ΒΑΣΙΚΟΝ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β’) (D- G)






ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 
D


1.    darem, ἰδ. do.

2.    datus, ἰδ. do.

3.    de, πρόθ. μετἀφαιρετ., ἐκ, ἀπό 1) τοπ. ἐκ, ἀπό C 2,2. 2) ἀντί γεν. διαιρετικῆς C 3, 1. Α 14, 2 (πολλάκις). 3) περὶ Ηn 2.2 2,6. Α 6, 3-. 18, 6.

4.    dabeo (de-habeo), bui, bitum, 2. ὀφείλω, καθῆκον ἔχω, nemini dubium esse debel οὐδενί ἀμφίβολον νὰ εἶναι ὀφείλει (δύναται). 2) ἀπολύτως : ὀφείλω, χρεωστῶ Α 2, 4.


5.    debilito, 1. (ἀσθενῶ [=όω] τινα, πηρῶ). 2) ἀναχαιτίζω τινὰ ἐν τῇ. δράσει debilitor ἐξασθενῶ [έω]

6.    de-cedo, 3. ἀποχωρῶ, (καταλείπω τὴν ἐπαρχίαν ἅμα τῇ λήξει τοῦ στρατηγικοῦ ἤ τοῦ ὑπατικοῦ ἔτους) C 1, 4. 2) ἀναχωρῶ, Ηn 1, 5. 3) ἀποχωρῶ τῆς ζωῆς, ἀποθνήσκω Α 2, 1.22,3. 4) (ἐπί ἀψύχων, π.χ. ἐπὶ πυρετοῦ) ἀρχίζω νὰ ύποχωρῶ, ἐλαττοῦμαι Α 22, 3.

7.    decem, δέκα.

8.    deceo, decui, -, 2. (δοκέω). 2. ἀπροσώπως decet πρέπει, ἀρμόζει, εἶναι πρέπον.

9.    de - cerno, decrevi, decretum, 3. (δοκεῖ μοι, ἀποφασίζω. 2) διαλύω διὰ τῶν ὅπλων τὴν διαφοράν, ἀποφασίζω διὰ τῶν ὅπλων cum hoc (ἀφαιρετική) ἀρσεν. decernit πρὸς τοῦτον (ἐναντίον τούτου, τοῦτῳ) συνάπτει (ἀποφασιστικήν) μάχην. classe erant decreturi διὰ τοῦ στόλου (διὰ ναυμαχίας) ἔμελλον νὰ ἀποφασίσωσιν, ἔμελλον νὰ ναυμαχήσωσι.

10.                       de-claro,1. δηλῶ, ἐπιεημαίνω Ηnii 2. 2) δῆλον καθίστημι, περιγράφω Α 18, 6.

11.                       decreturus, ἰδ. decerno.

12.                       dederem, ἰδ. dedo.

13.                       dederis, ἰδ. do.

14.                       dedi, ί δ. do.

15.                       de-do, dedidi, deditum, 3. παραδίδωμι, παραδίδω.

16.                       de - duco, 3. (κατάγω). 2) συμπαραλαμβάνω ὡς συνοδόν C 1, 4. 3) ἄγω, φέρω Ηnii 1.

17.                       deductus, ἰδ. deduco.

18.                       deduxi, ἰδ. deduco.

19.                       de-fendo, ndi, nsum, 3. ὑπερασπίζω.

20.                       defensum (ὔπτιον τοῦ defendo) Ηn 6,1.

21.                       de-fero, 3. (κατάγω). 2) προσφέρω, ἀπονέμω Ηn 3,1. Α 6,4. 19,3 3) (παρα)δίδω Α 4,2. 4) γνωστοποιώ Ηn 3,1. 12,1.

22.                       de - hortor, 1. ἀποθετ. ἀποτρέπω. dehortando impedio ἀποτρέπων κωλύω, προσπαθῶ νὰ ἀποτρέψω.

23.                       deinde (dein-de), ἐπίρρ. (ἔπειτα). 2) primum... deinde πρῶτον... ἔπειτα, (πρῶτον... δεύτερον) .

24.                       delatum, ἰδ. defero.

25.                       de-lecto, 1. (ἐφελκύω). 2) delector non minus animo quam ventre εὐφραίνομαι ὄχι ὀλιγώτερον [= καὶ] διὰ τοῦ πνεύματος [=καὶ] διὰ τῆς κοιλίας.

26.                       delectus (μτχ. παθητ. τοῦ deligo, legi, lectum, 3. ἐκλέγω) ἐκλελεγμένος, ἐκλεκτός.

27.                       deleo, evi, etum, 2. καταστρέφω, ἀφανίζω.

28.                       de-ligo, 1. ἐπιδέω., προσδένω.

29.                       de-migro, 1. μετοικῶ.

30.                       de - pello, depuli, depulsum, 3. ἀποδιώκω.

31.                       de-pono, 3. (καταθέτω πρὸς ἀσφαλεστέραν φύλαξιν), τοποθετῶ Ηn 9,3. 2) animam παραδίδω τὸ πνεῦμα (τήν ζωήν), ἀποθνῃσκω. odium καταθέτω, ἀποβάλλω ἀφίνω, δὲν ἔχω πλέον) τὸ μῖσος.

32.                       de-porto, 1. (κατακομίζω). 2) triumphum κατάγω θρίαμβον.

33.                       de-prinio (de καὶ premo), depressi, depressum, 3. καταπιέζω 2) καταπαύω, ματαιῶ, ἐμποδίζω Α 22,2. 3) naves καταβυθίζω τάς ναῦς.

34.                       descisco, scivi (συνηθ. descii), scitum, 3. μεθίσταμαι, ἀποσκιρτῶ.

35.                       descivi, ἰδ. descisco.

36.                       de scribo, 3. περιγράφω, versibus (ἀφαιρ.) διὰ στίχων (ἐν ποιήσει).

