ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ - ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ IV (2014)



ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗTΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
4ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ - ΘΕΜΑΤΑ




ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν








Διδαγμένο κείμενο
Ἀριστοτέλους Πολιτικὰ Α1,1 και Γ1, 1-2

Ἐπειδὴ πᾶσαν πόλιν ὁρῶμεν κοινωνίαν τινὰ οὖσαν καὶ πᾶσαν κοινωνίαν ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν (τοῦ γὰρ εἶναι δοκοῦντος ἀγαθοῦ χάριν πάντα πράττουσι πάντες), δῆλον ὡς πᾶσαι μὲν ἀγαθοῦ τινος στοχάζονται, μάλιστα δὲ καὶ τοῦ κυριωτάτου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καὶ πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας. αὕτη δ’ ἐστὶν ἡ καλουμένη πόλις καὶ ἡ κοινωνία ἡ πολιτική.
.. 

Σῷ περὶ πολιτείας ἐπισκοποῦντι, καὶ τίς ἑκάστη καὶ ποία τις, σχεδὸν πρώτη σκέψις περὶ πόλεως ἰδεῖν, τί ποτέ ἐστιν ἡ πόλις. Νῦν γὰρ ἀμφισβητοῦσιν, οἱ μὲν φάσκοντες τὴν πόλιν πεπραχέναι τὴν πρᾶξιν, οἱ δ’ οὐ τὴν πόλιν ἀλλὰ τὴν ὀλιγαρχίαν ἢ τὸν τύραννον· τοῦ δὲ πολιτικοῦ καὶ τοῦ νομοθέτου πᾶσαν ὁρῶμεν τὴν πραγματείαν οὖσαν περὶ πόλιν, ἡ δὲ πολιτεία τῶν τὴν πόλιν οἰκούντων ἐστὶ τάξις τις. Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις τῶν συγκειμένων, καθάπερ ἄλλο τι τῶν ὅλων μὲν συνεστώτων δ’ ἐκ πολλῶν μορίων, δῆλον ὅτι πρότερον ὁ πολίτης ζητητέος· ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν. Ὥστε τίνα χρὴ καλεῖν πολίτην καὶ τίς ὁ πολίτης ἐστὶ σκεπτέον. Καὶ γὰρ ὁ πολίτης ἀμφισβητεῖται πολλάκις· οὐ γὰρ τὸν αὐτὸν ὁμολογοῦσι πάντες εἶναι πολίτην· ἔστι γάρ τις ὃς ἐν δημοκρατίᾳ πολίτης ὢν ἐν ὀλιγαρχίᾳ πολλάκις οὐκ ἔστι πολίτης.



Α1. Από το παραπάνω κείμενο να μεταφράσετε το απόσπασμα:
«Ἐπειδὴ πᾶσαν … τάξις τις
Μονάδες 10


Β1. Πόσους και ποιους ορισμούς της πόλης περιέχουν τα αποσπάσματα που σας δίνονται; Να βρείτε τις διαφορές τους και να τους σχολιάσετε σύντομα.
Μονάδες 10


Β2. Ποιοι λόγοι επιβάλλουν να προηγηθεί η εξέταση της πόλης σε σχέση με την εξέταση της πολιτείας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη;
Μονάδες 10


Β3. Αφού λάβετε υπόψη σας την αριστοτελική αναγωγή της πολιτικής κοινωνίας σε «πασῶν κυριωτάτη» που, σύμφωνα με τη φράση της ενότητας, στοχάζεται το «κυριώτατον πάντων ἀγαθόν», να αναφερθείτε σε αυτό το υπέρτατο αγαθό και στις συνθήκες διασφάλισής του, με βάση το μεταφρασμένο κείμενο που ακολουθεί:
«Η κοινωνική οντότητα που προήλθε από τη συνένωση περισσότερων χωριών είναι η πόλη, μια κοινωνική οντότητα τέλεια, που μπορούμε να πούμε ότι πέτυχε τελικά την ύψιστη αυτάρκεια· συγκροτήθηκε για να διασφαλίζει τη ζωή, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει για να εξασφαλίζει την καλή ζωή. Η πόλη, επομένως, είναι κάτι που ήρθε στην ύπαρξη εκ φύσεως, όπως ακριβώς και οι πρώτες κοινωνικές οντότητες, αφού αυτή είναι το τέλος εκείνων κι αφού αυτό που λέμε φύση ενός πράγματος δεν είναι παρά η μορφή που αυτό έχει κατά τη στιγμή της τελείωσης, της ολοκλήρωσής του: αυτό δεν λέμε, πράγματι, πως είναι τελικά η φύση του κάθε πράγματος, π.χ. του ανθρώπου, του αλόγου ή του σπιτιού, η μορφή δηλαδή που το κάθε πράγμα έχει, όταν ολοκληρωθεί η εξελικτική του πορεία; Επίσης: ο τελικός λόγος για τον οποίο υπάρχει ένα πράγμα είναι κάτι το έξοχο, και η αυτάρκεια είναι τελικός στόχος και, άρα, κάτι το έξοχο.» (Ἀριστοτέλης, Πολιτικὰ Α2, 5)
Μονάδες 10


