ΟΡΑΤΙΟΥ: 12 ΩΔΑΙ ΜΕΤΑ ΣΧΟΛΙΩΝ (ΜΕΡΟΣ Α’)





ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ Ν. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ


1. Βίος τοῦ ῾Ορατίου

 
῾Ο Κόιντος ῾Οράτιος Φλάκκος (Q. Horatius Flaccus) ἐγεννήθη τῇ 8ῃ Δεκεμβρίου τοῦ 65 π. Χ (689 ἀπὸ κτίσ. Ρώμ.) ἐν Οὐενουσίᾳ τῆς κάτω ᾽Ιταλίας, παρὰ τὸν ποταμὸν Αὔφιδον. ῾Ο πατήρ του ἦτο ἀπελεύθερος (libertinus), ἀποζῶν ἐκ τῶν προσόδων μικροῦ κτήματος. Περὶ τῆς μητρὸς του οὐδὲν εἶναι γνωστόν, διότι περὶ αὐτῆς ὁ ἴδιος οὐδὲν ἀναφέρει εἰς τὰ ποιήματά του. Πιθανῶς ἡ μήτηρ του εἶχεν ἀποθάνει, ὅτε ὁ ῾Οράτιος ἦτο πολὺ μικρός. Μέχρι τοῦ 12ου ἔτους τῆς ἡλικίας του ἔζησεν ὁ ῾Οράτιος ἐντὸς τοῦ ἐπιβλητικοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος τῆς μικρᾶς γενετείρας του, ἀπολαύων τῶν ἀγαθῶν καὶ τῆς ἀνέσεως τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς. Μετὰ ταῦτα, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ πατρός του, ἦλθεν εἰς Ρώμην πρὸς συμπλήρωσιν τῆς μορφώσεώς του. ᾽Εκεῖ παρηκολούθησε τὰ μαθήματα διαπρεπῶν διδασκάλων καί δὴ τοῦ περιφήμου γραμματικοῦ ᾽Ορβιλίου. ῾Ο πατήρ του, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν νέων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ ἐν Ρώμῃ ἐγκατάστασίς των, ἀνέλαβε τὸ ἔργον τοῦ εἰσπράκτορος τῶν ἐκ τῶν δημοπρασιῶν χρημάτων (coactor auctionum) καὶ ἀφωσιώθη ὁλοψύχως εἰς τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν μόρφωσιν τοῦ υἱοῦ του, χάριν τοῦ ὁποίου ἐγκατέλιπε τὴν Οὐενουσίαν καὶ τὸ ποοσφιλὲς ἀγρόκτημά του. Διὰ τοῦτο ὁ ποιητὴς ἀναφέρει εἰς τὰ ποιήματά του (Σατιρ. Ι, 6, 72) μετὰ τρυφερᾶς εὐγνωμοσύνης τὴν αὐταπαρνησίαν καὶ τὰς ὑπὲρ αὐτοῦ θυσίας τοῦ στοργικωτάτου πατρός του, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ὑπερηφάνως μνημονεύει, εἰς πεῖσμα ἐκείνων, οἵτινες ἔσκωψαν αὐτὸν διὰ τὴν ταπεινὴν καταγωγήν του.

