ΒΑΣΙΚΟΝ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ (ΜΕΡΟΣ Γ’) (Η - Μ)






ἐπιμελεία τοῦ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡ. ΚΑΤΣΟΥΛΗ
-πτυχιούχου κλασσικῆς φιλολογίας
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
-μεταπτυχιακοῦ ἐφηρμοσμένης παιδαγωγικῆς
πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Η

1.    habeo, ui, itum, 2. ἔχω. aliquem collegam ἔχω τινὰ (ὡς) συνάρχον-
2.    τα. aliquem actorem auctoremque ἔχω τινὰ ὡς βοηθόν ἐν τοῖς ἔργοις καὶ ἐν τῇ συμβουλῇ (συνεκτελεστὴν καὶ σύμβουλον, χεῖρας καὶ νοῦν). castra στρατοπεδεύω. 2) ἔχω ἐν ἐμοί, δεικνύω Α 18,4. 3) ποιῶ. hac oratione habita τούτου τοῦ λόγου γενομένου, ταῦτα εἰπών. iudicium nullum habeo δὲν καλοῦμαι (ὡς κατηγορούμενος) εἰς τὸ δικαστήριον. 4) παρέχω. alicui honores ἐπιδαψιλεύω τιμάς, τιμῶ. 5) ἔχω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μου Ηn 7, 3. Α 13, 4. 6) κρατῶ Ηn 12, 2.

3.    7) perceptum habeo (ἐντονώτ. τοῦ percipio) νοῶ κατὰ βάθος. (χωνεύω) Α 17, 3. cognitum habeo (ἐγνωσμένον ἔχω ἐντονώτ. τοῦ cognosco) ἔχω τινὸς ἀκριβῆ γνῶσιν Α 18, 1. 8) satis hαbeο+άπρμφ.=ἀρκοῦμαι νά.. 9) babeo (mihi curae δοτ.+ ἀπρμφ.)=φροντίζω (νά...), ἐπιμελοῦμαι. 10) θεωρῶ. habeor νομιζομαι (περνῶ γιά). 11) δεικνύω, φανερώνω, Α 13, 2. 12) me habeo [=sum) (εἶμαι ἔν τινι καταστάσει), διάκειμαι, ἔχω Ηn 2, 1.13) eius (τ. . νersurae) condicionem aequam habeo τούτου (τοῦ νέου δανείου) ὅρον παραδεκτὸν (δίκαιον) συνάπτω (δάνειον ἐπὶ καλοῖς ὅροις ἐπὶ μικρῷ. τὸκῳ. συνάπτω).
4.    habito, 1. κατοικῶ. bene habito ἀνέτως (μετἀνέσεως) κατοικῶ.
5.    hac, ἐπίρρ. ταύτῃ, διὰ ταύτης τῆς: ὁδοῦ.
6.    hactenus, ἐπιρρ. μέχρις ἐνταῦθα.
7.    hasta, ae (δόρυ). 2) hasta puplica δημοπρασία.-Κατὰ παλαιὸν ἔθος, ὅτε ἐπωλοῦντο λάφυρα πολέμου, ἐπηγνύετο εἰς ἔνδειξιν δόρυ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους: Τὸ έθος τοῦτο διετηρήθη καὶ εἰς ἄλλας, πωλήσεις, ἤτοι εἰς τοὺς πλειστηριασμοὺς τῆς περιουσίας τῶν προγραφομένων πολιτῶν. Οἱ χρηστοί πολῖται ἀπέφευγον, ὡς ἦτο εὔλογον, νὰ μετέχωσι τοιούτων δη μοπρασιῶν.
8.    bereditas, atis, κληρονομία.
9.    heredium, ii, οὐ. κληρονομία. heredium a patre relictum, κληρονόμημα ἀπό τοῦ πατρὸς καταλειφθέν, πατρῷον κτῆμα.
10.                       heres, edis, . κληρονόμος.
11.                       hic, haec, hoc, (γεν. huius, δοτ. huic κτλ.), οὗτος, ὅδε.
12.                       hic, ἐπίρρ. ἐνταῦθα.
13.                       hinc, ἐπίρρ. ἐντεῦθεν.
14.                       his, δοτ. καὶ ἀφαιρ. τοῦ πληθ. τῆς ἀντωνυμ. hic, haec, hoc.
15.                       historia, ae, (ἱστυρία. 2) συστηματική ἱστορία. contexta συνεχὴς ἱστορία, ἱστορικὴ πραγματεία (ἀντίθετον: βιογραφία) Α 16, 3. 3) historiae (πληθ.) τὰ ἱστορικὰ ἔργα C 3, 3.
16.                       hodie, ἐπίρρ. σήμερον.
17.                       homo, hominis, ἀ. ἄνθρωπος (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ζῶον) Ηn 3, 4. 2) κατὰ πληθυντ. ἀνθρωποι (κόσμος) Α 13, 6.
18.                       honor, oris, ἀ. τιμή, ἐκδήλωσις τιμῆς Α 6, 4. 2) ἡ (ἐκ τῶν ἀξιωμάτων) φήμη, ὑπόληψις Α 18, 5. 3). ἀρχή, τιμητικὸν ἀξίωμα C 1, 1. Α 6, 2.18, 2.18, 5.
19.                       hortatu (ἀφαιρ. τοῦ οὐσιαστ. hortatus), μετὰ γεν. : τῇ προτροπῇ. (τινος).
20.                       hortus, i, ἀ. (κῆπος). 2) πληθυντ. “παράδεισος”, περίβολος (πάρκο).