37.                       de-sero, serui, sertum, 3. ἀπολείπω, παραιτῶ εἰς τὸ μέσον [ἀφίνως τὰ κρύα τοῦ λουτροῦ].

38.                       desiderium, ii, οῦ. πόθος, σφοδρὰ ἐπιθυμία (λυπηρὰ ἀναμνησις τῆς ἀπουσίας τινός).

39.                       desidero, 1. ποθῶ, έπιθυμῶ Α 16,3. 2) ἀπαιτῶ, ἐπιζητῶ Α 12,3.

40.                       de-sino, desii, desitum, 3. παύω, παύομαι.

41.                       desisto-destiti, 3. παύω, παύομαι, ἀφίσταμαι,(μτχ. μέλλ. desti turus).

42.                       desperatio, onis, ἀπελπισμός, ἀπόγνωσις.

43.                       desperatus (παθητ. μτχ. τοῦ despero, 1. ἀπελπίζω) ἀπηλπισμένος, ἄπελπις. desperatis rebus ἐν ἀπελπιστικῆ καταστάσει τῶν πραγμάτων.

44.                       de - spicio (de καὶ τὸ ἄχρηστον specio βλέπω), spexi, spectum 3. καταθεῶμαι. 2) καταφρονῶ, δὲν φροντίζω περί... Α 6,4.

45.                       de-spondeo, spondi, sponsum, 2). ἐγγυώ, ὑπισχνοῦμαι, ἀρραβωνίζω.

46.                       destiterim. ἰδ. desisto.

47.                       destiti, ἰδ. desisto,

48.                       de-tego, texi, tectum, 3. ἀποστεγάζω, (ἀφαιρῶ τὴν στέγην).

49.                       detrimentum, i, οὐ. βλάβη, ζημία Α 2, 3. 2) βλάβη, ἀπώλεια, Ηn 5, 2. 3) ἀπώλεια, μείωσις, C 2,4.

50.                       detuli, ἰδ. defero.

51.                       devisi, ἰδ. devinco.

52.                       de-vincio, vinxi, vinctum, 4. (δένω). 2) προσελκύω, “ἐπαγομαι”.

53.                       de-vinco, 3. κατανικῶ, παραλύω, ἀποσυντίθημι.

54.                       devinxi, ἰδ. devinco.

55.                       dexter, era, erum ( dexter, dextra, dextrum), δεξιός.

56.                       dico, dixi, dictum, 3. λέγω. 2) συμφωνῶ, ὁρίζω χρονικὸν ὅριον ἀποδόσεως τοῦ δανείου Α 2, 3.

57.                       dictator, oris, . δικτάτωρ (γεν. δικτάτωρος), στρατηγὸς αὐτοκράτωρ.

58.                       dictus, ἰδ. dico.

59.                       dies, diei, . καὶ θ. (ἐν τῷ πληθ. πάντοτε γένους ἀρσ.) ἡμέρα. paucis diebus (=post paucos dies paucis diebus post) μετὀλίγας ἡμέρας. in dies ὁσημέραι, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν (καθημερινῶς).

60.                       difficilis, e, δύσκολος, χαλεπός.

61.                       diflicile est δύσκολον εἶναι 2) δυσμεταχείριστος, παράξενος, ἰδιότροπος Α 5, I.

62.                       dignitas, atis, (τὸ ἄξιον). 2) (ή διὰ τὴς προσωπικῆς ἀξίας ἀποκηθεῖσα) ἐκτίμησις, τιμή Α 21,1. 3) θέσις, τάξις, τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱππέως Α1,1. prodignitate ἀναλόγως τοῦ (ἱππικοῦ) ἀξιώματος (κατὰ τρόπον ἄξιον τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ ὡς ἱππέως καὶ κατὰ τρόπον ἄξιον τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ) Α 6, 2,

63.                       dileclus, us, . στρατολογία.

64.                       dilexi, ἰδ. diligo.

65.                       diligens, ntis, (μτχ. τοῦ diligo), διαχειριστικὸς περιουσίας(ἐπί τοῦ καλοῦ οἰκογενειάρχου), οἰκωφελής, οἰκονόμος.

66.                       diligenter, ἐπίρρ. (προσελτικῶς). 2) μετἀκριβείας

67.                       diligentia, ae, ἐπιμέλεια, ἐπιμεμελημένη καὶ ἀδιάλειπτος ἐνέργεια, φιλοπονία Ηn 7, 5. C 3, 4. Α 13, 4. 2) οἰκονομία, φειδώ, ὀλιγάρκεια Α 13,5. 3) ἴασις (θεραπεία τοῦ ἀρρώστου) Α 21, 5.

68.                       di-ligo (dis καὶ lego), lexi, lectum 3. (ἐκλέγω). 2) ἀγαπῶ ἐξ ἐκτι μήσεως, ἐκτιμῶ.

69.                       di-mico, 1. ἀγωνίζομαι, μάχομαι.

70.                       di-mitto, 3. (διαπέμπω). 2) ἀποπέμπω, ἀφίνω τινὰ νὰ ἀπέλθῃ Ηn 3, 3.4,1. 3) vitam alieno arbitrio (δοτ.) καταλείπω (ἀφίνω, παραιτῶ) τὴν ζωὴν τῆ ἀλλορίᾳ αὐθαιρεσίᾳ. Ηn 12,5.

71.                       di-ripio (dis καὶ rapio), ripui, reptum, 3. διαρπάζω). 2) πορθῶ, ἐξολοορεύω, ἐρημῶ, δῃῶ, λαφυραγωγῶ

72.                       dis-cedo, 3. ἀποχωρῶ. superior άποχωρώ ἀνώτερος (τ. . νικητὴς ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης).

73.                       disieci, ί δ. disicio.

74.                       dis-icio (πρόφερε disjicio [ἐκ τοῦ dis καὶ iacio, πρόφ. jacio] ῥίπτω, βάλλω), disieci, disiectum, 3. (διαρρίπτω). 2) dorum a fundamentis κατασκάπτω τὸν οἶκον ἀπὸ θεμελίων, (κατεδαφίζω).

