Απόπειρα οριοθέτησης του Δοκιμίου - Ορισμένα βασικά γνωρίσματα





ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν







Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του δοκιμίου, όπως καθορίστηκαν από τον δημιουργό ή πατέρα του, τον Γάλλο στοχαστή και πρακτικό φιλόσοφο Michel de Montaigne, αλλά και από την κατοπινή εξέλιξη του είδους, είναι, σε σύγκριση πχ. με την πραγματεία ή τη διατριβή ή τη μελέτη - για ν’ αρχίσουμε με τα περισσότερο συναφή - τα εξής:



Ενώ στην πραγματεία η ανάπτυξη του θέματος είναι περισσότερο μεθοδική, αντικειμενική, επιστημονική, συστηματική, λογοκρατική, νοησιαρχική, απρόσωπη και τυπική, στο δοκίμιο η πραγμάτευση του θέματος είναι περισσότερο αφοριστική, υποκειμενική, αισθητικιστική, μη συστηματική, σκεπτικιστική, συνειρμική και διαισθητική, εμπειριοκρατική, προσωπική και ατομική. Εξάλλου, στην πραγματεία ή τη μελέτη οποιοδήποτε αισθητικό αποτέλεσμα δεν είναι παρά συμπτωματικό, η δε γλώσσα συνήθως λιτή και ακαλλώπιστη, ενώ στο δοκίμιο το αισθητικό αποτέλεσμα αποτελεί αυτοσκοπό, η μορφή μετράει όσο και η ουσία, η γλώσσα είναι "ποιητική" και "ρητορική" (χρησιμοποιεί εικόνες και σχήματα) κτλ. Διαφέρουν, βέβαια, εκτός από την έκταση (το δοκίμιο είναι ένα είδος με μικρή, κατά κανόνα, έως μέση έκταση) και ως προς το κοινό στο οποίο απευθύνονται (της πραγματείας είναι πιο ειδικό, κι αυτός είναι ο λόγος που συστηματικοί φιλόσοφοι ή και επιστήμονες καταφεύγουν συχνά στο δοκίμιο όταν θέλουν να εκλαϊκεύσουν ή να δώσουν μεγάλη δημοσιότητα στις ιδέες τους ή στα πορίσματά τους). Το δοκίμιο προϋποθέτει μεγαλύτερη συμμετοχή του αναγνώστη, θέτει σε κίνηση τόσο τη σκέψη όσο και τη φαντασία του, απευθύνεται τόσο στη νόηση όσο και στο συναισθηματικό του κόσμο, επιζητεί όχι μόνον να τον πληροφορήσει αλλά και να τον συγκινήσει και να τον τέρψει. Το δοκίμιο απευθύνεται όχι μόνον στις γνώσεις (τη μόρφωση) αλλά και στην καλαισθησία και στο γούστο του αναγνώστη. Αν η πραγματεία ή η μελέτη τον μορφώνει, το δοκίμιο τον καλλιεργεί.