21.                       hospitium, ii, οὐ. φιλοξενία.
22.                       hostia, ae, ἱερεῖον, σφάγιον, θῦμα.
23.                       hostis, is, ἀ. (πολέμιος). 2) ἐχθρὸς τῆς πατρίδος, προδότης.
24.                       huc, ἐπίρρ. εἰς τοῦτον τὸν τόπον.
25.                       huic, δοτ. ἑνικὴ τοῦ hic, haec, hoc.
26.                       humanitas, atis, φιλοφροσύνη, “εὐμουσία”, εὐγένεια τρόπων ἀπορρέουσα ἐκ τῆς μορφώσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἀτόμου, (διανοητικὴ καὶ ηθικὴ ἀγωγή). 2) ὑψηλή, λεπτή μόρφωσις Α 3, 3. ἐρασμιότης, συμπάθεια Α 16, 1.
27.                       humilis, e, (χαμηλός, χθαμαλός). 2) ταπεινός.
Ι
1.    iacio (πρόφερε jacio), ieci, iactum, 3. ῥίπτω, βάλλω.
2.    iacto, (θαμιστικὸν τοῦ iacio), 1. (ῥιπτάζω). 2) ῥίπτω(ἐδῶ καὶ ἐκεῖ).
3.    iam, (πρόφ. jam), ἐπίρρ. ἤδη.
4.    ianua, ae, (πρόφ. janua), θύρα.
5.    ibi, ἐπίρρ. αὐτοῦ, ἐκεῖ. 2) ibi=in cena ἐν τῷ δείπνῳ. Ηn 12, 1.
6.    idem, eadem, idem ὁ αὐτὸς (γεν. eiusdem, δοτ. eidem).hic idem αὐτὸς οὗτος.
7.    ideo, ἐπίρρ. (τούτου ἔνεκα). 2) ideo ...quod τούτου ἔνεκα... (δι)ότι
8.    idoneus, ἐπιτήδειος, κατάλληλος.
9.    igitur, ἐπίρρ. λοιπόν.
10.                       ignoro, 1. ἀγνοῶ, διατελῶ ἐν ἀγνοίᾳ..
11.                       iis, δοτ. καὶ ἀφαιρ. τοῦ πληθ. τῆς ἀντωνυμ. is, ea, id.
12.                       ille, illa, illud (γεν. illius, δοτ. illi κτλ.) ἐκεῖνος.
13.                       il-ludo (in καὶ ludo),lusi, lusum, 3. ἐμπαίζω.
14.                       illustris, e, (φαεινός). 2) ἐπιφανὴς (τὸ γένος) Ηn 3, 2. 3) res illustris ἔργον αἰγλῆεν (ἔξοχον) Α 18, 2.
15.                       illusus, ἰδ. illudo.
16.                       imago, ginis, (εἰκών). 2) αἱ κήριναι εἰκόνες τῶν προγόνων.
17.                       imitator oris . μιμητής.
18.                       immisi ἰδ. immitto.
19.                       im-mittor, 3. (“ἐῶ τρέχειν”,”σεύω”). 2) “ἀνίημι”, ἀφίνω ἐλεύθερον νὰ δράμῃ, ἐξαπολύω, ἐξαποστέλλω.
20.                       immolo, 1. (ἐκ τοῦ in καὶ molla= κριθαὶ χονδροκοπανισμέναι, ἅς μετεχειρίζοντο ἐν ταῖς θυσίαις), θυσιάζω, θύω.
21.                       im-pedio (in καὶ pes), ivi, itum, 4. ἐμ-ποδ-ίζω.
22.                       imperator, oris, . ἀρχηγός, στρατηγός Ηn 5, 2. C 3,1. 2) αὐτοκρατωρ στρατηγός, δηλ. νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος στρατηγός Α 19, 1.
23.                       iniperium, ii, οὐ. (διαταγή). 2) ἀρχηγία, στρατηγία. Hm 3, 3. Ηn 7, 3. 3) summa imperii τὸ ὄλον τῆς ἀρχῆς, ἡ ὑψίστη ἀρχή, ἀρχιστρατηγία. 4) ἐξουσία Ηn 5, 3. orbis (γεν.) terrarum, ἐξουσία τῆς οἰκουμένης, κοσμοκρατορία. 5) χώρα, βασίλειον Hm 2, 5.
24.                       im - pero, 1. προστάσσω, διατάσσω... alicui ut, προστάσσω τινὶ ἵνα, (διατάσσω νά...).
25.                       im-pertio, ini, itum, 4. (ποιῶ τινα κοινωνόν τινος). 2) doctrinis quibus puerilis aetas impertiri... debet... erudivit διὰ τῶν γνώσεων, πρὸς ἅς ἡ παιδικὴ ἡλικία γνώριμος νὰ καθίσταται ὀφείλει... ἐξεπαίδευσε, τ. ἔ. δι’ ἐκείνων τῶν γνώσεων, αἵτινες εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς διδασκαλίας τῶν παίδων.
26.                       impetrarim= impetraverim, ἰδ impetro.
27.                       impetro 1. (ἐκτελὼ). 2. ἐπιτυγχάνω, κατορθώνω τὸ ἐπιζητούμενον. impraesentiarum, (δημώθης ἔκφρασις) ἐν τῷ παρόντι τ.: in praesentia harum (rerum).
28.                       imprudenter, ἐπίρρ. ἀφρόνως.
