δραματικός χώρος είναι η νήσος Φάρος. Σύμφωνα με μια ερμηνεία, η αντίφαση αυτή είναι φαινομενική και θεωρείται ως τόπος δράσης η νήσος Φάρος, καθώς πολλές φορές η λέξη «Νείλος» χρησιμοποιείται αντί της λέξης «Αίγυπτος». Σύμφωνα με άλλους μελετητές, η σκηνή του έργου τοποθετείται κάπου αλλού.


4. Αξίζει να προσεχθεί ότι, ενώ ο Όμηρος και ο Ηρόδοτος αποδίδουν μαντικές ικανότητες στον Πρωτέα, ο Ευριπίδης αποδίδει, για δραματικούς λόγους, τέτοιες ικανότητες στην Ειδώ (Θεονόη).


25. H ποιητικότερη και χαρακτηριστικότερη παρετυμολογία του ονόματος της Eλένης ανήκει στον Aισχύλο: «[...] ἐπεὶ πρεπόντως/ἐλένας ἕλανδρος ἐλέ-/πτολις [...]» (Aγαμέμνων, στ. 687-690).


27/28. Η Αφροδίτη υποσχέθηκε στον Πάρη την Ελένη, η Αθηνά ότι θα τον βοηθούσε να κατακτήσει την Ελλάδα, η Ήρα ότι θα του πρόσφερε την ηγεμονία της Ευρώπης και της Ασίας (πρβ. Ευριπίδης, Τρωάδες, 925 κ.εξ.).


48. Στο προοίμιο των Κύπριων Επών αναφέρονται τα εξής: «Yπήρχε κάποτε μια εποχή, που πολλές χιλιάδες ανθρώπων τριγυρνούσαν στην πλατύστερνη γη. Και ο Δίας, βλέποντας αυτό, λυπήθηκε τη γη που όλα τα τρέφει και στοχάστηκε να την ανακουφίσει από τους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν υποκίνησε το μεγάλο τρωικό πόλεμο, για να ελαφρύνει με το θάνατο των ανθρώπων τη γη. Στην Τροία, λοιπόν, σκοτώνονταν οι ήρωες και του Δία γινόταν το θέλημα» (αποσπ. 1, Allen, μτφρ. Λουκία Στέφου: από το πρόγραμμα της παράστασης Eυριπίδης, Eλένη, Θέατρο του Nότου, Eπιδαύρια, 1996).


64. Σύμφωνα με μια ερμηνεία (Σακαλής) η Ελένη σκέπτεται ότι η ίδια, είτε αναίτιος είτε παναίτιος συνάμα, υπήρξε η προΰ­πόθεση πραγματοποίησης των σχεδίων των θεών.


122. Επινόηση του Ευριπίδη είναι η εκδοχή ότι ο Αχιλλέας ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ελένης και ότι πήρε μέρος στον πόλεμο γοητευμένος από την ομορφιά της. Σύμφωνα όμως με τις περισσότερες μυθολογικές εκδοχές, ο Αχιλλέας ήταν ακόμη παιδί όταν έγιναν οι γάμοι της Ελένης.


148. Aναφέρεται στο Άργος, είτε γιατί εκεί βασίλευε ο Aγαμέμνονας, είτε γιατί ευνοεί την επικράτεια των Aτρειδών.


162. Συνηθισμένος τρόπος έκφρασης του Ευριπίδη, που σατίρισε ο Αριστοφάνης στους Βατράχους (στ. 1443-1451) και στους Αχαρνής (στ. 345-401).


170. Yποστηρίζεται (Dale) ότι οι μακρινές περιπλανήσεις του Τεύκρου ήταν αρκετά γνωστές, ώστε να φαίνεται φυσική στο κοινό η εξήγηση που δίνει για την άφιξή του. Παράλληλα, ελπίζει ότι η φιλική άγνωστη γυναίκα θα λειτουργήσει ως πρόξενος, δηλ. ως ο συνηθισμένος διαμεσολαβητής για κάποιον που ερευνά τους χρησμούς. Η Ελένη όμως, που συνειδητοποιεί καθυστερημένα τον άμεσο κίνδυνο που τον απειλεί, τον διώχνει βιαστικά.