Β4. Σι γνωρίζετε για τη φιλοσοφική δραστηριότητα του Αριστοτέλη κατά τη δωδεκαετή (334 – 323 π. Φ.) παραμονή του στην Αθήνα;
Μονάδες 10


Β5. α) Να εντοπίσετε στο κείμενο από το πρωτότυπο τους λεκτικούς τύπους με τους οποίους συγγενεύουν ετυμολογικά οι επόμενες λέξεις και να σχηματίσετε με αυτές ισάριθμες περιόδους λόγου στη νεοελληνική γλώσσα με την ποιητική λειτουργία τους: 1. Παρωπίδα, 2. Σχήμα, 3. Επιταγή, 4. Σταθμός, 5. Χρεοκοπία. (μονάδες 5)


β) Να σχηματίσετε πέντε προτάσεις της νεοελληνικής με παράγωγα του ρήματος ἀμφισβητοῦσιν. Οι παραγόμενες λέξεις (απλές ή σύνθετες) να δηλώνουν:
1. το πρόσωπο που ενεργεί
2. την ενέργεια
3. το αποτέλεσμα της ενέργειας
4. τον τόπο όπου γίνεται η ενέργεια
5. ικανότητα σε αυτό που δηλώνει το ρήμα. (μονάδες 5)

Μονάδες 10



Γ. Αδίδακτο κείμενο:
Δημοσθένης, Κατ’ Ἀνδροτίωνος 3-4


Περὶ δ’ ὧν οἴσετε τὴν ψῆφον νυνὶ καὶ περὶ ὧν οὗτος δημοσίᾳ πεπολιτευμένος οὐκ ὀλίγ’ ὑμᾶς ἔβλαψεν, ἅ μοι παραλείπειν Εὐκτήμων ἐδόκει, βέλτιον δ’ ὑμᾶς ἀκοῦσαι, ταῦτα διεξελθεῖν ἐν βραχέσιν πειράσομαι. ἐγὼ γὰρ εἰ μὲν ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν, οὐκ ἂν ἐποιούμην περὶ αὐτῆς μνείαν οὐδεμίαν. νῦν δ’ οἶδα σαφῶς ὅτι οὗτος ἁπλοῦν μὲν οὐδὲ δίκαιον οὐδὲν ἂν εἰπεῖν ἔχοι, ἐξαπατᾶν δ’ ὑμᾶς πειράσεται πλάττων καὶ παράγων πρὸς ἕκαστα τούτων κακούργους λόγους. ἔστι γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τεχνίτης τοῦ λέγειν καὶ πάντα τὸν βίον ἐσχόλακεν ἐν τούτῳ.
------------------------------
φεύγω = κατηγορούμαι
κακοῦργος λόγος = παραπλανητικό επιχείρημα, σόφισμα.


Γ1. Να μεταφράσετε το παραπάνω κείμενο.
Μονάδες 20


Γ2. Να γράψετε τους τύπους που σας ζητούνται για τις επόμενες λέξεις του κειμένου:
τιν’: την ίδια πτώση στο ουδέτερο γένος
ἕκαστα: την αιτιατική πληθυντικού στο θηλυκό γένος
ὀλίγ’: τον ίδιο τύπο στον συγκριτικό βαθμό
βραχέσιν: τη γενική ενικού στο αρσενικό γένος
παράγων: το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του παρακειμένου στη μέση φωνή
διεξελθεῖν: το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του β΄ αορίστου
οἴσετε: το απαρέμφατο του ίδιου χρόνου
ἔβλαψεν: το γ΄ ενικό πρόσωπο της ευκτικής του παρακειμένου στη μέση φωνή (να λάβετε υπόψη σας το υποκείμενο)
οἶδα: το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της υποτακτικής του ενεστώτα
ἐσχόλακεν: το α΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του παρατατικού.
Μονάδες 10


Γ3.α. Να επισημάνετε τη συντακτική λειτουργία των ακόλουθων λέξεων του κειμένου και να αναφέρετε τον όρο που καθεμία από αυτές προσδιορίζει: δημοσίᾳ, μοι, τοῦ λέγειν, τούτων, πάντα. (μονάδες 5)


