Αἱ ἀντωνυμίαι τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς (ΘΕΩΡΙΑ)




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν



Ἀντωνυμίαι λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται εἰς τὸν λόγον ἀντὶ ὀνομάτων οὐσιαστικῶν ἢ ἐπιθέτων : ἐκείνος γράφει (π,χ. ὁ Πλάτων) - τοιοῦτος ἦν Ἀριστείδης (δηλ. δίκαιος). 




Αἱ ἀντωνυμίαι εἶναι ἐννέα εἰδῶν : προσωπικαί, δεικτικαί, ὁριστικὴ ἢ ἐπαναληπτική, κτητικαί, αὐτοπαθεῖς, ἀλληλοπαθεῖς, ἐρωτηματικαί, ἀόριστοι καὶ ἀναφορικαί.


Σημείωσις . Πολλοὶ τύποι τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι οἱ ἴδιοι μὲ τοὺς ἀντιστοίχους τύπους τῶν ἀντωνυμιῶν τῆς νέας γλώσσης, οἱ πλεῖστοι ὅμως διαφέρουν.
Σημείωσις .  δια τας Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίας πρβλ ΕΔΩ

α΄) Προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι
Προσωπικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν τὰ τρία πρόσωπα τοῦ λόγου, ἤτοι ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ ( ἐγώ , πρῶτον πρόσωπον), ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται ὁ λόγος ( σύ , δεύτερον πρόσωπον) καὶ ἐκεῖνον ἢ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ λόγος ( ὅδε , οὗτος κτλ., τρίτον πρόσωπον). 


Αἱ προσωπικαὶ ἀντωνυμίαι κλίνονται ὡς ἑξῆς :


῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς

α΄ προσ.
β΄ προσ.
γ΄ προσ.
α΄
προσ.
β΄
προσ.
γ΄ προσ.
ἐγὼ
ἐμοῦ, μου
ἐμοί, μοι
ἐμἐ, με
σὺ
σοῦ, σου
σοί, σοι
σέ, σε
-
(οὗ)
οἷ, οἱ
(ἕ)
ἡμεῖς
ἡμῶν
ἡμῖν
ἡμᾶς
ὑμεῖς
ὑμῶν
ὑμῖν
ὑμᾶς
(σφεῖς)
(σφῶν)
σφίσι (ν)
(σφᾶς)

(Δυϊκός : α΄ προσ. νώ, νῷν , - β΄ προσ. σφώ, σφῷν).


Σημείωσις . ᾽Εκ τῶν τύπων τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ γ΄ προσώπου εὔχρηστοι εἶναι κυρίως οἱ τύποι τῆς δοτικῆς οἷ, οἱ - σφίσιν . Ἀντὶ τῆς ἐλλειπούσης ἑνικῆς ὀνομαστικῆς αὐτῆς γίνεται χρῆσις τῶν δεικτικῶν ὅδε, οὗτος, ἐκεῖνος , ἀντὶ δὲ τῶν πλαγίων πτώσεων αὐτῆς γίνεται συνήθως χρῆσις τῶν πλαγίων πτώσεων τῆς ὁριστικῆς ἀντωνυμίας. 


῞Οταν πρὸς ἔμφασιν προστίθεται εἰς τοὺς τύπους τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν τὸ (ἑγκλιτικὸν) μόριον γέ , τότε οἱ τύποι τοῦ ἑνικοῦ τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας τοῦ α΄ προσώπου τονίζονται ὡς ἑξῆς : ἔγωγε, ἐμοῦγε, ἔμοιγε, ἐμέγε. 


β΄) Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι

 
Δεικτικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν δεῖξιν.
Δεικτικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἲναι αἱ ἑξῆς :
ὅδε ἥδε τόδε (= αὐτὸς ἐδῶ, αὐτὸς δά)
οὗτος αὕτη τοῦτο (= ἐτοῦτος, αὐτός)˙
ἐκεῖνος ἐκείνη ἐκεῖνο
τοιόσδε τοιάδε τοιόνδε - τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο (ν) (=τέτοιος)
τοσόσδε τοσήδε τοσόνδε - τοσοῦτος, τοσαύτη, τοσοῦτον (ν) (=τόσος)˙
τηλικόσδε τηλικήδε τηλικόνδε - τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) .


