Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ


Α. ΛΑΖΑΡΟΥ - Δ. ΧΑΤΖΗ







Α΄ ΓΕΝΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Τὴν περίοδον τῶν 300 περίπου ἐτῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου μέχρι τῆς ὑποταγῆς τῆς Αἰγύπτου εἰς τοὺς Ρωμαίους (323 - 31 π.Χ.) ὀνομάζουν ἑλληνιστικούς ἤ ἀλεξανδρινούς χρόνους .

Ὁ πολιτισμὸς τῶν χρόνων αὐτῶν εἶναι συνέχεια τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ. Διὰ τῆς κατακτήσεως τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ἔπεσεν ὁ φραγμός, ὁ ὁποῖος ἐχώριζε τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, καὶ ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Συρία καὶ ἡ Μεσοποταμία μέχρι τῶν Ἰνδιῶν ἀνοίγονται εἰς τὸν ἑλλνηνισμόν. Οἱ Ἕλληνες μεταφέρουν εἰς τὰς χώρας αὐτὰς τὸν πολιτισμόν των. Οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ἀφυπνίζονται καὶ ἀρχίζουν νέαν ζωήν.

Ἀλλὰ συγχρόνως οἱ Ἕλληνες ὑφίστανται μοιραίως τὴν ἐπίδρασιν τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους εἶχον περιφρονήσει ἕως τότε ὡς βαρβάρους. Αἱ θρησκευτικαὶ πεποιθήσεις, τὰ ἔθιμα, αἱ περὶ ζωῆς ἀντιλήψεις τῶν ἀνατολικῶν λαῶν ἀναμειγνύονται μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὰς ἀντιλήψεις τῶν Ἑλλήνων.



Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΗ

Κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ἀκμάζουν ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ ἡ Μεσόγειος ἀποτελεῖ μίαν οἰκονομικὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν συναλλαγήν.

Εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὴν Ἀσίαν ἀκμάζει πολὺ ἡ γεωργία. Ἡ γῆ καλλιεργεῖται μὲ πολλὴν ἐπιμέλειαν, οἱ γεωργοὶ χρησιμοποιοῦν ἀρδευτικὰ ἔργα καὶ λιπάσματα καὶ παράγουν ἄφθονα δημητριακά. Ἐπίσης εὐδοκιμοῦν ἡ ἄμπελος καὶ ἡ ἐλαία. Ἐκ παραλλήλου προοδεύουν ἡ κτηνοτροφία καὶ ἡ βιομηχανία .

Πρὸ πάντων ἀκμάζει τὸ ἐμπόριον . Ἡ συγκοινωνία εἶναι πολὺ ἀνεπτυγμένη καὶ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἰς τὴν ξηράν. Ἐκ τῶν κυριωτέρων λιμένων -ἐκτὸς τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τῶν λιμένων τῆς Συρίας- εἶναι ἡ Ρόδος , ἡ ὁποία εἶχε λάβει τὴν σπουδαιότητα τοῦ Πειραιῶς. Οἱ λιμένες τῆς κυρίως Ἑλλάδος παρήκμασαν καὶ μόνον ἡ Κόρινθος διατηρεῖ ἀξιόλογον κίνησιν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὴν διασταύρωσιν τῶν δρόμων. Εἰς τὴν ξηρὰν ἡ Αἴγυπτος καὶ ἡ Ἀσία ἔχουν πολλοὺς καὶ καλοὺς δρόμους.

Συνέπεια τῆς οἰκονομικῆς ἀκμῆς εἶναι ἡ δημιουργία μεγάλων πόλεων . Ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια καὶ ἡ Σελεύκεια ἔχουν περισσότερον ἀπὸ 500 χιλ. κατοίκους ἑκάστη. Ἔχουν δρόμους μεγάλους καὶ εὐθεῖς καὶ οἰκίας πολυωρόφους μὲ ὑδραυλικὰς ἐγκαταστάσεις, ὑπονόμους καὶ λουτρὰ καὶ εἶναι ἐπιπλωμέναι μὲ πολυτέλειαν ἄγνωστον ἕως τότε. Ὁ κόσμος ἀγαπᾷ πολὺ τὴν ζωὴν καὶ τὴν κίνησιν τῶν πόλεων καὶ δι’ αὐτὸ συγκεντρώνεται εἰς αὐτάς. Ἡ ἀστυφιλία , ὅπως λέγουν, ἦτο πολὺ ἀνεπτυγμένη εἰς τοὺς ἀλεξανδρινοὺς χρόνους καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὕπαιθρος ἐρημώνεται, ἐνῷ γιγαντώνονται αἱ πόλεις.

ΤΑ ΚΕΝΤΡΑ

Οἱ ἑλληνιστικοὶ χρόνοι παρουσιάζουν ἀπὸ ἀπόψεως ἑστιῶν τοῦ πολιτισμοῦ ὁμοιότητα πρὸς τὴν πρὸ τῶν Μηδικῶν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπάρχει μία πνευματικῶς δεσπόζουσα πόλις, ὅπως αἱ Ἀθῆναι τὸν 5ον καὶ 4ον αἰῶνα. Ἡ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ δραστηριότης εἶναι κατεσπαρμένη εἰς πολλὰ κέντρα, ἀπομεμακρυσμένα τὸ ἕν ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ διαρκῶς ἀνακύπτουν νέα. Ἐπανήλθομεν -κατ’ ἄλλον ἐννοεῖται τρόπον- εἰς τὸ σύστημα τοῦ ἀποικισμοῦ. Ὅπως τότε ἀπὸ τῆς μικρασιατικῆς Μιλήτου μέχρι τῆς Ἰταλικῆς Κύμης εἴχομεν τὴν ἄνθησιν εἰς πολυάριθμα κέντρα -Χαλκίδα, Αἴγιναν, Κόρινθον, Συρακούσας, Σύβαριν, Κρότωνα, Κυρήνην- οὕτω καὶ τώρα ἡ βάσις ἐπλατύνθη ἀκόμη περισσότερον. Ἡ Αἴγυπτος καὶ ἡ Συρία ἠνοίχθησαν εἰς τὴν ἄμεσον ἑλληνικὴν ἐπίδρασιν. Ἡ Ἀλεξάνδρεια καὶ ἡ Ἀντιόχεια, τὰ κτίσματα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν Σελευκιδῶν εἰς τὰς ἀχανεῖς ἐκτάσεις τῶν ἑλληνιστικῶν κρατῶν, καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι Ἀλεξάνδρειαι καὶ αἱ Σελεύκειαι (μία ἐκ τῶν ὁποίων εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ) ἀκόμη δὲ καὶ αἱ πρωτεύουσαι τῶν βαρβαρικῶν κρατῶν -Βιθυνία, Καισάρεια, Σινώπη- εἶναι ἑστίαι ἑλληνισμοῦ.

Β΄ ΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΑΙ ΑΘΗΝΑΙ

Η ΕΞΑΣΘΕΝΗΣΙΣ

Τὰ μεγάλα ἀτυχήματα ἐπλήγωσαν τὴν εὐγενεστέραν πόλιν τοῦ κόσμου. Ἔχασε πολὺ αἷμα εἰς τοὺς πολέμους, εἰς ἐπανειλημμένας ἐξεγέρσεις, διὰ νὰ ἀνακτήσῃ τὸ πάτριον πολίτευμα. Ὁ Πειραιεύς , μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ρόδου καὶ τῶν λιμένων τῆς Συρίας, ἔχασε τὴν σημασίαν του. Ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως φθίνει. Ὁλόκληροι συνοικίαι ἐγκαταλελειμμμέναι, ἰδίως ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 3ου αἰῶνος, καταπίπτουν.

Ἀλλ’ ὁ ἐξαίρετος λαός της δεικνύει ἀντοχήν. Αἱ Ἀθῆναι ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι πάντοτε ἡ πόλις τῶν γραμμάτων καὶ ἡ ἑστία τῆς λεπτοτέρας τέχνης καὶ τῆς λεπτοτέρας ἀγωγῆς. Μολονότι κατέχεται ὑπὸ μακεδονικῆς φρουρᾶς, ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ τὸν τύπον τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ ἐκκλησία συνέρχεται τακτικά, ἐκλέγει ἄρχοντας, οἱ ὁποῖοι ὅμως φροντίζουν κυρίως διὰ τὰ κοινοτικά. Αἱ ἑορταὶ τελοῦνται κανονικῶς, τὸ θέατρον συγκεντρώνει λαόν, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι φιλόμουσος καὶ λεπτὸς ἐκτιμητὴς τοῦ ὡραίου.

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

Ἔχουν ἀκόμη αἱ Ἀθῆναι παραγωγικοὺς καὶ κομψοὺς δραματικοὺς συγγραφεῖς, κυρίως τῆς νέας κωμῳδίας, τὸν Μένανδρον, τὸν Φιλήμονα κ.ἄ. Περὶ τὸν λεπτὸν καὶ εὐαίσθητον Ἐπίκουρον , γνήσιον τέκνον τῆς Ἀττικῆς, συγκεντρώνονται ὅσοι διατηροῦν ζωηρὰν τὴν ἑλληνοαθηναϊκὴν παράδοσιν. Ἐξηντλημένοι καὶ αἰσθανόμενοι ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀντιπαλαίσουν εἰς τὴν βαναυσότητα τῆς ἐποχῆς, ζητοῦν νὰ συνεχίσουν τὴν ἁρμόζουσαν εἰς τὴν ἀττικὴν εὐαισθησίαν ζωήν, μακρὰν τῆς πολιτικῆς τύρβης καὶ τῶν ἀναστατώσεων. Τὸν κύκλον τῶν λογίων ἀποτελοῦν μόνον Ἕλληνες.