75.                       dispalatus, μετοχὴ τοῦ ἀχρήστου άποθετικοῦ ῥήμ. dispalor, 1. διασκορπίζω ἐμαυτόν, διεσπαρμένος περιφέρομαι.

76.                       dissensi, ἰδ. dissentio.

77.                       dis-sentio, 4. διαφωνῶ, ἀντιδοξώ, ζῶ ἐν διχονοίᾳ..

78.                       dis-sideo (dis καὶ sedeo), sedi, sessum, 2. (διίσταμαι, διέστηκα). 2) dissidebat ab eo διεφέρετο αὐτῷ. (εἶχε διαφορὰς πρὸς αὐτόν), ἦτο πολέμιος τοῦτου.

79.                       dis-socio, 1. (διαζεύγνυμι). 2) φέρω εἰς διχόνοιαν, διαιρῶ, διασπῶ. dissociatis animis civium (ἀντὶ dissociatis civibus) διχονοησάντων τῶν πολιτῶν, ἐπειδὴ οἱ πολίται διέστησαν [πολιτικῶς].

80.                       districtus (μτχ. παθ. τοῦ . distringo, strinxi, strictum. 3. σύρων. διαχωρίζω), (πολλαπλῶς) ἀπησχολημένος.

81.                       diti, δοτ. τοῦ dives.

82.                       diu, ἐπίρρ. πολὺν χρόνον, συγκρ. diutius, πλείονα χρόνον, μακρότερον.

83.                       diuturnitas, atis μακροχρονιότης.

84.                       dives, itis, πλούσιος (δοτ. diti ἀντί diviti Α 1, 2).

85.                       divinatio, onis, μαντική.

86.                       divinus θείος, divina res (θεῖον πρᾶγμα), ἡ θυσία, τὰ πρὸς τοὺς θεούς (=sacrificium).

87.                       divus, i, ἀ. (τιμητικὴ προσωνυμία). ὁ ἀποθεωθείς, θεός. divi filius=divi Casaris Filius.

88.                       do, dedi, datum, dare, 1. δίδωμι, παρέχω, δωρῶ. manus (ἐνν. vinculis) δίδω (προτείνω) τὰς χεῖρας εἰς δεσμά, (όμολογῶ ὅτι ἡττήθην). filiam διδω τὴν θυγατέρα ὡς γυναῖκα, ἐκδίδωμι τὴν θυγατερα. locum nocendi παρέχω εὐνοϊκόν χρονικὸν σημεῖον (=locum), λαβήν, εὐκαιρίαν πρὸς βλάβην. operam ut... προσπαθῶ νά ... (πασχιζω νά...). operam honoribus δίδω ἐπιμέλειαν ταῖς τιμαῖς, ἐπιδιώκω (πολιτικά) ἀξιώματα, tempore dato εὐκαιρίας (εὐνοϊκῆς) δοθείσης (τυχούσης). do verbα (φράσις τῶν κωμικῶν) παρέχω λόγους κενούς, φράσεις κενάς (ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἔργα), ἐξαπατῶ (γελῶ) (πρβλ. τὸ ἡμέτερον : αὐτά ‘ναι λόγια). do vela ventis δίδω τὰ ἱστάα τοῖς ἀνέμοις, ἀναπετάννυμι τὰ ἰστία, ἐκπλέω. senatus datur ἡ Σύγκλητος δίδεται (κυρίως : aditus ad senatum=ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Σύγκλητον) ἐπιτρέπεταί τινι νὰ τύχη ἀκροάσεως παρὰ τῆς Συγκλήτου.

89.                       doceo, docui, doctum, 2. διδάσκω. 2) διαφωτίζω.

90.                       docilitas, atis, (εὐμάθεια), docilitas ingen ii εὔκολος ἀντίληψις.

91.                       doctor, oris, ἀ. διδάσκαλος.

92.                       doctrina, ae, (διδασκαλία). 2) παίδευσις C 3,4. 3) γνώσεις Α 1, 2. 4) ἀνατροφή, παίδευσις Α 17, 3.

93.                       dodrans, ntis, ἀ. (κατὰ τὴν σημασίαν ἀπὸ τοῦ de-quldrans = 1/4 ἔλαττον) = libra ἤ as libralis μεῖον ¼ ἤτοι ¾ τῆς libra. Μία libra=327, 45 γραμ.-2) heres ex dodrante κληρονόμος τῶν τριῶν μερῶν (δηλ. τῶν ¾ τῆς περιουσίας) Α 5,2.

94.                       dolor, oris . ἀλγηδὼν Α 21, 3. 21, 4. 2) λύπη Α 4, 5.

95.                       dolus, i, δόλος, τέχνασμα, ἀπάτη.

96.                       domesticus, οἰκιακός, τοῦ οἴκου Α 13, 4.13, 7. 2) domesticae opes αἱ ἴδιαι (αύτοῦ) δυνάμεις, αἱ δυνάμεις τοῦ βασιλείου (αὐτοῦ).

97.                       domi, ἰδ. domus.

98.                       domicilium,ii οί,. (κατοικία). 2)

99.                       έδρα, διαμονή.

100.                  domo, ἰδ. domus.

101.                  domus, us (καὶ domi Ηn 9, 3.) οἶνος. Τύποι μετ’ ἐπιρρηματ. σημασίας: domi (πτώσ. τοπικῆς) ἐν τῇ πατρίδι Ηn 1,2. Α 3,3.13,4. domum εἰς τὸν οἶκον A 13,6. domo ἐκ τῆς πατρίδος Ηn 8,1.

102.                  donicum, σύνδ. (ἀρχαϊκὸς τύπος ἀντί τοῦ donec), μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν, μέχρις οὗ.