᾽Αλλ’ οἱ πνευματικοὶ ὁρίζοντες τῆς Ρώμης, διὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ τύχουν ἀρτίας μορφώσεως, ἦσαν στενοί. Τὸ ἀνέσπερον φῶς τοῦ ἀρχ. ῾Ελληνικοῦ πνεύματος ἦτο εἰσέτι ἔντονον εἰς τὴν ἀρχικὴν ἑστίαν του, τὰς Ἀθήνας. Διὰ τοῦτο ὁ ῾Οράτιος κινούμενος ὑπὸ μόνης τῆς ἐπιθυμίας νὰ παρακολουθήσῃ μαθήματα ρητορικῆς καὶ ἰδίᾳ φιλοσοφίας εἰς τὰς σχολὰς τῶν διαδόχων τοῦ ᾽Ισοκράτους καὶ τοῦ Πλάτωνος, ἦλθεν εἰς τὰς ᾽Αθήνας εἰς ἡλικίαν 19 περίπου ἐτῶν, ἤτοι τὸ 46 π. Χ.
Τὰς ἐν ᾽Αθήναις σπουδάς του διέκοψαν σοβαρὰ ἐν Ρώμῃ πολιτικὰ γεγονότα. Μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Καίσαρος (Μάρτιος τοῦ 44 π. Χ.) ἐξερράγη νέος ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τών διαδόχων καὶ τῶν δολοφόνων αὐτοῦ. ῾Ο Βροῦτος καὶ ὁ Κάσσιος κατέλαβον τὴν Μακεδονίαν, τὴν ῾Ελλάδα καὶ τὴν ᾽Ασίαν. ῾Ο Βροῦτος ἦλθε τὸν Σεπτέμβριον τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰς τὰς ᾽Αθήνας. ῾Ο ῾Οράτιος μετ’ ἄλλων συσπουδαστῶν του, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν εὔκολον ἐνθουσιασμὸν τῆς ἡλικίας του, ἔσπευσε προθύμως νὰ καταταχθῇ ὑπὸ τάς σημαίας τοῦ Βροῦτου, μέ τὸν βαθμὸν μάλιστα τοῦ στρατ. χιλιάρχου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχεν ὑπηρετήσει ὡς στρατιώτης.
Τὸν Νοέμβριον τοῦ 42 π. Χ. συνεκροτήθη ἡ παρὰ τοὺς Φιλίππους μάχη· οἱ δημοτκρατικοὶ ἡττήθησαν καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ὁ ῾Οράτιος δὲν αἰσχύνεται νὰ ὁμολογήσῃ (᾽Ωδὴ 7, στίχ. 9, 10, 11, 12 βιβλ. ΙΙ) ὅτι ἐγκατέλιπε τὴν ἀσπίδα του εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης ταύτης. Ἴσως ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ κυριολεκτικῶς τὸ χωρίον τοῦτο. Πιθανῶς ὑπαινίσσεται κατὰ ποιητικὸν τρόπον, ὅτι μετὰ τὴν ἧτταν ἐκείνη τῶν ὁμοφρόνων του δὲν ἀνεμείχθη πλέον εἰς τὴν πολιτικήν, ἀλλ’ ἐπεδόθη εἰς μελέτας καὶ εἰς τὴν ποίησιν.
῾Η θέσις τοῦ ῾Ορατίου, μετὰ τὴν παρὰ τοὺς Φιλίππους ἧτταν, ἀποβαίνει δεινή. Ἡ μικρὰ πατρικὴ περιουσία του, τῆς ὁποίας ἦτο κληρονόμος, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀποθάνει ὁ πατήρ του, ἐδημεύθη ὑπὸ τοῦ ᾽Οκταβιανοῦ καὶ διενεμήθη μετὰ πολλῶν ἄλλων κτηματικῶν περιουσιῶν εἰς τοὺς παλαιμάχους στρατιώτας (veteranos).