Ἀλλ’ ἤδη εἰς τὴν πνευματικὴν ζωὴν ἀναμειγνύονται ξένοι, καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν διαρκώς αὐξάνει. Ὁ Ζήνων π.χ. εἶναι ἀπὸ τὸ Κίτιον τῆς Κύπρου, φοινικικῆς καταγωγῆς. Ἡ πόλις τῆς. Παλλάδος ὅμως παραμένει ἑστία φωτὸς καὶ παιδευτήριον πάσης τῆς Μεσογείου. Παρὰ τὴν οἰκονομικὴν παρακμήν της εἶναι ἡ Πανεπιστημιούπολις, εἰς τὴν ὁποίαν συναντῶνται Ἕλληνες ἀπὸ ὅλας τὰς περιοχάς: Σύροι, Καρχηδόνιοι καὶ Αἰθίοπες ἀκόμη. Τέσσαρες φιλοσοφικαὶ σχολαί, δηλαδὴ τέσσαρα πανεπιστήμια: ἡ Πλατωνικὴ Ἀκαδημία , τὸ Λύκειον , ἢ ἠ Περιπατητικὴ Σχολή , ὁ Κῆπος , δηλαδὴ ἡ σχολὴ τοῦ Ἐπικούρου, ἡ Στοὰ τοῦ Ζήνωνος , ἐκτὸς ἄλλων μικροτέρων, εὑρίσκονται καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων ἐν πλήρει λειτουργία ἡ ὁποία συνεχίζεται εἰς τοὺς Ρωμαϊκοὺς χρόνους.

Ἐπίσης ἄλλα κέντρα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔπευσαν νὰ ἀναδικνύουν σοφοὺς καὶ καλλιτέχνας καὶ δύναται να λεχθῇ γενικῶς ὅτι τὸ γνήσιον ἑλληνικὸν ἔχει πατρίδα τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἔχουν δημιουργηθῆ κέντρα -ὅπως ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια, ἡ Πέργαμος -τὰ ὁποῖα ὑπερτεροῦν πολὺ τὰς ἑλληνικὰς πόλεις εἰς πλοῦτον καὶ λαμπρότητα.

Γ΄ Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Η ΚΤΙΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ

Ἡ πρωτεύουσα τῶν Λαγιδῶν εἶναι ἡ λαμπροτέρα ἑστία πολιτισμοῦ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων. Μὲ ἐξαιρετικὴν διορατικότητα εἶχεν ἐκλέξει τὴν θέσιν ὁ Ἀλέξανδρος.

«Καὶ ἔδοξεν αὐτῷ», γράφει ὁ ἱστορικὸς Ἀρριανός, «ὁ χῶρος κάλλιστος κτίσαι ἐπ’ αὐτῷ πόλιν καὶ γενέσθαι ἂν εὐδαίμονα τὴν πόλιν. Πόθος οὖν λαμβάνει αὐτὸν τοῦ ἔργου, καὶ αὐτὸς τὰ σημεῖα τῇ πόλει ἔθηκεν, ἵνα τε (=ὅπου) ἀγορὰν ἐν αὐτῇ δείμασθαι ἔδει καὶ ἱερά... καὶ ἐπὶ τούτοις ἐθύετο καὶ τὰ ἱερὰ καλὰ ἐφαίνετο» (Ἀρριανὸς [Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις Γ΄, 1,5]).

Ὁ ἴδιος ὁ Ἀλέξανδρος διέγραψε μὲ ἄλφιτα (ζυμάρι) τὸ σχῆμα καὶ τὰ ὅρια τῆς πόλεως.

Ὑπὸ ἄποψιν στρατηγικὴν ἡ θέσις ἦτο ἀσφαλής, διότι δυσκόλως τὴν ἔφθανεν ὁ ἐχθρός· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὑγιεινῆς ἦτο ἐξαιρετική, διότι οἱ ἄνεμοι ἀπὸ τὴν θάλασσαν ἐμετρίαζον τὸν ἀφόρητον ἀφρικανικὸν καύσωνα.

«Καὶ τὸ εὐάερον ἄξιον σημειώσεώς ἐστιν. Τότε δὲ καὶ οἱ ἐτησίαι πνέουσιν ἐκ τῶν βορείων καὶ τοσούτου πελάγους, ὥστε κάλλιστα τοῦ θέρους οἱ Ἀλεξανδρεῖς διάγουσιν», γράφει ὁ γεωγράφος Στράβων, ὁ ὁποῖος ἔζησεν εἰς τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέταξε διεξοδικὴν περιγραφὴν τῆς Ἀλεξανδρείας. (Στραβ. C. 793).

Μὲ ὅλην τὴν ἐπίσπευσιν τῶν ἐργασιῶν, μόλις ἐπὶ τοῦ δευτέρου Πτολεμαίου (μέσα τοῦ 3ου αἰῶνος) ἔλαβε μορφὴν πόλεως, ἡ ὁποία ηὐξήθη εἰς «μέγεθος καὶ εὐδαιμονίαν» (Παυσανίας Η΄, 33, 3)καὶ ἐκίνησε τὸν θαυμασμὸν τοῦ τότε γνωστοῦ κόσμου.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΙΣ

Ἐκτὸς τῆς ταχείας ἀνθήσεως ἔλαβε παγκόσμιον σημασίαν, ὅπως αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ρώμη καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις, διότι ἐχρησίμευσεν καὶ ὡς σύνδεσμος μεταξὺ τοῦ ἀρχαίου κλασσικοῦ κόσμου καὶ τοῦ βυζαντινοῦ, τῶν εἰδωλολατρικῶν καὶ χριστιανικῶν χρόνων. Ἐπὶ δέκα αἰῶνας μέχρι τῆς καταλήψεώς της ὑπὸ τῶν Ἀράβων (332 π.Χ. - 641 μ.Χ.) ἡ Ἀλεξάνδρεια ἡ Μεγάλη εἴτε ἡ κατ’ Αἴγυπτον , ὅπως ἐλέγετο, ὑπῆρξεν ἡ βασίλισσα τῆς Μεσογείου, ἡ μεγάλη πόλις τοῦ φωτὸς καὶ τῆς χαρᾶς, κληρονόμος τῶν πνευματικῶν θησαυρῶν τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ τῆς μυστηριώδους Αἰγύπτου τῶν Φαραώ.

Ἦτο κέντρον ἀνθοῦντος ἐμπορίου. Διετήρει σχέσεις μὲ ὅλα τὰ παράλια τῆς Μεσογείου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς μακρινὰς χώρας τῆς Ἀνατολῆς -τὴν Κεϋλάνην, τὰς Ἰνδίας καὶ τὴν Κίναν- διὰ τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης. Ἔγινεν ἡ πόλις τῆς πολυτελείας, κομψὴ καὶ πλουσία, ἔζησε βίον εὔκολον καὶ τρυφηλόν, ἔγινεν ὀνομαστὴ διὰ τὴν ἀνήκουστον χλιδὴν τῶν ἑορτῶν καὶ τὴν μεγαλοπρέπειαν τῶν οἰκοδομῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρωτεύουσα τῆς σοφίας καὶ τῆς καλλιτεχνικῆς τελειώσεως.

Ὡς πόλις ἦτο ἐπὶ αἰῶνας ἡ μεγίστη καὶ ὡραιοτάτη: «κορυφὴ τῶν πόλεων», «πολλαὶ πόλεις εἰς μίαν», ὅπως τὴν χαρακτηρίζουν οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς. Τὴν ἐστόλιζον ὁδοὶ μεγάλαι, πλατεῖαι ἀπέραντοι, στοαί, κολοσσιαῖα καὶ πολυτελῆ παλάτια, ναοί, ἱππόδρομοι, γυμνάσια καὶ μνημεῖα ἀπὸ μάρμαρον καὶ πορφυρίτην μὲ ἀμύθητον πλοῦτον καὶ μεγαλοπρέπειαν. Ἐκεῖ συνέρρεον οἱ ἔμποροι ὅλου τοῦ κόσμου. Τὰ πλοῖα τῶν λαῶν τῆς Μεσογείου συνηντῶντο εἰς τὸν λιμένα της μὲ τὰ καραβάνια τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς.

ΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΑΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Οὐδεμία ἀπὸ τὰς ἀρχαίας πόλεις παρουσιάζει σήμερον τόσην πενιχρότητα εἰς μνημεῖα ὅσην ἡ Ἀλεξάνδρεια. Ἡ νέα ἀραβοφελλαχικὴ πόλις ἔπνιξε καὶ ἐξηφάνισε κάθε παλαιὸν μεγαλεῖον. Ἀλλ’ οἱ ἀρχαῖοι συγγραφεῖς διέσωσαν τὴν εἰκόνα τῆς λαμπρᾶς μεγαλοπόλεως. Ἀπὸ τὸν γεωγράφον Στράβωνα ἔχομεν μακρὰν καὶ ὀνομαστὴν περιγραφὴν τῆς Ἀλεξανδρείας. Πληροφορίας μᾶς ἔδωσεν καὶ ὁ Ψευδοκαλλισθένης εἰς τὸν Βίον τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Μακεδόνος, ἔργον τὸ ὁποῖον ἐγράφη κατὰ τὸν 2ον μ.Χ. αἰῶνα καὶ φέρεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ περιφήμου Καλλισθένους, ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ ἱστοριογράφου τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου. Σύντομον ἀλλ’ ὡραίαν περιγραφὴν θέτει εἰς τὸ στόμα τοῦ ἥρωός του καὶ ὁ μυθιστοριογράφος τοῦ 5ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀχιλλεὺς Τάτιος. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς ἐπεκύρωσαν αἱ ἀνασκαφαί.