Γ3.β. Ι. Αφού αναγνωρίσετε το είδος του υποθετικού λόγου στην ακόλουθη περίοδο, να τον επαναδιατυπώσετε έτσι, ώστε να σχηματιστεί το προσδοκώμενο: ἐγὼ γὰρ εἰ μὲν ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν, οὐκ ἂν ἐποιούμην περὶ αὐτῆς μνείαν οὐδεμίαν. (μονάδες 2) 


ΙΙ. Να επαναδιατυπώσετε την περίοδο σε άλλη μορφή πλαγίου λόγου: νῦν δ’ οἶδα σαφῶς ὅτι οὗτος ἁπλοῦν μὲν οὐδὲ δίκαιον οὐδὲν ἂν εἰπεῖν ἔχοι, ἐξαπατᾶν δ’ ὑμᾶς πειράσεται πλάττων καὶ παράγων πρὸς ἕκαστα τούτων κακούργους λόγους. (μονάδα 1)

Γ3.γ. Να τρέψετε την περίοδο σε όλες τις δυνατές μορφές πλαγίου λόγου: ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν. (μονάδες 2)
Μονάδες 10



ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Α1.
Επειδή βλέπουμε ότι κάθε πόλη-κράτος είναι ένα είδος κοινότητας και ότι κάθε κοινότητα έχει συσταθεί για την επίτευξη κάποιου αγαθού (πράγματι όλοι κάνουν τα πάντα για χάρη εκείνου που θεωρούν ότι είναι καλό), είναι φανερό ότι όλες (οι κοινότητες) επιδιώκουν κάποιο αγαθό, κυρίως όμως αυτή που είναι ανώτερη από όλες τις άλλες και κλείνει μέσα της όλες τις άλλες (έχει για στόχο της) το ανώτερο από όλα (τα αγαθά). Αυτή λοιπόν είναι (η κοινότητα) που ονομάζεται πόλη ή πολιτική κοινωνία. Για όποιον εξετάζει τον τρόπο διακυβέρνησης (μιας πόλης) και ποια είναι η φύση και ποια τα χαρακτηριστικά της κάθε επιμέρους πολιτείας (ή: του κάθε τρόπου διακυβέρνησης), το πρώτο σχεδόν θέμα για διερεύνηση είναι να δει τι είναι άραγε η πόλη. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές γνώμες γι’ αυτό το θέμα, άλλοι δηλαδή λένε πως την τάδε συγκεκριμένη πράξη την έχει κάνει η πόλη, ενώ άλλοι ότι δεν την έχει κάνει η πόλη, αλλά μια συγκεκριμένη ολιγαρχική κυβέρνηση ή ένας συγκεκριμένος τύραννος· εξάλλου, βλέπουμε ότι όλη η δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη έχει να κάνει (ή: σχετίζεται) με την πόλη, ενώ το πολίτευμα είναι ένας τρόπος οργάνωσης αυτών που κατοικούν στη συγκεκριμένη πόλη.