29.                       imus (καὶ infimus) ὑπεριθ. τοῦ συγκρ. inferior, κατώτατος.
30.                       in, πρόο. I. μετ’ αἰτιατ. εἰς Ηn 5, 3.2) ἐναντίον Ηn 2, 3. C 2, 3. 3) κατά. in singulos menses, καθ’ ἕκαστον μῆνα, μηνιαίως. 4) (ἀντί τοῦ erga) πρὸς Α 17, 2. ΙΙ. μετ’ ἀφαιρ., ἐπὶ τὸπου, ἐν Ηn 5,1.5, 2.5, 3.11, 4. C 1,1.1, 2. 3, 5. Α 18, 3.20, 3 καὶ ἀλλαχοῦ. 2) ἐπὶ χρόνου κατά-+-αἰτ. Ηn 4,3. C 1, 2.2, 2. Α 1, 3.11,1.21, 5. 3) πρὸς δήλωσιν ἄλλων σχέσεων :
31.                       α’) πρὸς δήλωσιν περιστάσεων, ὑφ’ ἅς διατελεῖ ἤ συμβαίνει τι: horum in concursu τούτων ἐν τῇ συμπλοκῇ in omni procuratione ἐν πάσῃ διοικήσει. β΄) πρὸς δήλωσιν προσώπων, οἷς ἀνήκει τι. erat in puero. ὑπῆρχεν ἐν τῷ παιδί. in adulescentulo.. erat έν τῷ μειρακείῳ (ἐν τῷ νέῳ ἀνδρί) ὑπῆρχε. γ’) πρὸς δήλωσιν τοῦ δι’ οὗ τις εἶναι ἐφωδιασμένος, πρὸς δήλωσιν τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ τις εὑρισκεται: in sestertio ὡς ἄνθρωπος μὲ περιουσίαν [ἰδ. sester-tius]. δ΄) πρὸς δήλωσιν ἀριθμοῦ: in eis (ἀντι: in numero eorum) ἐν ταύταις (ἀντί : ἐν τῷ ἀριθμῷ. τούτων), μεταξύ τούτων Hm 2,4. Ηn 4,4.12,3. 13,2. Α 13,3. ε΄) πρὸς δήλωσιν πραγμάτων, εἰς ὧν τὴν σχέσιν ἀφορᾶ. τι: pacem conciliavit, in quo (= in quare) εἰρήνην ἐποίησεν, ἐν ὧ: πράγματι (τ. ἔ. ἐν ᾗ εἰρήνη).
32.                       in-cendo (in καὶ cando), endi, nsum, 3. ἀνάπτω. Ηn 5, 2.2) ἐξάπτω Ηn 2,1.
33.                       in-cido (in καὶ cado), cidi,-,3. (εἰσπίπτω). 2) εἰσχωρῶ.
34.                       in-cipio (in καὶ capio), cepi, ceptum, 3. (ἐπιχειρῶ). 2) ἄρχομαι.
35.                       in-cito, 1. (ἐλαύνω τι). 2) προτρέπω, παροτρύνω (εἰς ἅμιλλαν).
36.                       incognitus ἄγνωστος.
37.                       incola, ae, . κάτοικος.
38.                       incredibilis, e, ἀπίστευτος, incredibile dictu (β΄ ὕπτιον τοῦ dico) (ἀπίστευτον εἰπεῖν, λόγου κρεῖττον, πίστεως μεῖζον.
39.                       incuria, ae, ἀμέλεια, ἀφροντισία.
40.                       inde, ἐπίρρ. (ἐντεύθεν). 2) μετὰ ταῦτα.
41.                       indicium, ii, οὐ. (ἔνδειξις). 2) τεκμήριον.
42.                       indico, 1. δηλῶ, καταδεικνύω, (προδίδω).
43.                       in digeo (indu [= in] καὶ egeo), ui,-, 2. ἐνδεῶς ἔχω τινός, alienarum opum ἐνδεῶς ἔχω (λαμβάνω ἀνάγκην) ξένης βοηθείας. medicina (ἀφαιρ.) δὲν κάμνω χρῆσιν φαρμάκων, δὲν ἔχω χρείαν φαρμάκων.
44.                       in-duco, 3. (εἰσάγω), 2) παρασύρω, ὑπάγω Ηn 5, 3. 3) προτρέπω Ηn 8, 1. 4) in errorem εἰς πλάνην εἰσάγω (παρα)πλανῶ.
45.                       inductus, ἰδ. induco.
46.                       indulgentia, ae, ἐπιείκεια, ἐνδοτικότης, συμβιβαστικότης.
47.                       indulgeo, dulsi, [dultum], 2. (χαρίζομαι). 2) εἶμαι (ὑπερβολικῶς) ἐπιεικής, δὲν πιέζω τοῦς ὀφειλέτας (ἀνανεώνων τὴν προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους).
48.                       industria, ae, δραστηριότης, ἐνεργητικότης C 3,1. 2) φιλοπονία C 3,4. 3) ἡ μετ’ ἐπιμελείας ἐπιδεξιότης Α 13, 4.
49.                       in-eo, ii, (σπανιώτ. ivi), itum, ire, 4. (εἰσέρχομαι). 2) rationem σκέπτομαι μέσον, μηχανῶμαι σχέδιον. consilium λαμβάνω (απόφασιν.
50.                       in-ermis, e (in καὶ arma), ἄοπλος.
51.                       inertia ae, (ἐκ τοῦ iners [in στερητ. καὶ ars τέχνη ἄτεχνος). 2) πρὸς φυγοπονίαν ῥοπή, ῥᾳθυμία, ὀκνυρία.
