Η ΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ



Α. ΛΑΖΑΡΟΥ-Δ. ΧΑΤΖΗ 
ΕΛΕΝΗΣ ΒΟΥΡΑΖΕΛΗ-ΜΑΡΙΝΑΚΟΥ 




Οἱ Παλαιολόγοι

Τούτων ἡ βασιλεία περιλαμβάνει διαρκεῖς ἀγῶνας ἀμύνης κατὰ τῶν ποικίλων ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι προσεπάθουν νὰ διαλύσουν τὸ βυζαντινὸν κράτος.


Ὁ Μιχαὴλ Η΄ ὁ Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπῆρξεν ὁ ἱκανώτερος τῆς δυναστείας τῶν Παλαιολόγων, ὅστις ἀπὸ τὸ 1261, ὅτε ἔγινεν αὐτοκράτωρ εἰς τὸ Βυζάντιον, ἤρχισε τὴν ἀνάκτησιν τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν. Πολεμήσας κατὰ τοῦ πριγκιπάτου τῆς Ἀχαΐας, κατώρθωσε νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς Πελοπόννησον. Ἀπὸ τοὺς Ἑνετοὺς ἐπίσης ἀπέσπασε τὰς περισσοτέρας νήσους τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Τὸ 1264 ἀνέκτησεν ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους μέρος τῆς Μακεδονίας καὶ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀφῄρεσε τὰ Ἰωάννινα ἀπὸ τὸ δεσποτᾶτον τῆς Ἠπείρου. Ἠνάγκασεν ἐπίσης τοῦ Σέρβους καὶ Βουλγάρους νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μὲ τὰ κατορθώματα ταῦτα ἀνεστήλωσε τὸ κράτος καὶ δικαίως θεωρεῖται ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς μεγάλους αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου.

Τὸ ἔργον τοῦ Μιχαὴλ ἠπείλησε νὰ καταστρέψῃ ἐξωτερικὴ κρίσις. Ὁ Κάρολος ὁ Ἀνδεγαβίκος , ὁ ὁποίος ἦτο ἡγεμὼν τοῦ πριγκιπάτου τῆς Ἀχαΐας καὶ βασιλεὺς τῶν δύο Σικελιῶν καὶ ἀδελφὸς τοῦ βασιλέως τῆς Γαλλίας Λουδοβίκου Θ΄ τοῦ Ἁγίου, ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν Λατῖνον αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Βαλδοῦνον Β΄ τὰ ἐπὶ τοῦ θρόνου δικαιώματα. Πρὸς τοῦτο συνήνωσε τοὺς ἰσχυροτέρους λαοὺς τῆς Δύσεως καὶ ἐξεστράτευσε κατὰ τοῦ Βυζαντίου. Ἐκυρίευσε τὴν Κέρκυραν, τὸ Δυρράχιον καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Ἠπείρου καὶ ἀνηγορεύθη βασιλεὺς τῆς Ἀλβανίας. Συνεμάχησε μάλιστα πρὸς τοῦτο μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ Σέρβους.

Ἀλλ’ ὁ Μιχαήλ, ἐκμεταλλευόμενος τὴν παλαιὰν ἀδυναμίαν τῆς παπικῆς Ἐκκλησίας περὶ πρωτείων, συνετάχθη μὲ τὸν πάπαν Γρηγόριον Γ΄ καὶ εἰς τὴν σύνοδον, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς Λυὼν τὸ 1274, ἡ ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ὑπήχθη ὑπὸ τὴν παπικήν, ἂν καὶ τὰ βίαια μέτρα τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ καὶ τοῦ λατινοφίλου πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου προεκάλεσαν παντοῦ ἐρεθισμόν. Παρὰ τὸ ἀνεφάρμοστον τῆς ἑνώσεως, οἱ διάδοχοι τοῦ Γρηγορίου Ι΄ πάπαι Ἰννοκέντιος Ε΄ καὶ Νικόλαος Γ΄ ὑπεστήριξαν τὸ βυζαντινὸν κράτος κατὰ τοῦ Καρόλου, διότι δυσαρέστως ἔβλεπον αὐτὸν ἐν Σικελίᾳ διαρκῶς ἰσχυροποιούμενον. Ἀλλ’ ὁ πάπας Μαρτῖνος Δ΄ (1281), ὁμοεθνὴς τοῦ Καρόλου καὶ ὀφείλων εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάρρησιν εἰς τὸν παπικὸν θρόνον, τὸν ὑποστηρίζει καὶ φραγκικὸς στρατὸς ἀποβιβάζεται εἰς τὴν Ἤπειρον μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλ’ ὁ Μιχαὴλ κατορθώνει νὰ τὸν καταστρέψῃ πλησίον τῶν Βελεγράδων (σημερινοῦ Βερατίου τῆς Ἀλβανίας) (1281).

Ὁ ἀπὸ τοῦ Καρόλου κίνδυνος ὅμως δὲν ἔχει ἐκλείψει. Ὁ Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγος, οὐ μόνον ἱκανὸς στρατηγός, ἀλλὰ καὶ εὐφυὴς διπλωμάτης, ἐξήγειρε τοὺς Σικελοὺς κατὰ τῶν Γάλλων κατακτητῶν καὶ κατὰ τὸν ἑσπερινὸν τῆς Δευτέρας τοῦ Πάσχα (30 Μαρτίου 1282) οἱ Σικελοὶ ἔσφαξαν τοὺς Γάλλους ἱππότας. Ἡ σφαγὴ αὕτη εἰς τὴν Ἱστορίαν εἶναι γνωστὴ ὡς Σικελικὸς Ἑσπερινός . Οὕτως ἐξησθένησεν ἡ δύναμις τοῦ Καρόλου, ὅστις μετ’ ὀλίγον ἀπέθανε.

Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μιχαήλ, ἐπισυμβάντα ἐπίσης τὸ 1282, ἤρχισεν ἡ κατάπτωσις τοῦ βυζαντινοῦ κράτους. Τοῦτον διεδέχθη ὁ υἱός του Ἀνδρόνικος Β΄ (1282-1328) ὅστις παρέλαβεν ὡς συνάρχοντα τὸν υἱόν του Μιχαὴλ Θ΄ (1295-1320) καὶ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ τὸν ἔγγονόν του Ἀνδρόνικον. Οἱ δύο Ἀνδρόνικοι περιῆλθον ταχέως εἰς ρῆξιν καὶ προεκάλεσαν τὸν διχασμὸν τοῦ βυζαντινοῦ κράτους. Ὁ Ἀνδρόνικος Β΄ ἦτο εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ὁ ἐγγονός του εἰς Ἀδριανούπολιν. Ἐπὶ τέλους ὁ πάππος ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ καὶ ὁ ἔγγονός του ἀνεκηρύχθη αὐτοκράτωρ ὡς Ἀνδρόνικος Γ΄ (1328-1341).

Τοῦτον διεδέχθη ὁ υἱός του Ἰωάννης Ε΄ (1341-1391), ὅστις ὡς ἀνήλικος, ἐπετροπεύετο ὑπὸ τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ . Διὰ τοῦτο ἡ βασιλομήτωρ Ἄννα τῆς Σαβοΐας, θέλουσα νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ἐπιτροπείαν, συνεκέντρωσε τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Καντακουζηνοῦ. Κατόπιν τούτου ὁ Καντακουζηνός, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Σερβίας, ἔγινεν αὐτοκράτωρ εἰς τὸ Διδυμότειχον, ὡς Ἰωάννης ΣΤ΄ (1347-1355), ἐξουσιάζων τὴν Θρᾴκην ἐνῷ ὁ Ἰωάννης Ε΄ εἶχε περιορισθῆ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν.

Ὁ Καντακουζηνός, ἀνὴρ μεγάλης παιδείας καὶ ἱστορικὸς συγγραφεὺς, ἀλλὰ φιλόδοξος, ἐπροξένησε πολλὰ κακὰ εἰς τὸ κράτος. Συνεμάχησε μὲ τοὺς Τούρκους, ἀφοῦ ἔδωσεν εἰς τὸν γέροντα Ὀρχὰν τὴν 13ετῆ θυγατέρα του. Ἀνάλογα ἔπραττε καὶ ὁ Ἰωάννης Ε΄. Ἀμφότεροι ἅνευ συναισθήματος εὐθύνης προσεκάλουν τοὺς ἐχθροὺς εἰς βοήθειαν, δίδοντες εἰς αὐτοὺς μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ καὶ ἐδαφικὰς παραχωρήσεις. Αἱ ταραχαὶ ἐξηκολούθησαν καὶ μετὰ τὸν παραμερισμὸν τοῦ Καντακουζηνοῦ, διότι εἰς ἐκ τῶν υἱῶν τοῦ Ἰωάννου Ε΄ καὶ ὁ ἐγγονός του ἐστασίασαν καὶ ἔγιναν προσωρινῶς αὐτοκράτορες καὶ εἶναι γνωστοὶ ὡς Ἀνδρόνικος Δ΄ (1376-1379) καὶ Ἰωάννης Ζ΄ (1390).

Μανουὴλ Β΄ (1391-1425), υἱὸς τοῦ Ἰωάννου Ε΄, ἦτο προικισμένος μὲ ἀρετάς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τὴν αὐτοκρατορίαν. Τοῦτον διεδέχθη ὁ υἱός του Ἰωάννης Η΄ (1425-1448) καὶ τοῦτον ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ ὁ Παλαιολόγος , ὁ τελευταῖος αὐτοκράτωρ (1448-1453).

Οἱ Ὀθωμανοὶ Τοῦρκοι

Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν δυναστείας τῶν Παλαιολόγων ἀρχίζει νὰ δρᾷ κατὰ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους ἡ νέα τουρκικὴ φυλή, οἱ Ὀθωμανοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος εἶχον ἱδρύσει κράτος εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν.

Ὁ Τοῦρκος φύλαρχος Σουλεϊμὰν ὁδηγῶν 50.000 ἀνθρώπους, διέφυγε τοὺς Μογγόλους καί, διερχόμενος τὸν Εὐφράτην, ἐπνίγη. Εἰς ἐκ τῶν υἱῶν του, ὁ Ἐρτογρούλ, ἔλαβε διεύθυνσιν πρὸς τὴν Μ. Ἀσίαν. Ἐκεῖ προσελήφθη ὡς μισθοφόρος ὑπὸ τοῦ σελτσούκου σουλτάνου τοῦ Ἰκονίου, ὁ ὁποῖος παρεχώρησεν εἰς αὐτὸν ὡς φέουδον μικρὰν χώραν πλησίον τῆς Προύσης. Τὸ μικρὸν τοῦτο στρατιωτικὸν κράτος ἔγινεν ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Μιχαὴλ Η΄.

Ὁ Ὀσμὰν ἢ Ὀθωμὰν διεδέχθη, τὸ 1289, τὸν Ἐρτογροὺλ καὶ ἔκαμε νέας κατακτήσεις. Ὅταν δὲ τὸ σελτσουκικὸν κράτος κατελύθη ὑπὸ τῶν Μογγόλων, ὁ Ὀσμὰν ἔγινεν ἀνεξάρτητος ἡγεμὼν καὶ κατὰ τὸ 1326 κατέλαβε τὴν Προῦσαν, τὴν ὁποίαν κατέστησε πρωτεύουσάν του. Οὗτος ὑπῆρξεν ὁ κύριος ἱδρυτής τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους. Λόγοι δὲ γεωγραφικοὶ, στρατιωτικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν ταχυτάτην ἐπέκτασιν αὐτοῦ. Τὸ ὀθωμανικὸν κράτος ἐστηρίχθη εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσους αἰῶνας παρεῖχε πολεμιστὰς εἰς τὸ Βυζάντιον.

Οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος πολεμισταὶ ἀπετέλουν τὴν στρατιωτικὴν ἀριστοκρατίαν, καὶ ἐξουσίαζον φέουδα. Τοιουτοτρόπως ὁ σουλτάνος εἶχε μεγάλην ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν πολεμιστῶν τούτων, τῶν ὁποίων ἦτο ἀρχηγός. Τόση ἦτο ἡ ἀφοσίωσις τῶν Τούρκων εἰς τὰ στρατιωτικά, κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους, ὥστε τὸ τουρκικὸν κράτος παρουσίαζεν ὅψιν στρατοπέδου.

Μεγάλην ὁρμὴν εἰς τὸ νεαρὸν κράτος ἔδιδεν ἡ θρησκευτικὴ πίστις.Οἱ Τοῦρκοι ἐπίστευον ὅτι ἐπολέμουν διὰ τὴν ἀληθινὴν θρησκείαν καὶ τὴν πίστιν ταύτην μετέδωσαν καὶ εἰς τοὺς Μικρασιάτας, ὅσους ἐξετούρκισαν. Ὁ προφήτης Μωάμεθ εἶχεν εἴπει ὅτι εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων θὰ ἔπιπτεν ἡ πόλις, «ἡ ὁποία εἶναι ἐκεῖ, ὅπου ἐνώνονται δύο ἤπειροι καὶ ὁμοιάζει δακτύλιον στολισμένον μὲ δύο σαπφείρους καὶ δύο σμαράγδους».

Οἱ Τοῦρκοι πολεμισταί, ὅταν ἦλθον εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, ἦσαν κυρίως ἱππεῖς, ὅπως οἱ Μογγόλοι. Τὸ πρῶτον ἱππικὸν ἦτο ἐλαφρόν, ὡπλισμένον μὲ τόξα. Μὲ ταχεῖαν ἐπέλασιν ἐπετίθεντο, ἔρριπτον βέλη καὶ ἔφευγον, διὰ νὰ ἐπιστρέψουν μετ’ ὀλίγον. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ λεγόμενοι ἀκιντζί. Ἐγκατασταθέντες εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν ὠργάνωσαν βαρύτερον ἱππικόν, ὅπως τὸ τοῦ Βυζαντίου, τοὺς λεγομένους σπαχῆδες . Αὐτοὶ ἦσαν ὡπλισμένοι μὲ κυρτὴν καὶ μακρὰν σπάθην.

