Τά σχήματα λόγου τῆς ἀρχαίας καί νέας ἑλληνικῆς (ΜΕΡΟΣ Β')(ΠΛΗΡΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ)



ΑΧΙΛΛΕΩΣ Α. ΤΖΑΡΤΖΑΝΟΥ




ἐπιμελεία τοῦ

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ

-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας

πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς

πανεπιστημίου Ἀθηνῶν






 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

α) Σχήματα γραμματικὰ
1) Τὸ σχῆμα κατὰ τὸ νοούμενον
2) Τὸ σχῆμα συμφύρσεως
3) Τὸ σχῆμα ἀνακολουθίας ἢ το ἀνακόλουθον σχῆμα
4) Τὸ Βοιώτιον ἢ Πινδαρικὸν σχῆμα
5) Τὸ σχῆμα καθ’ ὅλον καὶ μέρος
6) Τὸ σχῆμα ἕλξεως ἢ ἡ ἕλξις
7) Τὸ σχῆμα ὑπαλλαγῆς
8) Τὸ σχῆμα προλήψεως ἢ ἡ πρόληψις

β) Σχήματα λόγου σχετικὰ μὲ τὴν θέσιν τῶν λέξεων
1) Τὸ ὑπερβατόν
2) Τὸ πρωθύστερον
3) Τὸ χιαστόν
4) Ὁ κύκλος
5) ῾Η παρονομασία ἢ παρήχησις ἢ τὸ ἐτυμολογικὸν σχῆμα
6) Τὸ ὁμοιοτέλευτον ἢ ὁμοιοκατάληκτον

γ) Σχήματα σχετικὰ μὲ τὸν βαθμὸν τῆς πληρότητος τοῦ λόγου
Ι. Βραχυλογία
ΙΙ. Πλεονασμός
1)     τὸ σχῆμα ἐκ παραλλήλου
2)     ἡ περίφρασις
3)     Τὸ σχῆμα ἔν διὰ δυοῖν

δ) Σχήματα σχετικὰ μὲ τὴν σημασίαν λέξεων ἢ ὁλοκλήρων φράσεων
1) Τὸ σχῆμα κατὰ συνεκδοχὴν ἢ ἡ συνεκδοχή
2) Ἡ μετωνυμία ἢ ὑπαλλαγή
3) ῾Η ἀντονομασία
4) ῾Η ἀντίφρασις
α΄) ἡ λιτότης  β΄) ἡ εἰρωνεία  γ΄) ὁ εὐφημισμός
5) ῾Η ὑπερβολή
6) ῾Η ἀλληγορία


***

Σχῆμα λόγου λέγεται ἰδιορρυθμία τοῦ λόγου εἴτε ὡς πρὸς τὴν γραμματικὴν συμφωνίαν τῶν ὅρων τῆς προτάσεως, εἴτε ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῶν λέξεων ἐντὸς τῆς προτάσεως ἢ ἐντὸς τῆς περιόδου, εἴτε ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν λεκτικῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται πρὸς ἔκφρασιν ἑνὸς διανοήματος, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἐκάστοτε σημασίαν μιᾶς λέξεως ἢ μιᾶς φράσεως.

᾽Εκ τῶν σχημάτων λόγου τῆς ἀρχαίς γλώσσης τὰ πλεῖστα εἶναι τὰ αὐτὰ μὲ τὰ σχήματα λόγου τῆς νέας γλώσσης, μάλιστα δὲ ὅσα παρατηροῦνται εἰς τὰ λαϊκὰ τραγούδια.


α) Σχήματα γραμματικὰ

Σχήματα γραμματικά , ἤτοι σχήματα σχετικὰ μὲ τήν γραμματικὴν συμφωνίαν, συνήθη εἶναι τὰ ἑξῆς:

1) Τὸ σχῆμα κατὰ τὸ νοούμενον . Κατὰ τοῦτο ἡ συμφωνία ἑνὸς ὅρου μιᾶς προτάσεως πρὸς ἕνα ἄλλον προηγούμενον σχετικὸν ὅρον τῆς αὐτῆς προτάσεως ἢ περιόδου γίνεται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γραμματικοῦ τύπου τοῦ προηγουμένου ὅρου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νοουμένου ὑπ’ αὐτοῦ:

·        τὰ μειράκια τάδε πρὸς ἀλλήλους οἴκοι διαλεγόμενοι θαμὰ ἐπιμέμνηνται Σωκράτους (= οἱ νεανίσκοι οἵδε κλπ.)
·        Πλ. τὸ στρατόπεδον οὕτως ἐν αἰτίᾳ ἔχοντες τὸν Ἆγιν ἀνεχώρουν (= οἱ ἄνδρες τοῦ στρατεύματος κλπ.)
·        Θ. Πρβλ. ῾Ο κόσμος φκειάνουν ἐκκλησιὲς (= οἱ ἄνθρωποι).
·        Τρία κοράσια τὸν κερνοῦν κι οἱ τρεῖς ξανθομαλλοῦσες (= τρεῖς κόρες).

2) Τὸ σχῆμα συμφύρσεως . Οὕτω καλεῖται ἡ ἀνάμειξις δύο διαφόρων συντάξεων· εἰς τὸν νοῦν δηλαδὴ τοῦ λέγοντος ἔρχονται ταυτοχρόνως δύο ταυτόσημοι μέν, ἀλλὰ διάφοροί πως ἐκφράσεις τοῦ αὐτοῦ διανοήματος, ἀντὶ δὲ νὰ λεχθῇ ἡ μία ἐξ αὐτῶν, λέγεται κάτι τὸ ( συμπεφυρμένον , ἤτοι) μεικτὸν ἐξ ἀμφοτέρων:

·        Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρασαν Ξ. (πρβλ. Ἀλκιβιάδης καὶ Μαντίθεος ἀπέδρασαν - Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρα ).
·        τῆς γῆς ἡ ἀρίστη Θ. (πρβλ. γῆ ἡ ἀρίστη - τῆς γῆς τὸ ἄριστον μέρος ).
·        Εἴθ’ ὤφελες τότε λιπεῖν βίον Εὐρ. (πρβλ. εἴθ’ ἔλιπες τότε βίον - ὤφειλες τότε λιπεῖν βίον, § 117, 3 καὶ Σημ.)
·        Πρβλ. ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν ῎Ερωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε Δ. Σολωμός.
·        Σκλάβος ῥαγιάδων ἔπεσες (= σκλάβος ῥαγιάδων ἔγινες - στὰ χέρια ῥαγιάδων ἔπεσες ).

Τὸ σχῆμα συμφύρσεως εἶναι συνηθέστατον, εἰς αὐτὸ δὲ ὀφείλονται καὶ πολλὰ ἄλλα σχήματα τοῦ λόγου.

3) Τὸ σχῆμα ἀνακολουθίας ἢ το ἀνακόλουθον σχῆμα . Κατὰ τοῦτο ἐντὸς μιᾶς προτάσεως ἢ κάπως μακρᾶς περιόδου τὰ ἑπόμενα δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ συντακτικὴν ἔποψιν ἀκόλουθα , ἤτοι εἰς κανονικὴν συνέχειαν μὲ τὰ προηγούμενα. ῾Υπάρχει δὲ τὸ ἀνακόλουθον σχῆμα συνήθως εἰς μετοχικὰς συντάξεις. Οὕτω:

α) μετοχὴ ἀπόλυτος τίθεται κατ’ ὀνομαστικήν, ἐνῷ κατὰ τὰ κεκανονισμένα ἔπρεπε νὰ τεθῇ αὕτη κατὰ γενικὴν πτῶσιν. ( ᾽Ονομαστικὴ ἀπόλυτος . Αὕτη συνήθως ὀφείλεται εἰς σύμφυρσιν):

·        ἑπιπεσὼν τῆ Φαρναβάζου στρατοπεδείᾳ τῆς μὲν προφυλακῆς αὐτοῦ Μυσῶν ὄντων πολλοὶ ἔπεσον Ξ.
·        (πρβλ. ἐπιπεσών... πολλοὺς ἀπέκτεινε - ἐπιπεσόντος αὐτοῦ... πολλοὶ ἔπεσον ).