52.                       in-fero, intuli, illatum, inferre, 3. (εἰσφέρω), 2) bellum in Italiam μεταφέρω τὸν. πόλεμον (τό θέατρον τοῦ πολέμου) εἰς τήν Ἱταλίαν. arma Italiae (δοτ.) πολεμῶ κατὰ τῆς Ἰταλίας.
53.                       infestus, δυσμενής. animo infesto ἐν πνεύματι δυσμενεῖ, ἐχθρικῶς, μετὰ μίσους, μισῶν.
54.                       infimi, orum, (ἰδ. imus), οὐσ. οὑ ταπεινότατοι (κατά τὴν τάξιν).
55.                       in-finitus, (ἄπειρος). 2) ὑπέρμετρος.
56.                       in-fitior, 1. ἀποθ). (ἐκ τοῦ in-fitias αἰτ. πληθ), ἀρνοῦμαι.
57.                       ingenium, ii, οὐ. (φυή). 2) φυσικόν δῶρον, εὐφυΐα, πνεῦμα.
58.                       inicio (πρόφ. injicio in καὶ iacio), ieci, iectum, 3. ἐμβάλλω, προξενῶ.
59.                       inii. ἰδ. ineo.
60.                       inimicitia, ae, ἔχθρα. Συνήθως ἐν τῷ. πληθ.: ἐθρικαὶ διαθέσεις.
61.                       inimicus (in καὶ amicus), ἐχθρικός, iniamicissimus, ἀ. (ἔχθιστος) θανάσιμος ἐχθρός.
62.                       iniquus (in καὶ aequus ἄνισος). 2) ἄδικος,
63.                       initium, ii, οὐ. ἀρχή. initio (ἀφ.) κατ’ ἀρχάς.
64.                       in-nitor, innixus sum, inniti, 3. ἀποθ. στηρίζομαι.
65.                       innixus, ἰδ. innitor.
66.                       inopia, ae, ἔνδεια. inopia publica ἔνδεια δημοσία, οἰκονομικαὶ τοῦ κράτους δυσχέρειαι, ἔλλειψις χρημάτων ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ.
67.                       imprimis (in καὶ primis), ἐπίρρ. πρὸ πάντων, κατ’ ἐξοχήν, ἰδίᾳ.
68.                       inquam, inquis, itiquit, (ἐλλειπτικὸν ῥῆμα), λέγω, εις, -ει.
69.                       in-sciens, ntis, ἀγνοῶν, ἐν ἀγνοίᾳ. inscientibus iis ἀγνοούντων τού-των, (ἐν ἀγνοίᾳ. τοῦτων).
70.                       insidiae, arum, ἐνέδρα Ηn 4, 3. 5,3 2) δόλος, ἐπιβουλή Ηn 12,2.
71.                       insidior, 1. ἀποθ. (μετὰ δοτ.) ἐνεδρεύω.
72.                       in-stituo (in καὶ statuo), tui, tutum, 3. (ἱδρύω). 2) ἀποφασίζω, ἐπιχειρῶ, ἀρχίζω Ηn 2,4. 2,8.
73.                       C 3,3. 3) εἰσάγω, συνηθίζω Α 14,2.4) προτίθεμαι [σχεδιάζω] Ηn 8, 3.
74.                       insula, ae, νῆσος.
75.                       intel-lego (inter-lego), exi, ectum, 3. ἐννοῶ (διά τῶν αἰσθήσεων τοῦ νοῦ) διακρίνω. 2) συμπεραίνω Ηn 5, 4.
76.                       intemperanter, ἐπίρρ. ἀκράτως, ἀμέτρως.
77.                       inter, πρόθ. μετ. αἰτ. μεταξύ.
78.                       inter-cedo, 3. (παρεμβαίνω). 2)
79.                       intercedit obtrectatio ἀναφύεται (ὑπάρχεις τὸ μέσον) ἀνταγωνισμὸς (ζηλότυπος). queri monia μεμψιμοιρία, (ἀφορμὴ μεμψιμοιρίας). 3) παρέρχομαι (περνῶ) Α 20, 2.
80.                       intersessisse, ἰδ. intercedo.
81.                       intesdum, ἐπίρρ. ἐνίοτε.
82.                       inter-eo, 4 διαφθείρομαι, ἀπόλλυμαι Ηn 2, 4.4, 3. 2) φονεύομαι Ηn 13,1.
83.                       interfeci ἰδ. interncio.
84.                       inter-ficio (inter καὶ facio), feci, fectum, 3..(φθείρω). 2) ἀποκτείνω. interficior ἀποθνήσκω, φονεύομαι.
85.                       interficielidus (=interficielidus, ἰδ. interficio), φονευτέος. ad hunc interficiukdum πρὸς τὸ φονεῦσαι τοῦτον, διὰ τὸν φόνον τούτου.
86.                       interierim, ἰδ. intereo.
87.                       interim, ἐπίρρ. ἐν τῷ μεταξύ (χρόνῳ).
88.                       interior, . καὶ θ., interius, οὐ. (γεν. interioris), συγκρ. ἐνδότερος, ἰδ. consilium.
89.                       interirem, ἰδ intereo.
90.                       interitus, us, . ἀπώλεια, θάνατος.
91.                       intiter-pono, 3. (τίθημι ἐν τῷ μέσω). 2) me παρεμβαίνω, δανείζω χρήματα (ἐπί τόκῳ).