᾽Εκ τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν 


1) ἡ ὅδε, ἥδε, τόδε κλίνεται ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον μὲ τὸ (ἐγκλιτικὸν) δέ κατόπιν αὐτοῦ : τοῦδε, τῆσδε, τοῦδε - τῷδε, τῆδε, τῷδε κτλ. - οἵδε, αἵδε, τάδε - τῶνδε κτλ.


Ομοίως αἱ ἀντωνυμίαι τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε - τοσόσδε, τοσήδε, τοσόνδε καὶ τηλικόσδε, τηλικήδε, τηλικόνδε κλίνονται μόνον κατὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτῶν (τοῖος, τοία, τοῖον - τόσος, τόση, τόσον - τηλίκος, τηλίκη, τηλίκον) μὲ τὸ ἐγκλιτικὸν δέ κατόπιν : τοιόσδε, τοιάδε, τοιόνδε - τοιοῦδε, τοιᾶσδε, τοιοῦδε - τοιῷδε κτλ. 


2) ἡ οὗτος, αὕτη, τοῦτο κλίνεται ὡς ἑξῆς : 


῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς

ὀν.
γεν.
δοτ.
αἰτ.
κλητ.
οὗτος αὕτη τοῦτο
τούτου ταύτης τούτου
τούτῳ ταύτῃ τούτῳ
τοῦτον ταύτην τοῦτο
ὦ οὗτος αὕτη
οὗτοι αὗται ταῦτα
τούτων τούτων τούτων
τούτοις ταύταις τούτοις
τούτους ταύτας ταῦτα
- - -


Σημείωσις . ᾽Εκτὸς τῶν κλητικῶν ὦ οὗτος καὶ ὦ αὕτη , ἄλλη κλητικὴ ἀντωνυμίας δέν ὑπάρχει.


3) ἡ ἐκεῖνος, ἐκείνη, ἐκεῖνο κλίνεται ὡς δευτερόκλιτον τρικατάληκτον ἐπίθετον, ἀλλὰ χωρὶς ν εἰς τὴν ἑνικὴν ὀνομαστικὴν καὶ αἰτιατικὴν τοῦ οὐδετέρου (καλός)· 


4) αἱ ἀντωνυμίαι τοιοῦτος, τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος (σύνθετοι ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ἀντωνυμιῶν τοῖος, τόσος, τηλίκος καὶ τῆς οὗτος) κλίνονται ὁμοίως μὲ τὴν ἀντωνυμίαν οὗτος, αὕτη, τοῦτο π. χ.


῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς
τοιοῦτος τοιαύτη τοιοῦτο(ν)
τοιούτου τοιαύτης τοιούτου
τοιούτῳ τοιαύτῃ τοιούτῳ
τοιοῦτον τοιαύτην τοιοῦτο(ν)
τοιοῦτοι τοιαῦται τοιαῦτα
τοιούτων τοιούτων τοιούτων
τοιούτοις τοιαύταις τοιούτοις
τοιούτους τοιαύτας τοιαῦτα


Ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου τῶν ἀντωνυμιῶν τούτων διφορεῖται , ἤτοι λήγει εἰς - ο ἢ εἰς - ον : τοσοῦτο ἢ τοσοῦτον, τηλικοῦτο ἢ τηλικοῦτον.


Σημείωσις . ῞Ινα ἐπιτείνηται περισσότερον ἡ δεικτικὴ σημασία τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν, προσέθετον πολλάκις οἱ ἀρχαῖοι εἱς τὸ τέλος αὐτῶν τὸ λεγόμενον δεικτικὸν : οὑτοσὶ (= οὗτος- ί), τουτουὶ κτλ., αὑτηί, ταυτησὶ κτλ. (πρβλ- νῦν: ἐτοῦτο δά, αὐτὸ δά). 


Ὁ τόνος τότε πίπτει πάντοτε ἐπὶ τοῦ δεικτικοῦ - (τὸ ὁποῖον εἶναι μακρόν), ἐὰν δὲ πρὸ αὐτοῦ ὑπάρχη βραχὺ φωνῆεν, τοῦτο ἀποβάλλεται· ὁδὶ (=ὅδε-ί·) , τουτὶ (= τοῦτο-ί) , ταυτὶ (= ταῦτα-ί)


Τὸ δεικτικὸν - προσλαμβάνουν καὶ δεικτικὰ ἐπιρρήματα, ὡς ὡδί , οὑτωσὶ (= ἔτσι δά).