Ὠργάνωσαν ἐπίσης πεζικόν, ὅπως εἶχον οἱ Βυζαντινοί. Τοῦτο ὠνομάσθη νέος στρατὸς (γενὶ-τσερί), τοῦ ὁποίου ὁργανωτὴς ὑπῆρξεν ὁ Καρὰ Καλὶλ Τσεντερλῆ . Οἱ στρατιῶται τοῦ τάγματος τούτου ἦσαν μόνιμοι καὶ ἐστρατολογοῦντο μεταξὺ τῶν εὐρώστων νέων, ἰδίως τῶν χριστιανοπαίδων. Ἐκλείοντο εἰς τοὺς στρατῶνας, ἀνετρέφοντο ὑπὸ μουσουλμάνων ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ἐνέπνεον εἰς αὐτοὺς τὸν ἄγριον φανατισμὸν τοῦ ἰσλάμ, ἐδιδάσκοντο ὅτι πατέρα εἶχον τὸν σουλτάνον καὶ ἱδιαιτέραν πατρίδα τοὺς στρατῶνας, οἱ ὁποῖοι ἐλέγοντο ὀτζάκια .

Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ὄχι μόνον οἱ στρατιῶται καθίσταντο πολὺ πειθαρχικοί, ἀλλὰ καὶ ηὔξανεν ὁ ἀριθμὸς τῶν μωαμεθανῶν. Χιλιάδες ἑλληνοπαίδων ἐξισλαμίζοντο. Τὴν περισυλλογὴν ταύτην τῶν χριστιανοπαίδων, ἡ ὁποία ἐξηκολούθησε καὶ ἀργότερα ἐπὶ τουρκοκρατίας, ὀνομάζομεν παιδομάζωμα.

Ἡ ἅμυνα τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1402

Εἰς τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τών Τούρκων καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ κράτους των συνέβαλλον τόσον ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς καὶ ἡ ὁρμητικότης αὐτῶν, ὅσον καὶ οἱ ποικίλοι περισπασμοὶ τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, οἱ ὁποῖοι ἐμείωνον τὴν δυναμικότητα της.

Ὁ Ἀνδρόνικος Β΄ (1282-1328), ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὸν Μιχαήλ, διὰ νὰ καταπολεμήσῃ τοὺς Τούρκους, προσεκάλεσεν εἰς βοήθειαν τοὺς πολεμοχαρεῖς τυχοδιώκτας Καταλανούς. Οὗτοι πράγματι ἐνίκησαν τοὺς Τούρκους εἰς τὴν Ἀσίαν, ἀλλ’ ἠρήμωνον πᾶσαν ἐλευθερουμένην χώραν καὶ τελικῶς ὠχυρώθησαν εἰς τὴν Καλλίπολιν, ὅπου ἵδρυσαν ἴδιον κράτος. Ἐπὶ δύο ἔτη οἱ Βυζαντινοὶ πολεμοῦν κατ’ αὐτῶν καὶ κατορθώνουν νὰ τοὺς ἀποδιώξουν. Τότε οὗτοι ἐστράφησαν πρὸς νότον, ἐνίκησαν τοὺς Γάλλους τῆς Ἀττικῆς παρὰ τὴν Κωπαΐδα καὶ ἵδρυσαν τὸ ἱσπανικὸν δουκᾶτον τῶν Ἀθηνῶν.

Ἐπὶ τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Γ΄ (1328-1341) καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ ναυτικόν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀνακοπῇ ἡ πρόοδος τῶν Τούρκων.

Ἐπὶ τοῦ Ὀρχὰν (1326-1359) οἱ Τοῦρκοι ἐκυρίευσαν τὴν ἑλληνικὴν περιοχὴν τῆς Μ. Ἀσίας, ἐκτὸς τῶν πόλεων Σμύρνης καὶ Φιλαδελφείας. Ὁ Ἀνδρόνικος Γ΄ ἀνέλαβεν ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ ἐνικήθη καὶ αἱ πόλεις Νίκαια καὶ Νικομήδεια κατελήφθησαν ὑπ’ αὐτῶν. Ἀπέκρουσεν ὅμως οὗτος ἀπόπειραν τῶν Τούρκων νὰ διαπεραιωθοῦν εἰς Εὐρώπην.

Νέα ὅμως δύναμις ἀναπτύσσεται εἰς τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἐλαττώνει τὴν δύναμιν τοῦ βυζαντινοῦ κράτους καὶ συντελεῖ εἰς τὴν πρόοδον τῶν τουρκικῶν κατακτήσεων. Ὁ τσάρος τῶν Σέρβων Στέφανος Δουσάν, περὶ τὸ 1350, ἐπεκτείνει τὴν κυριαρχίαν του εἰς ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον. Ὀνειρεύεται νὰ ἱδρύση ἰδικόν του κράτος εἰς ὁλόκληρον τὴν Βαλκανικὴν καὶ τιτλοφορεῖται «τσάρος τῶν Σέρβων καὶ τῶν Ἑλλήνων».

Ἐκτὸς τοῦ περισπασμοῦ τούτου, ἐξεράγη τότε καταστρεπτικὸς ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων. Ὁ μέγας δομέστικος Ἰωάννης Καντακουζηνὸς στρέφεται κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Ε΄ τοῦ Παλαιολόγου (1341-1391). Τότε εὗρον οἱ Τοῦρκοι τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαπεραιωθοῦν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὁ Καντακουζηνός, ὁ ὁποῖος εἶχε δώσει ὡς γυναῖκα εἰς τὸν Ὀρχὰν τὴν 13ετῆ κόρην του, ὡς εἴπομεν, ἐκάλεσε τὸν γαμπρόν του εἰς βοήθειαν. Οἱ Τοῦρκοι κατέλαβον, τὸ 1356, τὴν Καλλίπολιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμῶντο εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των κατὰ τῆς Εὐρώπης. Ἔπειτα, τὸ 1357, οἱ Τοῦρκοι κατέλαβον τὸ Διδυμότειχον καὶ τὴν Τυρολόην.

Ὁ Μουρὰτ Α΄ (1359-1389), ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὸν Ὀρχάν, εἰσήλασεν εἰς τὴν Θρᾴκην, κατέλαβε τὴν Ἀδριανούπολιν, τὸ 1365, καὶ κατέστησεν αὐτὴν δευτέραν πρωτεύουσαν τοῦ κράτους. Ἔπειτα κατέλαβε τὴν Φιλιππούπολιν καὶ κατέστησεν ὑποτελῆ τὸν Βούλγαρον ἡγεμόνα. Κατόπιν τῶν ἐπιτυχιῶν τούτων ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Ε΄, ὅταν ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Δύσεως, ὅπου εἶχε μεταβῇ διὰ νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, ἐσυνθηκολόγησε μὲ τὸν Μουρὰτ μὲ τὸ ὅρον νὰ πληρώνῃ εἰς αὐτὸν ἐτήσιον φόρον.

Ὁ Μουρὰτ ἐξηκολούθησε τὰς κατακτήσεις του. Κατέλαβε τὴν Κρόϊαν τῆς Ἀλβανίας, τὴν Σόφιαν τῆς Βουλγαρίας (1382) καὶ κατέστησε φόρου ὑποτελῆ τὸν βασιλέα τῶν Σέρβων. Παρὰ τὴν συνομολογηθεῖσαν δὲ συνθήκην μὲ τὸ Βυζάντιον, τὸ 1386, ἐκυρίευσε προσωπικῶς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ δὲ 1388 συνεπλήρωσε τὴν κατάκτησιν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ὁποίαν κατέστησε τμῆμα τοῦ κράτους του.