103.                  dono, 1. δωροῦμαι (δωρῶ). dono aliquem aliqua re δωρούμαί τινά τινι πράγματι, δωροῦμαί τινί τι.

104.                  dubito,1. ἀμφιβάλλω, quod nemo dubitat (ἀντὶ de qua re nemo dubitat) περὶ οὗ οὐδεις ἀμφιβάλλει. non dubito quin (μεθ’ ὑποτακτικῆς) δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι (πιστεύω ὅτι). 2) non (dubito μετ’ ἀπαρεμφάτου (χοόνου ἐνεστῶτος) δὲν ὀκνῶ νά..., δὲν διστάζω νά....

105.                  dubius, ἀμφίβολος, sine dubio ἄνευ ἀμφιβολίας, ἀναμφιβόλως.

106.                  duco, duxi, duclum, 3. ἄγω Ηn 3, 3.8, 41. 2) ἄγειν μεθ’ ἑαυτοῦ Ηn 2, 4. (κατ’ ἔλλεψιν τοῦ me secum ἐμὲ μεθ’ ἑαυτοῦ], ἀπάγω (παίρνω καὶ φεύγω) Ηn 99, 4.3) νομίζω, θεωρῶ. continentis debet duci ἐγκρατοῦς (μεμετρημένου ἀνδρὸς γνώρισμα) πρέπει νὰ θεωρῆται, nefas duco μετ’ ἀπαρεμφ. θεωρῶ ἀσεβές, θεωρῶ (ὡς) ἱεροσυλίαν νά...

107.                  dulcis, c, (ἡδύς), 2) τερπνός.

108.                  dum, σύνδ. μετ’ ἐνεστ. ὁριστικῆς ἐνῷ, ἐν ᾧ χρόνῳ Ηn 12, 1. Μετὰ παρατατικοῦ ἀντὶ ἐνεστῶτος Ηn 2, 3.

109.                  duo, duae, duo, δύο.

110.                  duplex, icis (διπλοῦς). 2) διπλοῦς, διάφορος (δύο ἐκδοχῶν).

111.                  dux, ducis, ἀ. (ὁδηγός), 2) ἀρχηγός, στρατηγός.

112.                  duxi, ἰδ. duco.


Ε

1.    e (οὐδέποτε πρὸ φωνήεντος ἤ τοῦ h) καὶ ex (πρὸ φων. καὶ συμφ.). πρόθ. μετ’ ἀφαιρ. 1) τοπικῶς ἐκ, ἀπὸ Ηn 6,4. Α 21,1. 2) πρὸς δήλωσιν τῆς καταγωγῆς ἤ τοῦ γένους: ἀπό, ἐκ Α 19, 1. 3) ἀντὶ γέν. διαιρ. Ηn 3, 3.12, 1. 13,3. Α 5, 2 (ex Heredilate). 4) πρὸς δήλωσιν αἰτίας ἤ ἀποτελέσματος: ἕνεκα, ἐν, διὰ Ηn 7. 5. C 2, 1, 2,2. Α 1, 3. 20, 3, 21,3. 5) ποός δήλωσιν συμφωνίας: συμφώνως πρὸς Hm 3, 1. Ηn 7, 3.7, 5. Α 5. 2) (ex dodrante), 6, 2. 13, 6. 6) πρὸς δήλωσιν ἐπιρρηματικῆς σχέσεως Ηn 1, 2 (e contrario), ex quo= ὅθεν Ηn 5,4.

2.    ea, ἐπίρρ. (ἐννοεῖται parte ἤ via), ἐκείνῃ, κατ’ ἐκείνην τὴν ὁδόν.

3.    eamque=et eam, ἰδ. is.

4.    eandem, αἰτ. τοῦ eadem, ἰδ. idem.

5.    edictum, i, οὐ. διάγραμμα, διάταξις. Ἀναλαμβάνοντες τὴν ἀρχὴν οἱ τιμηταὶ ἐδημοσίευον διάγραμιια εἴτε παραλαμβάνοντες τοῦτο ἀμετάβλητον παρὰ τῶν προκατόχων (edictum tralaticium διάγραμμα παραδοτόν), εἴτε προσθέτοντες εἰς τοῦτο νέας ἰδίας διατάξεις. Ὁ τιμητὴς Κάτων ἀναλαβὼν τὴν ἀρχὴν προσέθηκε πολλάς νέας διατάξεις, κυρίως πρὸς περιστολὴν τῆς πολυτελείας.

6.    e-do,- edidi, editura, 3. ἐκδίδω. in vulgus, ἐκδίδω εἰς τὸ δημόσιον, δημοσιεύω.

7.    ef-fero (παλαιότερον ec-fero), ex tuli, elatum, efferre, 3. ἐκφέρω. 2) ἐκφέρω, κηδεύω, (συνοδεύω εἰς τὴν τελευταίαν κατοικίαν).

8.    ef-ficio (ex καὶ facio), feci, fectum, 3. (ἐξεργάζομαι), 2) κατορθῶ C 2, 2). efficio ut ἐνεργῶ νά... 3) συναθροίζω (=colligo) Ηn 10,5.

9.    ef-fugio, 3. (ἐκφεύγω). 2) διαφεύγω τινά (τὰς ἐνέδρας τινός).

10.                       effusus, (κυρίως : παθ. μετχ. τοῦ ef-fundo ἐκχεω) = ἔκχυτος 2) ἄμετρος, (εὐρύς, εἰς εὐρεῖαν κλίμακα), ὑπερβολικός.

11.                       egi, ἰδ. ago.

12.                       ego, ἐγώ.

13.                       egόmet (ego ἐγὼ καὶ τὸ ἐγκλιτικόν met) ἐγὼ αὐτός.

14.                       e-gredior (e καὶ gradior), egressus sum, egredi, 3. ἀποθ. ἐξέρχομαι.

15.                       ei, δοτ. τῆς ἀντων. is, ea, id.