Κατὰ τὸν Στράβωνα, ἡ πόλις εἶχε μῆκος 5.500 μέτρα, κατὰ τὸν Διόδωρον δὲ ἔφθανε τὰ 7.400 μέτρα. Ὁ περίβολος, ἐνισχυόμενος ἀπὸ πολλοὺς πύργους, ἔφθανε τὰ 14.800, κατ’ ἄλλους τὰ 22.000 μέτρα. «Μόλις δὲ διῆλθον τὰς Πύλας τοῦ Ἡλίου», διηγεῖται ὁ ἥρως τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου, «συνηντᾶτο εὐθὺς τῆς πόλεως ἀστράπτον τὸ κάλλος, καί μοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐγέμισεν ἡδονῆς». (Τὰ κατὰ Λευκίππην καὶ Κλειτοφῶντα, Ε, 1).

Ἡ πόλις εἶχε κτισθῆ κατὰ τὸ τελειότερον σύστημα τῆς ἀρχαίας πολεοδομικῆς. Δύο μεγάλαι λεωφόροι, εὐθύταται καὶ πλατύταται, τεμνόμεναι καθέτως ἐχώριζον τὴν πόλιν εἰς τέσσαρας συνοικίας. Τὸ πλάτος αὐτῶν ἦτο 31 μέτρα. Εἰς τὰς δύο πλευρὰς καὶ εἰς μακρὰν συνέχειαν εἶχον σειρὰν ἀπὸ στοὰς καὶ κίονας, ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν ἕως τὴν Δύσιν: «ἐκ τῶν Ἡλίου πυλῶν εἰς Σελήνης πύλας», ὅπως λέγει ὁ Τάτιος. Εἰς τὴν διασταύρωσιν τῶν δύο λεωφόρων ὑπῆρχε μεγάλη πλατεῖα. Αἱ οἰκίαι λοιπὸν ἦσαν κτισμέναι εἰς κανονικὰ τετράγωνα, ὅπως εἰς τὰς σημερινὰς ἀμερικανικὰς πόλεις.

Εἰς τὸ μέσον σχεδὸν τῆς πόλεως ἐπὶ λόφου ὑπῆρχεν ἄλσος, ἱερὸν τοῦ Πανός, δι’ αὐτὸ Πάνειον ὀνομαζόμενον , εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέβαινε κανεὶς διὰ κοχλίου, δηλαδὴ ἑλικοειδοῦς ὁδοῦ. «Ἀπὸ τῆς κορυφῆς ἔστιν ἐπιδεῖν ὅλην τὴν πόλιν ὑποκειμένην αὐτῷ πανταχόθεν», γράφει ὁ Στράβων.

Ἀνάκτορα, δημόσιοι κῆποι, οἱ μεταξὺ αὐτῶν τόποι ἀναψυχῆς και ἄλση κατελάμβανον σημαντικὸν μέρος τῆς πόλεως, τὸ τέταρτον ἢ καὶ τὸ τρίτον αὐτῆς: «Τεμένη τε κοινὰ κάλλιστα καὶ βασίλεια, τέταρτον ἢ καὶ τρίτον τοῦ παντὸς περιβόλου», λέγει ὁ Στράβων.

ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ

Ἡ σπουδαιοτέρα συνοικία εἶναι τὸ Βρύχιον , ἡ κυρἴως ἑλληνικὴ συνοικία, ἐκτεινομένη μεταξὺ τοῦ Μεγάλου λιμένος καὶ τῆς παραλίας καὶ περιλαμβάνουσα τὰ μεγαλοπρεπέστερα μνημεῖα. Ἐκεῖ εἶναι τὰ βασίλεια , σύμπλεγμα πολλῶν οἰκοδομῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν «πολλὰς καὶ ποικίλας διαίτας (=τόπους διαμονῆς ) καὶ ἄλση», κατὰ τὸν Στράβωνα. Ὑπάρχει ἐπίσης ὁ Ἱππόδρομος , τὸ Γυμνάσιον καὶ τὸ Μουσεῖον .

Τὸ Μουσεῖον εἶναι μέρος ἢ συνέχεια τῶν πτολεμαϊκῶν ἀνακτόρων, πλατὺ μαρμάρινον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον οἱ Πτολεμαῖοι ἵδρυσαν πρὸς θεραπείαν τῶν γραμμάτων, τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν. Εἶναι δηλαδὴ ἀφιερωμένον εἰς τὰς Μούσας, «Μούσας ἱερόν», ὅπως ἡ Πλατωνικὴ Ἀκαδημία.

Τὸ Μουσεῖον περιελάμβανε πρὸς τούτοις Βοτανικὸν καὶ Ζῳολογικὸν κῆπον, Ἀστεροσκοπεῖον, Ἀνατομεῖον, αἰθούσας συγκεντρώσεων καὶ καταλύματα διὰ τοὺς λογίους: «ἔχον περίπατον καὶ ἐξέδραν καὶ οἶκον μέγαν, ἐν ᾧ τὸ συσσίτιον τῶν μετεχόντων τοῦ Μουσείου φιλολόγων ἀνδρῶν». (Στράβων C. 794).

Ἡ Ἀλεξανδρινὴ Βιβλιοθήκη ἦτο ἐντὸς τοῦ Μουσείου. Εἰς αὐτὴν ἐφιλοτιμήθησαν οἱ Πτολεμαῖοι νὰ συγκεντρώσουν τὰ βιβλία ὅλου τοῦ κόσμου, ἑλληνικὰ καὶ ξένα. Ὁ ἐκ παπύρου χάρτης παρεῖχε καλὸν ὑλικὸν διὰ τὴν βιομηχανίαν τοῦ βιβλίου, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη πολὺ εἰς τὴν Αἴγυπτον ἐπὶ τῶν Πτολεμαίων. Ἡ Ἀλεξάνδρεια ἀπέκτησε τὴν πρώτην μεγάλην βιβλιοθήκην τοῦ κόσμου, ἀριθμοῦσαν 700 χιλιάδας τόμους. Ἐπανευρίσκομεν εἰς αὐτὴν τὸ πνεῦμα τοῦ μεγάλου σοφοῦ Ἀριστοτέλους. Τὴν ἰδέαν τῆς βιβλιοθήκης (κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς βιβλιοθήκης τοῦ Λυκείου) ἔδωσεν εἰς τὸν Πτολεμαῖον ὁ Δημήτριος ὁ Φαληρεύς, μαθητὴς τῆς Περιπατητικῆς σχολῆς, φυγὰς εἰς τὴν Αἴγυπτον μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Πολιορκητοῦ.

Τὸ Σεραπεῖον ἢ Σεράπειον ἦτο μέγας ναός, ἀφιερωμένος εἰς τὸν ἑλληνοαιγυπτιακὸν θεὸν Σάραπιν . Ἐκτίσθη ἐπὶ ἀρχαιοτέρου ἱεροῦ ὑπὸ τοῦ Πτολεμαίου τοῦ Α΄, ἴσως ἐπὶ σημείου ὁρισθέντος ἤδη ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὁ Ἀρριανὸς εἰς τὴν συνέχειαν τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον παρεθέσαμεν, λέγει, ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος ὥρισεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως τὰς θέσεις ναῶν διὰ τοὺς ἑλληνικοὺς καὶ αἰγυπτιακοὺς θεοὺς. Εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἦτο ἀρχαῖον προσκύνημα αἰγυπτιακῆς θεότητος. Ὁ Πτολεμαῖος διετήρησε τὸν ὀβελίσκον καὶ τὸ ἀρχαῖον ξόανον. Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸν τῆς αἰγυπτιακῆς θεότητος μὲ τὸν ἑλληνικὸν Πλούτωνα προήλθεν ὁ θεὸς Σάραπις, γέννημα τῆς τάσεως, ἡ ὁποία ἐζήτει νὰ συμβιβάσῃ τὰς ξένας δοξασίας, μὲ τὰς ἑλληνικάς. Ἡ εἰσαχθεῖσα τοιουτοτρόπως νέα θεότης συνεδύαζε τὰς κυριωτέρας ἰδιότητας τῶν ἑλληνικῶν καὶ αἰγυπτιακῶν θεῶν καὶ ἡ λατρεία της ἔγινεν εὐπρόσδεκτος καὶ κοινὴ ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Αἰγυπτίων. Εἰς παραστάσεις ἐπὶ νομισμάτων ὁ Σάραπις φέρει ἐπὶ κεφαλῆς τὸν κάλαθον τῆς Δήμητρος, τὸ κέρας τοῦ Ἄμμωνος, τὰς ἀκτῖνας τοῦ Ἡλίου, τρίαιναν τοῦ Ποσειδῶνος καὶ κέρας τῆς ἀφθονίας τοῦ Νείλου. Ἀρχαῖος συγγραφεὺς περιγράφων τὴν παράστασιν λέγει ὅτι ἐξέφραζεν ἰδιάζουσαν γλυκύτητα μετά τινος μυστηριώδους ἐκφράσεως.

Δ΄ Η ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ



Η ΚΤΙΣΙΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ

Ἡ Ἀντιόχεια ἡ ἐπὶ τοῦ Ὀρόντου ἢ ἡ ἐπὶ Δάφνῃ ἦτο ἡ σημαντικωτέρα ἀπὸ τὰς 28 πόλεις, τὰς ὁποίας ἔκτισαν ἢ μετωνόμασαν εἰς τὴν Ἀσίαν οἱ Σελευκίδαι, ἐκ τῶν ὁποίων τὰς 6 ὁ Σέλευκος ὁ Α΄. ᾽Εκτίσθη τὸ 300 ἀκριβῶς εἰς μνήμην τῆς ἐν Ἰψῷ νίκης ὑπὸ τοῦ κυριωτέρου τῶν νικητῶν Σελεύκου τοῦ Α΄ πρὸς τιμὴν τοῦ πατρός του Ἀντιόχου, εἰς τὴνἌνω Συρίαν, ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ὀρόντου, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῆς Ἀλεξανδρέττας πρὸς Δαμασκόν, εἰς μικρὰν ἀπόστασιν ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἀπέναντι τῆς Κύπρου. Σήμερον εἶναι μικρὰ κωμόπολις, μὲ ἀνατολικὸν χρῶμα, ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἀντέκια.