Β1.
Στα εδάφια αυτά δίνονται δύο ορισμοί για την πόλη.
α) Στο πρώτο απόσπασμα ο ορισμός της έννοιας της πόλης, ο πρώτος στα Πολιτικά, και η συλλογιστική πορεία του φιλοσόφου για τον ορισμό της δεν διαχωρίζονται.
Η «πόλις», λοιπόν, ή «ἡ κοινωνία ἡ πολιτική» είναι μια μορφή ανώτερης κοινωνικής συνύπαρξης («ἡ πασῶν κυριωτάτη»), που εμπεριέχει όλες τις άλλες («πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας»), και αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά («τοῦ κυριωτάτου πάντων»).
Στον ορισμό αυτό μπορούμε να διακρίνουμε το προσεχές γένος (genus proximum) της έννοιας «πόλις» και την ειδοποιό διαφορά της (specifica differentia). Συγκεκριμένα, το προσεχές της γένος, δηλαδή η ευρύτερη κατηγορία στην οποία εντάσσεται η έννοια, είναι ο όρος «κοινωνία» («κοινωνίαν τινα οὖσαν»), ενώ η ειδοποιός διαφορά της, δηλαδή το ιδιαίτερο εκείνο γνώρισμα που διαφοροποιεί την έννοια γένους από τις όμοιές της έννοιες ώστε να προκύψει η οριστέα, είναι το αγαθό στο οποίο αποβλέπει. Ειδικότερα, το αγαθό στο οποίο αποβλέπει, που είναι η ευδαιμονία των πολιτών, είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά των άλλων κοινωνιών και μ’ αυτό η «πόλις» επιδιώκει το συμφέρον του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα, οι άλλες μορφές κοινωνίας επιδιώκουν επιμέρους αγαθό για το συμφέρον των μελών τους. Ο Αριστοτέλης επισφραγίζει τον ορισμό της έννοιας «πόλις» με τον συνώνυμο όρο «πολιτική κοινωνία», δηλαδή την οργανωμένη πολιτειακά κοινωνία η οποία έχει αυτάρκεια, αυτονομία, ελευθερία, θεσμούς και πολίτευμα. Αφορά, λοιπόν, η πόλη τη γνωστή για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο πόλη-κράτος, όπως επικράτησε να αποδίδεται σήμερα ο όρος.
β) Στο δεύτερο απόσπασμα βρίσκουμε τον δεύτερο ορισμό, που είναι: «ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν». Η οριστέα έννοια είναι «ἡ πόλις», η έννοια γένους «τι πλῆθός» και η ειδοποιός διαφορά «πολιτῶν» και δίνεται για να διευκρινίσει για ποιους λόγους το ερώτημα για την πόλη θέτει το ερώτημα για την έννοια του πολίτη. Με δεδομένο ότι η πόλη είναι μια ολότητα πλήθους πολιτών «ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν», τι είναι αυτό που κάνει το πλήθος να αποτελεί ολότητα και όχι μια άμορφη μάζα; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό κρίνεται απαραίτητη πρώτα η διερεύνηση της έννοιας του «πολίτη», δηλαδή αυτού που κάνει κάποιον να ανήκει στα συστατικά στοιχεία του συνόλου που είναι η πόλη. Εύλογα δεν είναι δυνατό να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι είναι η πόλη» παρά μέσω της απάντησης στο ερώτημα «τι είναι πολίτης». Έτσι με τον ορισμό αυτό αρχίζει η διερεύνηση της ταυτότητας της πόλης.
Εξετάζοντας συγκριτικά τους δύο ορισμούς μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι οι διαφορές τους απορρέουν από τα διαφορετικά συμφραζόμενα και τη διαφορετική υπόθεση εργασίας που υπηρετούν αντίστοιχα οι δύο ορισμοί. Διαφορές:
1. Διαφορετικές έννοιες γένους (κοινωνία / πλῆθος).
2. Αλλάζει και η ειδοποιός διαφορά (στοχάζεται του κυριωτάτου / πολιτῶν).
3. Λέγονται για διαφορετικό σκοπό. Ο πρώτος ορισμός δίνεται στο πρώτο βιβλίο, όπου εξετάζονται τα θεμελιώδη ζητήματα του πολιτικού βίου, για να διακρίνει ο Αριστοτέλης την πόλη από τις άλλες συμβιωτικές κοινότητες. Ο δεύτερος ορισμός δίνεται στο τρίτο βιβλίο, για να προσεγγίσει ο Αριστοτέλης την ταυτότητα της πόλης, η οποία συνδέεται με τον πολίτη, στο πλαίσιο αναζήτησης της ουσίας και των ειδών των πολιτευμάτων.