γ΄) ῾Οριστικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ

 
῾Οριστικὴ ἢ ἐπαναληπτικὴ λέγεται ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς, αὐτὴ , αὐτό


1) ῾Οριστικὴ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (κατὰ πᾶσαν πτῶσιν), ὅταν λαμβάνεται, ἵνα ὁρίσῃ τι (ἤτοι ἵνα διαστείλη, ξεχωρίσῃ τι, ἀπὸ ἄλλα ὁμοειδῆ) : Κῦρος ἀποκτεῖναι λέγεται αὐτὸς τῇ ἑαυτοῦ χειρὶ Ἀρταγέρσην (= μόνος του, αὐτοπροσώπως, καὶ ὄχι κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἀκολούθων του). 


2) ᾽Επαναληπτικὴ δὲ εἶναι ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (εἰς τὰς πλαγίας μόνον πτώσεις), ὅταν λαμβάνεται, ἵνα ἐπαναλάβῃ τι , περὶ τοῦ ὁποίου ἔγινε προηγουμένως λόγος : Κλεάρχῳ συγγενόμενος ὁ Κῦρος ἠγάσθη τε αὐτὸν καὶ δίδωσιν αὐτῷ μυρίους δαρεικοὺς (= τὸν ἐξετίμησε πολὺ καὶ τοῦ δίδει).


Ἡ ἀντωνυμία αὐτὸς (αὐτή, αὐτὸ) 


1) κλίνεται ὅπως ἡ δεικτικὴ ἀντωνυμία ἐκεῖνος (ἐκείνη, ἐκεῖνο)
2) λαμβάνεται καὶ μετὰ τοῦ ἄρθρου (ὁ αὐτός, ἡ αὐτή, τὸ αὐτὁ) καὶ τότε σημαίνει ὁ ἴδιος (ὄχι διάφορος) 


Σημείωσις . ῞Οταν πάσχῃ κρᾶσιν μετὰ τοῦ ἄρθρου ἡ ἀντωνυμία αὐτός, τότε ἡ ἑνικὴ ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τοῦ οὐδετέρου αὐτῆς σχηματίζεται ὄχι μόνον μὲ τὴν κατάληξιν - ο , ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν κατάληξιν - ον : (τὸ αὐτὸ =) ταὐτὸ καὶ ταὐτόν ·


δ΄) Κτητικαὶ ἀντωνυμίαι

 
Κτητικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν κτῆσιν. Κτητικαὶ δὲ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι : 


α΄ προσώπου, ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : ἐμός , ἐμή, ἐμὸν (= ἰδικός μου)·
β΄ προσώπου, ἐπὶ ἑνὸς κτήτορος : σός , σή, σὸν (= ἰδικός σου),
α΄ προσώπου, ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ἡμέτερος , ἡμετέρα, ἡμέτερον (= ἰδικός μας)·
β΄ προσώπου, ἐπὶ πολλῶν κτητόρων : ὑμέτερος , ὑμετέρα, ὑμέτερον (ἰδικός σας). 


Σημείωσις . Τοῦ γ΄ προσώπου κτητικὴ ἀντωνυμία ἀρχῆθεν ἦτο ἐπὶ ἐνὸς μέν κτήτορος ἡ ἑός, ἑή, ἑὸν (= ἰδικός του), ἐπὶ πολλῶν δὲ κτητόρων ἡ σφέτερος, σφετέρα, σφέτερον (= ἰδικός των)· ἀλλ’ ἡ μὲν ἑός, ἑή, ἑὸν εἶναι ὅλως ἄχρηστος εἰς τοὺς πεζοὺς Ἀττικοὺς συγγραφεῖς, ἡ δὲ σφέτερος , σφετέρα, σφέτερον σπανία, καὶ ἀντὶ αὐτῶν γίνεται χρῆσις τῆς γενικῆς τῶν δεικτικῶν ἀντωνυμιῶν ἢ τῆς ὁριστικῆς ἢ αὐτοπαθοῦς ἀντωνυμίας: ὁ τούτου πατήρ , ὁ πατήρ αὐτοῦ - τοὺς ἐκείνων φίλους , τοὺς ἑαυτῶν φίλους . 