92.                       interpretor, 1. ἑρμηνεύω.
93.                       inter-sum (ἐν τῷ μέσῳ. εἰμί). 2) παρευρίσκομαι, παρίσταμαι μάρ τυς.
94.                       intestinum, οὐ. ἔντερον. mum intestinum τὸ ὀρθὸν ἤ ἀπευθυσμένον ἔντερον, τ.ἔ. ἡ τελευταία μοῖρα τοῦ παχέος ἐντέρου.
95.                       intestinus (ἐκ τοῦ intus ἐντός: πρβλ. ἐτόσθια ἐκ τοῦ ἐντος, ἐσωτερικός, ἐμφύλιος (άντίθετον: extemus ἐξωτερικός).
96.                       intime, ἐπίρρ. οἰκειότατα.
97.                       intra, πρόθ. μετ’ αἰτ. (ἔνδον. 2) ἐν τῇ σφαίρᾳ + γεν. Ηn,ii 4.
98.                       in-venio, 4. (εὑρίσκω). 2) ἀνακαλύπτω, ἐξευρίσκω.
99.                       inventurus, ἰδ. invenio.
100.                  in-veterasco (ἐναρκτικὸν τοῦ in-vetero), ravi, - 3. ἐγγηράσκω. 2) (ἐπί χρέους) παλαιοῦμαι, ῥιζοῦμαι, αὐξάνω Α 2, 5.
101.                  invictus (in καὶ vinco), ἀήττητος, ἀνίκητος.
102.                  invidia, ae, φθόνος.
103.                  invito, 1. καλῶ, προσκαλῶ.
104.                  iocor, 1. ἀποθ. (πρόφερε jocor), ἀστειεύομαι.
105.                  iovi, δοτ. τοῦ Ιuppiter.
106.                  ipse, ipsa, ipsum, αὐτός, αὐτὸς οὗτος. 2) μετὰ σημασίας ἐπιρρηματικῆς: ἀκριβῶς Ηn 10, 5.
107.                  iracsor iratus sum, irasci, 3. ἀποθ. ὀργίζομαι.
108.                  iratus, παρωργισμένος. ἰδ. irascor.
109.                  ire, ἐνεστ. ἀπρμφ. τοῦ ῥήμ. eo.
110.                  ir-rideo (in καὶ rideo), risi, risum, 2. ἐγγελῶ, μυκτηρίζω, σκώπτω
111.                  is, ea, id, (γεν. eius, δοτ. ei), οὗτος.
112.                  ita ἐπιρρ οὕτω, τὸσον. non ita multis diebus (ἀφαιρ.) οὐχὶ τόσον πολλὰς ἡμέρας ὕστερον.
113.                  itaqυe, καὶ οὕτω (=et ita) Α, 15,1. 2) σύνδ. ὅθεν.
114.                  etaque=et item (ἐπίρρ) ὡσαύτως, ὡς καί.
115.                  iter (ἀντί it[in]er), γεν. itineris, οὐ. πορεία, (πορεία τοῦ στρατοῦ).
116.                  iterum, ἐπίρρ. τὸ δεύτερον Ηn 5,3. C 2,2. 2) αὖθις, πάλιν Hn 6, 1.
117.                  itinere, ἀφαιρ. τοῦ iter.
118.                  iubeo (πρόφ. jubeo), iussi, iussum, 2. κελεύω, διατάσσω, παραγγέλλω.
119.                  iucundus (πρόφ. jucundus), τερψίθυμος Α 14, 1. 2) πεφιλημένος, προσφιλέστατος Α 16, 1.
120.                  iudicium, ii, οὐ. (πρόφ. judicium), κρίσις, δίκη 2) δικαστήριον, δίκη Α 6, 3. 3) iudicio (ἀφαιρ.) ἐξ ὑπολογισμοῦ, ἐσκεμμένως Α 15, 3.
121.                  iudico (πρόφ. judico), 1. δικάζω, 2) καταδικάζω. exulem iudico aliquem (κρίνω τινὰ ἐξόριστον), καταδικάζω εἰς ἐξορίαν, ἐξορίζω. hostem iudicatum (καίπερ) κεκηρυγμένον ἐχθρόν (δημόσιον). 3) κρίνω, ἀποφασίζω Ηn 13,4. Α 13,3. 16,1.20, 5.4) συνάγω, συμπεραίνω Α 15, 3.
122.                  Ιuppiter (πρόφ. juppiter), γεν. Ιovis δοτ. Ιovi αἰτιατ. Ιovem ἀφαιρ. Ιove ἀ. Ζεύς. Ιuppiter optimus maximus Ζεὺς ἄριστος μέγιστος.
123.                  iuro (πρόφ. juro), 1. ὀμνύω, ὁρκίζομαι.
124.                  ius, (πρόφ. jus), iuris, οὐ. δικαίον. 2) δικαστήριον Α 6,3. 3) iuris consultus, ἀ. ὁ νομομαθής.
125.                  ius-iurandum, (γεν. iuris iuralidi, δοτ. iuri iurando, ἀφαιρ. iure iurando), οὐ. ὅρκος (τῶν πολιτῶν). ‘0 ὅρκος τῶν στρατιωτῶν ἐλέγετο sacramentum.
126.                  iussi, ἰδ: iubeo.
127.                  iuvencus, ί, ἀ. (πρόφ. juvencus), νέος ταῦρος, μόσχος.
128.                  iuvit, ἰδ. iuvo.
129.                  iuvo (πρόφ. juvo), iuvi, iutum, 1. βοηθῶ, ὑποστηρίζω.