Β2.
Ο Αριστοτέλης, προκειμένου να διερευνήσει την έννοια της «πολιτείας», κρίνει απαραίτητο να εξετάσει προηγουμένως την έννοια της πόλης, γιατί ο ορισμός του πολιτεύματος στηρίζεται στον ορισμό της πόλης. Αρχικά, λοιπόν, διευκρινίζει για ποιους λόγους κρίνεται απαραίτητη η διερεύνηση της πόλης από την άποψη της συνεκτικής αρχής της, δηλαδή του πολιτεύματος.
Οι λόγοι που επιβάλλουν τον εκ νέου ορισμό της πόλης είναι:
α) Η διχογνωμία για τη «νομιμότητα της εξουσίας» («Νῦν γὰρ ἀμφισβητοῦσιν < τὸν τύραννον»): πρέπει να εξετάσουμε την έννοια «πόλη», διδάσκει ο φιλόσοφος, γιατί διατυπώνονται διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις για το ποιος έχει την ευθύνη για τη λήψη και την τέλεση μιας πολιτικής πράξης, ιδιαίτερα σε μη δημοκρατικά πολιτεύματα, στα οποία οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το σύνολο των πολιτών ή την πλειοψηφία. Έτσι, άλλοι υποστηρίζουν ότι την ευθύνη την έχουν όλοι οι πολίτες, ενώ άλλοι ότι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις αυτές είναι οι εκάστοτε φορείς εξουσίας, οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις ή ένας τύραννος. Με άλλα λόγια ότι η πόλη φέρει ακέραια την ευθύνη των ενεργειών της και ότι ταυτίζεται με τους συγκεκριμένους και μόνο κάθε φορά φορείς εξουσίας. Τπό αυτή την έννοια και κάθε νέα κυβέρνηση μιας πόλης προσπαθεί να αρνηθεί οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις της προηγούμενης υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για ενέργειες της πόλης, αλλά για ενέργειες του ολιγαρχικού ή τυραννικού καθεστώτος.
Ο Αριστοτέλης εκφράζοντας αυτές τις απόψεις φαίνεται να έχει υπόψη του το ιστορικό παράδειγμα της διένεξης των Πλαταιέων και των Θηβαίων που καταγράφεται στο τρίτο βιβλίο (ΙΙΙ 62) των Ιστοριών του Θουκυδίδη. Εκεί αναφέρεται ότι οι Πλαταιείς κατηγόρησαν τους Θηβαίους για τον «μηδισμό» της πόλης τους κατά τους Περσικούς πολέμους και ότι οι Θηβαίοι απάντησαν στη βαριά αυτή κατηγορία με την εξής φράση: «δεν ήταν η ξύμπασα πόλις που έπραξε τούτο, αλλά η δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν που τότε εἶχε τὰ πράγματα», που τότε είχε, δηλαδή, την εξουσία στην πόλη. Η «αμφισβήτηση» γίνεται πιο φανερή και πιο απτή, όταν κάποια στιγμή αλλάζει σε έναν τόπο το καθεστώς. Σε τέτοιες περιστάσεις δεν είναι καθόλου σπάνιο το νέο καθεστώς να μην αναγνωρίζει ούτε τις συμφωνίες που είχε συνάψει το προηγούμενο καθεστώς. Η δικαιολογία - εξήγηση που προβάλλεται τότε είναι ότι «τις συμφωνίες δεν τις έκανε η πόλις –εμείς θα λέγαμε: το κράτος– αλλά ο συγκεκριμένος, κατά τη συγκεκριμένη εκείνη εποχή, φορέας της εξουσίας».
Με τα παραπάνω προβάλλεται ένα σοβαρό πρόβλημα που απασχολούσε τους τότε φιλοσόφους και για το οποίο εκφράστηκαν σοβαρές και βάσιμες διαφωνίες. Βέβαια η σύγχρονη πολιτική επιστήμη και πρακτική δέχονται τις αρχές του ενιαίου κράτους και της ασφαλείας του δικαίου. Σύμφωνα με αυτές τις αρχές οι πράξεις ενός κράτους είναι έγκυρες ανεξάρτητα από το εκάστοτε καθεστώς και την πολιτική ή πολιτειακή εκπροσώπηση.
β) Οι δραστηριότητες των πολιτικών και των νομοθετών αφορούν την πόλη («τοῦ δὲ πολιτικοῦ < περὶ πόλιν»): Αποτελεί κοινή εμπειρία ότι οι πολιτικοί και οι νομοθέτες –και πρέπει να σεβαστούμε απολύτως τη διάκριση των όρων «πολιτικός» και «νομοθέτης»– δεν ανήκουν σε αυτό που αποκαλούμε παραγωγικές τάξεις, αλλά οι δραστηριότητές τους απολύτως αφορούν την πόλη. Λογικά από την αριστοτελική διατύπωση συνάγεται ότι το έργο και η δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη μέσα στην ευρύτερη οργάνωση της πόλης και στον καταμερισμό της εργασίας έχουν την ιδιαιτερότητα ότι περιστρέφονται γύρω από την πόλη. Έτσι, αν κάθε χειρώνακτας και επαγγελματίας ασχολείται με τον ειδικό τομέα της εργασίας του, ο πολιτικός και ο νομοθέτης ασχολούνται με την πόλη, δηλαδή με τη συλλογική οντότητα και τα ζητήματα που την αφορούν. Αφού, λοιπόν, η πόλη αποτελεί το επίκεντρο κάθε δραστηριότητας του πολιτικού και του νομοθέτη, που φέρονται ως όργανα του πολιτεύματος, η σημασία της για την πολιτική επιστήμη είναι μεγάλη.
γ) Η συνεκτική αρχή της πόλης είναι το πολίτευμα («ἡ δὲ πολιτεία < τάξις τις»): πρέπει να καταλάβουμε τι είναι η πόλη, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε την οργάνωση της πόλης σε σχέση με τον τρόπο διακυβέρνησής της (το πολίτευμα). Εφόσον το πολίτευμα δεν είναι παρά ένα σύστημα οργάνωσης το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις όλων όσων ζουν σε μία πόλη, αλλά και την κατανομή της πολιτικής δύναμης μεταξύ τους, θα πρέπει να οριστεί, να διευκρινιστεί, πρώτα η έννοια, το περιεχόμενο της πόλης, προκειμένου να καθοριστεί η έννοια του πολιτεύματος.
Άλλωστε σε μια πρώτη προσέγγιση ο ορισμός του πολιτεύματος «ἡ δὲ πολιτεία τῶν τὴν πόλιν οἰκούντων ἐστὶ τάξις τις» παραπέμπει στην πόλη. Στον απλό αυτόν ορισμό φαίνεται η βασική διαφορά της πόλης από το πολίτευμα αλλά και η οργανική τους σχέση. Η πόλη αφορά το γεγονός της συνύπαρξης των ανθρώπων με σκοπό την αυτάρκεια και την ευδαιμονία, ενώ το πολίτευμα αφορά την οργάνωση, το πολιτικό καθεστώς, τη μορφή που καθιστά το τυχαίο σύνολο πόλη. Ακόμη ο Αριστοτέλης συνδέει τη δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη με το πολίτευμα, αφού το πολίτευμα ανάλογα με τη μορφή που έχει υπαγορεύει και το περιεχόμενο της δραστηριότητάς τους. Βέβαια, η σχέση μπορεί να εννοηθεί και αντίστροφα ως ένα σημείο, δηλαδή η δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη να είναι ρυθμιστικός παράγοντας του πολιτεύματος.