ε΄) Αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίαι πρβλ ΕΔΩ


ς΄) Ἡ ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία

 
Ἀλληλοπαθὴς λέγεται ἡ ἀντωνυμία, ἡ ὁποία λαμβάνεται ἐπὶ ἀλληλοπαθείας, ἤτοι ὅταν δηλοῦται ὅτι δύο ἢ περισσότερα πρόσωπα ἐνεργοῦν καὶ πάσχουν ἀμοιβαίως : ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (= ὁ εἰς τὸν ἄλλον). 


῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία ἔχει μόνον τὰς πλαγίας πτώσεις τοῦ πληθυντικοῦ καὶ τοῦ δυϊκοῦ, κλίνεται δὲ ὡς ἑξῆς:


Πληθυντικὸς
γεν. δοτ. αἰτ.
Ἀρσ. ἀλλήλων ἀλλήλοις ἀλλήλους
Θηλ. ἀλλήλων ἀλληλαις ἀλλήλας
Οὐδ. ἀλλήλων ἀλλήλοις ἄλληλα
Δυϊκὸς
ἀλλήλοιν ἀλλήλοιν ἀλλήλω


Σημείωσις . ῾Η ἀλληλοπαθὴς ἀντωνυμία προῆλθεν ἐκ συνεκφορᾶς τύπων τῆς ἀορίστου ἀντωνυμίας ἄλλος , ὡς ἄλλοι - ἄλλους (= ἀλλήλους) ἄλλαι - ἄλλας (= ἀλλήλας) κτλ. 


ζ΄) ᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι

 
᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι λέγονται ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἐπὶ ἐρωτήσεως. 


᾽Ερωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι :
1) τίς, τί (=ποῖος ;)·
2) πότερος, ποτέρα, πότερον (= ποῖος ἀπὸ τοὺς δύο ;)
3) πόσος, πόση, πόσον··
4) ποῖος, ποία, ποῖον (= ποιᾶς λογῆς ;)
5) πηλίκος, πηλίκη, πηλίκον (= ποίας ἡλικίας ; πόσον μεγάλος ;)
6) ποδαπός, ποδαπή, ποδαπὸν (= ἀπὸ ποιὸ μέρος ;)
7) πόστος, πόστη, πόστον (= ποῖος κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν σειράν ; πρβλ. τρίτος, τέταρτος κτλ.)·
8) ποσταῖος, ποσταία, ποσταῖον (= ἐντὸς πόσων ἡμερῶν ; πρβλ. τεταρταῖος).


᾽Εκτὸς τῆς ἀντωνυμίας τίς, τί, αἱ λοιπαὶ ἐρωτηματικαὶ ἀντωνυμίαι εἶναι δευτερόκλιτοι τρικατάληκτοι.
῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς, τί κλίνεται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἐξῆς : 



῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς
Δυϊκὸς
ὀν γεν. δοτ. αἰτ.
Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τὶς τί τίνος ἢ τοῦ τίνος ἢ τοῦ τίνι ἢ τῷ τίνι ἢ τῷ τίνα τί
Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τίνες τίνα τίνων τίνων τίσι (ν) τίσι (ν) τίνας τίνα
τίνε τίνοιν τίνοιν τίνε


Σημείωσις . ῾Η ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία τίς, τί δέν τονίζεται ὅπως κανονικῶς τονίζονται τὰ μονοσύλλαβα.


η΄) Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι

 
Ἀόριστοι λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι, αἱ ὁποῖαι δηλοῦν ἀορίστως ἕν πρόσωπον ἢ πρᾶγμα. 


Ἀόριστοι ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλώσσης εἶναι :
1) τίς, τὶ (= κάποιος)·
2) ὁ δεῖνα, ἡ δεῖνα, τὸ δεῖνα (= ὁ τάδε κτλ.)·
3) ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια (= μερικοί). 