β) συνημμένη ἢ σχετικὴ μετοχὴ ἀναφερομένη εἰς ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἐκφέρεται κατὰ μίαν τῶν πλαγίων πτώσεων, τίθεται εἰς πτῶσιν ὀνομαστικήν. Τοῦτο συνήθως συμβαίνει εἰς μακρὰς κάπως περιόδους, ὅταν μεταξὺ τῆς μετοχῆς καὶ τοῦ ὀνόματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται αὕτη, παρεμβάλλωνται πολλά, οὗ ἕνεκα λησμονεῖται κάπως ἡ συντακτικὴ συνέχεια τοῦ λόγου καὶ ἡ συμφωνία τῆς μετοχῆς πρὸς τὰ προηγούμενα γίνεται κατὰ τὸ νοούμενον:

·        αἰδώς μ(ε) ἔχει ἐν πότμῳ τυγχάνουσα· (ἀντὶ: τυγχάνουσαν· ἀλλά: αἰδώς μ’ ἔχει = αἰδοῦμαι) Εὐρ.
·        ἐξῆν αὐτῷ μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένος πολλῶν πραγμάτων (ἀντὶ: ἀπηλλαγμένῳ· ἀλλά: ἐξῆν αὐτῷ = ἠδύνατο οὗτος) Λυσ.
·        καὶ ἦν αὐτῶν ἡ διάνοια τάς τε ἄλλας πόλεις..., ἃς πρότερον εἶχον, ἐλευθεροῦν καὶ πάντων μάλιστα τὴν Ἄντανδρον · καὶ κρατυνάμενοι αὐτήν... τὴν Λέσβον κακώσειν (ἀντί: καὶ ἦν αὐτῶν ἡ διάνοια... κρατυναμένων κλπ. ἀλλά: ἦν αὐτῶν ἡ διάνοια = διενοοῦντο οὗτοι) Θ.

Σημείωσις . Παραδείγματα ἀνακολούθου σχήματος εἱς τὴν νέαν γλῶσσαν (οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ μετοχῶν), εἶναι

·        π.χ. Ὁ Διάκος σὰν τ᾽ ἀγροίκησε πολὺ τοῦ κακοφάνη. ῎Εγὼ δὲ μέ νοιάζει διόλου κ.τ.τ.

4) Τὸ Βοιώτιον ἢ Πινδαρικὸν σχῆμα (σύνηθες ἰδίᾳ εἰς τὸν Πίνδαρον). Κατὰ τοῦτο ὑποκείμενον πληθυντικοῦ ἀριθμοῦ γ΄ προσώπου, ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ γένους, συντάσσεται μὲ ῥῆμα ἑνικοῦ ἀριθμοῦ:

·        Μελιγάρυες ὕμνοι ὑστέρων ἀρχαὶ λόγων τέλλεται (ἀντὶ: τέλλονται· πρβλ. Ἀττικὴν σύνταξιν).

5) Τὸ σχῆμα καθ’ ὅλον καὶ μέρος . Κατὰ τοῦτο εἷς ὅρος, μιᾶς προτάσεως, ὁ ὁποῖος δηλοῖ ἓν ὅλον, ἀντὶ νὰ τεθῇ κατὰ γενικὴν διαιρετικὴν, ἐκφέρεται ὁμοιοπτώτως πρὸς ἄλλον ἢ ἄλλους ὅρους τῆς προτάσεως, οἱ ὁποῖοι δηλοῦν μέρος τοῦ ὅλου:

·        οἱ στρατηγοὶ βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο (ἀντὶ: τῶν στρατηγῶν ἕκαστος ) Ξ.
·        τὰς ἀπορίας τῶν φίλων τὰς μὲν δι’ ἄγνοιαν ἐπειρᾶτο Σωκράτης γνώμῃ ἀκεῖσθαι , τὰς δὲ δι’ ἔνδειαν διδάσκων κατὰ δύναμιν ἀλλήλοις ἐπαρκεῖν (ἀντί: τῶν ἀποριῶν... τὰς μέν.... τὰς δέ....) Ξ.
·        (πρβλ. Παίρνει τὸν κατήφορο, τὴν ἄκρη τὸ ποτάμι = τὴν ἄκρη τοῦ ποταμιοῦ ).

6) Τὸ σχῆμα ἕλξεως ἢ ἡ ἕλξις . Κατὰ τὸ σχῆμα τοῦτο εἷς ὅρος τῆς προτάσεως ἕλκεται , ἤτοι ὑφίσταται συντακτικὴν ἐπίδρασιν ἀπὸ ἄλλον ὅρον τῆς αὐτῆς ἢ ἄλλης σχετικῆς προτάσεως, καὶ ἐκφέρεται ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τοῦτον, καὶ οὐχὶ ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ νόημα ἢ ἡ σειρὰ τοῦ λόγου. Οὕτω:

α) τὸ συνδετικὸν ῥῆμα συμφωνεῖ κατ’ ἀριθμὸν οὐχὶ πρὸς τὸ ὑποκείμενόν του, ἀλλὰ πρὸς τὸ κατηγορούμενον τοῦ ὑποκειμένου:

·        αἱ Θῆβαι Αἴγυπτος ἐκαλέετο (ἀντί: ἐκαλέοντο) ῾Ηρόδ.

β) τὸ ῥῆμα δευτερευούσης προτάσεως τίθεται κατὰ τὴν ἔγκλισιν τοῦ ῥήματος τῆς κυρίας:

·        ἔρδοι τις, ἥν ἕκαστος εἰδείη τέχνην (ἀντὶ: ἣν οἶδε - ἢ - ἣν ἄν εἰδῇ ) Ἀρφ.
·        (Πρβλ . Ἤθελα νὰ ἤμουν ὄμορφος, νὰ ἤμουν καὶ παλληκάρι = νὰ εἶμαι).

7) Τὸ σχῆμα ὑπαλλαγῆς . Κατὰ τοῦτο εἷς ἐπιθετικὸς προσδιορισμός, ὁ ὁποῖος συμφώνως πρὸς τὸ νόημα τοῦ λόγου ἀνήκει εἰς γενικὴν (κτητικήν), ἡ ὁποία προσδιορίζει ἕν οὐσιαστικόν, ἀντὶ νὰ συμφωνῇ συντακτικῶς πρὸς τὴν γενικὴν ταύτην, συμφωνεῖ (κατὰ πτῶσιν) μὲ ἄλλο οὐσιαστικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ γενικὴ (κτητικὴ) ἐξαρτᾶται:

·        Θάσιον οἴνου σταμνίον (= Θασίου οἴνου) ᾽Αρφ .
·        τοὐμὸν αἶμα πατρὸς ἐπίετε (= τοῦ ἐμοῦ πατρὸς τὸ αἷμα κλπ.) Σοφ.
·        (Πρβλ. τ’ ἀντρειωμένα κόκκαλα ξεθάψτε τοῦ γονιοῦ σας ).