16.                       eius, γεν. τῆς ἀντωνυμίας is.

17.                       eiusdemque = et eiusdem, ἰδ. idem.

18.                       elatus, ἰδ. effero.

19.                       elegans, ntis, κομψός, φιλόκαλος.

20.                       elegantia, ae, (κομψότης). 2) elegantia vitae (κομψότης τοῦ βίου), εὐγενὴς διαγωγή (συμπεριφορά), λεπτοὶ τρόποι (λεπτότης τῶν τρόπων ἐν ταῖς κοινωνικαῖς σχέσεσιν).

21.                       elepliantus, i, . ἐλέφας.

22.                       e-licio (e καὶ [lacio]), cui, citum, 3. (ἐξάγω). 2) verbosiores epistulas ἀποσπῶ (= extorqueo) ἐπιστολὰς σχοινοτενεστέρας (τοῦ συνήθους).

23.                       eloquentia, ae, εὐγλωττία, δεινότης τοῦ λέγειν.

24.                       emax, acis, (ὠνητικός). 2) ἔχων ἀγορομανίαν, μανιώδης ἀγοραστής, (ἀντίθ). vendax).

25.                       enim, σύνδ. (μετὰ μίαν ἤ πλείονας λέξεις ἕν ὅλον ἀποτελούσας), διότι.

26.                       e-numero, 1. ἀπαριθμῶ, διηγοῦμαι, “καταλέγω”.

27.                       eo, ‘επίρρ. ἐκεῖσε Hm 3, 1. 2) eο ut - εἰς τοιαύτην κατάστασιν (τόσον) - ὥστε Hm 2, 3. 3) ἐο ut - εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε Hm 4, 3.

28.                       eo, ii (καὶ ivi), itum, ire, 4. (πορεύομαι). 2) ἀνέτως ὁδεύω (ἀντιθ. repo ἕρπω Ηn 3,4. 3) eo in ius de mea re μεταβαίνω εἰς τo δικαστήριον περὶ ὑποθέσεώς μου, καταγγέλλω τινὰ ὡς ἔνοχον ἰδιωτικοῦ ἀδικήματος, (καθίστημί τινα εἰς δίκην).

29.                       eo, ἀφαιρ,. τοῦ is.

30.                       eodem, ἀφαιρ. τοῦ idem.

31.                       eόdem, ἐπίρρ. εἰς τὸν αὐτὸν τὸπον, εἰς τὸ αὐτό μέρος Ηnii 2, Α 2, 3.

32.                       eoque = et eό, ἐπίρρ. Hm 3, 1.

33.                       ephemeris, idis, “ἐφημερίς”, ἡμερολόγιον, βιβλίον τῶν καθ’ ἡμέραν οἰκιακῶν ἐξόδων

34.                       epistula, ae (κάλλιον τοῦ epistola), ἐπιστολή, (ἔγγραφον).

35.                       eques, equitis, ἀ. (ἱππεύς). 2) ὁ ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἱππέων.

36.                       equester, tris, tre, (ἱππικός). 2) ὁ τῇ ἱππάδι (ἱππικῇ τάξει) ἀνήκων.

37.                       equitatus, us, . τὸ ἱππικόν, οἱ ἱππεῖς.

38.                       equus, i, . ἵππος.

39.                       erga, πρόθεσις μεταἰτιατικῆς : (εἰς, πρός). 2) ἐναντίον, κατά+γεν.

40.                       error, oris, ἀ. πλάνη, ἀπάτη.

41.                       e-rudio (e καὶ rudis, τραχύς), ivi, itum, 4. (ἐξημερώνω) 2) ἐκπαιδεύω, erudivit filium (=erudiendum curavit) ἐδίδαξε τὸν υἱὸν (παρέδωκε πρὸς διδασκαλίαν, ἐπεμελήθη διὰ τῶν διδασκάλων τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ υἱοῦ).

42.                       eruditus, [ἐξαισίως] μεμορφωμένος.

43.                       e-rumpo, rupi, ruptum. 3. (ἐκρήγνυμι). 2) (ἐπι ἀποστήματος): αἰφνιδίως ἀναφαίνομαι, ἐκσπῶ, (ξεσπῶ).

44.                       et, σύνδ. καὶ, et-et καὶ - καὶ. 2) καί, ἀλλά (ὅταν προηγῆται ἅρνησις) Α 22, 2.

45.                       etiam, σύνδ. ἔτι, καὶ 2) πρὸς ἐπίρρωσιν τοῦ συγκριτικοῦ : ἔτι Α 5, 3. 3) ἀκόμη καὶ Ηm 2, 3.

46.                       etiam num, ἐπίρρ. ἔτι καὶ νῦν (καὶ τώρα ἀκόμη),

47.                       etsi, σύνδ. εἰ καί.

48.                       ex-acuo, cui, cutum, 3. (ἀκονῶ). 2) παροξύνω, παρορμῶ.

49.                       ex-ardesco, exarsi, exarsum, 3, ἐκκαίομαι). 2) bellum exarsit πόλεμος ἐξήφθη (ἄναψε).

50.                       exarsi, ἰδ. exardesco.

51.                       ex-cedo, 3. (ἐξέρχομαι), ἀποχωρῶ,

52.                       excellenter, ἐπίρρ. ἐξαιρέτως.

53.                       ex-cio, civi (καὶ cii),-, 4. (ἀνακινῶ). 2) καλῶ ἐσπευμένως, μετακαλῶ.

54.                       exemplum, i, οὐ. (ἐκ τοῦ eximo, ἀντὶ ex-em-p-lum =τὸ ἐκλεγμένον), παράδειγμα. exempla rerum παραδείγματα πραγμάτων, πρακτικὰ παραδείγματα.

55.                       ex-eo, 4. ἐξέρχομαι. 2) fama exit φήμη διαδίδεται, (θρυλεῖται).

56.                       exercitus, us, . στρατός.