῞Οτε ὅμως τῷ 41 π. Χ. ἐχορηγήθη παρὰ τοῦ Ὀκταβιανοῦ γενικὴ ἀμνηστία εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, ἐπωφελούμενος ταύτης καὶ ὁ ῾Οράτιος, ἐπανῆλθεν εἰς Ρώμην, ὅπου πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν διωρίσθη οἰκονομικὸς ὑπάλληλος (ταμειακὸς γραμματεύς). Τὰς ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας ὥρας του διέθετεν εἰς τὴν ποίησιν. Ταχύτατα δὲ συνεδέθη διὰ φιλίας μετὰ τῶν ὀνομαστῶν τότε ποιητῶν Οὐεργιλίου καὶ Οὐαρίου καὶ δι’ αὐτῶν ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μετὰ τοῦ πιστοῦ συμβούλου τοῦ ᾽Οκταβιανοῦ, τοῦ Μαικήνα, τοῦ ἐνθέρμου προστάτου τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων.
῾Η ἁπλῆ κατ’ ἀρχὰς γνωριμία του μετὰ τοῦ Μαικήνα ἐξειλίχθη σὺν τῷ χρόνῳ εἰς τόσην οἰκειότητα καὶ φιλίαν, ὥστε ὁ Μαικήνας προσέφερεν εἰς αὐτὸν ὡς δῶρον τὴν Σαβινικὴν ἔπαυλιν, κειμένην εἰς 25 περίπου μιλίων ἀπόστασιν πρὸς τὰ ΒΑ τῆς Ρώμης. Τῆς ἐπαύλεως ταύτης τὰ θέλγητρα ὑμνεῖ ὁ ποιητὴς συχνὰ εἰς τὰ ποιήματά του, διότι ἐκεῖ εὗρεν ὅ,τι ἀκριβῶς ἐπόθει ἡ ποιητικὴ ψυχή του, ἄνεσιν, χαράν, πηγὰς ἐμπνεύσεως ἀλλὰ καὶ προσόδους ἀξιολόγους.
῾Η ποιητικὴ ἱκανότης τοῦ ῾Ορατίου, αἱ ἐξαίρετοι κοινωνικαὶ ἀρεταὶ του καὶ ὁ φιλικὸς δεσμὸς του μετὰ τοῦ Μαικήνα εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τοὺς ἀριστοκρατικοὺς κύκλους τῆς ρωμαϊκῆς κοινωνίας. Οἱ διαπρέποντες κυρὶως εἰς τὰ γράμματα ἄνδρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν φίλοι του. Δείγματα τρανὰ τῆς πρὸς αὐτοὺς ἐκτιμήσεως καὶ φιλίας του παρέχουν αἱ ᾠδαί του, διότι πολλὰς ἀπευθύνει, τιμῆς ἕνεκα, πρός αὐτοὺς.
᾽Ιδιαιτέρας ὅμως μνείας εἶναι ἀξία ἡ πρὸς τὸν ᾽Οκταβιανὸν Αὔγουστον εἰλικρινὴς ἀφοσίωσις καὶ ἀγάπη τοῦ ῾Ορατίου. Τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι ὑπὸ τὰς σημαίας τῶν δημοκρατικῶν Βρούτου καὶ Κασσίου ἐπολέμησε πρὸ ἐτῶν κατὰ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐξεπροσώπει ὁ διάδοχος τοῦ δολοφονηθέντος Καίσαρος, δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἐστερεῖτο σταθερῶν πολιτικῶν πεποιθήσεων, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἐνθουσιώδης ἐν τῆ νεανικῇ ἡλικίᾳ ποιητής, ὥριμος ἤδη, ἦτο ἱκανὸς νὰ διακρίνῃ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ προσηκόντως τὴν θαυμασίαν τάξιν, τήν εἰρήνην καὶ τὴν κατὰ πάντα πρόοδον τοῦ Ρωμ. κράτους, ἥτις ἐπραγματοποιήθη καὶ ἐπεκράτησεν ἐν αὐτῷ διὰ τῆς δεξιωτάτης διοικήσεως τοῦ Αὐγούστου. Διὰ τοῦτο δὲν παρουσιάζεται ὡς ἁπλῶς ἀνεχόμενος τὸ νέον καθεστώς, ἀλλὰ διαθέτει τὴν ἔμπνευσίν του, ἵνα ὑμνήσῃ αὐτό, συντελῶν οὕτω τὸ κατ’ αὐτὸν εἰς τὴν παγίωσίν του.
Εἰς ἡλικίαν 57 ἐτῶν ἀπέθανεν αἰφνιδίως τῇ 27 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 8 π. Χ. καὶ ἐτάφη ἐπὶ τοῦ ᾽Ησκυλίνου λόφου, παρὰ τὸν τάφον μεγάλου φίλου καὶ προστάτου του Μαικήνα, ὅστις εἶχε προηγηθῆ αὐτοῦ εἴκοσι μόνον ἡμέρας εἰς τὸν θάνατον.