130.                  iuxta, πρόθ. μετ’ αἰτ. = παρὰ+αἰτ., ἐπί-δοτ., πλησίον.
Κ
1.    kalendae, arum (ἐκ τοῦ calo= καλῶ), καλάνδαι, τ. ἔ. ἡ πρώτη ἡμέρα ἐκάστου μηνός. pridie kal. (=kalendas) Apriles τῇ προτεραίᾳ τῶν καλανδῶν τοῦ ‘Απριλίου (ἤτοι τῇ 31ῃ Μαρτίου).
L
2.    labor, oris, ἀ. μόχθος, ταλαιπωρία. lacesso, ίνί, itum, 3. “καταπειράζω”, προκαλῶ.
3.    lacrima, ae, (δάκρυμα), δάκρυ.
4.    lapis, idis, ἀ. (πρβλ. λέπας=ἀπόκρημνος βράχος). 2) “ὄρος”, “στήλη”, κατὰ παράλειψιν τοῦ ἐπιθ. miliarius ὁ μιλιοδείκτης λίθος, τὸ μιλιάριον (= 1000 ῥωμαϊκὰ βήματα) ἰδ καὶ passus.
5.    largitio, onis, (φιλοδωρία). 2) δεκασμός, δωροδοκία.
6.    laus, laudis, ἔπαινος, ἐπαινετικὴ ἀναγνώρισις.
7.    lautus, (=κυρ. μτχ. τοῦ lavo λούω, ὅθεν λελουμένος, λουσμένος). 2) μεγαλοπρεπής. sum imprimis lautus ( = splendidus) εἶμαι κατ’ ἐξοχὴν μεγαλοπρεπής, ζῶ μεγαλοπρεπέστατα, ζῶ ἐν πᾶσι λαγῷοις.
8.    lectica, ae, (ἐκ τοῦ lectus, λέκτρον), κλινίδιον, φορητὴ κλίνη, κοινὸν φορεῖον.
9.    lecticula, ae, ὑποκοριστικὸν τοῦ lectica, νεκρικὸς κράββατος, φέρετρον.
10.                       lectio, onis, ἀνάγνωσις, μάθημα.
11.                       lector, oris, ἀναγνώστης.
12.                       legatus, i, ἀ. πρεσβευτής, ἀπόστολος Ηn 7, 2.12, 2.12, 4. 2) ὁ μετὰ τὸν Ῥωμαῖον ἐπαρχιακὸν διοικητὴν ὑπάλληλος, ὕπαρχος Α 6, 4.
13.                       lego, legi,lectum, 3. ἀναγιγνώσκω.
14.                       levis, e, (κοῦφος). 2) ἐπὶ νόσου: ἀνεκτός Α 22, 3. 3) ὁ μὴ ἔχων βαρύτητα, ἀσήμαντος, ἐλάχιστος, μηδαμινός Α 13, 6. 4) κουφόνους (ἐλαφρόμυαλος), ἄστατος Α 15, 1.
15.                       levo, 1. ἀνακουφίζω.
16.                       lex, legis, νόμος.
17.                       libenter, ἐπίρρ. ἀσμένως.
18.                       liber, bri, ἀ. βιβλίον.
19.                       liberalis, e, (τοῦ ἐλευθέρου). 2) ἐλευθέριος, εὐγενής, ὑποχρεωτικός.
20.                       liberalitas, atis, ἐλευθεριότης.
21.                       liberaliter, ἐπίρρ. φιλοξένως.
22.                       librarius, ii, ἀ. (ἀντι)γραφεὺς, βιβλίων. Δι’ αὐτῶν διεδίδοντο τὰ εἰς ὀλίγους τότε κυκλοφοροῦντα χειρόγραφα βιβλία.
23.                       littera, ae, γράμμα, σιοιχεῖον ἀλφαβήτου). 2) πληθ. ἡ ἐπιστολή. 3) Graecae litterae τὰ ἑλληνικὰ γραπτὰ μνημεῖα, ἡ ἑλλην. γραμματεία. 4) ἐλευθέριοι τέχναι (σπουδαί) C 3, 1. Α 1, 2. 5) ἡ συγγραφική, τὸ συγγράφειν Ηn 13, 2.
24.                       litteratus, δεδιδαγμένος. 2) φιλολογικῶς κατηρτισμένος, ἐντριβὴς ἔν τινι γλώσσῃ.
25.                       litus, oris, οὑ. ἀκτή, παραλία.
26.                       locupleto, 1. πλουτίζω (τι διά τινος).
27.                       locus, i, ἀ. (πληθ. συχνάκις loca, orum, οὐ.), τόπος, ἔδαφος, θέσις Hm 2, 4. Ηm 3, 4. 5, 2. 3) τόπος διαμονῆς Ηn 12, 3. 4) εὐνοϊκὸν χρονικὸν σημεῖον), λαβή, εὐκαιρια Hm 1, 2.
28.                       longe, ἐπίρρ. (μακράν). 2) πολὺν καιρόν συγκριτ. loligius (= diutius).
29.                       lodgus, μακρός, σχοινοτενής.
30.                       lumbus, i, τὸ ισχίον.
31.                       luxuria, ae, τρυφή, πολυτέλεια.
Μ
1.    magis, ἐπιρρ μᾶλλον.
2.    magister tri, . (ἄρχων). 2) magister equitum ἵππαρχος.