Συχνά, από τους εχθρούς του δοκιμίου εκφράζονται αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σχετικά με την αξία αυτού του γραμματειακού, είδους, ότι π.χ. το χαρακτηρίζει επιπολαιότητα, αφού εξετάζει συνήθως μόνον μια πλευρά ή την επιφάνεια και όχι το βάθος των πραγμάτων, ο ερασιτεχνισμός, η ανευθυνότητα, ο υποκειμενισμός, η έλλειψη πρωτοτυπίας και δημιουργικότητας κ.ά.π. Εκείνο όμως που φαίνεται ν’ ανταποκρίνεται περισσότερο στα πράγματα και, κατά κάποιο τρόπο, να εξηγεί όλες αυτές τις αντιρρήσεις και επιφυλάξεις, είναι ο έντονος υποκειμενισμός του δοκιμίου. Στο δοκίμιο αποφασιστικό ρόλο παίζει η προσωπικότητα του συγγραφέα, αυτή είναι που δίνει το κύρος σε ό,τι λέγεται, που προσφέρει συνήθως το παράδειγμα, αλλά και τη ζωντάνια στην έκφραση και το ανεπανάληπτο ύφος. Η πραγματικότητα παρουσιάζεται φιλτραρισμένη μέσα από τις εμπειρίες και τα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα. "Εδώ είναι οι ιδέες μου με τις οποίες δεν προσπαθώ καθόλου να σας δώσω να γνωρίσετε τα πράγματα, αλλά τον εαυτό μου" έλεγε ο Montaigne. Η παράσταση του κόσμου την οποία μας προσφέρει το δοκίμιο είναι ίσως λιγότερο επιστημονική και περισσότερο καλλιτεχνική (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και λιγότερο "αντικειμενική"· άλλωστε, για την αντικειμενικότητα, το αλάθητο και την αλαζονεία της οργανωμένης επιστήμης τόσο ο Montaigne όσο και άλλοι συγγραφείς κατόπιν έχουν εκφραστεί με τσουχτερά λόγια). Ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η καλλιτεχνική γνώση είναι περισσότερο «ρηχή» απ’ οποιαδήποτε επιστημονική γνώση. Εφόσον μάλιστα ο δοκιμιογράφος συνδυάζει μια έντονη και ισχυρή προσωπικότητα με πλούσια πνευματικά χαρίσματα, η πολυμάθεια ή η "ειδημοσύνη" έρχονται σε δεύτερη μοίρα.


"Ένας πολύξερος συγγραφέας δεν μπορεί να είναι παντού πολύξερος· αλλ’ ο ταλαντούχος είναι παντού ταλαντούχος, ακόμη και μέσα στην άγνοιά του" γράφει ο Montaigne. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί και μια απάντηση στην κατηγορία του ερασιτεχνισμού.

Αυτά είναι, στη θεωρία, μερικά από τα βασικά γνωρίσματα του δοκιμίου. Στην πράξη, όμως, αντιμετωπίζουμε πολύ συχνά μεγάλες δυσκολίες προκειμένου να κατατάξουμε ένα ορισμένο κείμενο στο είδος του δοκιμίου ή ν’ αποκλείσουμε κάποιο άλλο. Έτσι, για να περιοριστώ σε ελάχιστα μόνον παραδείγματα, θα έλεγε κανείς με βάση τα γενικά γνωρίσματα που εκθέσαμε προηγουμένως, ότι υπάρχει μια σαφώς διακεκριμένη τομή ανάμεσα στα κείμενα π.χ. του Σεφέρη, του Τερζάκη, του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου αφενός, και του Παπανούτσου, ας πούμε, αφετέρου, τομή που έχει να κάνει με τη διαφορά στην πνευματική τους συγκρότηση και ιδιοσυγκρασία, την περισσότερο καλλιτεχνική ή την περισσότερο επιστημονική, αντίστοιχα (οι Άγγλοι μιλούν για informal και formal essay), αλλ’ οπωσδήποτε παραμένουμε και στις δύο περιπτώσεις στην περιοχή του δοκιμίου. Η διάκριση μεταξύ "υποκειμενικού" και "αντικειμενικού" δοκιμίου, που επιχειρείται από μερικούς, είναι τουλάχιστον ολισθηρή (συγκρίνεται ως προς την αντικειμενικότητα ένα δοκίμιο όχι μόνον με μια επιστημονική διατριβή αλλά και με το κείμενο ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ) και αναμφισβήτητα έρχεται σε αντίφαση με τον διακηρυγμένο έντονο υποκειμενισμό και, εν πάση περιπτώσει, το μεικτό χαρακτήρα του δοκιμίου.