2. ῞Εργα τοῦ ῾Ορατίου

 
Ὁ Ὁράτιος ἔγραψε λυρικὰ καὶ σατυρικὰ ποιήματα. Καὶ λυρικὰ μὲν εἶναι : α) αἱ ᾠδαὶ (carmina) εἰς 4 βιβλία, β) οἱ ἐπῳδοὶ (epodi) εἰς ἕν βιβλίον, ποιήματα σκωπτικά, πλήρη εἰρωνείας καὶ σκηνῶν ἐκ τῆς καθημερινῆς ζωῆς κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ α’ Ἕλληνος ἰαμβικοῦ ποιητοῦ ᾽Αρχιλόχου τοῦ Παρίου, γ) ὁ ἑκατονταέτηρος ὕμνος (carmen saeculare), ποιηθεὶς κατ’ ἐντολὴν τοῦ Αὐγούστου, ἵνα ψαλῇ ὑπὸ χοροῦ εὐγενῶν παίδων καὶ παρθένων κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Σαικουλαρίων, τελεσθεῖσαν κατὰ τὸ ἔτος 17 π. Χ. Σατυρικὰ δὲ εἶναι : α) αἱ Σάτιραι (Satirae ἤ Sermones) εἰς δύο βιβλία, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ποιητὴς σκώπτει καὶ καυτηριάζει μὲ λεπτὴν ἀστειότητα τὰς ἠθικὰς ἐλλείψεις τῆς κοινωνίας, χωρὶς νὰ θίγῃ ὡρισμένα πρόσωπα, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς μέσης κωμῳδίας τῶν ἀρχαίων ῾Ελλήνων, β) αἱ ᾽Επιστολαὶ (epistolae) εἰς δύο βιβλία, τοῦ αὐτοῦ περίπου πρὸς τὰς σατίρας περιεχομένου, ἀλλὰ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα ἀπευθυνόμεναι, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ἀρχαίας ᾽Αττικῆς κωμῳδίας καὶ γ) ἡ Ποιητικὴ τέχνη ἢ ᾽Επιστολὴ πρὸς Πείσωνας (ars poetica aut epistola ad Pisones) ἀπευθυνομένη πρὸς τοὺς υἱοὺς τοῦ Λευκίου Καλπουρνίου Πείσωνος καὶ περιέχουσα ἀξιολόγους παρατηρήσεις, ἐπὶ τῆς ποιήσεως γενικῶς.
῾Ο Ὁράτιος διὰ τῶν ἀνωτέρω ποιημάτων του καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν ᾠδῶν του, κατετάχθη μεταξὺ τῶν δοκιμωτάτων Ρωμαίων ποιητῶν, καταλαβὼν τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῷ κύκλῳ τῶν λυρικῶν τοιούτων. ᾽Ανεδείχθη δ’ ὄντως ἄφθαστος καλλιτέχνης τῆς λυρικῆς ποιήσεως πρῶτος αὐτὸς μιμηθεὶς τὰ ὑπέροχα λυρικὰ δημιουργήματα τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος, εἰς μίμησιν τῶν ὁποίων προτρέπει καὶ τοὺς ἄλλους, λέγων ἐν τῇ πρὸς τοὺς Πείσωνας ἐπιστολῇ 259 «vos exemplaria Graeca nocturna versate manu, versare diurna» ἢτοι «Ὑμεῖς τὰ ἑλληνικὰ παραδείγματα (συγγράμματα) νύκτα καὶ ἡμέραν ἀνελίσσετε». Αἱ ᾠδαὶ τοῦ ῾Ορατίου ἀποτελοῦν τὸ κάλλιστον ἀπὸ πάσης ἀπόψεως μέρος τοῦ ποιητικοῦ του ἔργου. ῾Η φιλία, ὁ ἔρως, ἡ ἔρις, τὰ συμπόσια, ἡ πολιτεία ἀποτελοῦν τοὺς πόλους, περὶ τοὺ ὁποίου στρέφεται ἡ θαυμαστὴ ἔμπνευσίς του. Τὸ περιεχόμενον αὐτῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν τεχνικὴν μορφήν των, ἀποπνέει χάριν καὶ λεπτὴν εὐτραπελίαν. ῎Αν καὶ ἐμιμήθη τοὺς ῞Ελληνας λυρικούς, τὸν ᾽Αρχίλοχον, τὴν Σαπφὼ καὶ τὸν ᾽Αλκαῖον, ἐν τούτοις δὲν παρουσιάζεται ὡς ἀντιγραφεὺς ἤ τυφλὸς μιμητὴς αὐτῶν. Παρουσιάζει πρωτοτυπίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ καταφαίνεται ἡ γνησία ρωμαϊκὴ ψυχή του.
Τὴν πρώτην τῶν ἀνὰ χεῖρας ἐκλεκτῶν ᾠδῶν ἀπευθύνει πρὸς τὸν μέγαν προστάτην του Μαικήναν. ᾽Εν αὐτῆ ἐκθέτει τὰς διαφόρους κλίσεις καὶ ἐπιθυμίας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐν κατακλεῖδι τὸ ἀτομικόν του ἰδεῶδες.
Τὴν β’ ἀπευθύνει πρὸς τὸ πλοῖον, ἐφ’ οὑ ἐπεβιβάσθη ὁ φίλος του Οὐεργίλιος, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς ᾽Αθήνας.
Τὴν γ’ πρὸς τὸν Μ. ᾽Αγρίππαν, διαπρεπῆ στρατιωτικὸν καὶ πολιτικὸν ἄνδρα τῆς ἐποχῆς του.
Την δ’ πρὸς τὸν ῾Ερμῆν, κατὰ μίμησιν ὁμοίου ὕμνου τοῦ ᾽Αλκαίου πρὸς αὐτὸν.
Ἡ ε’ εἶναι εὐχὴ πρὸς τὴν Ἄρτεμιν καὶ τὸν Ἀπόλλωνα.
Ἡ ς’, κατὰ μίμησιν τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν θρήνων, ἐποιήθη ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ κοινοῦ μετὰ τοῦ Οὐεργιλίου φίλου Κοϊντιλίου Οὐάρου.
᾽Εν τῇ ζ’ ἐξωτερικεύει τὴν ἄμετρον χαράν του ἐπὶ τῇ ἥττῃ καὶ τῷ θανάτῳ τῆς βασιλίσσης τῆς Αἰγύπτου Κλεοπάτρας.
᾽Εν τῇ η’ πανηγυρίζει ἐπὶ τῇ ἐπανόδῳ εἰς Ρώμην τοῦ κατὰ τὴν μάχην παρὰ τοὺς Φιλίππους συμπολεμιστοῦ του Πομπηίου Οὐάρου.
Ἐν τῆ θ’, ἀπευθυνομένῃ πρὸς τὸν Μαικήναν, φαντάζεται ἑαυτὸν μετὰ θάνατον μεταμορφούμενον εἰς κύκνον καὶ ἐξασφαλίζοντα τὴν ἀθανασίαν.
᾽Εν τῆ ι’, ἀπευθυνομένῃ πρὸς τὸν Μαικήναν, φαντάζεται ὅτι τὸν ἐπισκέπτεται οὗτος καθ’ ἥν ὥραν ἑτοιμάζεται νὰ θυσιάσῃ εἰς τὴν ῞Ηραν καὶ τὸν προσκαλεῖ νὰ συνεορτάσῃ, διότι ἄγει τὴν ἐπέτειον τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ἐσώθη ἀπὸ τὸν ἀπειλήσαντα αὐτὸν κίνδυνον, ἐκ τοῦ καταπεσόντος ἐπ’ αὐτοῦ δένδρου τοῦ κήπου του.
᾽Εν τῆ ια’ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Βάκχον, ἵνα ὑπὸ τὴν ἔμπνευσίν του ἐγκωμιάσῃ τὸν Αὔγουστον. Καὶ
ἐν τῆ ιβ’, ἥτις ἀποτελεῖ ἐπίλογον τρόπο τινὰ τῶν τριῶν πρώτων βιβλίων τῶν ᾠδῶν, κρίνει μετὰ χαρακτηριστικῆς ἀλαζονείας τὴν ἀξίαν τοῦ ποιητικοῦ ἔργου του.