8) Τὸ σχῆμα προλήψεως ἢ ἡ πρόληψις . Κατὰ τοῦτο τὸ ὑποκείμενον ἐξηρτημένης προτάσεως ἑλκόμενον ὑπὸ τοῦ ῥήματος τῆς κυρίας προτάσεως ( προλαμβάνεται καὶ προληπτικῶς) τίθεται ὡς ἀντικείμενον τῆς κυρίας προτάσεως:

·        δημοκρατίαν γε οἶσθα τί ἐστι (=οἶσθά γε, τί ἐστι δημοκρατία) Ξ.
·        (πρβλ. Σὲ ξέρω τί ἄνθρωπος εἶσαι. Ποιός εἶδε τὸν ἀμάραντο , σὲ τί γκρεμὸ φυτρώνει; ).



β) Σχήματα λόγου σχετικὰ μὲ τὴν θέσιν τῶν λέξεων

Προεισαγωγή. Ἡ θέσις τῶν λέξεων ἐντὸς τῆς προτάσεως ἀρχῆθεν εἰς τὴν γλῶσσάν μας ἦτο γενικῶς εἰπεῖν ἀδιάφορος, ὄπως δύναται νὰ συμπεράνῃ κανεὶς πρὸς τοῖς ἄλλοις ἐκ τῆς μεγάλης περὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν λέξεων ἐλεύθερίας, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τὰ ῾Ομηρικὰ ποιήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ἀρχαιότερον γραπτὸν μνημεῖον τῆς γλώσσης μας. Σὺν τῷ χρόνῳ δὲ ἐκανονίσθη κάπως αὕτη κατὰ τὴν συνήθειαν, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ παραδόσεως.

1) Εἰς προτάσεις κρίσεως, ὅταν ὁ λόγος εἶναι ὅλως ἀπαθής, ἡ θεσις τοῦ ῥήματος συνήθως εἶναι ἐντὸς τῆς προτάσεως, ἡ δὲ συνήθης σειρὰ τῶν ὅρων αὐτῆς εἶναι α΄ τὸ ὑποκείμενον, β΄ τὸ ῥῆμα, γ΄ τὸ κατηγορούμενον ἢ τὸ ἀντικείμενον καὶ οἱ ἐπιρρηματικοὶ ἢ μετοχικοὶ προσδιορισμοί:

·        Σωκράτης ἐστὶ σοφός.
·        Εὐαρχὶς ἀνέθηκε δεκάτην Ἀθηναίᾳ.
·        Τισσαφέρνης διαβάλλει Κῦρον πρὸς τὸν ἀδελφὸν Ξ.

Τὰ ῥήματα ὅμως, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀποφασίζειν , καὶ τὸ ῥῆμα εἶναι ὡς ὑπαρκτικὸν συνήθως τίθενται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως:

·        ῎Εδοξε τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ.
·        ῏Ην δέ τις Ἀπολλοφάνης Κυζικηνὸς Ξ.

2) ῾Η συνήθης σειρὰ τῶν ὅρων τῆς προτάσεως μεταβάλλεται πρῶτον μέν, ὅταν ὁ λόγος ἐκφέρεται μετά τινος πάθους καὶ εἷς ὅρος αὐτῆς ἐξαίρεται καὶ τονίζεται ἰδιαιτέρως ( ἔμφασις ἢ διαστολή ), δεύτερον δέ, ὅταν ὑπάρχῃ σειρὰ προτάσεων εἰς συνεχῆ λόγον καὶ εἷς ὅρος μιᾶς προτάσεως σχετίζεται μᾶλλον μὲ τὰ προηγούμενα, (ὁπότε οὗτος τίθεται πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως), ἢ μᾶλλον μὲ τὰ ἑπόμενα, (ὁπότε τίθεται πρὸς τὸ τέλος αὐτῆς):

·        Τοιαῦτα μὲν οἱ Κερκυραῖοι εἶπον· οἱ δὲ Κορίνθιοι μετ’ αὐτοὺς τοιάδε Ξ.

Κατὰ τὰς εἰρημένας περιπτώσεις δύναται νὰ τίθεται: α΄ τὸ ἀντικείμενον, β΄ τὸ ῥῆμα καὶ γ΄ τὸ ὑποκείμενον καὶ οἱ ἐπιρρηματικοὶ προσδιορισμοί:

·        Ταύτην τὴν πόλιν ἐξέλιπον οἱ ἐνοικοῦντες μετὰ Συεννέσιος εἰς χωρίον ἐχυρὸν Ξ.

῎Η α΄ ὁ ἐπιρρηματικὸς προσδιορισμὸς (καθὼς καὶ γενικὴ ἀπόλυτος), β΄ τὸ ῥῆμα, γ΄ τὸ ὑποκείμενον:

·        ᾽Εντεῦθεν προϊόντων , ἐφαίνετο ἴχνη ἵππων Ξ.

῎Η τέλος, α΄ ὁ ἐπιρρηματικὸς προσδιορισμός, β΄ τὸ ὑποκείμενον καὶ γ΄ τὸ ῥῆμα καὶ τὸ ἀντικείμενον ἢ ἄλλοι προσδιορισμοὶ τοῦ ῥήματος:

·        Μετὰ ταῦτα Κῦρος ἐξελαύνει σταθμοὺς τέτταρας κλπ. Ξ.

3) Οἱ ὀνοματικοὶ προσδιορισμοί , ὁμοιόπτωτοι ἢ ἑτερόπτωτοι, κανονικῶς τίθενται μετὰ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον προσδιορίζουν:

·        Χειρίσοφος Λακεδαιμόνιος.
·        Γλοῦς ὁ Ταμῶ.
·        ἴχνη ἵππων.

῾Ο ἐπιθετικὸς προσδιορισμὸς εἰς τὸν ἀπαθῆ λόγον κανονικῶς τίθεται πρὸ τοῦ προσδιοριζομένου οὐσιαστικοῦ:

·        σοφὸς ἀνήρ,
·        ὁ σοφὸς ἀνήρ.

4) ᾽Εγκλιτικοὶ τύποι ἀντωνυμιῶν καὶ μόρια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ νόημα ὁλοκλήρου τῆς προτάσεως, συνήθως τίθενται ὅσον τὸ δυνατὸν πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτῆς:

·        εἰ θεοί τι δρῶσιν αἰσχρόν, οὐκ εἰσὶ θεοὶ Εὐρ.
·        τότε μοι λέγει ὁ ἀδελφὸς Πλ.
·        οὐκ · ἀν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος γένοιτο Ξ.

Ἕνεκα τούτου τὸ δυνητικὸν ἄν, ἐπειδὴ συνήθως ἐτίθετο πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως μετὰ τοὺς συνδέσμους εἰ, ὅτε, ἐπεὶ κλπ., ἡνώθη κατόπιν μετ’ αὐτῶν καὶ οὕτω προέκυψαν τὰ μόρια ἐάν , (ἄν, ἤν), ὅταν, ἐπὰν ἢ ἐπὴν κλπ.

5) Εἰς τὰς δευτερευούσας προτάσεις (ἀντιθέτως πρὸς τὴν νέαν γλῶσσαν) εἰς τὴν ἀρχαίαν τὸ ῥῆμα δύναται ν’ ἀποχωρίζεται ἀπὸ τὴν λέξιν, ἡ ὁποία εἰσάγει τὴν δευτερεύουσαν πρότασιν, καὶ νὰ τίθεται πρὸς τὸ τέλος αὐτῆς:

·        κύνας τρέφεις, ἵνα σοι τοὺς λύκους ἀπὸ τῶν προβάτων ἀπερύκωσι (=διὰ νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς λύκους κλπ.) Ξ.
·        ὅτε δ’ αὕτη ἡ μάχη ἐγένετο, Τισσαφέρνης ἐν Σάρδεσιν ἔτυχεν ὤν (=ὅταν ἔγινεν αὐτὴ ἡ μάχη κλπ.) Ξ.