Είπαν επίσης ότι το δοκίμιο είναι κυρίως είδος "διδακτικό". Εάν με το "διδακτικός" εννοούμε "πληροφοριακός" ή "ενημερωτικός", (ή έστω, "σχολιαστικός" με φανερή ή όχι την πρόθεση του συγγραφέα να περάσει στον αναγνώστη κάποιες προσωπικές απόψεις και να τον πείσει) έχει καλώς, γιατί, διαφορετικά, ο οποιοσδήποτε διδακτισμός (όπως και κάθε σχολαστικισμός, με όλες τις σημασίες του όρου) όχι μόνον έλειπε από τις προθέσεις του δημιουργού του δοκιμίου ("Δεν διδάσκω καθόλου, διηγούμαι" έλεγε ο Montaigne) αλλά και σαφώς επικρίνεται. Και οπωσδήποτε, οι κάποιες σχέσεις ως προς το περιεχόμενο δεν πρέπει να μας παρασύρουν να εξομοιώνουμε ένα δοκίμιο πχ. του Montaigne, ή και του Σεφέρη και του Παπανούτσου, με μια διδασκαλία ή διδαχή, όπως λέγεται πχ. του Ροδινού, του Μηνιάτη ή του Κοσμά του Αιτωλού, γιατί αυτή ή σωφρονιστική πρόθεση αλλά και η προσπάθεια του εύκολου ή του άμεσου επηρεασμού του αναγνώστη / ακροατή που αποτελεί διακριτικό γνώρισμα της εκκλησιαστικής (όπως και της πολιτικής και όποιας άλλης) ρητορικής δεν πιστοποιείται από την ιστορία του δοκιμίου.


Όχι μόνον ο διδακτισμός αλλά και ο δογματισμός φαίνεται ότι δεν ταιριάζει στο δοκίμιο, παρόλο που από την ιστορία του δε λείπουν ίσως κάποια μεμονωμένα παραδείγματα (είναι και πάλι θέμα ιδιοσυγκρασίας το δοκιμιογράφου). Κατεξοχήν σκεπτικιστής φιλόσοφος ο Montaigne, επέλεξε ως τίτλο του έργου του όχι τον όρο εμπειρίες (experiences) αλλά τον όρο δοκίμια, δοκιμές (essais), με τον οποίο εξυπακούεται ότι τίποτε ακόμη δεν είναι τετελεσμένο, αλλά όλα βρίσκονται εν εξελίξει, πράγμα που αποκλείει κάθε δογματισμό και επιτρέπει αλλαγή στις απόψεις μας. "Αν η ψυχή μου μπορούσε να στερεώσει το πόδι της κάπου, δεν θα έκανα δοκιμές, αλλά θα διατύπωνα συμπεράσματα· όμως εξακολουθεί να μαθητεύει και να δοκιμάζει τον εαυτό της" γράφει. Πολύ σωστά είπαν ότι στον τίτλο του έργου του προσέδιδε και την έννοια μιας ορισμένης μεθόδου. Επομένως, όχι οριστικά συμπεράσματα αλλά "προβληματισμοί", "απόψεις", "στοχασμοί", "ερωτήματα" και "ζητήματα", "θέσεις" και "στάσεις", που όχι μόνον δεν εξαντλούν το θέμα αλλά και ενδέχεται αργότερα να μεταβληθούν, αποτελούν συνήθως την ύλη του δοκιμίου. (Ο τίτλος "δοκίμια", "δοκιμές", "απόπειρες" είναι περισσότερο μετριόφρων, ακόμη και όταν ο συγγραφέας πιστεύει κατά βάθος ότι τα πορίσματά του είναι οριστικά).