Ε. ΣYΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1η ΣΚΗΝΗ


1. Παρουσιάζοντας ο Ευριπίδης στον Πρόλογο τον Πρωτέα και την οικογένειά του, είτε υιοθετεί συγκεκριμένες μυθολογικές παραδόσεις, είτε επινοεί τη δική του εκδοχή.
α) Με τη βοήθεια των Σχολίων και του Λεξικού Προσώπων της Mυθολογίας να εντοπίσετε τα στοιχεία που αντλεί από την παράδοση και αυτά που επινοεί ο ίδιος.
β) Γιατί ο ποιητής παρουσιάζει με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο την οικογένεια του Πρωτέα; Ποιες προσδοκίες δημιουρ­γούνται στο θεατή/αναγνώστη της τραγωδίας; (ποιητής και μυθική παράδοση)


2. Ο Ευριπίδης θεωρείται ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη των ανθρώπων σχετικά με τους θεούς και γενικότερα την άκριτη αποδοχή του μυθικού παρελθόντος. Διακρίνετε στα λόγια της Ελένης τέτοια στοιχεία αμφισβήτησης; Πώς εμφανίζονται οι θεοί στο πρώτο μέρος του Προλόγου; (σκεπτικισμός, θεολογία στον Eυριπίδη)


3. Ο Αριστοφάνης στις Θεσμοφοριάζουσες σατιρίζει την Ελένη του Ευριπίδη. Ποια είναι τα στοιχεία που παρωδεί με τους ακόλουθους στίχους; (ποιητική τέχνη Eυριπίδη)
α) [Ένας συγγενής του Ευριπίδη περιμένοντας την παρέμβαση του ποιητή, για να τον σώσει από τις γυναίκες που τον απειλούν:]
Πάει έχω αλληθωρίσει απ’ το καρτέρι
κι αυτός, ακόμα. Τι να τον μποδίζει;
[…] Με ποιο άλλο δράμα του να τον φέρω; Ξέρω, ξέρω.
θα γίνω η νέα κι αλλόκοτή του Ελένη.
[…]
β) Να ο ποταμός με τις ωραίες τις Νύμφες,
ο Νείλος, που ποτίζει αυτός, για το έθνος
της μελαψής συρμαίας, κι όχι η ψιχάλα
του Δία, τους κάμπους της λευκής Αιγύπτου.
[…]
γ) Η ξακουσμένη η Σπάρτη είναι η δική μου πατρίδα…
Και το όνομά μου Ελένη
[…] και χάθηκαν ψυχές για μένα πλήθος στου Σκάμαντρου τις όχθες […]
Είμ’ εγώ εδώ τώρα.
Μα ο δόλιος μου ο άντρας, αχ, δεν ήρθε ακόμα.
(μτφρ. Θ. Σταύρου)


4. Ο Ρωμαίος λυρικός ποιητής Οβίδιος (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.) σε ένα έργο του, που ονόμασε Επιστολές Ηρωίδων, παρουσιάζει διάσημες γυναίκες της μυθικής εποχής να στέλνουν επιστολές στους συζύγους ή τους φίλους τους. Σε μια τέτοια φανταστική επιστολή γράφει η Πηνελόπη στο σύζυγό της Οδυσσέα, που τον περιμένει είκοσι χρόνια (Ovidius, Heroides 1-14, 87-89 και 110, μτφρ. X. Pάμμος):
Το γράμμα αυτό, στο στέλνει η Πηνελόπη σου, Οδυσσέα˙
Τίποτα όμως να μη μου απαντήσεις˙ ο ίδιος νά ’ρθεις.
Ερείπια είναι βέβαια η Τροία, η μισητή στις Δαναΐδες κόρες˙
δεν άξιζε τόσο ο Πρίαμος κι ολόκληρη η Τροία.
Αχ, μακάρι τότε που ο Πάρης ο ξελογιαστής,
στη Σπάρτη με τα πλοία του ταξίδευε,
να ’χε πνιγεί στα μανιασμένα κύματα!
Δε θα βρισκόμουν τότε κρύα στο ορφανό κρεβάτι μου˙
κι ούτε παρατημένη θα ’κλαιγα που αργά περνάν οι μέρες˙
Κι ούτε τα χέρια μου, όταν προσπαθώ να ξεγελάσω τις μακριές νύχτες,
ο αργαλειός θα κούραζε, σαν να ’μαι χήρα φτωχή.
[...]
Μνηστήρες απ’ το Δουλίχι, τη Σάμη και αυτοί
που έστειλε η Ζάκυνθος, πλήθος πολυέξοδο,
με πολιορκούν και βασιλεύουν ανεμπόδιστα στο παλάτι σου
[...]
Έλα γρήγορα, λιμάνι κι άσυλο των αγαπημένων σου.
Αν η Ελένη, η ηρωίδα του έργου μας, έστελνε κι αυτή μια επιστολή στο Μενέλαο, τι πιστεύεις ότι θα του έγραφε;
(δημιουργικό γράψιμο – ήθος Eλένης)