Οἱ Σέρβοι, Κροᾶται, Βόσνιοι καὶ Πολωνοὶ ἡνώθησαν τότε καὶ ἠθέλησαν, μὲ τὴν ὑποστήριξιν τῶν Οὕγγρων καὶ Ἀλβανῶν, νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς Τούρκους. Ἀλλὰ τὸ 1389 παρὰ τὸ Κοσσυφοπέδιον τῆς Σερβίας ἐνικήθησαν, ὁ δὲ Μουρὰτ ἐφονεύθη μετὰ τὴν νίκην ὑπὸ Σέρβου τραυματίου. Μὲ τὴν μάχην ταύτην οἱ Τοῦρκοι ἐφθασαν νικηταὶ ἕως τὸν Δούναβιν καὶ ἔγιναν κύριοι τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου.

Τὰς κατακτήσεις τοῦ Μουρὰτ Α΄ συνέχισεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Βαγιαζὶτ Α΄ (1389-1402), ἐπονομασθεὶς διὰ τὴν ὁρμητικότητά του Κεραυνὸς (Γιλδιρίμ). Ὁ Βαγιαζὶτ κατ’ ἀρχὰς διέλυσε τὸν συνασπισμὸν διαφόρων Τούρκων ἡγεμόνων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸν ὁποῖον εἶχον συγκροτήσει κατὰ τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους. Διὰ τοῦ πολέμου κατ’ αὐτῶν ὁ Βαγιαζὶτ ἐπεξέτεινε τὸ κράτος του εἰς μέγα μέρος τοῦ βασιλείου τῆς Καραμανίας (Ἰκονίου). Τὸ 1390 ἐκυρίευσε τὴν Φιλαδέλφειαν, ἡ ὁποία ἦτο ἡ τελευταία κτῆσις εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν τῶν Ἑλλήνων. Τὸ 1391 ἐστράφη ὁ Βαγιαζὶτ κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ὁποίαν ἀπέκλεισε.

Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο (1391) ἀπέθανε, γέρων πλέον, ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Ἰωάννης Ε΄, τὸν ὁποῖον διεδέχθη ὁ υἱός του Μανουὴλ Β΄, ὅστις κρατούμενος ὡς ὅμηρος ὑπὸ τοῦ Βαγιαζὶτ ἐν Προύσῃ ἐδραπέτευσεν καὶ ἦλθεν εἰς Κωνσταντινούπολιν.

Ὁ αὐτοκράτωρ Μανουήλ, πρὸ τῆς ἀκατασχέτου ὁρμῆς τοῦ Βαγιαζὶτ, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ ζητήσῃ βοήθειαν. Εἰς Παρισίoυς καὶ Λονδῖνον, οἱ δυτικοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀρχίσει νὰ ἀνησυχοῦν ἀπὸ τὰς προόδους τῶν Τούρκων, ἔκαμαν εἰς αὐτὸν μεγαλοπρεπεστάτην, ὑποδοχήν.

Ὁ βασιλεὺς τῆς Οὑγγαρίας Σιγισμοῦνδος ὁδηγῶν πολλοὺς Εὐρωπαίους πολεμιστάς, προήλασε μέχρι τῆς Νικοπόλεως τῆς Βουλγαρίας, ἔνθα συνῆψε μάχην μετὰ τοῦ Βαγιαζὶτ (1396). Οἱ χριστιανοὶ ἐνικήθησαν καὶ ὁ Σιγισμοῦνδος μόλις κατώρθωσε νὰ σωθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθη εἰς τὴν χώραν του.

Τὰ ἀποτελέσματα τῆς νίκης ταύτης ὑπῆρξαν ἐπωφελῆ διὰ τοὺς Τούρκους. Ὁ ἡγεμὼν τῆς Βλαχίας ἀνεγνώρισε τὴν ἐπικυριαρχίαν τῶν Ὀθωμανῶν, ὁ δὲ Βαγιαζὶτ ἔστρεψε τὴν προσοχήν του εἰς τὴν συνεχιζομένην πολιορκίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκάλεσε τὸν αὐτοκράτορα Μανουὴλ νὰ παραδώσῃ τὴν πόλιν, εἰς ἀρνητικὴν δ’ αὐτοῦ ἀπάντησιν περιέσφιξε στενώτερον τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν ὁποίαν ὁμως δὲν κατώρθωσε νὰ κυριεύσῃ (1396). Ὡς ἐκ τούτου ἐστράφη πρὸς νότον καταλαβὼν, διάφορα μέρη τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς κυρίως Ἑλλάδος.

Γεγονὸς ὅμως ἀξιόλογον εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἀνέκοψε τὴν πρόοδον τοῦ Βαγιαζίτ.

Ὁ Τομερλάνος , εἰς τῶν διαδόχων τοῦ Τσεγγὶς Χάν, ἀνίδρυσε τὴν μογγολικὴν αὐτοκρατορίαν. Ὁρμώμενος ἀπὸ τὴν πρωτεύουσάν του Σαμαρκάνδην (τοῦ Τουρκεστάν), ἐπεξέτεινε τὸ κράτος του εἰς ὅλην τὴν κεντρικὴν Ἀσίαν, εἰς τὴν Σιβηρίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ρωσίαν.

Ὁ αὐτοκράτωρ Μανουὴλ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἡγεμόνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ Βαγιαζὶτ εἶχεν ἀφαιρέσει τὰ κρατίδια, ἐζήτησαν τὴν βοήθειαν τοῦ Ταμερλάνου. Οὗτος, ἐπὶ κεφαλῆς 800 χιλ. στρατιωτῶν, εισήλασεν εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, ὁ δὲ Βαγιαζὶτ ἔσπευσε μὲ 500 χιλ. στρατοῦ κατ’ αὐτοῦ. Εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Ἀγκύρας συνηντήθησαν αἱ δύο μάστιγες τοῦ Θεοῦ , ὅπως ὠνομάσθησαν ὁ Ταμερλάνος καὶ ὁ Βαγιαζίτ. Κατὰ τὴν μάχην ταύτην ἐνικήθη ὁ Βαγιαζὶτ καὶ ᾐχμαλωτίσθη (1402). Ὁ Ταμερλάνος, ἀφοῦ κατέστρεψε πολλὰς μικρασιατικὰς πόλεις, ὅπως τὴν Σμύρνην, τὴν Νίκαιαν, τὰς Σάρδεις, τὴν Ἔφεσον, καὶ ἀποκατέστησε τοὺς Τούρκους ἡγεμόνας εἰς τὰ κρατίδιά των, ἐπέστρεψεν εἰς τὴν χώραν του μὲ τὸν σκοπὸν να ἐκστρατεύσῃ κατὰ τῆς Κίνας.

Τὸ βυζαντινὸν κράτος μέχρι τῆς ἁλώσεως (1453)

Ἡ μογγολικὴ ἐπιδρομὴ ἔδωκε 50 ἐτῶν ἀκόμη ζωὴν εἰς τὸ βυζαντινὸν κράτος καὶ ἐξησθένισε τὸ ὀθωμανικόν. Ὁ Μανουὴλ ἀνέκτησε τὴν Θεσσαλονίκην καὶ πολλὰς πόλεις εἰς Προποντίδα, Εὔξεινον Πόντον καὶ Θεσσαλίαν.