Ένα άλλο γνώρισμα, που μολονότι ανήκει στα γενεαλογικά στοιχεία του δοκιμίου (τα Essais του Montaigne είχαν πίσω τους μια μεγάλη σε όγκο ερανιστική φιλολογία που, μεταξύ άλλων, σκοπό είχε να εκλαϊκεύσει προς όφελος των ανθρώπων της Αναγέννησης την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία), εντούτοις αυτή η εκλαΐκευση δεν πρέπει να υπερεκτιμάται, γιατί η διαφορά του Montaigne από τους προκατόχους του ήταν ότι το πρόπλασμα που παρέλαβε το μετέβαλε, χάρη σ’ ένα πολύ έντονο προσωπικό στοιχείο και σε μια ζωντανή και παραστατική - σχεδόν ποιητική - έκφραση, σε μια φόρμα λογοτεχνική.


Όμως και η άλλη άποψη είναι σωστή, ότι τα πρότυπα του Montaigne ήταν περισσότερο αρχαία, ο Πλούταρχος πχ. και ειδικότερα τα "Ηθικά" του, και ο Σενέκας ιδιαίτερα των "Epistulae Morales" - είναι άλλωστε συγγραφείς που μνημονεύονται περισσότερο στο βιβλίο του. Η αλήθεια είναι ότι το δοκίμιο, ένα είδος νόθο από τη γέννησή του και "υβρίδιο", κάτι μεταξύ επιστήμης ή φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, όπως και μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς πνευματικής παραγωγής (κριτικής), εμφανιζόταν από την αρχή της ιστορίας του με πολύ δυσκολοδιάκριτα χαρακτηριστικά ("λεπτοχάρακτα και δυσκολοξεχώριστα, επομένως ευκολοπάτητα και ευκολοσύγχυστα [...] σύνορα", που θα έλεγε κι ο Παλαμάς). Τελικά, όπως διαμορφώθηκε, είναι ίσως ευκολότερο να λες "τι δεν είναι" παρά "τι είναι" ένα δοκίμιο. Έτσι, μολονότι π.χ. ο Σεφέρης λέει κάπου στις Δοκιμές του ότι γράφει για τον Έλιοτ "με τρόπο αυτοβιογραφικό" ή ο Montaigne αποκαλεί κάπου τα δοκίμιά του "απομνημονεύματα", εύκολα καταλαβαίνει καθένας γιατί, παρά το άφθονο προσωπικό και υποκειμενικό στοιχείο, ένα δοκίμιο δεν είναι αυτοβιογραφία. Την εξήγηση μάς τη δίνει πάλι ο Montaigne, ο οποίος σε άλλο σημείο παρατηρεί: "Δεν καταγράφω τη ζωή μου, παίρνοντας υπόψη μου τις πράξεις μου: η τύχη θέλησε να είναι ασήμαντες· καταγράφω περισσότερο τις ιδέες μου (η υπογράμιση δική μου, Θ.Ν.)".