6) Μιᾶς δευτερευούσης προτάσεως ἡ θέσις ἐντὸς τῆς περιόδου ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ εἴδους αὐτῆς. Οὕτως αἱ μὲν εἰδικαὶ προτάσεις καὶ αἱ πλάγιαι ἐρωτηματικαί, ἐπειδὴ ἔχουν θέσιν ἀντικειμένου τοῦ ῥήματος τῆς κυρίας προτάσεως, τίθενται κατόπιν αὐτοῦ:

·        λέγει ὡς ὑβριστὴς εἰμι Λυσ.
·        Κῦρος ἤρετο ὅ,τι εἴη τὸ σύνθημα. Ξ.

῾Ομοίως μετὰ τὴν κυρίαν πρότασιν τίθενται αἱ αἰτιολογικαί, αἱ τελικαὶ καὶ αἱ ἀποτελεσματικαὶ προτάσεις, διότι αὗται ἀντιστοιχοῦν πρὸς ἐπιρρηματικὸν προσδιορισμόν, τοῦ ὁποίου ἡ θέσις κανονικῶς εἶναι μετὰ τὸ ῥῆμα:

·        τίθημί σε ὁμολογοῦντα, ἐπειδὴ οὐκ ἀποκρίνει Πλ.
·        κύνας τρέφεις, ἵνα σοι τοὺς λύκους ἀπὸ τῶν προβάτων ἀπερύκωσι Ξ.
·        πολλὴν κραυγὴν ἐποίουν, ὥστε καὶ τοὺς πολεμίους ἀκούειν Ξ.

Ἀντιθέτως δὲ αἱ ὑποθετικαὶ καὶ αἱ παραχωρητικαὶ προτάσεις κανονικῶς προηγοῦνται τῆς κυρίας προτάσεως, ἐπειδὴ δηλοῦν κάτι τι, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις τοῦ νοήματος αὐτῆς:

·        εἰ εἰσὶ βωμοί, εἰσὶ καὶ θεοί .
·        εἰ καὶ μὴ βλέπεις , φρονεῖς δ’ ὅμως.

Αἱ ἀναφορικαὶ προτάσεις κανονικῶς ἀκολουθοῦν μετὰ τὴν λέξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρονται:

·        ῎Εστι Δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθ’ ὁρᾷ

Αἱ δὲ χρονικαὶ προτάσεις κανονικῶς προηγοῦνται μέν, ὅταν δηλοῦν τὸ προτερόχρονον, ἕπονται δέ, ὅταν δηλοῦν τὸ ὑστερόχρονον, προηγοῦνται δὲ ἢ ἕπονται, ὅταν δηλοῦν τὸ σύγχρονον.

Μεταβάλλεται δὲ ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω κανονικὴ καὶ συνήθης θέσις τῆς δευτερευούσης προτάσεως, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξαρθῇ τὸ νόημά της:

·        ὅτι δὲ ἀληθῆ λέγω, καὶ σὺ γνώσει Ξ.
·        ὅ,τι ἂν ποιῇς , νόμιζ’ ὁρᾶν θεούς τινας Ξ.


᾽Εκ τῆς παρὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ ἰδιορρύθμου ἐν γένει θέσεως τῶν λέξεων προκύπτουν τὰ ἑξῆς σχήματα λόγου:

1) Τὸ ὑπερβατόν . Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν μία λέξις ἀποχωρίζεται ἀπὸ ἄλλην, μὲ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται εἰς στενὴν λογικὴν καὶ συντακτικὴν σχέσιν, διὰ τῆς παρεμβολῆς ἄλλης ἢ ἄλλων λέξεων. Οὕτως ἡ ἔννοια τῶν ἀποχωριζομένων λέξεων ἐξαίρεται:

·        εὖ πρᾶγμα συντεθὲν ἅψεσθε Δημ.
·        μὴ λέγετε, ὡς ὑφ’ ἑνὸς τοιαῦτα πέπονθ’ ἡ Ἑλλὰς ἀνθρώπου Δημ.
·        (Πρβλ. Πίνω τὸ ὡραιοστάλαχτο τῆς πλάκας τὸ φαρμάκι. Μὲ τὴ δική σου ἦρθα στὸν κόσμο τὴ λατρεία Κ. Παλαμᾶς).

2) Τὸ πρωθύστερον . Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου ἀπὸ δύο τινὰ ( πράξεις ἢ ἐννοίας ἐν γένει) λέγεται πρῶτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρονικῶς καὶ λογικῶς εἶναι δεύτερον:

·        εἵματα ἀμφιέσασα καὶ λούσασα ῞Ομ.
·        λέγω τὴν ᾽Ερεχθέως τροφὴν καὶ γένεσιν Ξ.
·        (Πρβλ. ξεντύθη ὁ νιός, ξεζώθηκε καὶ στὸ πηγάδι μπῆκε ).

3) Τὸ χιαστόν. Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου δύο λέξεις ἢ φράσεις, ἀναφερόμεναι εἰς δύο ἄλλας προηγουμένας λέξεις ἢ φράσεις, ἔχουν θέσιν ἀντίστροφον ἐκείνων (α - β : β΄ - α΄):

·        οἰμωγή τε καὶ εὐχωλὴ πέλεν ἀνδρῶν ὀλλύντων καὶ ὀλλυμένων ῞Ομ.
·        περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν · ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δὲ ἀθάνατος ᾽Ισοκρ.

Καλεῖται δὲ χιαστὸν τὸ σχῆμα τοῦτο, διότι ἡ ἀντιστοιχία τῶν μελῶν τῶν δύο ζευγῶν τῶν λέξεων ἢ τῶν φράσεων, ἄν ταῦτα γραφοῦν εἰς δύο σειράς, τὸ ἕν ὑπὸ τὸ ἄλλο, παρίσταται χιαστί:

·        (πρβλ. ῾Η Γκιώνα λέει τῆς Λιάκουρας κι ἡ Λιάκουρα τῆς Γκιώνας ).

4) Ὁ κύκλος . Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν μία πρότασις ἢ περίοδος τελειώνῃ μὲ τὴν ἰδίαν λέξιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀρχίζει:

·        σοὶ ἦν κλέπτης ὁ πατὴρ, εἴπερ ἦν ὅμοιος σοὶ Δημ.
·        (πρβλ. Σταθῆτε ἀντρειὰ σὰν ῞Ελληνες καὶ σὰν Γραικοὶ σταθῆτε ).

5) ῾Η παρονομασία ἢ παρήχησις ἢ τὸ ἐτυμολογικὸν σχῆμα . Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν παρατίθενται πλησίον ἀλλήλων ὁμόηχοι λέξεις, συνήθως συγγενεῖς ἐτυμολογικῶς:

·        κενὰς χαρίζει χάριτας Δημ.
·        Παυσανίου δὲ παυσαμένου Πλ.
·        τυφλὸς τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ Σοφ.
·        (πρβλ. Χάρε, χαρὰ ποὺ μοῦ ’φερες καὶ λύπη ποὺ μοῦ πῆρες ).

6) Τὸ ὁμοιοτέλευτον ἢ ὁμοιοκατάληκτον . Τοιοῦτον σχῆμα εἶναι, ὅταν εἰς τὸ τέλος ἐπαλλήλων προτάσεων τίθενται λέξεις καταλήγουσαι ὁμοίως:

·        τοὺς πλέοντας ὡς ὑμᾶς ἐπωλεῖτε, τοῖς ἐναντίοις ἐβοηθεῖτε , τὴν χώραν μου κακῶς ἐποιεῖτε Δημ.