Ἰδιαιτέρως ἐνδιεφέρθη ὁ αὐτοκράτωρ διὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ δεσποτάτου τοῦ Μυστρᾶ εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὅπου ἀπέστειλεν ὡς ἀντιπρόσωπόν του τὸν υἱόν του Θεόδωρον τὸν Β΄ . Εἰς τὸ δεσποτᾶτον τοῦτο ὁ Μανουὴλ ἐστήριξε πολλὰς ἐλπίδας διὰ τὴν ζωὴν τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀνεκαίνισε τὸ τεῖχος τοῦ Ἰσθμοῦ, τὸ Ἑξαμίλιον , καὶ συνεκάλεσε τοὺς ἄρχοντας τοῦ Μορέως, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησε θερμὸν πατριωτικὸν λόγον.

Μετὰ τὸν Μωάμεθ Α΄ (1412-1421) σουλτάνος ἔγινεν ὁ Μουρὰτ Β΄ (1421), ὁ ὁποῖος τὸ 1422, ἐπολιόρκησε τὴν Κωνσταντινούπολιν ἐπὶ μακρόν ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ τὴν κυριεύσῃ. Εἶναι ἡ τετάρτη κατὰ σειρὰν πολιορκία τῆς πρωτευούσης ὑπὸ τῶν Τούρκων.

Κατόπιν τούτου ὁ Μουρὰτ στρέφεται εἰς τὴν κατάληψιν τῶν ἄλλων ἑλληνικῶν χωρῶν. Τὸ 1423, ἐνῷ ὁ στρατηγός του Τουρχὰν ἐλεηλάτησεν ἁγρίως τὴν Πελοπόννησον καὶ κατέστησε φόρου ὑποτελῆ εἰς τὸν σουλτάνον τὸν δεσπότην τοῦ Μυστρᾶ Θεόδωρον, ὁ Μουρὰτ ἔκαμεν ἐκστρατείαν εἰς Βοσνίαν καὶ Ἀλβανίαν. Ἰδιαιτέραν σημασίαν δίδει εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὁ σουλτάνος Μουρὰτ Β΄, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὸ 1423 κατεῖχον οἱ Ἑνετοί. Χωρὶς βραδυπορίαν ἀρχίζει ἡ πολιορκία τῆς Θεσσαλονίκης ὑπὸ τῶν Τούρκων. Μέγας σεισμὸς ἔσεισε τὴν πόλιν κατὰ τὰ μεσάνυκτα μιᾶς τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Μαρτίου τοῦ ἔτους 1430. Οἱ Τοῦρκοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἐπικρατήσασαν ταραχήν, ἐπέρχονται τὴν ἑπομένην πρωΐαν κατὰ τῆς πόλεως ἐξ ἀπροόπτου, ἀλλ’ ἀποκρούονται ἀμέσως καὶ ἀναγκάζονται κατόπιν τούτου νὰ προβοῦν εἰς τακτικὴν πολιορκίαν τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης.

Οἱ πολιορκημένοι ἀντιστοιχοῦν πρὸς τοὺς πολιορκοῦντας εἰς πρὸς ἑκατόν. Τρεῖς φορὰς ἔκαμε προτάσεις ὁ Μουράτ εἰς τοὺς Ἕλληνας, βεβαιῶν ἐνόρκως ὅτι θὰ ἐχορήγει εἰς τοὺς κατοίκους ἐλευθερίαν καὶ προνόμια, ἐὰν παρεδίδοντο.

Τὴν πρωΐαν τῆς τετάρτης ἡμέρας τῆς πολιορκίας γίνεται ἡ γενική ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης ἔφοδος κατὰ τῆς πόλεως. Οἱ πολιορκούμενοι ἠτοιμάσθησαν νὰ ἀποθάνουν. Γυναῖκες καὶ ἄνδρες μετεῖχον εἰς τὴν ἄμυναν. Εἰς τὸ ἀσθενέστερον μέρος τοῦ τείχους οἱ Τοῦρκοι ἐφόνευσαν ὅλους τοὺς Ἕλληνας καὶ ἤρχισαν νὰ ἀναβαίνουν.

Τοιουτοτρόπως τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1430 κατελήφθη ἡ Θεσσαλονίκη. Οἱ κάτοικοι ἐσύρθησαν εἰς αἱχμαλωσίαν καὶ ἐξανδραποδισθέντες μετεφέροντο εἰς τὴν Ἀσίαν. Οἱ νικηταὶ ἐγύμνωσαν ναοὺς καὶ οἰκίας, μὴ σεβασθέντες οὔτε τὸ ἱερὸν λείψανον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Θεσσαλονίκης, τὰ μοναστήρια τοῦ Ἄθω ἀνεγνώρισαν τὴν ἐπικυριαρχίαν τοῦ σουλτάνου καὶ κατώρθωσαν οὕτω νὰ διατηρήσουν τὰ προνόμιά των. Μετὰ τὴν Θεσσαλονίκην ὁ Μουρὰτ ἔγινε κύριος τῶν Ἰωαννίνων (1431).

Δύο νέοι περισπασμοὶ ἠμπόδισαν τὸν Μουρὰτ νὰ καταλάβη τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἂ καὶ προητοίμασε διὰ τὸν υἱὸν τοῦ Μωάμεθ Β΄ τὴν ἅλωσίν της.

Ὁ στρατηγὸς τῶν Οὕγγρων Ἰωάννης Οὑνυάδης ἤρχισε σκληρὸν πόλεμον κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν. Προήλασε νικητὴς ἀπὸ τὴν Πέστην μέχρι τοῦ Αἵμου καὶ ἠνάγκασε τὸν Μουρὰτ νὰ δεχτῇ εἰρήνην, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως τὰ βόρεια σύνορα τοῦ τουρκικοῦ κράτους εἶναι εἰς τὸν Αἵμον. Ἐνῷ ὁ Οὑνυάδης ἐξηκολούθησε τοὺς ἀγῶνάς του, καταστρέψας τρεῖς στρατιὰς τῶν Τοῦρκων, ὁ βασιλεὺς τῆς Οὑγγαρίας Λαδίσλαος ΣΤ ΄ ἡγήθη σταυροφορίας. Μετὰ τὴν παρασπονδίαν ὅμως τῶν συμμάχων του Ἑνετῶν καὶ Γενουατῶν, ὑπέστη πανωλεθρίαν, τὸ 1444, παρὰ τὴν Βάρναν, ἔνθα ἐφονεύθη πολεμῶν.