Β3.
Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις άλλες μορφές συμβίωσης και στην πόλη είναι ποιοτική (κυριωτάτη), ποσοτική (περιέχουσα) και ανώτερου σκοπού, καθώς ο υπέρτατος σκοπός της πόλης υπερβαίνει τους επιμέρους σκοπούς των μορίων (= υποσυνόλων) της πολιτικής κοινωνίας. Με τη φράση «κυριωτάτου πάντων» ο Αριστοτέλης εννοεί το υπέρτατο αγαθό στο οποίο αποβλέπει η «πόλις», δηλαδή την ευδαιμονία του συνόλου των πολιτών. Η ανωτερότητα αυτού του αγαθού αποδεικνύει και την ανωτερότητα της ίδιας της πόλης έναντι των άλλων κοινωνιών. Με άλλα λόγια, εφόσον η πόλη είναι η «κυριωτάτη» όλων των κοινωνιών, συνεπάγεται πως και το αγαθό στο οποίο στοχεύει είναι το «κυριώτατον» όλων των άλλων αγαθών.
Στο μεταφρασμένο εδάφιο η λέξη «αυτάρκεια» αποδίδεται στην πόλη και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά της από τις άλλες συμβιωτικές μορφές. Η πόλη χαρακτηρίζεται τέλεια, γιατί τίποτε άλλο δεν χρειάζεται πέρα από αυτή ο πολίτης, αφού η πόλη είναι αυτάρκης, μπορεί δηλαδή και μόνη της να του χαρίσει το πιο μεγάλο αγαθό, που είναι το «εὖ ζῆν», η ευδαιμονία, η καλή ζωή. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, η αναγκαία συνθήκη για την ικανοποίηση των υλικών, πνευματικών και ηθικών αναγκών του ανθρώπου και ως εκ τούτου για την ενάρετη ζωή των μελών της πόλης. Στην «αυτάρκεια» εντοπίζεται και η αξιολογική, ποιοτική υπεροχή της πόλης έναντι των άλλων κοινωνιών. Η αυτάρκεια, λοιπόν, της πόλης και η ευδαιμονία της είναι δύο έννοιες απόλυτα συνυφασμένες. Μια πόλη, λοιπόν, είναι αυτάρκης:
 αν η γεωγραφική της θέση της εξασφαλίζει άφθονα τα υλικά αγαθά και τη βοηθά στην εμπορική της ανάπτυξη,
 αν έχει τις απαραίτητες αμυντικές δυνατότητες,
 αν διαθέτει σύστημα χρηστής διοίκησης και απονομής της δικαιοσύνης,
 αν είναι ανεξάρτητη ή δεν χρειάζεται εξωτερική βοήθεια, για να καλύψει τις υλικές, ηθικές, πνευματικές και κοινωνικές της ανάγκες.
Β4.
Στη Μακεδονία ο Αριστοτέλης έμεινε ως το 335. Σο κλίμα που επικρατούσε τώρα στην Αθήνα ευνοούσε την επάνοδό του εκεί. Συνοδευμένος λοιπόν από τον Θεόφραστο ξαναγύρισε στον τόπο που είχε γίνει γι’ αυτόν μια δεύτερη πατρίδα. Εκεί συνέχισε τις έρευνές του· μαζί, φυσικά, και τη διδασκαλία του, όχι όμως πια στην Ακαδημία, που τη διηύθυνε τώρα ο Ξενοκράτης, αλλά στο Λύκειο, το δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό, όπου δίδασκαν συνήθως ρήτορες και σοφιστές. Αργότερα, όταν ο Θεόφραστος ίδρυσε σχολή που θα διαφύλαττε και θα πρόβαλλε τις διδασκαλίες του Αριστοτέλη, αυτή πήρε το όνομα Περίπατος, ίσως από τον περίπατον, τη στεγασμένη στοά του Λυκείου.
Δώδεκα χρόνια έζησε τη δεύτερη αυτή φορά ο Αριστοτέλης στην Αθήνα. Και ήταν όλα τα χρόνια απερίσπαστης δουλειάς. Ο φιλόσοφος συνθέτει τώρα το σημαντικότερο μέρος των Πολιτικών του (έχει άλλωστε προηγηθεί –κατά την περίοδο των ταξιδιών του– η συγκέντρωση των 158 Πολιτειών του, των μορφών διακυβέρνησης ή, όπως θα λέγαμε εμείς σήμερα, των συνταγμάτων ενός πλήθους ελληνικών πόλεων), ενώ παράλληλα συγγράφει σημαντικό μέρος από τα Μετὰ τὰ φυσικὰ του, το βιολογικού περιεχομένου έργο Περὶ ζῴων γενέσεως, τα Ἠθικὰ Νικομάχεια.