57.                       ex-haurio, hausi, haustum, 4. ἐξαντλῶ.

58.                       existimatio, onis, (γνώμη). 2) ὑπόληψις, τιμή.

59.                       exisse, ἰδ. exeo.

60.                       existimo, 1. νομίζω Ηn 12, 2. Α 6,1. -2) ἐκτιμῶ magni aestimo μεγάλως ἐκτιμῶ C 1, 2. 3) σχηματίζω γνώμην, σταθμῶ Α 16, 4. 20.5. 4) θεωρῶ Α. 1.

61.                       exitus, us, ἔξοδος Ηn 12,3.

62.                       ex-pedio (ex καὶ pes πούς, κυρίως τόν πόδα ἐκ τῆς πέδης ἀπαλλάσω) σω), ivi, itum, 4. ἐκποδὼν ποιοῦμαι. 2) expedio me ἐκσώζω ἐμαυτόν, (ἀπαλλάττομαι, [ξεμπλέκω, γλυτώνω].

63.                       ex-pendo, pendi, pensum, 3. σταθμῶ, ζυγίζω [κυρίως χρήμαται] ὁθεν πληρώνω, ἀποτίνω. 2) ex-pensum fero sumptui (ὡς) ἐξωδευμένον φέρω εἰς τὴν δαπάνην καταχωρίζω ἐν τοῖς (οἰκιακοῖς) ἐξόδοις, (ἐν τῷ λογιστικῷ. βιβλίῳ) χρεώνω τὴν μερίδα τῶν (οἰκιακῶν) ἐξόδων, δαπανῶ.

64.                       expensum, ἰδ. expendo.

65.                       ex-perior, pertus sum, experiri, 4, ἀποθ. “πειρῶμαί τινος”, ἀναμετροῦμαι πρός τινα, συμπαλαίω.

66.                       ex-pers, pertis (ex καὶ pars) ἄμοιρος. expers periculi ἄμοιρος (ἐλεύθερος, ἀπηλλαγμένος) κινδύνου.

67.                       ex-ploro, 1, ἐξεταζω.

68.                       ex-pono, 3. ἐκτίθημι, καθιστῶ γνωστόν, περιγράφω.

69.                       exposcendus, ἰδ. exposco.

70.                       ex-posco, poposci, -, 3. (ἐξαιτῶ) 2) αἰτῶ τινα ἔκδοτον, ἐξαιτοῦμαι (πρὸς τιμωρίαν) τὴν παράδοσίν τινος.

71.                       exposui, ἰδ. expono.

72.                       ex-pugno, 1. (κερδαίνω μαχόμενος, κυριεύω διὰ πολιορκίας). 2) vi expugno, “κατὰ κράτος αἱρῶ”, κυριεύω ἐξ ἐφόδου (ἐξ ἐπιδρομῆς)

73.                       exque (ex καὶ que δύο λέξεις). exque ea ἀντί ex eaque, ἰδ. is.

74.                       ex - splendesco, [explendui], - 3. (ἐκλάμπω), διαλάμπω.

75.                       externus ἐξωτερικός. externum malum (= externum bellum ἐξωτερικὸν κακόν) ἐξωτερικὸς πόλεμος.

76.                       extra, πρόθ. μετ’ αἰτ., ἐκτός.

77.                       extremo, ἐπίρρ. τελευταῖον Hm 2, 3.

78.                       extremus, (ύπερθ. τοῦ exterus ὁ ἔξω), τοπικῶς καὶ χρονικῶς : ἔσχατος. Συγκρ. exterior.

79.                       extuli, ἰδ. effero.

80.                       exul, ulis, ἀ. ὁ φυγάς, ὁ ἐξόριστος,


F

1.    facile, ἐπίρρ. εὐκόλως.

2.    facilis, e, εὔκολος Ηn 10, 3. 2) (ἐπί φαρμάκου)=εὔκολως φέρων ἀποτέλεσμα, εὐκόλως ἐνεργῶν Α 21, 2.

3.    facilitas, atis, (εὐκολία τρόπων πραότης.

4.    facio, feci, factum, 3. ποιῶ. aliquem imperatorem ἀναγορεύω [κάνω] τινὰ στρατηγόν. civem παρέχω τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, πολιτογραφῶ τινα. librum ἐπεξεργάζομαι, συγγράφω βιβλίον. finem facio belli τέρμα τοῦ πολέμου θέτω. mentionem μνείαν ποιοῦμαι. iter πορεύομαι (ἐπὶ στρατιωτικῆς πορείας). progressum προοδεύω. cohortationem δίδω διαταγήν (ὁδηγίας). proelium navale ναυμαχῶ. detrimentum existimationis ὑφίσταμαι ἀπώλειαν (μείωσιν) τῆς ὑπολήψεως. facio pacem εἰρήνην ποιοῦμαι. facio pacem potestatem mei κάμνω τὸν ἑαυτόν μου νὰ εἰσέλθῃ εἰς μάχην πρὸς τινα. nihil reliqui facio οὐδέν λοιποῦ ποιοῦμαι, οὐδὲν παραλείπω, οὐδὲν παραμελῶ [κάνω τὸ πᾶν]. aliquid pulchre θαυμασίως [ὡραῖα) γνωρίζω τι. versuram διαπραγματεύομαι (συνάπτω) νέον δάνειον (πρὸς ἐξόφλησιν προγενεστέρου δανείου. Οἱ τοιοῦτόν τι πράττοντες νertebant creditorem ἤλλασσον δανειστήν). palam ποιῶ γνωστόν, διαδίδω 2) ἀνατρέφω, μορφῶ. domi factus οἴκοι εἰθισμένος, γεγυμνασμένος.

5.    facto, ἰδ. fio. - quo facto οὗ (= τούτου δέ) γενομένου μεθ’ ὅ γεγονός, οὗ ἕνεκα.

6.    factum, i, οὐ. γεγονός, συμβάν, ἔργον.