(Τὸ σχῆμα τοῦτο εἶναι νῦν συνηθέστατον ἢ μᾶλλον κανονικὸν εἰς τὰ νέα ποιήματα).



γ) Σχήματα σχετικὰ μὲ τὸν βαθμὸν τῆς πληρότητος τοῦ λόγου

Προεισαγωγή. Τὰ λεκτικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἑκάστοτε πρὸς ἔκφρασιν ὡρισμένων νοημάτων, δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβῶς τόσα, ὅσα καὶ τὰ ἐκφραζόμενα ἀντίστοιχα νοήματα. Πλειστάκις παραλείπονται ὁτὲ μὲν ὀλιγώτερα, ὁτὲ δὲ περισσότερα λεκτικὰ στοιχεῖα καὶ νοοῦνται ἔξωθεν, εἴτε ἐκ τῆς ἀμέσου ἀντιλήψεως ἢ τῆς, κοινῆς τῶν διαλεγομένων πείρας, εἴτε ἐκ τῶν συμφραζομένων. ( Σχῆμα ἐλλείψεως ἐν γένει ἢ βραχυλογία). Οὐχὶ σπανίως δὲ πάλιν προστίθενται εἰς τὸν λόγον λεκτικὰ στοιχεῖα χωρὶς διὰ τούτων νὰ ἐκφράζεται ἕν νέον νόημα ἐπὶ πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκφράζονται διὰ τῶν ὑπολοίπων λεκτικῶν στοιχείων. ᾽Εκφράζεται ὅμως οὕτω τὸ ὅλον νόημα ζωηρότερον καὶ ἐναργέστερον:

·        τὰς αἰτίας πρού γραψα πρῶτον Θ.
·        ἐσαγαγόντες με ἐς τὸ μέγαρον ἔσω ἐδείκνυσαν κολοσσοὺς ξυλίνους ῾Ηρόδ.
·        (Σχῆμα πλεονασμοῦ ἐν γένει. - Πρβλ. Τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου. Πάλι τὸ ξανά πλυνε )

Ι. Βραχυλογία . Κατὰ τὸ σχῆμα τῆς βραχυλογίας

1) μία λέξις ἢ μία φράσις, ἡ ὁποία παραλείπεται, νοεῖται ἐκ τῶν προηγουμένων ἀμετάβλητος. ( Σχῆμα ἀπὸ κοινοῦ ):

·        οὗτος τροφῆς οὐδὲν δεῖται, ἐγὼ δὲ δέομαι Πλ.
·        φράζει ἅ τε δεῖ ποιεῖν καὶ ἅ μὴ (ἐνν. δεῖ ποιεῖν) Ξ.
·        ἔσθ’ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι; οὐ δῆτα (ἐνν. ἔσθ’ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι) Πλ.

2) μία λέξις ἢ μία φράσις, ἡ ὁποία παραλείπεται, νοεῖται ἐκ τῶν προηγουμένων ἢ τῶν ἑπομένων οὐχὶ ὅπως ἐκεῖ ἐκφέρεται, ἀλλὰ μεταβεβλημένη (κατὰ τὸν ἀριθμὸν ἢ τὴν πτῶσιν, ἄν εἶναι ὄνομα· κατὰ τὸ πρόσωπον, τὸν ἀριθμόν, τὴν διάθεσιν κλπ., ἄν εἶναι ῥῆμα κ.ο.κ. Σχῆμα ἐξ ἀναλόγου );

·        ἐξεφόβησαν τοὺς πολλοὺς οὐκ εἰδότας τὰ πρασσόμενα, καὶ ἔφευγον (ἐνν. οἱ πολλοὶ) Θ.
·        οὗτος μὲν ὕδωρ, ἐγὼ δὲ οἶνον πίνω (=οὗτος μὲν πίνει κλπ.) Δημ.
·        ξυμμαχίαν ἐποιήσασθε τοῖς Ἀθηναίοις βοηθεῖν, ὅταν ὑπ’ ἄλλων καὶ μὴ αὐτοί, ὥσπερ νῦν, τοὺς πέλας ἀδικῶσι (=ὅταν ὑπ’ ἄλλων ἀδικῶνται κλπ.) Θ.

Ὁμοίως ἐξ ἑνὸς ῥήματος παρεμφατικῆς ἐγκλίσεως νοεῖται ἀπαρέμφατον τοῦ ἰδίου ῥήματος ἢ μετοχὴ (κατηγορηματική):

·        Οὕτω καὶ αὐτὸς ἐποίει καὶ τοῖς ἄλλοις παρῄνει (ἐνν. ποιεῖν) Ξ.
·        Ἀντίοχος ἀφεὶς τὸ ἐς Χίον ἔπλει ἐς τὴν Καῦνον (=τὸ ἐς Χίον πλεῖν ) Θ.
·        Ἀθηναῖοι ἄρχειν τε τῶν ἄλλων ἀξιοῦσι καὶ ἐπιόντες τὴν τῶν πέλας δῃοῦν μᾶλλον ἢ τὴν αὑτῶν ὁρᾶν (ἐνν. δῃουμένην) Θ.

Ὁμοίως ἐκ προηγουμένης λέξεως ἢ φράσεως, ἡ ὁποία ἔχει ἔννοιαν ἀρνητικήν, νοεῖται ἀντίστοιχος λέξις ἢ φράσις καταφατική:

·        μηδεὶς θαυμάσῃ μου τὴν ὑπερβολήν, ἀλλὰ μετ’ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω (=ἀλλὰ πᾶς τις θεωρησάτω) Δημ.
·        Λύσανδρος καταδύειν οὐδὲν εἴα στρογγύλον πλοῖον· εἰ δέ που τριήρη ἴδοιεν ὁρμοῦσαν, ταύτην πειρᾶσθαι ἄπλουν ποιεῖν (=πειρᾶσθαι ἐκέλευε ) Ξ.

Ὁμοίως ἐκ μιᾶς συνθέτου λέξεως νοεῖται ἡ ἁπλῆ λέξις, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει ἐντὸς αὐτῆς:

·        τοὺς παρὰ Κλέαρχον ἀπελθόντας ὡς ἀπιόντας εἰς τὴν ῾Ελλάδα πάλιν καὶ οὐ πρὸς βασιλέα εἴα Κῦρος τὸν Κλέαρχον ἔχειν (=καὶ οὐ πρὸς βασιλέα ἰόντας ) Ξ.
·        Κορινθίοισι ἦν ὀλιγαρχία καὶ οὗτοι Βακχιάδαι καλεόμενοι ἔνεμον τὴν πόλιν (=καὶ οὗτοι οἱ ὀλίγοι) ῾Ηρόδ.

3) ἕν ῥῆμα ἔχει δύο τοῦ αὐτοῦ εἴδους προσδιορισμοὺς (ἀντικείμενα ἢ ἐμπρόθετα), ἐνῷ λογικῶς τὸ ῥῆμα τοῦτο ἁρμόζει εἰς τὸν ἕνα μόνον ἐξ αὐτῶν, εἰς δὲ τὸν ἕτερον ἁρμόζει ἄλλο ῥῆμα, τὸ ὁποῖον σημαίνει σχετικὴν μὲν ἀλλὰ διάφορον ἐνέργειαν, ἢ τὸ αὐτὸ ῥῆμα μὲ διάφορον σημασίαν ( σχῆμα ζεῦγμα ):

·        ἔδουσί τε πίονα μῆλα οἶνόν τ’ ἔξαιτον (= πίνουσί τε οἶνον) ῞Ομ.
·        Θέτις μὲν εἰς ἅλα ἆλτο, Ζεὺς δὲ ἑὸν πρὸς δῶμα (ἐνν. ἔβη) ῞Ομ.
·        ἔνθ’ ἑλέτην δίφρον τε καὶ ἀνέρε· ( ἐλέτην δίφρον = ἔγιναν κύριοι τοῦ δίφρου· ἑλέτην ἀνέρε = ἐφόνευσαν τοὺς δύο ἄνδρας) ῞Ομ.
·        (πρβλ. Νὰ τὸν ποτίσω κρύο νερὸ καὶ δροσερὸ χορτάρι = καὶ νὰ τὸν ταΐσω δροσερὸ χορτάρι).