Δεύτερος ἀντίπαλος τοῦ Μουρὰτ ἦτο ὁ Γεώργιος Καστριώτης ἢ Σκεντέρμπεης. Οὗτος, υἱὸς τοῦ Ἀλβανοῦ ἡγεμόνος Ἰωάννου Καστριώτου, εἶχε συλληφθῆ ὑπὸ τοῦ σουλτάνου ὅμηρος εἰς ἡλικίαν ἐννέα ἐτῶν, ἐξισλαμισθεὶς δὲ καὶ λαβὼν τουρκικὴν ἀνατροφήν, μαθὼν ἀργότερα τὴν καταγωγήν του, ἐδραπέτευσεν. Ἐπανῆλθε εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ τὸ 1443 κατέλαβε τὴν Κρόϊαν (παρὰ τὸ Δυρράχιον) καὶ ἤρχισεν ἀγῶνας κατὰ τοῦ σουλτάνου. Ὁ Καστριώτης κατεκερμάτισε τέσσαρας τουρκικὰς στρατιάς. Τὸ 1447 ὀλίγον ἔλειψε νὰ κριθῇ τελικῶς ἡ τύχη τῶν Ὀθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποχωροῦν ἅπρακτοι καὶ στρέφονται πρὸς νότον, ὅπου συνέβαινον πράγματα πολὺ δυσάρεστα δι’ αὐτούς. Καὶ τούτου οἱ ἀγῶνες ἐξηκολούθησαν μετὰ τὴν ἅλωσιν.

Τὸ μόνον ἑλληνικὸν κράτος τῆς Βαλκανικῆς, τὸ δεσποτᾶτον τοῦ Μυστρᾶ, προώρισται νὰ προβάλῃ τὴν τελευταίαν ἀντίστασιν εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ὁρμητικὴν προέλασιν τῶν Τούρκων, διότι ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, ὄχι μόνον κατώρθωσε νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ δεσποτᾶτον του ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον, ἀλλὰ καὶ καθυπέταξε τὸ δουκᾶτον τῶν Ἀθηνῶν. Κατόπιν ἐσχεδίαζε νὰ προχωρήσῃ βορειότερον καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Σκεντέρμπεην.

Ὁ Μουρὰτ ἐπέρχεται κατὰ τοῦ Κωνσταντίνου μὲ πολυάριθμον στρατόν. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁ Κωνσταντῖνος ἀνθίσταται εἰς τὸ Ἑξαμίλιον, ἀλλὰ τελικῶς ἀναγκάζεται νὰ ὑποχωρήσῃ. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῶν Πατρῶν ἀνθίστανται γενναίως ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεώς των καὶ ἀναγκάζουν τὸν Μουρὰτ νὰ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον (1447).

Ἡ ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1453)

Ὁ Μουρὰτ ἀπέθανε τὸ 1451, ἐνῷ εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἀγωνία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ κίνδυνος ἦτο φανερός. Παρὰ τοὺς περισπασμοὺς ἀπὸ τὸν Οὑνυάδην καὶ Σκεντέρμπεην, οἱ Τοῦρκοι περισσότερον περιέσφιγγον τὴν Πρωτεύουσαν.

Οἱ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου εἶχον στραφῆ πρὸς τὴν Δύσιν, ζητοῦντες βοήθειαν. Πολλοὶ μάλιστα ἐξέχοντες Βυζαντινοὶ ἐκινήθησαν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τοῦ σχίσματος μεταξὺ τῆς Ἀνατολικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἰωάννης Ε΄ καὶ ὁ Μανουὴν Β΄ περιῆλθον τὴν Εὐρώπην καὶ πανταχοῦ ἔλαβον μόνον ὑποσχέσεις.

Ὁ Ἰωάννης Η΄ μὲ τὸν Πατριάρχην καὶ πολλοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικοὺς μετέβη εἰς Ἰταλίαν. Τὸ 1439 συνεκροτήθη σύνοδος εἰς Φλωρεντίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπεχώρησαν, δεχθέντες τὰ πρωτεῖα τοῦ πάπα. Ἀλλὰ τότε ἀντέδρασαν πολλοὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ κλῆρος διῃρέθησαν εἰς ἑνωτικοὺς καὶ ἀνθενωτικούς.

Τὸν Ἰωάννην Η΄ διεδέχθη, τὸ 1449, εἰς τὸν θρόνον ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ ὁ Παλαιολόγος, μέχρι τότε δεσπότης τοῦ Μυστρᾶ. Γενναῖος στρατιώτης ὁ Κωνσταντῖνος μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸν θρόνον ἤρχισε μὲ τὰ μικρά μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετεν ἕναντι τῶν πλουσίων τουρκικῶν, νὰ ἐτοιμάζεται διὰ τὴν πολιορκίαν τῆς πρωτευούσης, τὴν ὁποίαν ἔβλεπε λίαν προσεχῆ. Ἐπίσης, συνεχίζων τὰς συνεννοήσεις του μὲ τὴν Δύσιν, προσείλκυεν ἐθελοντάς.

Τὸ 1451, ὁ υἱὸς τοῦ Μουρὰτ Μωάμεθ Β ΄ ἔγινεν σουλτάνος εἰς ἡλικίαν 2 ἐτῶν. Ὁρμητικὸς καὶ μὲ πεῖραν διοικητικήν, διότι εἶχεν ἀναπληρώσει τὸν πατέρα του δύο φορὰς μέχρι τοῦδε εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους, ἐνετόπισεν ἀμέσως τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ἅλωσιν τῆς βυζαντινῆς πρωτευούσης. Ἄϋπνος διήρχετο τὰς νύκτας του ἐπαναλαμβάνων τοὺς λόγους τοῦ Προφήτου «ὁ μεγαλύτερος στρατηγὸς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κατακτήσῃ τὴν Κωνσταντινούπολιν».

Πολλοὶ τῶν Ἑλλήνων προβλέποντες τὴν ἐπερχομένην καταστροφὴν καὶ τὴν ταχεῖαν πτῶσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατέφευγον εἰς τὴν Δύσιν. Ἄλλοι ἐθεώρουν τὴν καταστροφὴν ὡς τιμωρίαν τοῦ Θεοῦ, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης ἀσεβείας, ἰδίως τῶν εὐπορούντων, οἵτινες ἀπέκρυπτον τὰ ἱδικά των πλούτη καὶ ἠνείχοντο, ὅπως τὰ ἱερὰ σκεύη τῶν ἐκκλησιῶν πωλοῦνται χάριν τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν εἰς τοὺς Ἑβραίους.

Τὸ 1452 ὁ Μωάμεθ θέλων ν’ ἀποκόψῃ τὴν ἐπικοινωνίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τὸν Εὔξεινον Πόντον ἔκτισεν εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν ἀκτὴν τοῦ Βοσπόρου τὸ φρούριον Ρούμελη Χισάρ , ὅπου ἐσκόπευε νὰ ἐγκαταστήσῃ μεγάλα πυροβόλα. Ἐπίσης τὸν στρατηγόν του Τουρχὰν ἔστειλεν εἰς Πελοπόννησον, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς δεσπότας αὐτῆς Δημήτριον καὶ Θωμᾶν νὰ στείλουν βοήθειαν εἰς τὸν Κωνσταντῖνον.