Τα Δοκίμια του (Essais) δηλαδή δεν είναι ένας κατάλογος των κυριοτέρων πράξεων της ζωής του, είναι μάλλον ένα ημερολόγιο της εσωτερικής πνευματικής του ανέλιξης, ένας κατάλογος των σκέψεων και των απόψεών του (πβ. και: "je peins principalement mes cogitations..." που σημειώνει αλλού). (Δεν είναι, επομένως, περίεργο που και ο δικός μας Θεοτοκάς, συγκεντρώνοντας σε τόμο τα δοκίμιά του μιας εικοσιπενταετίας, με χρονολογική μάλιστα σειρά "που επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς την πνευματική εξέλιξη του συγγραφέα", τον τιτλοφορεί: Πνευματική πορεία και προσθέτει ότι, από την άποψη αυτή, το βιβλίο είναι "ένα ημερολόγιο που διηγείται την ιστορία ενός πνεύματος ε ν κ ι ν ή σ ε ι ". Άλλοι πάλι μιλούν για "πορεία μιας συνείδησης, ανάμεσα στα πρόσωπα και στα περιστατικά του καιρού της" ή για "ιστορία ψυχής" κ.τ.ό.). Ενώ όμως ως προς αυτή την καταγραφή μιας άμεσης και αυθόρμητης σκέψης το δοκίμιο, όπως το εννοεί ο Montaigne, παρουσιάζει ομοιότητες με το τυπικό είδος του journal (ή diary), εντούτοις διαφέρει ως προς το ότι, σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στο ημερολόγιο, στο δοκίμιο οι διάφορες σκέψεις ή ιδέες έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, κάτι σαν ένα κεντρικό θέμα, σε σχέση με το οποίο υφίστανται μιαν ορισμένη, χαλαρή έστω, διάρθρωση. Εξάλλου, τα κεφάλαια των Essais δεν αποτελούν χρονικές ενότητες όπως οι εγγραφές σ’ ένα ημερολόγιο (από μέρα σε μέρα, de jour en jour), αλλά θεματικές ενότητες, στις οποίες ο συγγραφέας μπορεί να επανέρχεται κατά περιόδους. Αντιθέτως, ο ημερολογιογράφος κάθεται στο τέλος της μέρας και σημειώνει στο χαρτί τις εμπειρίες του ή τις σκέψεις που έκανε κατά διάρκεια αυτής της μέρας. Ο χρόνος του είναι ένα παρελθόν, ένα άμεσο έστω παρελθόν, το οποίο προσπαθεί ν’ αναπλάσει με τη μνήμη του. Ενώ το δοκίμιο είναι απ’ αυτή την άποψη α-χρονικό, δε συνδέεται δηλαδή μ’ ορισμένο χρόνο, ή ίσως ο χρόνος του ταυτίζεται μ’ ένα διαρκές παρόν, και οι συνθήκες συγγραφής του δοκιμιογράφου μοιάζουν περισσότερο με τις συνθήκες εγγραφής του επιστήμονα, είτε αυτό που γράφει το δίνει "εκ περιουσίας" είτε συμβουλευόμενος τα βιβλία του. (Είναι πάντως χαρακτηριστικό το πόσο στη συνείδηση των νεοελλήνων κριτικών και δοκιμιογράφων είναι αλληλένδετη η έννοια της δοκιμιογραφίας και της ημερολογιογραφίας. Δεδομένου ότι και στην προσωπική ζωή πολλών συγγραφέων το δοκίμιο συνδυάζεται με το ημερολόγιο, ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση του Κλ. Παράσχου και του Γ. Σεφέρη. Στην περίπτωση του πατέρα του δοκιμίου, τα Essais τα αντικατέστησε ένα Journal de voyage τη μία και μοναδική φορά που ο Montaigne απομακρύνθηκε για πολύ καιρό από τον πύργο του!)