3.    magistratus, us, . ἀρχή πληθ. (αἱ (ἀρχαί, οἱ ἄρχοντες), οἱ δύο ὕπατοι Ηn 7, 2. 2) ἡ ἄρχὴ τοῦ σωφέτου (ἐν Καρχηδόνι) Ηn 7,5. 3) ἡ δημοσία (ἀνωτάτη) ἀρχή, ἄρχων Α 18, 1. 4) τὸ δημόσιον ὑπούργημα Α 18, 6.
4.    magnificus, μεγαλοπρεπής, (μεγαλοπρεπῶς ζῶν).
5.    magnitudo, inis, (μέγεθος). 2) πληθύς, ποσότης Α 14, 3, magnitudo animi μεγαλοψυχία.
6.    mαgnuς, μέγας, ἐκτεταμένος Α 12, 2. 2) πολυάριθμος Ηn 3, 2. magna pecunia μεγάλη ποσότης χρημάτων, πολλὰ χρήματα. 3) σημαντικός, σπουδαῖος Ηm 4, 1. C 1,2. 3,1. Α 2, 4.16, 1.20, 5 συγκριτ. maior ἀ. καὶ θ. maius οὐ. (γεν. maioris) μείζων. maiores, um, ἀ. οἱ πρόγονοι ὑπερθ. maximus μέγιστος.
7.    male, ἐπιρρ. κακῶς, οὐχὶ ἐπιτυχῶς.
8.    mallem, πρτ. ὑποτακτ. τοῦ ῥήμ. malo.
9.    malo, malui, malle (ἐκ τοῦ mage (=magis)+volo), μᾶλλον θέλω), προτιμῶ.
10.                       mallum, i, οὐ. τὸ κακόν, τὸ δεινόν, malum externum ὁ (πλήρης δεινῶν) ἐξωτερικὸς πόλεμος Hm 2, 1 πληθ. mala, orum, οὐ. ἡ δεινὴ θέσις Ηm 2, 3.
11.                       Manceps, cipis, ἀ. (ἀγοράζων ἐν δημοπρασίᾳ τὰ δημόσια τέλη). 2) nullius rei manceps οὐδενὸς πράγματος (οὐδεμιᾶς ἐπιχειρήσεως) ἐργολήπτης (μισθωτής, ἐνοικιαστής).
12.                       mandο (=manum do ἐγχειρίζω), 1. παραγγέλλω, ἐντέλλομαι, ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν φροντίδα τινός.
13.                       maneo, nsi, nsum, 2. μένω.
14.                       mansi ἰδ. maneo.
15.                       manus, us, χείρ. 2) δύναμις, στρατὸς Hm, 4, 3.
16.                       mare, is, οὐ. θάλασσα el terra et mari καὶ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν. 2) mare (= fretum Gaditanuiti) ὁ πορθμὸς τῶν Γαδείρων (τὸ στενὸν τοῦ Γιβραλτάρ) Ηm 4, 1.
17.                       maritimus, παραθαλάσσιος.
18.                       mater, tris. μήτηρ.
19.                       matrimonium, ii, οὐ. γάμος, συνοικέσιον.
20.                       mature, ἐπίρρ. προώρως.
21.                       maxime, ἐπίρρ. (ὑπερθετικ. τοῦ magis), τὰ μέγιστα, (κατ’ εὐχήν).
22.                       maximus, ἰδ. magnus.
23.                       medicina, ae, φάρμακον, ἰατρικόν.
24.                       medicus, i, ἀ. ἰατρός.
25.                       medimnus, i, ἀ. μέδιμνος (μέτρον σιτηρῶν) γεν. πληθ. medimnum. Ὁ ἀττικὸς μέδιμνος= περίπου μὲ ½ ἑκατολ (=52, 53)
26.                       medιocris, e, μέτριος, (ἔτσι κι’ ἔτσι) Α 13,3. 2) μέτριος, μικρός, ὀλίγος Α 13, 4.
27.                       meditor,1. (πρβλ. μέδ-ομαι), ἀποθ. σκέπτομαι, ἐμφοροῦμαι τῆς ἰδέας.[σχεδιάζω].
28.                       memor, oris, μνήμων.
29.                       memοria, ae, (μνήμη). 2) φήμη, διάδοσις, θρῦλος Ηn 8,9-. 3) μνήμη (οἱ ἐπιγιγνόμενοι) Ηn 13, 3.
30.                       mendacium ii, οὐ. ψεῦδος.
31.                       mens, mentis, νοῦς, διάνοια, φρόνημα.
32.                       mensis, is, ἀ. μήν. in singulos menses καθ’ ἕκαστον μῆνα, μηνιαίως.
33.                       mensura, ae, μέτρον.
34.                       mentio, onis, μνεία, mentione facta μνείας γενομένης.
35.                       mercennarius, μισθοφορικός.
36.                       mereο, ui, itum, 2. (ἄξιός εἰμι). 2) primum stipendium mereo τοῦ πρώτου (στρατιωτικοῦ) μισθοῦ εἶμαι ἄξιος, τελῶ (κάμνω) τὴν πρώτην στρατείαν.
37.                       merito, ἐπίρρ. δικαίως.
38.                       -met μόρ. ἐγκλιτ. γε ἰδ. egomet.
39.                       mentior, mensus sum. 4. ἀποθ. μετρῶ, κρίνω.
40.                       meus, ἐμός.
41.                       mihi, δοτ. τοῦ ego,
42.                       migro,1. (μετοικῶ). 2) ex vita μετοικῶ ἐκ τοῦ βίου, μεταλλάττω τὸν βίον, ἀποθνήσκω.