Ὁ αὐτοκράτωρ μετὰ τὰς δῃώσεις τῶν Τούρκων καὶ τὴν σφαγὴν τῶν κατοίκων τῶν Ἐπιβατῶν, διέταξε νὰ κλεισθοῦν τὰ τείχη τῆς πόλεως. Τὴν 5ην Ἀπριλίου 1453, ὁδηγῶν 250.000 στρατοῦ, ὁ Μωάμεθ ἐνεφανίσθη πρὸ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μὲ τὸν στρατὸν του ἀπέκλεισε τὴν πόλιν ἀπὸ ξηρᾶς, ἀπὸ τὴν Χρυσῆν Πύλην πρὸς νότον ἕως τὰς Βλαχέρνας πρὸς βορρᾶν, καὶ μὲ στόλον ἐκ 400 πλοίων ἀπὸ θαλάσσης. Ἰσχυρὸν πυροβολικὸν ἐβοήθει τὸν στρατόν, διότι ὁ Μωάμεθ, ἔχων ἀφθονώτατα οἰκονομικὰ μέσα, ἐδέχθη τὸ 1452 αὐτόμολον, καλὸν γνώστην τῆς ὀχυρώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν οὑγγρικῆς καταγωγῆς Οὑρβανόν, εἰδικὸν τεχνίτην πυροβόλων, ὅστις ἀντὶ ἁδροτάτης ἀμοιβῆς τοῦ κατεσκεύασε μέγα διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πυροβόλον, βάλλον λιθίνας σφαίρας χιλίων πεντακοσίων λιτρῶν καὶ ἐπιφέρον μεγάλα ρήγματα εἰς τὸ τεῖχος, ἐνσπεῖρον δὲ τὸν τρόμον εἰς τοὺς πολιορκουμένους, μέχρις ὅτου διὰ τοῦ ὑγροῦ πυρὸς κατεστράφη μετὰ πολλῶν ἄλλων μικροτέρων πυροβόλων.

Ἐνῷ τόσαι δυνάμεις ἐπολιόρκουν τὴν πρωτεύουσαν, ὁ αὐτοκράτωρ διέθετε διὰ τὴν ἅμυνάν της μόλις 7.000 μαχητάς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ 2.000 ἦσαν ξένοι μισθοφόροι. Τὸ στρατηγεῖον του ὁ αὐτοκράτωρ ἔστησε πρὸ τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ καὶ ἀνέθεσε τὴν ἅμυναν εἰς τὸν Γενουάτην στρατηγὸν Ἰωάννην Ἰουστινιάνην.

Εἴκοσι ἑπτὰ ἑλληνικὰ καὶ δώδεκα συμμαχικὰ πλοῖα ἀπετέλουν τὸν ἑλληνικὸν στόλον. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλεῖστα ἦσαν κλεισμένα ἐντὸς τοῦ Κερατίου κόλπου. Μετ’ ὀλίγον ἔξοχον ναυτικὸν κατόρθωμα συνετελέσθη. Τὴν 20ην Ἀπριλίου ἐπιστρέφον εἰς Κωνσταντινούπολιν ἐκ Χίου ἄλλα 5 πλοῖα. Ταῦτα ὁδηγούμενα ὑπὸ τοῦ πλοιάρχου Φλαντανελᾶ, κατώρθωσαν νὰ βυθίσουν πολλὰ τουρκικὰ πλοῖα καὶ νὰ φονεύσουν περὶ τὰς 12 χιλιάδας Τούρκων, νὰ ἀνασύρουν τὴν ἅλυσον, ἡ ὁποία ἔκλειε τὸν Κεράτιον κόλπον καὶ νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτὸν. Ὁ Φλαντανελᾶς, κρατῶν πέλεκυν καὶ πηδῶν ἀπὸ τῆς πρύμνης εἰς τὴν πλῷραν, διήγειρε τὸ πλήρωμα διὰ τεραστίων φωνῶν, μαχόμενος ὡς λέων καὶ καίων διὰ τοῦ ὑγροῦ πυρὸς τὰ ἐχθρικὰ πλοῖα. Ὁ Μωάμεθ, βλέπων τὸ κατόρθωμα τοῦ ἀτρομήτου κυβερνήτου Φλαντανελᾶ, ἐξεμάνη, διότι 100 ἰδικά του πλοῖα, ἅτινα εἶχον παραταχθῆ πρὸ τοῦ λιμένος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, διὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν εἴσοδον εἰς τὰ 5 ἑλληνικά, δὲν ἐνίκησαν ὀλιγαρίθμους Ἕλληνας ναυτικούς.

Τὴν 18ην Ἀπριλίου ὁ Μωάμεθ ἐπεχείρησε τὴν πρώτην μεγάλην ἔφοδον κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀπεκρούσθη. Τότε ὁ σουλτάνος ἠθέλησε νὰ γίνῃ κύριος τοῦ Κερατίου κόλπου, ὥστε νὰ ἀποκλείσῃ τελείως τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκόψῃ τὴν ἅλυσον, διεβίβασε διὰ ξηρᾶς εἰς τὸν Κεράτιον κόλπον ἀπὸ τὸ Διπλοκιόνιον τοῦ Βοσπόρου 70 πλοῖα ἐντὸς μιᾶς νυκτός. Ἐν τούτοις τὴν 7ην Μαΐου καὶ μετ’ αὐτὴν ἀπεκρούσθησαν νέαι ἔφοδοι τῶν Τούρκων.

Τὴν 16ην Μαΐου ἐπρότεινε ὁ Μωάμεθ εἰς τὸν Κωνσταντῖνον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πόλιν καὶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς Πελοπόννησον, ὅπου θὰ παρέμενεν ὡς ἀνεξάρτητος ἡγεμών. Ὑπεσχέθη δὲ νὰ σεβασθῇ τὴν ζωὴν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν κατοίκων. Ὁ αὐτοκράτωρ, ἀφοῦ ἔλαβε καὶ τὴν γνώμην τῆς συγκλήτου, ἔδωκε τὴν ἱστορικὴν ἀπάντησιν: «Τὸ τὴν πόλιν σοι δοῦναι οὔτ’ ἑμὸν ἔστι, οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ.Κοινῇ γὰρ γνώμη πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν» (Δούκας, 280).

Κατόπιν τούτων ὁ Μωάμεθ ἤρχισε νὰ προπαρασκευάζῃ τὴν τελικὴν ἔφοδον. Ὑπεσχέθη τιμὰς καὶ ἀξιώματα εἰς τοὺς ἀνδρείους. Ἀπὸ τὸν θόρυβον καὶ τὰς φωταψίας οἱ Ἕλληνες ἐνόησαν ὅτι ἐτοιμάζεται ἡ ἔφοδος. Ἡ ἀναλογία ἦτο εἰς πρὸς πεντακοσίους ἐχθρούς. Ὁ αὐτοκράτωρ διέταξε νὰ γίνῃ λιτανεία, κατὰ τὴν ὁποίαν γυναῖκες, παιδία, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς περιῆλθον τὰ τείχη. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπῆρχον χρήματα νὰ δοθοῦν εἰς τὸν στρατόν, διέταξεν ὁ βασιλεὺς νὰ πωληθοῦν τὰ ἱερὰ σκεύη τῶν ἐκκλησιῶν, λέγων «ἂν ὁ Θεὸς τὴν πόλιν λυτρώσηται, τετραπλοῦν ἀποδώσω τῷ Κυρίῳ μου». Συγκεντρώσας ἔπειτα τοὺς ἄρχοντας ὁ Κωνσταντῖνος, ἐξεφώνησε συγκινητικώτατον λόγον, δι’ οὗ προέτρεπε νὰ ἀποθάνουν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος καὶ νὰ ἀγωνισθοῦν νὰ σώσουν τὴν Πόλιν, «τὴν χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων». Κατόπιν ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν, ὅπου ἐτελέσθη ἐπισημοτάτη ἡ τελευταία λειτουργία καὶ ἐν μέσω ἀπείρου πλήθους ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τότε, μετὰ δακρύων ἀποχαιρετίσας πάντας καὶ ζητήσας ἀπὸ ὅλους συγγνώμην, ἀπῆλθεν ἔφιππος εἰς τὰ τείχη, ἐπιθεωρῶν καὶ φρονηματίζων τοὺς ἀγωνιστὰς ὅλην τὴν νύκτα τῆς 28ης πρὸς τὴν 29ην Μαρτίου, μέχρις ὅτου ἔλαβε θέσιν ἁπλοῦ πολεμιστοῦ πρὸ τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, εἰς τὸ ἀσθενέστερον σημεῖον, ἡρωϊκῶς ἀγωνισθεὶς καὶ γενόμενος αἰώνιον παράδειγμα πατριωτισμοῦ καὶ εὐθανασίας.