Β5.
α)
1. Παρωπίδα: ὁρῶμεν, ἰδεῖν. (ενδεικτική απάντηση:)
Νοήμονες άνθρωποι δεν φοράνε ποτέ ιδεοληπτικές παρωπίδες.
2. Σχήμα: περιέχουσα, σχεδόν. (ενδεικτική απάντηση:)
Να θέσει την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης καλείται το νέο κυβερνητικό σχήμα.
3. Επιταγή: τάξις. (ενδεικτική απάντηση:)
Η δημοσιοϋπαλληλική μονιμότητα που υποσχέθηκε το πελατειακό πολιτικό σύστημα μετατρέπεται σε ακάλυπτη επιταγή.
4. Σταθμός: συνεστηκυῖαν, συνεστώτων. (ενδεικτική απάντηση:)
Μια μεσαίας αγωνιστικής κλάσης ομάδα υπήρξε ο τελευταίος σταθμός στη σταδιοδρομία του παλαίμαχου καλαθοσφαιριστή.
5. Φρεοκοπία: χρή. (ενδεικτική απάντηση:)
Αν από τη διαπραγμάτευση του χρέους δεν προκύψει αναπτυξιακή προοπτική, το αποτέλεσμα θα επισφραγίσει την πολιτική χρεοκοπία.
β)
1. το πρόσωπο που ενεργεί: βηματοδότης (ενδεικτική απάντηση:)
Στη θεραπεία της κατάθλιψης, κυρίως των ασθενών που δεν ανταποκρίνονται στα συμβατικά θεραπευτικά μέσα, συντελεί η νέα συσκευή του βηματοδότη.
2. την ενέργεια: απόβαση (ενδεικτική απάντηση:)
Η παροχή βοήθειας στις υγειονομικές μονάδες των ακριτικών νησιών αποτελεί βασικό στόχο του προγράμματος «Ιατρική απόβαση στην άγονη γραμμή».
3. το αποτέλεσμα της ενέργειας: βήμα (ενδεικτική απάντηση:)
Η λειτουργία παραρτήματος ελληνικού πανεπιστημίου στο εξωτερικό σηματοδοτεί το εναρκτήριο βήμα της ελληνικής εξωστρέφειας.
4. τον τόπο όπου γίνεται η ενέργεια: βωμός (ενδεικτική απάντηση:)
Κατά τις εργασίες επέκτασης του κεντρικού οδικού άξονα, κοντά στην αρχαία Πέλιννα, αποκαλύφτηκαν τα ίχνη ενός αρχαίου βωμού.
5. ικανότητα σε αυτό που δηλώνει το ρήμα: αποβατικός.
(ενδεικτική απάντηση:)
Προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δυναμική του αποβατικού στόλου της γειτονικής χώρας, η Ελλάδα οχύρωνε τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.


Γ1.
Για όσα θα αποφασίσετε τώρα δα και για όσες –όχι ασήμαντες– βλάβες αυτός κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με τα κοινά σας προξένησε, όσα κατά τη γνώμη μου παρέλειψε να αναφέρει ο Ευκτήμων, αλλά θαρρώ πως είναι καλύτερα να τα ακούσετε, αυτά θα προσπαθήσω να εκθέσω με λίγα λόγια. Προσωπικά, δηλαδή, αν έβλεπα ότι η απολογία του, για όσα κατηγορείται, θα ήταν κάπως απλή υπόθεση για σας, δεν θα επιχειρούσα να κάνω καμιά μνεία για αυτή. Σώρα όμως είμαι απολύτως βέβαιος ότι αυτός δεν πρόκειται να πει τίποτα απλό, ούτε δίκαιο, αντίθετα μάλιστα θα επιχειρήσει να σας εξαπατήσει διατυπώνοντας σοφίσματα για καθεμία από τις κατηγορίες και παραπλανώντας σας. Γιατί είναι, άνδρες Αθηναίοι, μάστορας στον λόγο και όλη τη ζωή του την έχει αφιερώσει σε αυτόν.