2η ΣΚΗΝΗ


1. Αντικρίζοντας ο Τεύκρος την Ελένη, αποκαλύπτει το μίσος που έτρεφε γι’ αυτήν ο ίδιος αλλά και όλοι οι Έλληνες. Αυτή η εκδήλωση αντιπάθειας νομίζετε ότι αναιρεί τα αρχικά συναισθήματα των θεατών για την Ελένη (έλεος); Πόσο επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, την τραγικότητα της ηρωίδας; (τραγικότητα ηρώων – συναισθήματα θεατών)


2. Yποστηρίζεται ότι οι ήρωες του Ευριπίδη «σπαράσσονται από ηθικές και ψυχολογικές εντάσεις». Μπορείτε να εντοπίσετε στο κείμενο ορισμένες φράσεις ενδεικτικές των εντάσεων αυτών; (ήθος ηρώων)


3. Το παιχνίδι ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι, στην άγνοια και στη γνώση, συνεχίζεται μέχρι το τέλος του Προλόγου. Ούτε η Ελένη ούτε ο Τεύκρος πλησίασαν περισσότερο στην πραγματική αλήθεια των καταστάσεων. Αντίθετα, τώρα πια απομακρύνθηκαν περισσότερο από αυτήν, καθώς διακατέχονται από βεβαιότητες που είναι εντελώς ανυπόστατες. Πού αποβλέπει, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής με αυτή την τεχνική; Γιατί αφήνει τελικά τον Τεύκρο να φεύγει αγνοώντας ότι συνάντησε την Ελένη; Από την άλλη μεριά, γιατί η Ελένη εκλαμβάνει ως αναμφισβήτητη αλήθεια τη φήμη για το χαμό του Μενέλαου; (είναι vs φαίνεσθαι – γνώση vs άγνοια)


1η – 2η ΣΚΗΝΗ


1. Ο Ευριπίδης στην Ελένη αξιοποιεί το «είδωλο». Να εξετάσετε: α) πώς αυτό συνδέεται με το δόλο των θεών, β) πώς συμβάλλει στην πλοκή του μύθου. (είδωλο)


2. Πίσω από τις προσωπικές περιπέτειες των τραγικών ηρώων (Ελένης-Τεύκρου) στον Πρόλογο υπάρχει σαν σταθερό φόντο το θέμα του πολέμου. Να αναζητήσετε όλα τα στοιχεία που δείχνουν τη στάση του ποιητή απέναντι στον πόλεμο και να προσπαθήσετε να τη συνδέσετε με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που διδάχθηκε η συγκεκριμένη τραγωδία. (πόλεμος)


3. Από το Δία και τη Λήδα έως το Θεοκλύμενο και την Ελένη. Στον Πρόλογο ο Ευριπίδης μας έδωσε ένα πλήθος από πληροφορίες που καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Ξαναγράψτε τις δημιουργώντας μια νέα σύνθεση, π.χ. ένα παραμύθι που θα διηγηθείτε σε κάποιους άλλους. (δημιουργικό γράψιμο – Δομή και Λειτουργία Προλόγου)


4. Ας υποθέσουμε ότι η τάξη σας αποφάσισε να ανεβάσει μια διασκευή της Ελένης. Επιχειρήστε να διασκευάσετε τον Πρόλογο.
(δημιουργικό γράψιμο – Δομή και Λειτουργία Προλόγου)




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him