Σημείωσις. ῾Υπὸ τὸ σχῆμα τῆς ἐλλείψεως ὑπάγονται προσέτι τὰ κυρίως ῥητορικὰ σχήματα τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ τῆς ὑποσιωπήσεως ἢ παρασιωπήσεως.

ΙΙ. Πλεονασμός. Ὑπὸ τὸ σχῆμα τοῦ πλεονασμοῦ ἐν γένει ὑπάγονται

1) τὸ σχῆμα ἐκ παραλλήλου. Κατὰ τοῦτο ἕν νόημα ἐκφράζεται συγχρόνως καὶ καταφατικῶς καὶ ἀρνητικῶς:

·        ψεύδεται καὶ οὐκ ἀληθῆ λέγει . Λυσ.
·        (πρβλ. Σὺ νὰ σωπαίνῃς καὶ νὰ μὴ μιλῇς ).

2) ἡ περίφρασις . Κατὰ τοῦτο τὸ σχῆμα μία ἔννοια, ἐνῷ δύναται νὰ ἐκφρασθῇ μὲ μίαν λέξιν, ἐκφράζεται μὲ περισσοτέρας παραστατικώτερον καὶ χαρακτηριστικώτερον.:

·        ῎Ιτε παῖδες ῾Ελλήνων (=Ἕλληνες) Αἰσχ.
·        Δήμητρος καρπὸς (=σῖτος) Ξ.
·        (Πρβλ. Παιδιὰ Μοραϊτόπουλα = Μοραΐτες).

3) Τὸ σχῆμα ἔν διὰ δυοῖν. Κατὰ τοῦτο μία ἔννοια ἐκφράζεται μὲ δύο λέξεις συνδεομένας παρατακτικῶς διὰ τοῦ καὶ ἢ τοῦ τε - καί , ἐνῷ συμφώνως πρὸς τὸ νόημα ἔπρεπε ἡ μία ἐξ αὐτῶν ν’ ἀποτελῇ προσδιορισμὸν τῆς ἑτέρας. Οὕτω τὸ ἕν παρίσταται ὡς δύο καὶ ἡ σχετικὴ ἔννοια παρίσταται ἐναργέστερον ὡς παρουσιαζομένη ὑπὸ δύο μορφάς:

·        τὴν παῖδα ὁ ῎Αμασις ἐκόσμησε ἐσθῆτί τε καὶ χρυσῷ (=ἐσθῆτι χρυσῇ) ῾Ηρόδ.
·        δακνόμενος ὑπὸ τῆς δαπάνης καὶ τῆς φάτνης (=ὑπὸ τῆς περὶ τὴν φάτνην δαπάνης) Ἀρφ.
·        (πρβλ. Ἀστροπελέκι καὶ φωτιὰ νὰ πέσῃ στὴν αὐλή σου = ἀστροπελέκι πύρινο).

Σημείωσις. Τοῦ σχήματος τοῦ πλεονασμοῦ εἴδη εἶναι καὶ μερικὰ ἄλλα σχήματα κυρίως ῥητορικά, ὡς ἡ ἀναδίπλωσις , ἡ ἀναστροφὴ κλπ., τῶν ὁποίων ἡ πραγματεία κυρίως ἀνήκει εἰς τὴν ῥητορικήν.



δ) Σχήματα σχετικὰ μὲ τὴν σημασίαν λέξεων ἢ ὁλοκλήρων φράσεων

Προεισαγωγή. Καὶ εἰς τὴν ἀρχαία γλῶσσαν, ὅπως εἰς τὴν νέαν, αἱ πλεῖσται λέξεις λαμβάνονται οὐχὶ πάντοτε μὲ τὴν ἰδίαν, ἀλλὰ μὲ διάφορον ἑκάστοτε σημασίαν ( ἡγοῦμαί τινι = προπορεύομαί τινος, ἡγοῦμαί τινος = ἄρχω τινός, ἡγοῦμαι νικᾶν = νομίζω ὅτι νικῶ).

᾽Εκ τῶν διαφόρων σημασιῶν μιᾶς λέξεως μία λέγεται πρώτη ἢ ἀρχικὴ ἢ κύρια σημασία (π.χ. φύλλον δένδρου ), αἱ δὲ ἄλλαι λέγονται δευτερεύουσαι ἢ μεταφορικαὶ σημασίαι (φύλλον τετραδίου , φύλλον θύρας , κλπ.)

῾Η μεταβολὴ τῆς σημασίας τῶν λέξεων γίνεται κατὰ τρεῖς κυρίως τρόπους:

1) Ἡ σημασία τῆς λέξεως εὐρύνεται, ἤτοι ἐπεκτείνεται μεταδιδομένη ἀπὸ μίαν ἔννοιαν εἰς ἄλλην ἢ ἄλλας λόγῳ κάποιας ὁμοιότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐννοιῶν αὐτῶν. (Τὸ φύλλον χάρτου ἔχει ἔκτασιν καὶ σχετικὴν λεπτότητα, ὅπως καὶ τὸ φύλλον δένδρου. Συνήθως ὅστις ἡγεῖται , ἤτοι προπορεύεται ἄλλων, οὗτος ἄρχει αὐτῶν).

῾Ο τοιοῦτος τρόπος τῆς μεταβολῆς τῆς σημασίας τῶν λέξεων λέγεται σχῆμα μεταφορᾶς ἤ μεταφορά, διότι ἡ λέξις, ἡ ὁποία μεταβάλλει τὴν σημασίαν, τρόπον τινὰ μεταφέρεται ἀπὸ τὴν μίαν ἔννοιαν εἰς τὴν ἄλλην.

Πολλάκις δὲ ἡ μεταφορὰ τῆς σημασίας μιᾶς λέξεως ἀπὸ μιᾶς ἐννοίας εἰς ἄλλην ἐντελῶς διαφόρου φύσεως γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀσημάντου ὁμοιότητος αὐτῶν καὶ τότε λέγομεν ὅτι ὑπάρχει σχῆμα καταχρήσεως ἢ κατάχρησις :

·        στόμα ποταμοῦ.
·        ὁφθαλμὸς κλήματος ἀμπέλου.
·        γέροντες πρίνινοι (=πουρναρίσιοι, ἤτοι λίαν εὔρωστοι) Ἀρφ.
·        (πρβλ. Δόντια χτενιοῦ. Χέρια σιδερένια = πολὺ δυνατά).