Γ2.
τιν’: την ίδια πτώση στο ουδέτερο γένος: τι
ἕκαστα: την αιτιατική πληθυντικού στο θηλυκό γένος: ἑκάστας
ὀλίγ’: τον ίδιο τύπο στον συγκριτικό βαθμό: μείονα ή μείω, ἐλάττονα ή ἐλάττω, ἥττονα ή ἥττω
βραχέσιν: τη γενική ενικού στο αρσενικό γένος: βραχέος
παράγων: το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του παρακειμένου στη μέση φωνή: παρῆξο
διεξελθεῖν: το β΄ ενικό πρόσωπο της προστακτικής του β΄ αορίστου: διέξελθε
οἴσετε: το απαρέμφατο του ίδιου χρόνου: οἴσειν
ἔβλαψεν: το γ΄ ενικό πρόσωπο της ευκτικής του παρακειμένου στη μέση φωνή (να λάβετε υπόψη σας το υποκείμενο): βεβλαμμένος εἴη
οἶδα: το γ΄ πληθυντικό πρόσωπο της υποτακτικής του ενεστώτα: εἰδῶσι(ν)
ἐσχόλακεν: το α΄ πληθυντικό πρόσωπο της οριστικής του παρατατικού: ἐσχολάζομεν.


Γ3.α.
Πλήρης συντακτική αναγνώριση λέξεων του κειμένου:
δημοσίᾳ: δοτικοφανές επίρρημα ως επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου στη μετοχή «πεπολιτευμένος»
μοι: δοτική προσωπική του κρίνοντος προσώπου στο ρήμα της πρότασης «ἐδόκει»
τοῦ λέγειν: ετερόπτωτος προσδιορισμός, γενική της αναφοράς στο «τεχνίτης»
τούτων: ετερόπτωτος προσδιορισμός, γενική διαιρετική στο «ἕκαστα»
πάντα: ομοιόπτωτος κατηγορηματικός προσδιορισμός στο «τὸν βίον».


Γ3.β.
Ι. Αναγνώριση του υποθετικού λόγου:
ἐγὼ γὰρ εἰ μὲν ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν, οὐκ ἂν ἐποιούμην περὶ αὐτῆς μνείαν οὐδεμίαν.

Υπόθεση: ἐγὼ γὰρ εἰ μὲν ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν,
Απόδοση: οὐκ ἂν ἐποιούμην περὶ αὐτῆς μνείαν οὐδεμίαν.

Η υπόθεση: εἰ + οριστική ιστορικού χρόνου (εἰ ἑώρων) και η απόδοση: δυνητική οριστική (οὐκ ἂν ἐποιούμην) σχηματίζουν τον υποθετικό λόγο του μη πραγματικού.
Επαναδιατύπωση της περιόδου και σχηματισμός υποθετικού λόγου του προσδοκωμένου:
ἐγὼ γὰρ ἐὰν μὲν ὁρῶ τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν, οὐ ποιήσομαι περὶ αὐτῆς μνείαν οὐδεμίαν.

ΙΙ. Επαναδιατύπωση της περιόδου σε άλλη μορφή πλαγίου λόγου:
νῦν δ’ οἶδα σαφῶς ὅτι οὗτος ἁπλοῦν μὲν οὐδὲ δίκαιον οὐδὲν ἂν εἰπεῖν ἔχοι, ἐξαπατᾶν δ’ ὑμᾶς πειράσεται πλάττων καὶ παράγων πρὸς ἕκαστα τούτων κακούργους λόγους.
Ο εξαρτώμενος από το ρήμα οἶδα πλάγιος λόγος κρίσεως (ειδική πρόταση) μπορεί να επαναδιατυπωθεί με κατηγορηματική μετοχή, όχι όμως με ειδικό απαρέμφατο.
Νῦν δ’ οἶδα σαφῶς τοῦτον ἁπλοῦν μὲν οὐδὲ δίκαιον οὐδὲν ἂν εἰπεῖν ἔχοντα, ἐξαπατᾶν δ’ ὑμᾶς πειρασόμενον πλάττοντα καὶ παράγοντα πρὸς ἕκαστα τούτων κακούργους λόγους.


Γ3.γ.
Τροπή της περιόδου σε όλες τις δυνατές μορφές πλαγίου λόγου:
ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς οὖσαν ἀπολογίαν.
ειδική πρόταση: ἑώρων ὅτι ἁπλῆ τις τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς εἴη ἀπολογία.
ειδικό απαρέμφατο: ἑώρων τιν’ ἁπλῆν τούτῳ περὶ ὧν φεύγει πρὸς ὑμᾶς εἶναι ἀπολογίαν.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him