Ὁ Ἀλέξανδρος ἤδη εἶχε σχεδιάσει τὴν ἵδρυσιν πόλεως εἰς τὴν περιοχὴν αὐτὴν. Ταχέως ἀναπτυχθεῖσα ἡ Ἀντιόχεια ἔγινε μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας καὶ ἐνδοξοτέρας πόλεις τῆς ἀρχαιότητος, μητρόπολις τοῦ ἑλληνισμοῦ μαζὶ μὲ τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἐπὶ ἓξ αἰῶνας, μέχρι τῆς κτίσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (330 μ.Χ.) καὶ ἐπὶ μίαν περίπου χιλιετηρίδα μέχρι τῆς ἁλώσεως ὑπὸ τῶν Ἀράβων (638 μ.Χ.), ἔλαμψεν εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἔρριψε πολὺ μακρὰν τὴν λάμψιν τοῦ ἐξημερωμένου βίου, τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν. Ὀλίγον μικροτέρα ἴσως ἀπὸ τὸ παρὰ τὸν Νεῖλον κτίσμα τοῦ Ἀλεξάνδρου συνέβαλεν, ὅσον καὶ ἡ ἀντίζηλός της, εἰς τὴν λάμψιν τοῦ ἑλληνιστικοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὴν διάδοσιν ἀνὰ τὸν κόσμον τοῦ κοσμοπολιτικοῦ πνεύματος τῶν Ἀλεξανδρινῶν χρόνων, τῆς κοινωνικῆς κομψότητος καὶ εὐμαρείας. Ὠνομάσθη Ἀντιόχεια ἡ μεγάλη, ἡ καλή , orientis apis pulcher (ὡραία μέλισσα τῆς Ἀνατολῆς) καὶ ἀργότερον ὑπὸ τῶν Χριστιανῶν Θεούπολις , διὰ τὴν σημασίαν της εἰς τοὺς χρόνους τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ. Μετὰ τὴν κτίσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξηκολούθησε νὰ εἶναι ἡ «βασίλισσα τῆς Ἀσίας».

Τὸν πυρῆνα τῆς πόλεως ἀπετέλεσαν Ἕλληνες, Μακεδόνες, Κρῆτες Κύπριοι -ἀναφέρονται καὶ Ἀθηναῖοι- μετοικισθέντες ἀπὸ τὰ περίχωρα. Μὲ τὴν ἀνάπτυξίν της ὅμως ἐπολλαπλασιάσθησαν οἱ ἐγχώριοι.

Η ΤΕΤΡΑΠΟΛΙΣ

Ἐκτίσθησαν τέσσαρες μεγάλαι συνοικίαι, αἱ ὁποῖαι παρουσίαζον ὅψιν τεσσάρων χωριστῶν πόλεων. Διὰ τοῦτο ἡ Ἀντιόχεια ὠνομάσθη Τετράπολις . Ὅταν δὲ βραδύτερον ἐπὶ Ἀντιόχου τοῦ Ἐπιφανοῦς (174-164) ὅλαι ὁμοῦ περιεβλήθησαν διὰ κοινοῦ μεγάλου περιβόλου, ἐχρειάζετο πορεία πέντε ὡρῶν διὰ τὴν διαδρομὴν τῆς περιφερείας, ἡ ὁποία οὕτω μόνον τῆς Ρώμης ἦτο μικροτέρα.

Ὁ Σέλευκος καὶ οἱ διάδοχοί του ἐξωράισαν τὴν πόλιν καὶ διεκόσμησαν αὐτὴν μὲ πολυάριθμα καὶ μεγαλοπρεπῆ μνημεῖα.

Ἡ πλέον πολυτελὴς ἀπὸ τὰς τέσσαρας πόλεις ἔκειτο ἐπὶ νησῖδος τοῦ ποταμοῦ. Τὸ κέντρον αὐτῆς ἐκοσμεῖτο διὰ τετραγώνου στοᾶς μὲ τέσσαρα πύλας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξήρχοντο τέσσαρες μεγάλαι ὁδοὶ κεκοσμημέναι μὲ στοάς. Ἡ πρὸς βορρᾶν ὁδὸς ὡδήγει πρὸς τὰ παλάτια τῶν Σελευκιδῶν, τὰ ὁποῖα (ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν) κατεῖχον μεγάλην ἔκτασιν, σχεδὸν τὸ τέταρτον τῆς νήσου.

Διὰ τοῦ κέντρου τῆς πόλεως ἐξετείνετο ὁδὸς ἐξαιρετικῆς μεγαλοπρεπείας, ἡ ὁποία ἐκοσμεῖτο ἀπὸ τέσσαρας σειρὰς κιόνων, τὴν λεγομένην στοὰν τετράστιχον , καὶ εἶχε μῆκος τριῶν χιλιομέτρων. Μὲ αὐτὴν διεσταυροῦτο ἄλλη ἐγκαρσία ὁδός, κεκοσμημένη ἐπίσης μὲ στοάς. Αἱ τέσσαρες αὐταὶ ἀπέραντοι μὲ στοὰς ὁδοὶ ἐχώριζον τάς τέσσαρας πόλεις. Αἱ μακραὶ στοαί, αἱ ὁποῖαι ἐπλαισίωνον τὰς ὁδούς, εἶχον σπανίαν μεγαλοπρέπειαν· ἦσαν «πανευπρεπεῖς», ὅπως γράφει μεσαιωνικὸς συγγραφεύς.

Ἐξαιρετικὴν χάριν ἔδιδον εἰς τὴν Ἀντιόχειαν τὰ περίφημα προάστιά της, ὁ Πλαανὼν ἢ Πλάτανος (ἐπὶ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὴν Κιλικίαν) καὶ ἡ Ἡράκλεια˙ κυρίως ὅμως ἡ Δάφνη . Ἡ Δάφνη -τὸ ἐξαίσιον προάστιον, τὸ ὁποῖον μεγάλως διεφήμισεν εἰς τὸν κόσμον τὴν καλλονὴν καὶ εὐδαιμονίαν τῆς Ἀντιοχείας καὶ συνεδέθη μὲ τὸ ὄνομά της («Ἀντιόχεια ἡ ἐπὶ Δάφνη»)- ἐκτίσθη ὑπὸ τοῦ Σελεύκου τοῦ Νικάτορος μετὰ τῆς πόλεως. Ὁ τόπος περιερρέετο ἀπὸ ἄφθονα νερά. Ἄλση κυπαρισσίων καὶ δάφνης ἐσκίαζον αὐτὸν καὶ ἡ φύσις ἦτο πλήρης θελγήτρων διὰ τὴν ὡραίαν καὶ πλουσίαν βλάστησιν. Ἀφιερώθη εἰς Ἀπόλλωνα τὸν Πύθιον, τὸν μυθολογούμενον πρόγονον τῶν Σελευκιδῶν, καὶ ἀνεζήτησεν ὁ μῦθος τῆς νύμφης Δάφνης ἡ ὁποία, καταδιωκόμενη ὑπὸ τοῦ Ἀπόλλωνος, μετεβλήθη εἰς τὸ ὀμώνυμον φυτόν.

Εἰς τὸν ἐξαίρετον αὐτὸν τόπον ἐκτίσθησαν περίφημοι ναοὶ διὰ τοὺς ἑλληνικοὺς θεοὺς καὶ διὰ τὴν ἑλληνοαιγυπτιακὴν θεὰν Ἴσιδα, δημόσια οἰκοδομήματα καὶ θέρμαι. Ἐπίσης ἐτελοῦντο ὀνομαστοὶ ἀγῶνες καὶ ποικίλαι ἑορταὶ καὶ πανηγύρεις, τῶν ὁποίων ἡ φήμη διετηρήθη ἐπὶ αἰῶνας.

Η ΕΥΔΑΙΜΩΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

Ἡ Ἀντιόχεια ἔγινε ταχέως κοσμόπολις μὲ πολυάριθμον καὶ σύμμεικτον πληθυσμόν, ὁ ὁποῖος ἔφθανε τὰς 500.000. Εἰς αὐτὴν εἶχον ἐγκατασταθῆ ἐξ ἀρχῆς πολλοὶ Ἑβραῖοι, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ ἱδρυτὴς Σέλευκος ἔδωσεν ἴσα δικαιώματα μὲ τοὺς Ἕλληνας. Τὸ κυριαρχοῦν στοιχεῖον εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὸν κοινωνικὸ βίον ἦσαν οἱ Ἕλληνες, διὰ τοῦτο ἡ πόλις εἶχεν ἔντονον ἑλληνικὸν χαρακτῆρα.

Ἀντίοχος ὁ Φιλοπάτωρ (τέλος τοῦ 2ου αἰ. π.Χ.) ἔκτισε Βιβλιοθήκην καὶ ἱερὸν τῶν Μουσῶν, ἁμιλλώμενον πρὸς τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀλεξανδρείας, ὁ δὲ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανὴς Βουλευτήριον καὶ διάφορα ἱερά.

Ἡ πόλις προσωποποιεῖται ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τῆς Τύχης τῆς Ἀντιοχείας, ἔργον τοῦ ἀρίστου μαθητοῦ τοῦ Λυσίππου Εὐτυχίδου τοῦ Σικυωνίου.