2) ῾Η σημασία τῆς λέξεως στενοῦται , ἤτοι περιορίζεται. ᾽Ενῷ δηλαδὴ ἀρχῆθεν ἡ λέξις αὕτη ἐκφράζει τὰς ἐννοίας πολλῶν ὁμοειδῶν ὅντων, καταντᾷ κατόπιν νὰ λαμβάνεται, ἵνα δηλοῖ εἰδικῶς, ἕν μόνον ὡρισμένον ἐκ τῶν ὁμοειδῶν τούτων ὄντων: τὸ ἄστυ = αἱ Ἀθῆναι, ἐνῷ ἀρχῆθεν ἄστυ = πόλις ἐν γένει. ὁ ἰσθμὸς = ὁ ἰσθμὸς τῆς Κορίνθου, ἐνῷ ἀρχῆθεν διὰ τῆς λέξεως ταύτης δηλοῦται πᾶς ἰσθμός. (Πρβλ. ῾Η Πόλις = ἡ Κωνσταντινούπολις. ῾Ο ῞Αγιος = ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἐν Κερκύρᾳ, ὁ ἅγιος Γεράσιμος ἐν Κεφαλληνίᾳ, ὁ ἅγιος Διονύσιος ἐν Ζακύνθῳ κ.τ.τ)

῾Ο τοιοῦτος τρόπος τῆς μεταβολῆς τῆς σημασίας μιᾶς λέξεως καλεῖται σχῆμα κατ’ ἐξοχήν , ἐπειδὴ κατ’ αὐτὴν ἡ λέξις, ἐνῷ ἀρχῆθεν λαμβάνεται περὶ πολλῶν ὁμοειδῶν, καταντᾷ κατόπιν νὰ λαμβάνεται περὶ ἑνὸς μόνου ἐξ αὐτῶν (κατ’ ἐξοχήν, ἤτοι) ἐξαιρετικῶς .

3) ᾽Ενίοτε ἡ σημασία μιᾶς λέξεως φαίνεται ὅτι φθείρεται , ἐκπίπτει, ἤτοι, ἐνῷ ἐξ ἀρχῆς ἡ λέξις αὕτη σημαίνει κάτι τι καλόν, καταλήγει νὰ σημαίνῃ κατόπιν κάτι τι κακόν: εὐήθης = μωρός, ἐνῷ ἀρχῆθεν εὐήθης = ὁ ἔχων καλὸν ἦθος, ἀγαθός, ἄδολος ἄνθρωπος (πρβλ. ἀγαθὸς ἢ ἀγαθούλης = κουτός).

Σημείωσις. ῾Η κατὰ τὸν πρῶτον τρόπον μεταβολὴ τῆς σημασίας τῶν λέξεων ἔχει λόγον ψυχολογικόν, ἤτοι τὴν μικρὰν ἢ μεγάλην ὁμοιότητα μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐννοιῶν, καὶ γίνεται εὐθὺς ὡς παρασχεθῇ ἀφορμὴ νὰ ὀνομασθῇ ἕν νέον πρᾶγμα ἢ νὰ χαρακτηρισθῇ ἕν πρόσωπον ἢ ἕν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει κάποιαν ὁμοιότητα πρὸς κάτι ἄλλο γνωστὸν καὶ ὠνομασμένον ἤδη.

Ἡ δὲ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους τρόπους μεταβολὴ τῆς σημασίας τῶν λέξεων δὲν εἶναι ἔργον τῆς στιγμῆς, ἤτοι δὲν γίνεται ἀμέσως, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ, καὶ ἡ μὲν διὰ τῆς στενώσεως διὰ λόγους ἱστορικούς, γεωγραφικούς, κοινωνικοὺς κλπ., ἡ δὲ διὰ τῆς φθορᾶς διὰ ψυχικὴν ἀδυναμίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι συνήθως μίαν ἀρετὴν τῶν ἄλλων θέλουν νὰ τὴν ἀποδίδουν εἰς ψυχικὸν ἐλάττωμα καὶ εἰς ἔλλειψιν αὐτῶν πνευματικήν. Οὕτως α΄) ἐπειδὴ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς Ἀττικῆς προκειμένου περὶ τῶν Ἀθηνῶν, κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, συχνὰ μετεχειρίζοντο τὰς φράσεις ἔρχομαι εἰς τὸ ἄστυ - ἔρχομαι ἐκ τοῦ ἄστεως, ἕνεκα δὲ τῆς ἀντιθέσεως τῶν κωμῶν αὐτῶν πρὸς τὰς Ἀθήνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἄστυ, ἤτοι πόλις, εὐκόλως ἠννόουν περί τίνος ἄστεως ἐπρόκειτο, κατήντησε κατόπιν, ὤστε παρ’ αὐτῶν καὶ παρὰ τῶν γειτόνων των καὶ τέλος καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ῾Ελλήνων ἐν γένει νὰ λαμβάνεται ἡ λέξις τὸ ἄστυ ὡς ἰσοδύναμος μὲ τὴν λέξιν Ἀθῆναι . ῾Ομοίως β΄) ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι οἱ εὐθεις (=οἱ ἀγαθοὶ κατὰ τὸ ἦθος ἄνθρωποι), εἶναι συνήθως ἀπονήρευτοι καὶ εὐκόλως ὑποκείμενοι εἰς ἀπάτην , κατέληξεν, ὥστε νὰ ὁνομάζωνται οὕτω κατόπιν οἱ ἁπλοῖ τὸν νοῦν καὶ μωροί.

᾽Εκ τῆς, ποικίλης σημασιολογικῆς χρήσεως τῶν λέξεων ἢ φράσεων προκύπτούν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν σημασίαν αὐτῶν σχήματα, ἤτοι οἱ διάφοροι λεκτικοὶ τρόποι .

1) Τὸ σχῆμα κατὰ συνεκδοχὴν ἢ ἡ συνεκδοχή.

Κατὰ τοῦτο λαμβάνεται

α΄) τὸ ἕν ἀντὶ τῶν πολλῶν ὁμοειδῶν:

·        Ὁ Συρακόσιος πολέμιος τῷ ᾽Αθηναίῳ (=οἱ Συρακόσιοι - τοῖς Ἀθηναίοις) Θ.
·        (πρβλ. Χαίρεται ὁ Τοῦρκος στ’ ἄλογο κι ὁ Φράγκος στὸ καράβι).

β΄) τὸ μέρος ἑνὸς ὅλου ἀντὶ τοῦ ὅλου ἢ τἀνάπαλιν:

·        ἴθι στέγης εἴσω (=οἰκίας) Σοφ.
·        (πρβλ. Κάθε κλαδὶ καὶ κλέφτης = κάθε δένδρο κλπ.).

γ΄) ἡ ὕλη ἀντὶ τοῦ κατασκευαζομένου ἐκ τῆς ὕλης ταύτης:

·        κατέθεντο τὸν σίδηρον (=τὰ ὅπλα) Θ.
·        (πρβλ. Νὰ τρώῃ ἡ σκουριὰ τὸ σίδερο καὶ ἡ γῆ τὸν ἀντρειωμένο ).

δ΄) το παράγον κάτι τι αντὶ τοῦ παραγομένου ὑπ’ αὐτοῦ :

·        πλῆσον κρατῆρα μελίσσης (=μέλιτος) Σοφ.

2) Ἡ μετωνυμία ἢ ὑπαλλαγή. Κατὰ τοῦτο λαμβάνεται

α΄) ὁ ποιήσας κάτι τι ἐν γένει ἀντὶ τοῦ ποιηθέντος ὑπ’ αὐτοῦ: Ὅμηρος, ῾Ησίοδος· (= τὰ ἔπη τοῦ ῾Ομήρου, τοῦ ῾Ησιόδου). Δημοσθένης (=οἱ λόγοι τοῦ Δημοσθένους). (Πρβλ . ὁ Σολωμός, ὁ Βαλαωρίτης = τ ὰ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ κλπ.).

β΄) ὁ ἐφευρὼν κάτι τι ἢ κύριος ἑνὸς πράγματος ἀντὶ τοῦ πράγματος τούτου:

·        σπλάγχνει ὑπείρεχον ῾Ηφαίστοιο (= τοῦ πυρός , τοῦ ὁποίου θεὸς ἐνομίζετο ὁ ῞Ηφαιστος) ῞Ομ.
·        (πρβλ. Συνεννοοῦνται μὲ τὸν Μαρκόνη = μὲ τὸν ἀσύρματον τηλέγραφον, τοῦ ὁποίου ἐφευρέτης εἶναι ὁ Μαρκόνης).