43.                       miles, litis, ἀ. στρατιώτης
44.                       mille, ἄκλ. χιλιάς, χίλιοι πληθυντ. milia passuum trecenta χιλιάδες βημάτων τριακόσιαι.
45.                       minor, . καὶ θ. minus, οὐ. (γεν. minoris συγκρ. τοῦ parvus), μικρότερος, minor quinque et viginti annis natus (ἰδ. nascor) ἤσσων τῶν πέντε καὶ εἴκοσιν ἐτῶν γεγονώς, νεώτερος τῶν 25 ἐτῶν, μόλις εἰκοσιπενταετής,
46.                       minus, συγκρ. ἐπίρρ. ἦττον. minus robustus=non robustus ὄχι τόσον ἰσχυρός, ὀλίγον ἰσχυρός.
47.                       miror, 1. ἀποθ. θαυμάζω, ἐκπλήττομαι μετἐκπλήξεως ἀναζητῶ.
48.                       misi, ἰδ. mitto.
49.                       mitto, misi, missuto, 3. πέμπω, στέλλω. 2) epistulam, litteras στέλλω, γράφω ἐπιστολήν, ἐπιστέλλω Α 16, 3. 20,1.
50.                       moderatio, onis, μετριασμός, (ἐν τῇ βιοτικῇ συντηρήσει), μετριό της
51.                       modicus, μέτριος, ὀλιγαρκής, προστήκων, ἀνάλογος, ὅσον πρέπει, ἐπαρκής.
52.                       modius, ii, ἀ. μόδιος, (μέτρον σιτηρῶν, περίπου 8,754 λίτρα,=½ ἀττικοῦ μεδίμνου γεν. πληθ. [ὠς ἐπὶ τὸ πολὺ) modium).
53.                       modo, ἐπίρρ. μόνον. modo-modo νῦν μέν-νῦν δέ. non modo sed etiam οὐ μόνον ἀλλά καί.
54.                       modus, i. ἀ. τρόπος. 2) μέτρον, (ποσότης) Α 2, 6.
55.                       mons, montis, ἀ. ὄρος.
56.                       monumentum, ἰ. οὐ. (μνημεῖον). 2) τάφος (=sepulcrum).
57.                       morbus, i, νόσος. morbus oculorum νόστημα, νόσος τῶν ὀφθαλμῶν, ὀφθαλμία.
58.                       morior mortuus sum, mori, 3. ἀποθ. ἀποθνήσκω.
59.                       moror, 1. ἀποθ. διατρίβω. cum diutius moraretur ἐπειδὴ μακρότερον (ἤ ὅσον ὁ νόμος ἐπέτρεπε) χοόνον διέτριβε. 2) λαμβάνω, καταλαμβάνω θέσιν (ἐπί στρατηγῶν) Ηn 5, 1.
60.                       mors, mortis, ἀ. θάνατος.
61.                       mors, moris, . (ἔθος), 2) πληθ. (ἠθικῶς) χαρακτήρ, τὸ ἧθος Hm 3,2. C 3,5. Α 5,3.19,1. 3) ἰδέαι Α 14,2. 4) τὰ πάτρια ἐπιτηδεύματα, ἤθη Α 18,1.
62.                       multiplico, 1. (πολλαπλασιάζω), 2) multiplicandis (ἀφαιρ.) usuris (= multiplicando [ἀφαιρ.] usuras [ multiplicatione usurarum]) πολλαπλασιάζων (ἐπισωρεύων) τόκους, ἐπισωρεύσει τόκων (ὥστε οὗτοι νὰ προστίθενται εἰς τὸ κεφάλαιον).
63.                       multitudo, inis, πληθύς, (μέγα) πλῆθος, σμῆνος (κοπαδι).
64.                       multo, ἐπίρρ. πολλῶ., πολύ.
65.                       multus, πολύς, μέγας. 2) πολυάριθμος, ὑπερβολικὸς Α 13,5. 3) οὐσ. multum, i, οὐ. τὸ πολὺ Ηn 2, 3.
66.                       munditia, ae, (καθαρειότης). 2) ἁπλότης μετὰ καλαισθησίας, κομψότης
67.                       municipium, ii, οὐ. ἰσοτελὴς πόλις. Πόλις ἐκτὸς τῆς Ῥώμης κειμέντι ἰδίᾳ ἐν τῆ Ἰταλίᾳ, κατ’ ἰδίους νόμους καὶ ὑπό ἰδίους ἄρχοντας κυβερνωμένη. Οἱ πολῖται ταύτης. εἶχον τὰ δικαιώματα τοῦ Ῥωμαίου πολίτου.
68.                       munio, ivi, itum, 4. (ὀχυρῶ). 2) itinera (τεγνικὸς ὅρος) = κατασκευάζω ὁδούς (πρὸς δίοδον τοῦ στρατοῦ), ὁδοποιῶ.
69.                       munus, eris, οὐ. (λειτουργία, καθήκον). 2) δῶρον, δωρεά Ηn 7, 3. 12,3. 2) munus fortunae εὔνοια τύχης, ἀγαθή τύχη.
70.                       murus, i, (ἀ. (τοῖχος). 2) muri τὰ τείχη τῆς πόλεως, τείχισμα.
71.                       mutatio, onis, μεταβολὴ, rei publicae μεταβολὴ τῆς πολιτείας πολιτικῆ ἀναστάτωσις (ταραχή).
72.                       muto, 1. μεταβάλλω, ἀλλάσσω.

 
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him