7.    facturus, ἰδ. facio.

8.    factus, ἰδ. facio.

9.    facultas, atis, εὐκαιρία Hn 9, 1, 2) ἐνδεχομένη περίπτωσις, τὸ δυνατόν Α 2,2. 3) πληθ. τὰ μέσα πρὸς καταβολὴν τῶν ἐξόδων, περιουσία, τὰ οἰκονομικὰ Ηn 6, 2.

10.                       fama, ae, (φήμη). 2) διάδοσις, θρῦλος.

11.                       fames, is, πεῖνα.

12.                       familia, ae, (ἐκ τοῦ famulus οἰκέτης, ὑπηρέτης) τὸ σύνολον τῶν ὑπηρετῶν, οἱ ὑπηρέται Α 13, 3. 2) οἱ συγγενεῖς, [τὸ συγγενολόγι] Α 18, 2.18,3. ἰδ. pater familias.

13.                       familiaris, e, οἰκεῖος Α 16, 2. 1) res familiaris, ἡ ἀτομικὴ περιουσία Α 2, 3. 2) οὐσ. ὁ πιστὸς φίλος Α 5, 1.

14.                       familiaritas, atis, σχέσις, οἰκειότης.

15.                       familliariter, ἐπίρρ. οἰκείως, στενῶς, συγκρ. familiarius.

16.                       familias (=familiae γεν.) Α 13,1. ἰδ. pater familias.

17.                       fastigium, ii, οὐ. κορυφή. 2) ὕψος, περιωπή. (ἰδ. sto).

18.                       faveo, favi, fautum, 2. (μετἀ δοτ.) εὐνοῶ.

19.                       febris, is, πυρετός. 2) ἐν τῷ πληθ. =πυρετικαὶ (πυρετοῦ) προσβολαὶ, ἐπανειλημμένος πυρετός.

20.                       fecero ἰδ. facio.

21.                       feci- ἰδ. facio.

22.                       fere, ἐπίρρ. σχεδόν, περίπου.

23.                       fero, tuli, latum, ferre, [ἀντὶ fer(e)re],3. φέρω Ηn 4, 3. calamitates belli ὑπομένω τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου. fructum κομίζομαι τόν καρπόν (τήν ἀμοιβήν), ἀμείβομαι διὰ... (ἰδ. καὶ fructus) 2) ὑπομένω τινά, ὑποφέρω τὰς ἰδιοτροπίας τινὸς Α 5, 1.

24.                       ferocia, ae, τὸ (ἀτίθασον). 2 ἀγερωχία, εὐψυχία.

25.                       ferrum, i, οὐ (σίδηρος). 2) διά τῶν ὅπλων βία, τὰ ὅπλα.

26.                       fictilis, e, (πήλινος ἐκ τοῦ fingo πλάττω). vas fictile (πληθυντ. vasa fictila) σκεῦος πήλινον, σκεῦος κεραμεοῦν.

27.                       fidens, ntis (κυρίως μτχ. τοῦ fido) θαρρῶν, θαρραλέος. fidens animus aὐτοπεποίθησις ἰδ. καὶ animus.

28.                       fides, ei, (πίστις). 2) ἔνορκος διαβεβαίωσις, ὑπόσχεσις, λόγος Ηn 2,4. 3)προστασία Ηn 9, 3.

29.                       fiducia, ae, πίστις, ἐμπιστοσύνη spe fiduciaque (ἀντὶ spe fidentissima) διὰ σταθερᾶς ἐλπίδος).

30.                       filia, ae, θυγάτηρ.

31.                       filius, ii, ἀ. υὑός.

32.                       finis, is, . (ὅριον, ὁρόσημον. 2) πληθ. τὰ σύνορα, ἡ περιοχή. 3) τέλος τέρμα Ηn I, 3.

33.                       fio, factus sum, fieri (παθ. τοῦ facio), γίγνομαι. 2) συμβαίνω, ἐπέρχομαι Α 14, 12.

34.                       fistula, ae, σύριγξ. 2) συρίγγιον [φίστουλας], συριγνῶδες ἀπόστημα. fistulae (πληθ.) puris συρίγγια πύου, συριγγώδη (πυορροοῦντα) ἀποστήματα.

35.                       flagitium ii ού, αἶσχος, ἀνομία, ὄνειδος.

36.                       flagro, 1. φλέγομαι.

37.                       fleo, evi, etum, 2. κλαίω. flens atque osculans κλαίων καὶ φιλῶν, (ἐν μέσῳ. δακρύων καὶ φιλημάτων).

38.                       fluctus, us, ἀ. κῦμα. 2) fluctus (πληθ.) civiles ὁ πολιτικὸς σάλος, ἡ δίνη τοῦ πολιτικοῦ βίου.

39.                       foederatus, (σύμμαχος). 2) civitas foederata πόλις ἔνσπονδος (τοῖς Ῥωμαίοις).

40.                       foedus, foederis, οὐ. συνθήκη.

41.                       fore, μέλλ. ἀπρμφ. τοῦ sum ἀντὶ futurum esse.

42.                       foret, πρτ. ὑποτακτ. τοῦ sum ἀντί esset (forem, -es,-et, πληθ. -ent).

43.                       foris, is, θύρα, (συνήθως κατὰ πληθυντ. fores, ium).

44.                       forma, ae, μορφή, ἐξωτερικὴ ὄψις, τὸ ἐξωτερικόν.

45.                       fοrmosus, ὡραῖος (καλοκαμωμένος).

46.                       forte, ἐπίρρ. (κυρίως ἀφαιρ. τοῦ fors τύχη) διὰ τῆς τύχης si forte ἄν τυχὸν (ἀντὶ expectans si forte καροδοκῶν ἄν τυχόν).

47.                       fortis, e, (ἰσχυρός). 2) γενναῖος, ἀνδρεῖος. ‘Υπερθ fortussimus.

48.                       fortitudo, inis, ἀνδρεία, θάρρος τόλμη.