Πρὸς τὰ ἐξημερώματα τῆς 29ης Μαΐου ἤρχισεν ὁρμητικὴ ἐπίθεσις. Τὴν μεγαλυτέραν της ἔντασιν ἔλαβεν αὕτη εἰς τὴν πύλην τοὺ Ρωμανοῦ, διότι ἐκεῖ ἐμάχετο ὁ Μωάμεθ μὲ τοὺς γενιτσάρους του. Τρία σώματα στρατοῦ ἐφορμοῦν καὶ τὰ τρία ἀποκρούονται ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων. Εἶχεν ἤδη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ὅτε ὁ αὐτοκράτωρ ἀνακράζει πλήρης χαρᾶς: «Συστρατιῶται καὶ ἀδελφοί, ἰδική μας εἶναι ἡ νίκη». Ἀλλ’ αἰφνιδίως ὁ Ἰωάννης Ἰουστινιάνης καταλείπει τὸν ἀγῶνα τραυματισθεὶς ὑπὸ βέλους εἰς τὴν χεῖρα, ἂν καὶ οὐχὶ σοβαρῶς, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐκ διαδόσεων δυσμενῶν ἐπῆλθε σύγχυσις μεταξὺ τῶν ἀμυνομένων καὶ ἡ ἄμυνα πρὸς στιγμὴν ἐχαλαρώθη. Οἱ Τοῦρκοι παρεβίασαν τότε μικρὰν πύλην, τὴν Κερκόπορταν καὶ ἦλθον ὄπισθεν τοῦ αὐτοκράτορος. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ πίπτουν ἀγωνιζόμενοι ὡς λέοντες. «Ἡ πόλις κυριεύεται καὶ ἐγὼ ζῶ ἔτι;» ἀνακράζει ὁ αὐτοκράτωρ. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν τὸν κτυποῦν καί, πίπτων μεταξὺ τῶν πτωμάτων, ἀνεφῶνησεν: «Οὐκ ἔστι τις τῶν χριστιανῶν τοῦ λαβεῖν τὴν κεφαλήν μου ἀπ’ ἐμοῦ;».

Σφαγή, βιαιοπραγίαι καὶ λεηλασίαι ἠκολούθησαν τὴν ἅλωσιν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Οἱ γενίτσαροι, εἰσέλθοντες εἰς Ἁγίαν Σοφίαν, ἔσψαξαν ὅλον τὸ πλῆθος τὸ ὁποῖον εἶχε προσφύγει ἐκεῖ. Περὶ τὴν 8ην πρωϊνὴν τῆς ἐπομένης ὁ Μωάμεθ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν καὶ ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν ἀνέπεμψεν εὐχαριστίας εἰς τὸν Ἀλλάχ. Ὁ λαὸς ἐθρήνησε τὴν ἅλωσιν καὶ τῆς πρωτευούσης καὶ τῆς δευτέρας πόλεως τοῦ βυζαντινοῦ κράτους, τῆς Θεσσαλονίκης: «Πῆραν τὴν Πόλιν, πῆραν τὴν, πῆραν τὴν Σαλονίκη» καὶ ἐγαλούχησε τὰ τέκνα του κατὰ τὴν φοβερὰν δουλείαν μὲ θρύλους, τῶν ὁποίων ὁ ἀντίλαλος φθάνει μέχρις ἡμῶν.

Ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἄλλοι ἔφυγον εἰς τὴν Δύσιν καὶ ἄλλοι ἐθανατώθησαν ἢ ἐξηναγκάσθησαν νὰ ἐξομόσουν.

Τοιουτοτρόπως ἔπεσεν εἰς χεῖρας τῶν Τούρκων ἡ βασιλὶς τῶν πόλεων, ὑποστᾶσα δύο ἁλώσεις καὶ εἴκοσι πολιορκίας.

Ὁ Μωάμεθ τὴν ἐπαύριον τῆς Ἁλώσεως, προσέλαβεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του Ἕλληνας καὶ ἔλαβε τὸν τίτλον «Ἀμηρᾶς Τουρκορωμαίων».

Τὸ 1460 κατελύθη τὸ δεσποτᾶτον τῆς Πελοποννήσου καὶ τὸ 1461 ἡ αὐτοκρατορία τῆς Τραπεζοῦντος.

Τοιοῦτον ἡπῆρξε τὸ τέλος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ὁποία ἐπὶ χίλια καὶ πλέον ἔτη ἐδημιούργησε μέγαν πολιτισμὸν καὶ ἠμύνθη κατὰ μυρίων βαρβάρων πρὸς διαφύλαξιν τοῦ χριστιανισμοῦ.

Παρ’ ὁσαδήποτε τρωτὰ, εἰς τὴν βυζαντινὴν αὐτοκρατορίαν διετηρήθησαν αἱ παραδόσεις τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ καὶ ἐκεῖ ἤκμασεν ὁ ὑψηλότερος καὶ λαμπρότερος πολιτισμὸς ὅλου τοῦ μεσαιωνικοῦ κόσμου. Τὸ Βυζάντιον ὑπῆρξεν ὁ μέγας διδάσκαλος Ἀράβων, Σλάβων καὶ λοιπῶν, αὐτὸ δὲ ἐχάρισεν ἐμμέσως διὰ τῶν Ἀράβων καὶ ἀμέσως διὰ τῶν λογίων του εἰς τὴν Δύσιν τὴν ἀναγέννησιν. Ἡ ἐπίδρασις τοῦ Βυζαντίου εἰς ὅλην τὴν ὀρθόδοξον Ἀνατολὴν συνεχίζεται μέχρι σήμερον. Τὸ Βυζάντιον κατέχει εἰς τὴν καρδίαν μας καὶ τὴν ζωήν μας, θρησκευτικὴν καὶ ἐθνικήν, ἰδιαιτέραν θέσιν. Ἀπὸ τὴν βυζαντινὴν ἐποχὴν ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ἡ θρησκευτική της πίστις καὶ οἱ ἐθνικοὶ ἀγῶνες, ἐνῷ ἡ δόξα καὶ ὁ πολιτισμὸς της ἀρχίζουν ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτάτην ἑλληνικήν.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him or email him