Ἀλλ’ ἡ Ἀντιόχεια δὲν εἶναι κυρίως τοπος συναντήσεως σοφῶν καὶ καλλιτεχνῶν, ἀλλὰ κέντρον κατ’ ἐξοχὴν πολυτελείας καὶ διακεδάσεως. Μεγάλοι γεωκτήμονες καὶ εὐκόλως πλουτίζοντες ἔμποροι ἐπειδείκνυον τὸν πλοῦτον καὶ τὴν χλιδήν των, ἡ ὁποία ἐλάμβανε μορφὴν διαρκῶς ἀνατολικωτέραν. Οἱ Σύροι ἦσαν ἀνέκαθεν ἐξαίρετοι ἔμποροι, ἡ δὲ σχετικὴ ἀσφάλεια τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ συντήρησις τῶν ὁδῶν εἰς τὸ ἀχανὲς κράτος τῶν Σελευκιδῶν ἠσφάλιζε μεγάλα κέρδη. ῾Η ἐμπορικὴ κίνησις συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἀξιολόγου βιομηχανίας.

Τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον ἦτο ζωηρότατον. Ἀρώματα, τάπητες, ἔργα ὑφαντουργίας καὶ μεταλλουργίας, πολύτιμοι λίθοι, μπαχαρικὰ ἀπὸ τὴν μακρινὴν Ἀσίαν, μετεκομίζοντο διὰ τῆς Ἀντιοχείας εἰς ὅλας τὰς ἀγορὰς τῆς Μεσογείου. ῏Ησαν ὀνομαστὰ τὰ πορφυρᾶ της ὑφάσματα, τὰ εἴδη ὑφαντουργίας καὶ ἡ λεπτὴ βιομηχανία της.

Η ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ

Ἡ Ἀντιόχεια δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ὀνόματα λογίων, ὅπως ἡ Ἀλεξάνδρεια. Ἀλλ’ ἡ Συρία ἐδέχθη βαθύτερον τὴν ἑλληνικὴν ἐπίδρασιν καὶ διετήρησεν αὐτὴν μακρότερον. Ὁ πληθυσμὸς ἐδῶ ἦτο δραστηριώτερος καὶ δεκτικώτερος ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους τῆς Αἰγύπτου. Οἱ Σύροι ἠγάπησαν τὴν ἐλληνικὴν ἐπιστήμην, μετέφρασαν τὰ ἔργα τῶν Ἑλλήνων σοφῶν εἰς τὴν γλῶσσαν των καὶ τὰ μετέδωσαν βραδύτερον εἰς τοὺς Ἄραβας καὶ εἰς τὸν ἰσλαμικὸν κόσμον. Τὸ λεγόμενον ἀραβικὸν κράτος εἶναι κυρίως συριακὸν καὶ ὁ λεγόμενος ἀραβικὸς πολιτισμὸς εἶναι κυρίως συριακός. Οἱ Σύριοι ἐδέχθησαν τὴν ἰσλαμικὴν θρησκείαν καὶ ὠμίλησαν ἀραβικά˙ ἀλλ’ αυτοὶ ἀπετέλεσαν τὸ κέντρον τῆς ἀραβικῆς δυνάμεως˙ αὐτοὶ μετέφρασαν τὰ ἔργα τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν ἀραβικὴν καὶ κατέστησαν αὐτὰ βάσιν τῆς μεσαιωνικῆς σοφίας καὶ τῆς ἀναγεννήσεως.

Ε΄ Η ΠΕΡΓΑΜΟΣ ΚΑΙ Η ΡΟΔΟΣ



Η ΠΕΡΓΑΜΟΣ

Ἡ Πέργαμος ἦτο πρωτεύουσα μικροῦ κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς κομψοτέρας πόλεις τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων. Τὸ ὄνομα σημαίνει φρούριον ἢ ἀκρόπολις. ῾Η κυρίως ἱστορία τῆς Περγάμου ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ ἔτους 293, ὅτε ὁ βασιλεὺς Λυσίμαχος ἀφῆκεν ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως ὡς φρούραρχον καὶ ταμίαν τὸν στρατηγὸν Φιλέταιρον . Τὰ μνημεῖα κατεσκευάσθησαν βραδύτερον μετὰ τὰς νίκας τοῦ βασιλέως Ἀττάλου τοῦ Α΄ κατὰ τῶν Γαλατῶν (238 - 230).

Ἡ πόλις ἦτο κτισμένη ἐπὶ ὠχυρωμένου ὑψώματος. Ὁλόκληρος ὁ ἐπ’ αὐτοῦ χῶρος εἶχε καλλωπισθῆ ὑπὸ τῶν Ἀτταλιδῶν, διὰ πλήθους μνημείων. Ἡ ἀγορὰ ἦτο ὑπαίθριος, περιβαλλομένη ἀπὸ διωρόφους στοάς. Τὸ Γυμναστήριον τῶν παίδων εἶχεν ἐπίσης μακρὰς στοὰς καὶ συναφῆ δωμάτια. Ὑπεράνω αὐτοῦ εὑρίσκετο τὸ Γυμνάσιον τῶν ἐφήβων καὶ τῶν νέων, τὸ μεγαλοπρεπέστερον πάντων. Ὄπισθεν τοῦ Γυμνασίου ἦτο τὸ θέατρον, τοῦ ὁποίου ἡ σκηνὴ ἦτο ξυλίνη φορητή. Ἀριστερόθεν τοῦ Θεάτρου ὑψοῦτο ὁ ναὸς τοῦ ῾Ηρακλέους , ἀκόμη ἀριστερώτερον καὶ ὑψηλὰ τὸ μέγα τέμενος τῆς Δήμητρος , ὑψηλότερον δὲ πρὸς τὰ δεξιὰ ὁ ναὸς τῆς Ἥρας .

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ - Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Ἀλλὰ τὸ περικαλλέστερον μνημεῖον τῆς Περγάμου ἦτο ὁ Μέγας βωμὸς τοῦ Διὸς Σωτῆρος , ἓν ἀπὸ τὰ ἑπτὰ θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ἀνεγερθεὶς ἐπὶ Εὐμένους Β΄ (197-150) εἰς ἐπιφανέστατον σημεῖον τῆς ἄνω ἀγορᾶς. Τὸ βασιλικὸν ἀνάκτορον κατεῖχε τὴν κορυφὴν τῆς ἀκροπόλεως.

Ὁ βωμὸς ἐκτίσθη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς τῆς περγαμηνῆς γλυπτικῆς. Πολλοὶ καλλιτέχναι εἰργάσθησαν, διὰ νὰ συντελεσθῇ τὸ περίφημον ἀριστούργημα, ὅπως μαρτυροῦν αἱ διασωθεῖσαι ἐπιγραφαί. Εἰς τὸ μεγαλειῶδες τοῦτο γλυπτικὸν σύμπλεγμα καταπλήσσει ἡ τόλμη, ἡ ζωηρότης τῶν κινήσεων καὶ ἡ συνταρακτικὴ ὁρμὴ τῶν μορφῶν.

Ἀπομιμούμενος τοὺς Πτολεμαίους ὁ Ἄτταλος ὁ Α΄ ἵδρυσε βιβλιοθήκην , τὴν ὁποίαν ηὔξησαν καὶ ἐπλούτισαν οἱ διάδοχοί του, ἰδίως Εὐμένης ὁ Β΄. Οἱ Περγαμηνοὶ κατεσκεύασαν νέον εἶδος χάρτου ἀπὸ λεπτὰ δέρματα προβάτων, τὴν ὀνομασθεῖσαν περγαμηνήν . Ἡ Περγαμηνὴ Βιβλιοθήκη ἔγινε ἐφάμιλλος τῆς Ἀλεξανδρινῆς. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς περιελάμβανε 200 χιλιάδας τόμους.

Ἡ Πέργαμος εἶχε τοὺς λογίους της, σχολὴν γραμματικῶν καὶ τὴν ἐπιστήμην της. Ἀπὸ τὴν Πέργαμον κατάγεται ὁ διάσημος ἰατρὸς Γαληνὸς (131-201 μ.Χ.), τὸν ὁποῖον θέτουν ἀμέσως μετὰ τὸν Ἱπποκράτην.

Η ΡΟΔΟΣ

Ἡ νῆσος ἔχει πολὺ παλαιοτέραν ἱστορίαν. Ἀλλ’ ἡ πόλις προῆλθεν ἐκ συνοικισμοῦ (407 π.Χ.) καὶ ἐχαράχθη ἀμφιθεατρικῶς, μὲ εὐρείας ὁδούς, ὑπὸ τοῦ περιφήμου πολεοδόμου Ἱπποδάμου τοῦ Μιλησίου. Τὸ τεῖχος της εἶχε περιφέρειαν 15 περίπου χιλιομέτρων. Ταχέως αὐξηθεῖσα, ἀπέβη μία τῶν πλουσιωτέρων πόλεων τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, κοσμουμένη ἀπὸ πλῆθος ναῶν, ἱερῶν μνημείων καὶ ἀνδριάντων.

Ἡ ἐπικρατοῦσα γλῶσσα ἦτο ἡ δωρικὴ καὶ εἰς αὐτὴν ἐγράφοντο τὰ ψηφίσματα. Ἡ πόλις εἶχε πέντε λιμένας , εἰς τοὺς ὁποίους ἐναυλόχουν αἱ νῆες ἕτοιμοι πρὸς ἔκπλουν. Ἡ μεγάλη ἀγάπη τῶν Ροδίων εἰς τὰ ναυτικὰ ἔγινε παροιμιώδης. «Δέκα Ρόδιοι, δέκα νῆες», ἔλεγον.


Εἰς τὴν διπλωματικὴν ἱστορίαν εἰσέρχεται ἡ Ρόδος μὲ τὴν ὀνομαστὴν ἄμυναν κατὰ τοῦ Δημητρίου τοῦ Πολιορκητοῦ (305-304). Εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα χρόνους ἡ πόλις ἐπροχώρησε ταχέως, ὠφεληθεῖσα ἀπὸ τὴν ὑπὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου καταστροφὴν τῆς Τύρου, μεγάλου ἐμπορικοῦ λιμένος τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου.