῾Η ἀόριστος ἀντωνυμία ἔνιοι, ἔνιαι, ἔνια εὑρίσκεται μόνον εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμὸν καὶ εἶναι δευτερόκλιτος τρικατάληκτος.
῾Η τίς, τὶ καὶ ἡ δεῖνα κλίνονται κατὰ τὴν γ΄ κλίσιν ὡς ἑξῆς :



῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς
Δυϊκὸς
ὀν γεν. δοτ. αἰτ.
Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τὶς τί τίνος ἢ του τίνος ἢ του τίνι ἢ τῳ τίνι ἢ τῳ τίνα τί
Ἀρσ. καὶ Θηλ. Οὐδ τινὲς τινὰ ἢ ἄττα τινῶν τινῶν τισὶ (ν) τισὶ (ν) τινὰς τινὰ ἢ ἄττα
τινὲ τινοῖν τινοῖν τινὲ


῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς
ὀν γεν. δοτ. αἰτ.
ὁ ἡ τὸ δεῖνα τοῦ τῆς τοῦ δεῖνος τῷ τῇ τῷ δεῖνι τὸν τὴν τὸ δεῖνα
οἱ αἱ δεῖνες τῶν δείνων (τοῖς ταῖς δεῖσι) τοὺς τὰς δεῖνας


Σημείωσις . ῾Η ἀντωνυμία δεῖνα λαμβάνεται καὶ ἄκλιτος : τοῦ, τῆς δεῖνα - τῷ τῇ δεῖνα- τόν, τήν δεῖνα - πληθ. οἱ δεῖνα , τῶν δεῖνα κτλ. 


Ως ἀόριστοι ἀντωνυμίαι λαμβάνονται καὶ αἱ ἑξῆς λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἰδικώτερον καλοῦνται ἐπιμεριστικαὶ ἀντωνυμίαι :
1) πᾶς, πᾶσα, πᾶν (= ὁ καθείς·)·
2) ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον ˙
3) ἄλλος, ἄλλη, ἄλλο (ἐκεῖνος)·
4) οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν - μηδείς, μηδεμία, μηδὲν (= κανείς)·
5) ἀμφότεροι, ἀμφότεραι, ἀμφότερα (= καὶ οἱ δύο, ἔνιοι)·
6) ἑκάτερος, ἑκατέρα, ἑκάτερον (= καθεὶς ἀπὸ τοὺς δύο)˙
7) ἕτερος, ἑτέρα, ἕτερον (= ἄλλος, ἐπὶ δύο)˙
8) οὐδέτερος, οὐδετέρα, οὐδέτερον - μηδέτερον, μηδετέρα, μηδέτερον (= οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος)·
9) ποσός, ποσή, ποσὸν (= κάμποσος˙)·
10) ποιός, ποιά, ποιὸν (= κάποιας λογῆς·)·
11) ἀλλοδαπός, ἀλλοδαπή, ἀλλοδαπὸν (= ἀπὸ ἄλλον τόπον·). 


Σημείωσις . ῾Η ἐπιμεριστικὴ ἀντωνυμία οὐδείς, οὐδεμία, οὐδὲν ( μηδείς, μηδεμία, μηδὲν ) κλίνεται ὅπως τὸ ἀριθμητικὸν εἷς, μία, ἕν , ἀλλὰ εἰς τὸ ἀρσενικὸν γένος ἔχει καὶ πληθυντικὸν ἀριθμόν : 



῾Ενικὸς
Πληθυντικὸς
ὀν γεν. δοτ. αἰτ.
Ἀρσ. Θηλ. Οὐδ. οὐδεὶς οὐδεμία οὐδὲν οὐδενὸς οὐδεμιᾶς οὐδενὸς οὐδενὶ οὐδεμιᾷ οὐδενὶ οὐδένα οὐδεμίαν οὐδὲν
οὐδένες οὐδένων οὐδέσι οὐδένας


θ΄) Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι

 
Ἀναφορικαὶ λέγονται αἱ ἀντωνυμίαι διὰ τῶν ὁποίων κανονικῶς μία πρότασις ὁλόκληρος ἀναφέρεται (ἤτοι ἀποδίδεται) εἰς μίαν λέξιν ἄλλης προτάσεως : 

῎Εστι Δίκης ὀφθαλμός, ὅς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ.
Ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι τῆς ἀρχαίας γλωσσης εἶναι :
1) ὅς, ἥ, ὃ (= ὁ ὁποῖος, ἡ ὁποία, τὸ ὁποῖον)·
2) ὅσπερ, ἥπερ, ὅπερ (= ὁ ὁποῖος ἀκριβῶ)·
3) ὅστις, ἥτις, ὅ,τι (= ὅποιος, ὅποια, ὅποιο)·
4) ὁπότερος, ὁποτέρα, ὁπότερον (= ὅποιος ἀπὸ τοὺς δύο
5) ὅσος, ὅση, ὅσον ·
6) οἷος, οἵα, οἷον (= τέτοιος πού˙)˙
7) ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον (= ὅποιας λογῆς·)·
8) ἡλίκος, ἡλίκη, ἡλίκον
ὁπηλίκος, ὁπηλίκη, ὁπηλίκον } (= ὅσον μέγας·)˙
9) ὁποδαπός, ὁποδαπή, ὁποδαπὸν (= ἀπὸ τὸν τόπον πού).