Κοινά στοιχεία αναγνωρίζουν επίσης ανάμεσα σ’ ένα δοκίμιο και σε μια επιστολή. Ο ίδιος ο δημιουργός του δοκιμίου δήλωσε κάποτε πως, αν ζούσε ο επιστήθιος φίλος του, ο Λα - Μποεσί, τον καιρό που άρχισε να συνθέτει τα Essais, θα είχε δώσει στα γραπτά του τη μορφή επιστολής. Πάντως, όπως τελικά το διαμόρφωσε, το δοκίμιο διατηρεί πολύ το ύφος της συνομιλίας μ’ ένα φίλο, της καθημερινής κουβέντας πάνω σε διάφορα θέματα ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη - όπως περίπου ανάμεσα στο συντάκτη και τον αποδέκτη μιας επιστολής. (Συσχετίζουν, άλλωστε, συχνά το δοκίμιο με τη λεγόμενη "ανοιχτή επιστολή"). Εξάλλου, ως ένα σημείο, έχουμε και από τις δύο πλευρές, το ίδιο πράγμα: την ελεύθερη περιπλάνηση απ’ το ένα θέμα στο άλλο, τη συνύφανση του αντικειμενικού - τριτοπρόσωπου - λόγου με τον υποκειμενικό - σε πρώτο πρόσωπο - λόγο, την εναλλαγή ανάμεσα σε μια σοβαρή και σε μια παιχνιδιάρικη και φαντασιώδη θεώρηση των πραγμάτων, την αυτοαντίφαση, την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού κ.ά., μαζί βέβαια, με μια σκιαγράφηση (μέσα από βιώματα, εμπειρίες κτλ.) της ίδιας της προσωπικότητας του συγγραφέα, καθώς η ατομική συνείδηση, καταπιεσμένη μέσα στα άλλα λογοτεχνικά είδη, μπορεί, και ιδιαίτερα στην επιστολή, να εκδηλωθεί με μεγαλύτερη ελευθερία. Όμως, ενώ η επιστολή (και ειδικότερα η λεγόμενη "λογοτεχνική" επιστολή, όπως του Σενέκα, του Κικέρωνα, αλλά και του Πετράρχη και άλλων σύγχρονων του Montaigne) μπορεί να θίγει όλα τα πιθανά θέματα, πολιτικά, φιλοσοφικά και ηθικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά κτλ., και μάλιστα το ένα πίσω από το άλλο, χωρίς οποιαδήποτε τάξη, όπου μόνον η ενότητα του συγγραφέα προσφέρει κάποια συνάφεια, αντιθέτως το δοκίμιο έχει συνήθως ένα θεματικό κέντρο και μια ορισμένη δομή, αποτελεί δηλαδή, σ’ αντίθεση με την "ανοιχτή φόρμα" της επιστολής, μια "κλειστή φόρμα". Τέλος, συγγένειες και κοινά γνωρίσματα αναγνωρίζουν επίσης ανάμεσα στο δοκίμιο και στο γραμματειακό είδος του διαλόγου, αν και ο Montaigne συνειδητά εγκαταλείπει την ως ένα σημείο πλαστή κατανομή της συζήτησης ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα (την οποία γνωρίζουμε από τους διαλόγους του Πλάτωνα, για παράδειγμα) για να προβάλει το διάλογο του πνεύματος με τον εαυτό του, ένα στοιχείο που ως εκείνη την εποχή εμφανιζόταν πάντοτε συγκεκαλυμμένο. (Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι η νεοελληνική δοκιμιογραφία δίνει ιδιαίτερη έμφαση σ’ αυτό το στοιχείο της συνομιλίας του συγγραφέα με τον αναγνώστη του, που το δοκίμιο δανείζεται απ’ την επιστολή αλλά επίσης και στο διαλογικό στοιχείο, είτε πρόκειται για τον - υποθετικό, έστω - διάλογο συγγραφέα-αναγνώστη είτε για το διάλογο του δοκιμιογράφου με τον εαυτό του· έχουμε μάλιστα και την περίπτωση βιβλίου με δοκίμια που χρησιμοποιεί ως υπότιτλο το "διάλογος με τους πολλούς και με τους λίγους").


Αυτή τελικά, η διάθεση για επικοινωνία του δοκιμιογράφου με τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και που ενδέχεται να τον διαβάσουν, μας βοηθάει να καταλάβουμε τον περισσότερο κοινωνικό χαρακτήρα του δοκιμίου, σε σύγκριση τουλάχιστον με τα άλλα παρεμφερή είδη, όπως είναι η μελέτη, η πραγματεία, η διατριβή κτλ. (Και δεν είναι πάλι περίεργο ότι ένα από τα οφέλη που ο Montaigne περίμενε να του αποφέρει η δημοσίευση των Essais ήταν και η πιθανότητα να υπάρξει κάποιος ή κάποιοι που θ’ αποζητούσαν να γνωρίσουν από κοντά το συγγραφέα, επειδή θα είχαν διαβάσει το βιβλίο του,, ή ακόμη η πιθανότητα να αποκτήσει έναν νέο καλό φίλο, που θα εκάλυπτε το δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε πίσω του ο Λα-Μποεσί).




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him