Η ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

Ἡ Ρόδος κυβερνᾶται δημοκρατικῶς ὑπὸ μετριοπαθοῦς ἀριστοκρατίας ἐμπόρων καὶ τραπεζιτῶν καὶ φθάνει τὸν χρυσοῦν αἰῶνα της. Τὰ νομίσματά της κυκλοφοροῦν εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης, διότι ἔχουν πραγματικὴν ἀξίαν.

Εἰς τὸ ἐσωτερικὸν κάμνουν λογικὰς παραχωρήσεις εἰς τὸν λαόν. Οἱ πλούσιοι δέχονται ἐνίοτε νὰ θρέψουν τοὺς πτωχοὺς καὶ δὲν γίνονται ποτὲ ἐμφύλιοι πόλεμοι. Εἰς τὸ ἐξωτερινὸν συνετὴ καὶ σοφὴ πολιτικὴ ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Ροδίους νὰ παίξουν πρόσωπον διαιτητοῦ εἰς τὰς συγκρούσεις Μακεδονίας, Αἰγύπτου καὶ Συρίας. Ἐπιδιώκει τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν μεσογειακῶν δυνάμεων, διότι εἰς αὐτὴν βλέπει τὴν ἐγγύησιν τῆς εἰρήνης καὶ εἰς τὴν εἰρήνην τὴν ἐλευθερίαν τῶν θαλασσῶν. Εἶναι ἀρκετὰ πλουσία καὶ δυνατή, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της. Τὰ 2 % τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἀπὸ τὰ εἰσαγόμενα καὶ ἐξαγόμενα ἐμπορεύματα, τῆς ἀποφέρουν τὸ 170 π.Χ. 1 ἑκατομμύριον δραχμὰς περίπου. Δὲν διατηρεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν συγχρόνως περισσότερα ἀπὸ 50 πλοῖα, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι τοῦ πλέον συγχρονισμένου τύπου. Διατηρεῖ τὰ νεωτάτου τύπου ναυπηγεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπαγορεύει τὴν εἴσοδον ἐπὶ ποινῇ θανάτου εἰς ἐντοπίους καὶ ξένους.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ

Ἡ Ρόδος ὅμως εἶναι συγχρόνως πόλις λογίων καὶ καλλιτεχνῶν. Εἰς τὴν νῆσον διέτριψε τὸν 4ον αἰῶνα (330-314) ἐξόριστος ὁ Ἀθηναῖος ρήτωρ Αἰσχύνης καὶ ἵδρυσεν ἐν καταφύτῳ τόπῳ ἐκτὸς τῆς πόλεως ρητορικὴν σχολήν, ἡ ὁποία διετηρήθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ Χριστὸν χρόνους. Εἰς αὐτὴν ἐσπούδαζον Ἕλληνες, Ἀσιᾶται καὶ Ρωμαῖοι. Οἱ ζωγράφοι Πρωτογένης καὶ Παράσσιος συνθέτουν εἰς τὴν Ρόδον μερικὰ ἀπὸ τὰ καλύτερα ἔργα των. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχὴν (τέλος 4ου αἰῶνος) κατασκευάζεται ὁ περίφημος Κολοσσὸς τῆς Ρόδου, χαλκοῦν ἄγαλμα τοῦ Ἡλίου, στημένον παρὰ τὸν λιμένα.


Πλάστης αὐτοῦ ἀναφέρεται ὁ Χάρης ὁ Λίνδιος, μαθητὴς τοῦ Λυσίππου, ἢ ὁ συμπολίτης αὐτοῦ Λάχης . Ὁ Κολοσσὸς εἶχεν ὕψος 31 μέτρα περίπου. Ἡ κατασκευή του διήρκεσεν, ὡς λέγεται, 12 ἔτη. Δὲν ἦτο τοποθετημένος εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ λιμένος μὲ ἀνοικτὰ τὰ σκέλη, ὥσστε νὰ διέρχωνται ὑπ᾽ αὐτὸν τὰ πλοῖα, ὅπως ἐφαντάσθησαν κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους. Παρὰ τοὺς ὀγκολίθους, τοὺς ὁποίους ἔθεσαν ἐντὸς αὐτοῦ, ἐκρημνίσθη τὸ 225 πιθανῶς ὑπὸ τοῦ μεγάλου σεισμοῦ καὶ ἔκτοτε ἔκειτο κατὰ γῆς μέχρι τῆς κατακτήσεως τῆς Ρόδου ὑπὸ τῶν Σαρακηνῶν (651 μ.Χ.), οἱ ὁποῖοι ἐτεμάχισαν καὶ ἐπώλησαν αὐτὸν ὡς μέταλλον.

Εἰς τὴν ἑλληνιστικὴν ἐποχὴν ἤκμασεν ὀνομαστὴ σχολὴ γλυπτῶν, τῆς ὁποίας ἡ παραγωγὴ μετέβαλε τὴν Ρόδον εἰς μουσεῖον ἀγαλμάτων, ποὺ ἐπωλοῦντο μέχρι τῆς Μεσοποταμίας. Περίφημα ἀγάλματα καὶ συμπλέγματα, τῶν ὁποίων ἀντίγραφα ἐσώθησαν, κατεσκευάζοντο εἰς τὴν Ρόδον. Ροδίων καλλιτεχνῶν ἔργον εἶναι τὸ σύμπλεγμα τοῦ Λαοκόοντος (1ος αἰών).

Ἡ Ρόδος εἶχε καὶ τὸ Πανεπιστήμιόν της. Εἰς αὐτὸ διδάσκει τὸν 2ον π.Χ. αἰῶνα ὁ πολυμαθὴς φιλόσοφος καὶ ἱστορικὸς ὁ Ποσειδώνιος (135-50 π.Χ.), τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθη ὁ Ρωμαῖος στρατηγὸς Πομπήιος καὶ ἤκουσεν ὁ Κικέρων.

Εἰς τὴν Ρόδον ἐμορφώθησαν τὰ στοιχεῖα Διεθνοῦς Δικαίου , τὰ ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν οἱ Ρωμαῖοι καὶ τὰ ἐλεηλάτησαν οἱ Βενετοί.

Ὁ μαρασμὸς τῆς πόλεως ἐπῆλθεν, ὅταν αὕτη ὑπετάχθη εἰς τοὺς Ρωμαίους (43 π.Χ.).

Ϛ΄ ΤΛ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΙ ΤΕΧΝΑΙ



ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κατὰ τοὺς ἀλεξανδρινοὺς χρόνους ἔγινε μεγάλη κίνησις εἰς τὰ γράμματα. Ἀπὸ ἀπόψεως μάλιστα ποσοῦ, ἡ παραγωγὴ βιβλίων εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα ἀπὸ τοὺς κλασσικοὺς χρόνους, διότι καὶ τὸ ἀναγνωστικὸν κοινὸν εἶναι πολυπληθέστερον καὶ ἡ βιομηχανία τῶν βιβλίων ἐτελειοποιήθη. Ἀλλ’ οἱ συγγραφεῖς τοῦ 3ου καὶ 2ου π.Χ. αἰῶνος δὲν ἔχουν οὔτε τὴν πρωτοτυπίαν οὔτε τὴν λεπτὴν χάριν τῶν συγγραφέων τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ γλῶσσα, εἰς τὴν ὁποίαν γράφουν, εἶναι ἡ ἀττική, τροποποιημένη ὀλίγον συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Τοιουτοτρόπως δημιουργεῖται ἡ κοινὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προῆλθεν ἡ νεωτέρα ἑλληνική. Εἰς τὴν γλῶσσαν αὐτὴν γράφουν ὄχι μόνον οἱ Ἕλληνες ἀδιακρίτως φυλῆς καὶ διαλέκτου, ἀλλὰ καὶ οἱ λόγιοι ὅλων τῶν λαῶν ἀπὸ τῆς Σικελίας μέχρι τοῦ Περσικοῦ κόλπου. Αἱ ἐπιγραφαὶ τῶν ποικιλωνύμων λαῶν συντάσσονται εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ τὰ νομίσματά των φέρουν ἑλληνικὰς ἐπιγραφάς.

Η ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ ποιηταὶ Μένανδρος (342-290) καὶ Φιλήμων (361-262) κ.ἄ. σατιρίζουν εἰς τὰς κωμῳδίας των ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίας τῶν ἀνθρώπων (τὸν φιλάργυρον πατέρα, τὸν ἄσωτον υἱόν, τὸν πονηρὸν δοῦλον κλπ. ), ἀκολουθοῦντες τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς των. Τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη ἡ λεγομένη νέα ἀττικὴ κωμῳδία , ἡ ὁποία ἐχρησίμευσεν ὡς πρότυπον εἰς τοὺς νεωτέρους κωμικοὺς ἀπὸ τοῦ Πλαύτου μέχρι τοῦ Μολιέρου.

Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἐκαλλιεργήθη ἀπὸ τοὺς ποιητὰς τῆς αὐλῆς εἶδος λογίας ποιήσεως, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην σχολίων, διὰ νὰ ἐννοηθῇ. Τὴν τάσιν αὐτὴν ὠνόμασαν ἀλεξανδρισμὸν καὶ ὁ χαρακτηριστικώτερος ἀντιπρόσωπος αὐτῆς εἶναι ὁ Καλλίμαχος , ὁ ποιητὴς τῶν ὕμνων.