γ΄) τὸ περιέχον ἀντὶ τοῦ περιεχομένου ἢ τἀνάπαλιν:

·        ἐς δάκρυα ἔπεσε τὸ θέητρον (=οἱ θεαταί) Ἡρόδ.
·        ἐπυνθανόμην τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐλθὼν εἰς τὸν χλωρὸν τυρὸν (=εἰς τὸ μέρος τῆς ἀγορᾶς, ὅπου πωλοῦν τὸ χλωρὸ τυρὶ) Λυσ.
·        (Πρβλ. Νὰ γευτοῦν πολλῶν λογιῶν τραπέζι = φαγητά).

δ΄) τὸ ἀφηρημένον ἀντὶ τοῦ ἀντιστοίχου συγκεκριμένου ὀνόματος ἢ ἀντὶ ἐπιθέτου, καὶ τἀνάπαλιν:

·        νεότης πολλὴ ἦν ἐν Πελοποννήσῳ (=νέοι ἄνδρες) Θ.
·        ὁμηλικίη ἐστὶν ἐμοὶ (=ὁμῆλιξ) ῞Ομ.
·        λῆρος (=ληρώδης, φλύαρος) Πλ.
·        (πρβλ. Τὸ σπαθὶ τὄχει καμάρι ἡ λεβεντιὰ = οἱ λεβέντες. Εἴμαστε μιὰ ἡλικία μὲ τὸν Πέτρο ).

3) ῾Η ἀντονομασία . Κατὰ τοῦτο ἀντὶ ἑνὸς κυρίου ἢ ποοσηγορικοῦ ὀνόματος λαμβάνεται κάποια συνώνυμος ἢ ἰσοδύναμος λέξις ἢ περίφρασις, ἢτοι λαμβάνεται

α΄) τὸ πατρωνυμικόν : Πηλεΐδης = ὁ Ἀχιλλεύς, Ἀτρεΐδαι = ὁ Ἀγαμέμνων καὶ ὁ Μενέλαος.

β΄) ἡ περίφρασις. ἡ ὁποία δηλοῖ τὴν καταγωγὴν ἢ μίαν σπουδαιοτάτην καὶ γνωστοτάτην πρᾶξιν ἢ ἰδιότητα τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος προσώπου:

·        ὦ παῖ ῾Ιππονίκου (=ὦ Καλλία) Πλ.
·        ὁ τῆς Τροίας πορθητὴς (=ὁ ᾽Οδυσσεύς).
·        βίη ῾Ηρακληείη (=ὁ ἰσχυρὸς Ἡρακλῆς) ῞Ομ.
·        (πρβλ. ῾Ο γυιὸς τῆς καλόγριας = ῾Ο Καραϊσκάκης. ῾Η ἐξοχότης σου = σὺ ἐξοχώτατε).

4) ῾Η ἀντίφρασις . Κατὰ τοῦτο μία ἔννοια ἢ ἕν νόημα ἐκφράζεται οὐχὶ μὲ τὴν κυρίαν λέξιν ἢ φράσιν, ἀλλὰ μὲ κάποιαν ἄλλην, ἡ ὁποία ἔχει παρομοίαν σημασίαν ἢ καὶ ἐναντίαν. Εἴδη τοῦ σχήματος τῆς ἀντιφράσεως εἶναι

α΄) ἡ λιτότης. Κατὰ τὸν λεκτικὸν τοῦτον τρόπον ἐκφράζεται κάτι τὸ ἔλασσον, ὑποδηλοῦται ὅμως τὸ μεῖζον:

·        οὐχ ἥκιστα (=μάλιστα),
·        οὐκ ἀγνοῶ (=γιγνώσκω καλῶς).
·        (Πρβλ. ξόδεψα ὅχι λίγα γι αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ).

β΄) ἡ εἰρωνεία. Κατὰ τὸν λεκτικὸν τοῦτον τρόπον μετὰ προσποιήσεως χρησιμοποιεῖ κανεὶς λέξεις ἢ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἔννοιαν ὅλως διάφορον ἢ ἐναντίαν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸν νοῦν του, ἵνα ἀστειευθῇ ἢ σκώψῃ ἢ χλευάσῃ κάποιον ἄλλον:

·        ὡς ἡδὺς εἶ! (ἀντὶ: ὡς ἀηδὴς εἶ ) Πλ.

γ΄) ὁ εὐφημισμός . Κατὰ τὸν λεκτικὸν τοῦτον τρόπον ἕνεκα φόβου, ὁ ὁποῖος προέρχεται συνήθως ἀπὸ κάποιαν πρόληψιν ἢ δεισιδαιμονίαν, χρησιμοποιεῖ κανεὶς ἄνευ προσποιήσεως λέξεις η φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καλὴν καὶ εὐοίωνον ἢ ἄχρουν σημασίαν, ἀντὶ τῶν ἐναντίων:

·        Εὐμενίδες (=αἱ ᾽Ερινύες).
·        Εὔξεινος πόντος .
·        (Πρβλ. τὸ γλυκάδι = τὸ ξίδι, τὸ καλὸ σπυρὶ = ὁ ἄνθραξ.).

Συνήθης εἶναι ἡ χρῆσις τοῦ ῥ. πάσχειν ἁπλῶς ἀντὶ τῶν ῥημάτων τελευτᾶν, ναυαγεῖν, ἡττᾶσθαι κ.τ.τ:

·        μή τι ναῦς πάθῃ (=μὴ ναυαγήσῃ) Εὐρ. (῾Ομοίως εἰς τὴν νέαν γλῶσσαν).

5) ῾Η ὑπερβολή . Κατὰ τὸν λεκτικὸν τοῦτον τρόπον μὲ χάριν λέγει κανεὶς κάτι τι, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ σύνηθες, ἵνα οὕτω παραστήσῃ ἕν σχετικὸν νόημα ζωηρότατα καὶ ἐναργέστατα:

·        πᾶσιν ἀνθρώποις ὁ πᾶς χρόνος οὐχ ἱκανὸς λόγον ἴσον παρασκευάσαι τοῖς τούτων ἔργοις Λυσ.
·        (πρβλ. σὰ δυὸ βουνὰ εἶναι οἱ πλάτες του , σὰν ·κάστρο ἡ κεφαλή του).

6) ῾Η ἀλληγορία . Κατὰ τὸν λεκτικὸν τοῦτον τρόπον μὲ χάριν χρησιμοποιεῖ κανεὶς μεγάλας καὶ τολμηρὰς μεταφορὰς οὕτως, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι λέγει πράγματα ἐντελῶς διάφορα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸν νοῦν του:

·        κυάμων ἀπέχεσθαι (μὴ πράττειν τὰ πολιτικά· οἱκύαμοι ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ τὴν κλήρωσιν τῶν ἀρχόντων).
·        μὴ γεύεσθαι μελανούρων (=μὴ ὁμιλεῖν κακοῖς ἀνθρώποις ) Πυθαγόρου λόγοι.
·        (Πρβλ. ἄναψε ὁ γιαλὸς καὶ κάηκαν τὰ ψάρια· φράσις λεγομένη περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατελήφθη ἀπὸ μεγάλην ὀργήν. Τ’ ἄσπρισε τὰ γένεια του ὁ Ἅι Νικόλας = ἐχιόνισε τοῦ Ἁγίου Νικολάου).


DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him