49.                       fοrtuito, ἐπίρρ. ἀπό τύχης, τυχαίως πως, (‘ς τὰ χουτουροῦ).

50.                       fortuna, ae, τύχη Α 19, 1. 2) εὐτυχία Hm 4,1. 3) εὐτυχία, εὐτυχὴς μοῖρα Α 3, 3. 4) ἡ ὑπό τῆς εἱμαρμένης δοθεῖσά τινι ἐξωτερικὴ ἰσχύς, περιωπή, θέσις (ἀντίθετον : dignitas) Α 19, 2. 5) ἡ περιουσία, τὰ ὑπάρχοντα Α 4, 2. 21, 1. Πληθυντ. Hm 9, 3. Α 4,3.

51.                       forum, i, οὐ. (ἀγορὰ). 2) ἡ ἀγορὰ ὡς κέντρον πολιτικῆς καὶ δικαστικῆς δράσεως. in foro esse coepit ἐν τῆ ἀγορᾶ. νὰ εἶναι ἤρχισεν (ἤρχισε τὴν πολιτικὴν δρᾶσίν του).

52.                       frater, tris, ἀ. ἀδελφός.

53.                       frequens, ntis, (πυκνός, πολυάριθμος). 2) συχνός.

54.                       frequenlia, ae, (πυκνότης). 2) frequentia (ἀφαιρ.) vulgi μετὰ συρροῆς τοῦ πλήθους, ἐν συρροῇ τοῦ λαοῦ.

55.                       fructus, us, ἀ. (καρπός). 2) fructus rei familiaris αὔξησις τῆς ἀτομικῆς περιουσίας. fructus pietatis καρπὸς (κέρδος) τῆς εύσεβείας (ἀμοιβὴ διὰ τὴν εὐσέβειαν).

56.                       frumenlum, i, οὐ. σῖτος.

57.                       fruor, fructus sum, frui, 3. ἀποθ. (καρποῦμαι). 2) aliquo εὐχαριστοῦμαι μὲ τὴν συναναστροφήν τινος, ἀπολαύω τινός, συναντῶμαι εὐχαρίστως μὲ τινα (γιά νὰ τὰ ποῦμε).

58.                       frustra, ἐπίρρ. (ἐκ τοῦ fraus ἀπάτη), μάτην. frustra facio aliquid μάτην ποιῶ τι, ἀποτυγχάνω τοῦ σκοποῦ, ἀστοχῶ.

59.                       frustror (ἐκ τοῦ frustra),-, 1. ἀποθ. (ματαιῶ). 2) me ἀπατῶ (σκώπτω, ἐμπαίζω) ἐμαυτὸν (ἐν ταίς προσδοκίαις).

60.                       fueram, ἰδ. suiti.

61.                       fuerim, ἰδ. sum.

62.                       fuga, ae, θ. φυγή.

63.                       fugaram=fugaveram, ἰδ. fugo.

64.                       fugio, fugi, fugitum, 3. φεύγω 2) rei publicae procuralionem ἀπέρχομαι τῆς διοικήσεως τῆς πολιτείας, (ἀπέχομαι τῶν κοινῶν).

65.                       fugisse, ἰδ. fugio.

66.                       fugo, 1. τρέπω εἰς φυγήν.

67.                       fui, ἰδ. sum.

68.                       fundamentum, i, οὐ. θεμέλιον.

69.                       funus, funeris, οὐ. κηδεία, ἐκφορά, ταφή.

70.                       futurus, ἰδ. sum.


G

1.    gener, eri, . γαμβρός, ( ἀνὴρ τὴς θυγατρὸς) Α 21, 4.

2.    generatus, (πεφυκώς). 2) ab aliquo καταγόμενος ἀπό τινος.

3.    generosus, εὐγενὴς τὴν καταγωγήν. 2) γενναιόφρων, μεγαλόψυχος, ἱπποτικὸς Α 3,1.

4.    gens, ntis, (γένος). 2) ἔθνος.

5.    genus, generis, οὐ. (γένος). 2) εἶδος.

6.    gero, gessi, gestum, 3. (φέρω-φορῶ). 2) me παρέχω ἐμαυτόν, συμπεριφέρομαι. me splendide ζῶ μεγαλοπρεπῶς. rem πράττω τι (κατἐξοχὴν τὰ τοῦ πολέμου), διοικῶ. bellum διεξάγω πόλεμον, πολεμῶ. consulatum ἀσκῶ τὴν ὑπατείαν, ὑπατεύω. honores διαχειριζομαι τὰς τιμάς (τὰς ἀρχάς, τά τιμητικὰ ἀξιώματα), περιβάλλομαι ἀρχήν. res geruntur male τὰ πράγματα διεξάγονται (ἔχουσι) κακῶς. res gestae (πληθ.) αἱ πράξεις (κατἐξοχὴν αἱ πολεμικαί), τὰ πολεμικὰ ἔργα.

7.    gestum, ἰδ. gero.

8.    glorior, 1. ἀποθ. καυχῶμαι, μέγα φρονῶ.

9.    graece, ἐπίρρ. ἑλληνιστί.

10.                       graeacus, ἑλληνικός. res graecae γραμματεία καὶ ἱστορία τῆς (ἀρχαίας) Ἐλλάδος.

11.                       gratia, ae, (χάρις). 2. δημοτικότης εὔνοια (ἐξ ἐκτιμήσεως) Α 2, 4. 6, 2. 21,1. 3) καλὴ ἤ φιλικὴ συνεννόησις, συμφιλύωσις Α 17, 1, ἰδ. redeo.

12.                       gratus, (ἀρεστός). 2) εὐκτός, ἐπιθυμητός.

13.                       gravis, e, βαρύς, δεινός, ὀξύς.

14.                       gravitas, atis, (βαρύτης). 2) ἀξία, σοβαρότης.
  



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. Φιλόλογος Ερμής has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him