Μόνον ἡ νοσταλγία τῆς φύσεως, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ἡ γενεὰ τῶν χρόνων αὐτῶν, ἡ ζῶσα εἰς τὴν πολυτέλειαν καὶ τὴν τύρβην τῶν πόλεων, ἐγέννησε γνησίαν ποιητικὴν συγκίνησιν. Κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς δηλαδὴ χρόνους ἀνεπτύχθη ἡ λεγομένη βουκολικὴ ποίησις , ἡ ὁποία περιγράφει τὸν βίον τῶν ποιμένων καὶ τῶν ἀγροτῶν καὶ ψάλλει τὰς ἀπολαύσεις τῆς ἁπλῆς ζωῆς εἰς τὴν ἐξοχήν. Ὁ τελειότερος ἀντιπρόσωπος τοῦ εἴδους αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεόκριτος , γεννηθεὶς περὶ τὸ 300 π.Χ. εἰς τὰς Συρακούσας ἢ εἰς τὴν νῆσον Κῶ, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ Εἰδύλλιά του ἔχει πραγματικὴν ἔμπνευσιν καὶ ἀνύψωσε τὸ μκρὸν αὐτὸ εἶδος εἰς μεγάλην ποίησιν.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τὸ λογοτεχνικὸν εἶδος, τὸ ὁποῖον προεξέχει εἶναι ὁ πεζὸς λόγος. Ἡ ρητορική , ὡς ὅπλον πολιτικῆς δραστηριότητος, δὲν ἔχει θέσιν τὴν ἐποχὴν αὐτήν˙ διατηρεῖται ὅμως τὸ δικανικὸν καὶ πανηγυρικὸν εἶδος. Εὐρύτατα καλλιεργεῖται ἡ ἱστορία . Τὰ μεγάλα κατορθώματα τοῦ Ἀλεξάνδρου ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς πλουσίαν ἱστοριογραφίαν. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικούς, ὅπως ὁ Πτολεμαῖος ὁ Λάγου , ὁ Νέαρχος , διηγήθησαν τὴν ἐκστρατείαν ἢ ἐπεισόδιά της. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰ ἔργα των, τὰ ὁποῖα δὲν διεκρίνοντο διὰ τὴν τελειότητα τῆς μορφῆς, μόνον ἀποσπάσματα διεσώθησαν. Διὰ νὰ συναντήσωμεν ἱστοριογράφον, δυνάμενον νὰ συγκριθῇ μὲ τοὺς ἱστορικοὺς τοῦ 5ου ἢ 4ου αἰῶνος, πρέπει νὰ κατέλθωμεν εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Πολύβιος ὁ Μεγαλοπολίτης (205-125), ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς ὑποταγῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς Ρωμαίους. Οὗτος συνέγραψε γενικὴν ἱστορίαν τῶν χρόνων του, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τοὺς ὁμογενεῖς του τοὺς λόγους τῆς ἐπικρατήσεως τῶν Ρωμαίων καὶ διὰ νὰ νουθετήσῃ αὐτούς, ἐκθέτων τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα διέπραξαν.

Ἀλλ’ οἱ ἀλεξανδρινοὶ χρόνοι δὲν εἶναι κυρίως περίοδος παραγωγῆς πρωτοτύπων ἔργων, ὅσον περισυλλογῆς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη εἰς τοὺς καλοὺς χρόνους. Τὸ τιμητικὸν διὰ τοὺς λογίους καὶ ποιητὰς τῆς ἐποχῆς εἶναι ὅτι, ἐνῷ οἱ ἴδιοι δὲν στεροῦνται ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ καὶ πολυπληθῶν θαυμαστῶν τῶν ἔργων των, ἀναγνωρίζουν ἐν τούτοις τὴν ἀνωτέραν πνοὴν καὶ τελειότητα τῶν ἔργων τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὠνομάσθησαν γραμματικοί , περισυλλέγουν μετὰ σεβασμοῦ καὶ ζήλου, ἀντιγράφουν καὶ σχολιάζουν τὰ ἔργα αὐτά. Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἰδίως, χάρις εἰς τὴν γενναίαν ὑποστήριξιν τῶν Πτολεμαίων, προοδεύει ἡ ἐργασία αὐτή. Κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς ἔζησαν οἱ ἐξοχώτεροι τῶν ῾Ελλήνων σχολιαστῶν καὶ ἑρμηνευτῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὀνομαστότερος εἶναι ὁ Ἀρίσταρχος , καὶ ἔγιναν ἀξιόλογα ἀντίγραφα τῶν κλασσικῶν συγγραφέων. Οἱ σοφοὶ τῆς Περγάμου ἐμελέτησαν ἰδίως τοὺς ρήτορας.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Οἱ χρόνοι μετὰ τὸν Ἀλέξανδρον σημειώνουν νέαν ἀκμὴν τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας. Προεξάρχουν τώρα τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τὶ ἀξίαν ἔχει ἡ ζωὴ καὶ πῶς πρέπει νὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ εἶναι εὐτυχής. Ἡ φιλοσοφία γίνεται δηλαδὴ πρακτικὴ εἴτε ηθική . Εἰς τὰ ἀνωτέρω ἐρωτήματα ὁ 3ος αἰὼν ἔδωκε δύο ἀπαντήσεις. Ἡ μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ὅτι ἡ ζωὴ ἔχει μικρὰν ἀξίαν καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ εἶναι αὐτάρκης,νὰ ζητήσῃ δηλαδὴ τὴν εὐτυχίαν εἰς τὸν ἑαυτόν του μόνον καὶ νὰ μὴ τὴν ἐξαρτήσῃ ἀπὸ ἐπίγεια ἀγαθά: ἀπὸ πλοῦτον, δόξαν, ἀπολαύσεις. Ἡ τάσις αὐτὴ διδάσκει αὐστηρὰν ἐγκράτειαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίφημος διδασκαλία τοῦ Ζήνωνος (270), ἡ ὁποία ὠνομάσθη στωικὴ φιλοσοφία . Ἀντιθέτως, ὁ Ἐπίκουρος (341-270) ἀποδίδει μεγάλην ἀξίαν, εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν εὑρίσκει εἰς τὴν ἀπόλαυσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ τὰ χυδαίας ἢ ἁπλῶς τὰς σηματικὰς ἀπολαύσεις, ὅπως ἐνόμισαν πολλοί, ἀλλὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ πνεύματος, τὴν φιλίαν, τὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὸ καθῆκον.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπικούρειος φιλοσοφία ,ἡ ὁποία ἔχει ἑλληνικώτερον χαρακτῆρα, ἐνῷ ἡ στωικὴ προδίδει ἀνατολικὴν ἐπίδρασιν.

«Ὅταν λέγωμεν σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἡδονή», γράφει ὁ Ἐπίκουρος, «δὲν ἐννοοῦμεν τὰς ἡδονὰς τῶν ἀσώτων ἢ ὅσας προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀπόλαυσιν μόνον... Δὲν εἶναι τ’ ἀτελείωτα φαγοπότια, τραγούδια καὶ διασκεδάσεις, ἡ παραλυσία εἴτε ἡ ἀπόλαυσις ψαριῶν καὶ τῶν ἄλλων, ὅσα σηκώνει πολυτελὴς τράπεζα, ποὺ κάμνουν εὐχάριστον τὴν ζωήν, ἀλλὰ ὁ νηφάλιος στοχασμός, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ καὶ ἀνακαλύπτει τοὺς λόγους διατὶ προτιμῶμεν τοῦτο καὶ ἀποφεύγομεν τὸ ἄλλο, καὶ ἐκδιώκει τὰς πλανερὰς δοξασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς ψυχικῆς ταραχῆς». (Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα, Διογένης Λαέττιος Ι΄, 131).

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Οἱ χρόνοι τῶν διαδόχων εἶναι ἰδίως ἡ ἐποχὴ ἀναπτύξεως τῶν ἐπιστημῶν.

Ἡ Γεωγραφία ἦτο φυσικὸν νὰ κάμῃ μεγάλας προόδους. Ἡ κατάκτησις τοῦ Περσικοῦ κράτους ἤνοιξεν εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸν δρόμον διὰ τὴν διερεύνησιν χωρῶν, τὰς ὁποίας οὐδόλως ἐγνώριζον ἤ ἐλάχιστα εἶχον ἀκούσει περὶ αὐτῶν.

Κατὰ τοὺς χρόνους ἤδη τοῦ Ἀλεξάνδρου ὁ ναύαρχος Νέαρχος ἐξετέλεσε καὶ περιέγραψε περίπλουν τοῦ Ἰνδικοῦ ᾽Ωκεανοῦ, μὲ σκοπὸν τὴν ἀνακάλυψιν τῶν ἐκβολῶν τοῦ Ἰνδοῦ καὶ τοῦ Εὐφράτου ποταμοῦ. Ὁ Πυθέας ὁ Μασσαλιώτης , κατὰ τοὺς αὐτοὺς χρόνους, πλέων κατὰ μῆκος τῆς δυτικῆς παραλίας τῆς Εὐρώπης ἔφθασε μέχρι τῆς βορειοτέρας ἄκρας τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν ἐκβολῶν τοῦ ποταμοῦ Ἔλβα. Αἱ πληροφορίαι του διὰ τὸ βόρειον σέλας καὶ τὸν παγωμένον ὠκεανὸν τοῦ βορρᾶ ἐθεωρήθησαν μᾶλλον φανταστικαὶ ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του.

Χρησιμοποιῶν τὰς ἐργασίας ἄλλων ἐρευνητῶν καὶ τὰς ἰδικάς του παρατηρήσεις ὁ γεωγράφος Ἐρατοσθένης συνέταξε παγκόσμιον χάρτην, μὲ πολλὰς ἀτελείας φυσικά, καὶ διὰ τὰς περισσότερον ἀκόμη γνωστὰς χώρας τῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου˙ ὁπωσδήποτε ὅμως κατόρθωμα διὰ τὴν ἐποχήν του.