Αἱ ἀναφορικαὶ ἀντωνυμίαι ὅς, ὅσπερ καὶ ὅστις κλίνονται ὡς ἑξῆς: 


῾Ενικὸς


Ἀρσ.
Θηλ.
Οὐδ.
Ἀρσ.
Θηλ.
Οὐδ.
ὀν. γεν. δοτ.αἰτ.
ὅς οὗ ᾧ ὅν
ἣ ἧς ᾗ ἣν
ὅ οὗ ᾧ ὅν
ὅσπερ οὗπερ ᾧπερ ὅνπερ
ἥπερ ἧσπερ ᾗπερ ἥνπερ
ὅπερ οὗπερ ᾧπερ ὅπερ

Πληθυντικὸς


Ἀρσ.
Θηλ.
Οὐδ.
Ἀρσ.
Θηλ.
Οὐδ.
ὀν. γεν. δοτ.αἰτ.
οἵ ὧν οἷς οὕς
αἵ ὦν αἶς ἃς
ἅ ὧν οἷς ἅ
οἵπερ ὧνπερ οἵσπερ οὕσπερ
αἵπερ ὦνπερ αἶσπερ ἅσπερ
ἅπερ ὧνπερ οἵσπερ ἅπερ

῾Ενικὸς

ὀν. γεν. δοτ.αἰτ.
ὅστις οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅντινα
ἥτις ἧστινος ᾗτινι ἣντινα
ὅ,τι οὗτινος ἢ ὅτου ᾧτινι ἢ ὅτῳ ὅ,τι

Πληθυντικὸς

ὀν. γεν. δοτ.αἰτ.
οἵτινες ὧντινων οἷστισι οὕστινας
αἵτινεςς ὦντινων αἶστισι ἃστινας
ἅτινα ἢ ἅττα ὧντινων οἷστισι ἅτινα ἢ ἄττα


Πίναξ τῶν συσχετικῶν ἀντωνυμιῶν καὶ ἐπιρρημάτων

 
Ἐρωτη-
ματικαὶ
Δεικτικαὶ
Ἀόριστοι
Ἀναφορικαὶ
τίς ;
πότερος ;
πόσος ;
ποῖος ;
πηλίκος ;
ποδαπός;
ὅδε,οὗτος, ἐκεῖνος
(ὁ ἕτερος)
τοσόσδε,τοσοῦτος
τοιόσδε, τοιοῦτος
τηλικόσδε, τηλι-
κοῦτος
τίς,οὐδείς,
ὁ δεῖνα,
ἕκαστος,
ἄλλος,
ἔνιοι
οὐδέτερος,
ἑκάτερος,
ἕτερος,
ἀμφοτεροι
ποσὸς
ποιὸς
-
-
ὅς, ὅστις
ὁπότερος
ὅσος, ὁπόσος
οἷος, ὁποῖος
ἡλίκος,
ὁπηλίκος
ὁποδαπὸς
ποῦ ;
ποῖ ;
πόθεν ;
πότε ;
πηνίκα ;
πῆ ;
πῶς ;
ἐνθάδε, ἐνταῦθα
αὐτοῦ, ἐκεῖ
ἐνθάδε, ἐνταῦθα
αὐτόσε, ἐκεῖσε
ἐνθένδε, ἐντεῦθεν
αὐτόθεν, ἐκεῖθεν
τότε
τηνικάδε, τηνι-
καῦτα
τῆδε, ταύτῃ
ὧδε, οὕτως (ς)
ποὺ
ποὶ
ποθὲν
ποτὲ
-
πῂ
πὼς
οὗ, ὅπου,
ἔνθα
οἷ, ὅποι, ἔνθα
ὅθεν, ὁπόθεν,
ἔνθεν
ὅτε, ὁποτε
ἡνίκα,
ὁπηνίκα
ᾗ, ᾗπερ,, ὅπῃ
ὡς,ὥσπερ
ὅπως




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him