Τὸ σφαιρικὸν σχῆμα τῆς γῆς εἶναι διὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν πεποίθησις γενική.

Ἡ Ἀστρονομία συμβαδίζει μὲ τὴν Γεωγραφίαν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν γίνονται ἀκριβέστερον γνωσταὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας αἱ ἀστρονομικαὶ γνώσεις τῶν Χαλδαίων. Ὁ σπουδαιότερος τῶν ἀστρονόμων τῆς ἐποχῆς Ἀρίσταρχος ὁ Σάμιος διετύπωσε σαφῶς τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ γῆ στρέφεται περὶ τὸν ἄξονά της καὶ κινεῖται περὶ τὸν ἥλιον. Ἀνεκάλυψε δηλαδὴ ὅσα ἀνεκαλύφθησαν μετὰ 18 αἰῶνας ὑπὸ τοῦ Κοπερνίκου καὶ ἀπεδείχθησαν ἀπὸ τὸν Γαλιλαῖον καὶ τὸν Κέπλερ, ἀφοῦ εἶχον ταφῆ ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὴν παρακμὴν τῆς ἐπιστήμης.

Τὰ Μαθηματικὰ καὶ ἡ Μηχανικὴ ὑπῆρξαν προϋπόθεσις διὰ τὰς ἀνακαλύψεις αὐτάς. Αἱ ἀστρονομικαὶ ἀνακαλύψεις θὰ ἦσαν ἀδύνατοι χωρὶς τὰς λαμπρὰς προόδους τῶν Μαθηματικῶν. Κέντρον καὶ διὰ τὰς σπουδὰς αὐτὰς ὑπῆρξεν ἡ Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Εὐκλείδης , ζήσας κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πρώτου Πτολεμαίου, ἔγραψε τὰ « Στοιχεῖα τῆς Γεωμετρίας », τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν ἀρχαιότητα καὶ μετέπειτα ὑπῆρξαν τὸ μᾶλλον διαδεδομένον βιβλίον τῆς Γεωμετρίας.

Ὁ Ἀρχιμήδης (287-212), γεννηθεὶς καὶ ἐργασθεὶς εἰς τὰς Συρακούσας, ἀνεδείχθη ὁ μεγαλύτερος μαθηματικὸς τῆς ἀρχαιότητος. Ἀνεκάλυψε τὴν ὑδροστατικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία φέρει τὸ ὄνομά του καὶ χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ εἰδικοῦ βάρους τῶν σωμάτων.

Τὸ «δός μου ποῦ νὰ σταθῶ καὶ θὰ κινήσω τὴν γῆν» (δός μοῖ πᾷ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω) εἶναι φράσις, τὴν ὁποίαν λέγεται ὅτι εἶπεν, ὅταν ἀνεκάλυψε τὴν δύναμιν τῶν μοχλῶν˙ ἀλλὰ πιθανῶς δὲν εἶναι ἰδική του. Μαρτυρεῖ ὅμως τὸν θαυμασμόν, τὸν ὁποῖον προεκάλεσεν εἰς τοὺς συγχρόνους ἡ ἀνακάλυψις τοῦ μοχλοῦ.

Εἰς τὴν Μηχανικὴν ἐπετέλεσε σπουδαιοτάτας προόδους καὶ εἰς τὰς μηχανάς του ὀφείλεται ἡ μακρὰ ἀντίστασις τῶν Συρακουσῶν εἰς τὴ ἐπίθεσιν τῶν Ρωμαίων τὸ 213-212.

Εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἤκμασαν οἱ μηχανικοὶ Κτησίβιος καὶ Φίλων .

Ἡ Ζῳολογία καὶ ἡ Βοτανικὴ μεγάλως ὠφελήθησαν ἀπὸ τὴν πρόοδον τῆς Γεωγραφίας. Μὲ τὰς μεγάλας γεωγραφικὰς ἀνακαλύψεις ἐπληθύνθησαν αἱ ζῳολογικαὶ καὶ φυτολογικαὶ γνώσεις τῶν ἀνθρώπων, χάρις εἰς παράξενα ζῷα καὶ ἐξωτικὰ φυτά, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὰς νέας χώρας.

Ὁ παρὰ τὰ ἀνάκτορα τῆς Ἀλεξανδρείας ζῳολογικὸς κῆπος ἔγινεν ὀνομαστὸς μὲ τὰ παντὸς εἴδους ἄγρια θηρία, πτηνὰ καὶ ἑρπετά.

Ἀξιόλογοι ἐπιστήμονες τῶν κλάδων τούτων δὲν ἀναφέρονται κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν διαδόχων, ὅπως θὰ ἀνέμενε κανείς.

Ἡ Βιολογία ἔχει ἐν Ἀλεξανδρείᾳ σπουδαιότατον ἀντιπρόσωπον τὸν Ἡρόφιλον , ὁ ὁποῖος, διὰ συνεχῶν παρατηρήσεων ἐπὶ ζώντων καὶ ἐπὶ πτωμάτων, ἐπέτυχε σοβαρὰς ἀνακαλύψεις διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νευρικοῦ συστήματος καὶ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ αἵματος. Τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἀνακάλυψιν, λησμονηθεῖσαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παρακμῆς, ἐπανέφερεν εἰς φῶς τὸν 17ον μ.Χ. αἰῶνα ὁ Ἄγγλος Χάρβεϋ (Harvey) καὶ ἔγινεν ἔνδοξος.

Ἡ Ἰατρικὴ ἐπίσης σημειώνει ἀξιόλογον πρόοδον. Αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἰατρῶν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ πατρὸς τῆς ἑλληνικῆς ἰατρικῆς, τοῦ Ἱπποκράτους , ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 5ον αἰῶνα. Τὰς νέας ἀντιλήψεις ἐσυστηματοποίησεν ἀργότερα ὁ δεύτερος μεγάλος Ἕλλην ἰατρὸς Γαληνὸς ὁ Περγαμηνός , ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τοὺς Ρωμαϊκοὺς χρόνους (131-201 μ.Χ.).

Η ΤΕΧΝΗ

Ἡ σημαντικωτέρα ὅμως παραγωγὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων εἶναι εἰς τὴν τέχνην. Ἡ πρωτοτυπία καὶ ἡ παραγωγικότης τῶν Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν δὲν ἐξηντλήθη κατὰ τοὺς χρόνους αὐτοὺς καὶ ἡ ἑλληνιστικὴ τέχνη δὲν εἶναι παρακμὴ οὔτε μίμησις, ἀλλὰ νέα μορφὴ τῆς ἑλληνικῆς τέχνης.

Ἑστία τῆς ἑλληνιστικῆς τέχνης εἶναι πάντοτε ἡ κυρίως Ἑλλάς, ὅπου διατηροῦνται ἀκμαῖα ἐργαστήρια καὶ οἱ καλλιτέχναι, οἱ ἐργασθέντες εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἰσχυρῶν ἡγεμόνων τῆς Ἀνατολῆς, προέρχονται γενικῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Μόνον εἰς τὴν Ρόδον καὶ τὴν Πέργαμον ἀνεπτύχθη ἰθαγενὴς τέχνη.

Οἱ καλλιτέχναι τοῦ 5ου αἰῶνος εἶχον παραστήσει τὴν ἤρεμον ἰσχὺν καὶ τὴν σεμνὴν αὐτοπεποίθησιν: ὁ Πραξιτέλης τὴν συναισθηματικὴν ἀνησυχίαν, ὁ Σκόπας τὸ πάθος. Οἱ τεχνῖται τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων προσπαθοῦν νὰ παραστήσουν ἰσχυρὰς κινήσεις τῆς ψυχῆς, τὸν φυσικὸν πόνον καὶ τὴν ἀγωνίαν καὶ ἀγαποῦν τὴν πολυτέλειαν. Πρότυπα τοιοῦτων ἔργων εἶναι ὁ περίφημος Λαοκόων , ὁ θνήσκων Γαλάτης κλπ. Εἰς τὴν ἰδίαν ἐποχὴν ἀνήκει ἡ Νίκη τῆς Σαμοθρᾴκης . Τὴν πρώτην θέσιν ἔχει πάντοτε ἡ γλυπτική, ἀλλὰ κατασκευάζονται καὶ ἔργα ἀρχιτεκτονικῆς μεγάλα καὶ ἐπιβλητικά, ὄχι ὅμως πάντοτε καλαισθητικά, πρὸς στολισμὸν τῆς πρωτευούσης τῶν βασιλέων. Ἐπίσης ἀναπτύσσεται ἡ ζῳγραφικὴ καὶ ἡ τέχνη τῶν ψηφιδωτῶν.

Μερικὰ ἀπὸ τὰ καλύτερα γλυπτικὰ ἔργα τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων κατεσκευάσθησαν εἰς τὴν Πέργαμον, ὅπου ὁ Ἄτταλος ἵδρυσε σειρὰν ἀφιερωμάτων εἰς τοὺς θεούς, μετὰ ·τὴν νίκην κατὰ τῶν Γαλατῶν. Ἀπὸ αὐτὰ ἀνευρέθη ὁ μέγας βωμὸς τοῦ Διός. Τὸ γλυπτικὸν σύμπλεγμα, τὸ ὁποῖον κοσμεῖ τὸν βωμόν, παριστάνει συμβολικῶς τὸν πόλεμον τῶν θεῶν κατὰ τῶν Γιγάντων καὶ εἶναι ἀπὸ τὰ ἐπιβλητικώτερα γλυπτικὰ συμπλέγματα τῆς ἀρχαιότητος. Ἀπαράμιλλος ἐπίσης εἶναι ὁ γλυπτικὸς διάκοσμος τοῦ λεγομένου τάφου τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου .



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him