LIBER PRIMUS

1.

1. Maecenas, atavis edite regibus,

o et praesidium et dulce decus meum,

sunt quos curriculo pulverem Olympicum

collegisse iuvat, metaque fervidis

5. evitata rotis, palmaque nobilis

terrarum dominos evehit ad deos;

hunc, si mobilium turba Quiritium

certat tergeminis tollere honoribus;

illum, si proprio condidit horreo

10. quidquid de Libycis verritur areis;

gaudentem patrios findere sarculo

agros Attalicis condicionibus

numquam demoveas, ut trabe Cypria

Myrtoum pavidus nauta secet mare;

15. luctantem Icariis fluctibus Africum

mercator metuens otium et oppidi

laudat rura sui; mox reficit rates

quassas, indocilis pauperiem pati;

est qui nec veteris pocula Massici

20. nec partem solido demere de die

spernit, nunc viridi membra sub arbuto

stratus, nunc ad aquae lene caput sacrae;

multos castra iuvant et lituo tubae

25. permixtus sonitus bellaque matribus

detestata; manct sub Jove frigido

venator, tenerae coniugis immemor,

seu visa est catulis cerva fidelibus,

seu rupit teretes Marsus aper plagas.

30. me doctarum hederae praemia frontium

dis miscent Superis, me gelidum nemus

Nympharumque leves cum Satyris chori

secernunt populo, si neque tibias

Euterpe cohibet, nec Polyhymnia

Lesboum refugit tendere barbiton.

35. quocisi me lyricis vatibus inseres,

sublimi feriam sidera vertice.


ΣΧΟΛΙΑ: 1. ΒΙΒΛΙΟΝ Ι - ΩΔΗ Ι


1-6.
atavus = ὁ ἐπίπαππος, ὁ πρόγονος. editus -a -um, τοῦ ρ, edo = γεννῶ. decus -oris = κόσμημα. iuvo-vi-tum (α’) = ἀρέσκω. curiculum-i= ἅρμα. meta -ae = ἡ νύσσα (στήλη εἰς τὰς καμπὰς τοῦ ἱπποδρόμου). evito ρ, (α’) = διαφεύγω. palma - ae = φοῖνιξ (δένδρον). eveho -xi-ctum (γ’) = ἀναβιβάζω, ἀνυψῶ· ἡ φυσ. σ.: sunt quos (= nonnulos) iuvat collegisse curriculo pulverem Olympicum et meta evitata rotis fervidis et palma nobilis evehit ad deos dominos terrarum (τὸ meta καὶ palma ὑποκ. τοῦ evehit). Maecenas -ātis = Μαικήνας, ἁπλοῦς ἱππεὺς Ρωμαῖος, εὐνοούμενος τοῦ Αὐγούστου καὶ σπουδαιότερος σύμβουλος αὐτοῦ, καταγόμενος ἐκ παλαιοτάτης Τοσκανικῆς οἰκογενείας


7- 10.
hunc (iuvat). mobilis -e = εὐμετάβολος, ἀσταθής. turba -ae =πλῆθος. illum (iuvat). tergeminus = τρίδυμος, τριπλοῦς. proprius -a -um = ὁ ἴδιος (τινὸς), ἀτομικὸς. horreum = ἡ ἀποθήκη, ὁ σιτοβολών. verro -rri -rsumι (γ’) = σαρῶ (σαρώνω).area - ae = τὸ ἁλώνιον. tergemini honores λέγονται : ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀγορανόμου (aedilis), τοῦ πραίτωρος (praetor) καὶ τοῦ ὑπάτου (consul). Libycae areae: διότι ἐπαρχία τῆς Λιβύης ἐπρομήθευε μετὰ τῆς Αἰγυπτου καὶ τῆς Σικελίας, τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ ἐν Ρώμῃ καταναλισκομένου σίτου


11 - 18.
findo -di -ssum (γ’) = σχίζω, σκάπτω. sarculum -i =τὸ σκαλιστήριον, ἡ ἀξίνη. condicio -onis = ἡ πρότασις, ὁ ὅρος. numquam demoveas = οὐδέποτε ἤθελες ἀπομακρύνει. trabs -is = ἡ δοκός, τὸ πλοῖον. seco -ui -ctum (α’) = κόπτω, διασχίζω. luctor, (α’) = παλαίω. mox ἐπίρ. = μετὀλίγον. reficio (re -facio) = ἐπισκευάζω. ratis -is = σχεδία,πλοῖον. quassus -a -um (τοῦ ρ. quatior) = καταπεπονημένος, βεβλαμμένος. indocilis = ἀμαθής, ἄπειρος. Attalicae conditiones: διότι τὰ πλούτη τῶν Ἀτταλικῶν βασιλέων τῆς Περγάμου ἦσαν παροιμιώδη. ῾Ο ῎Ατταλος ΙΙI (133 π.X.) εἶχε κληροδοτήσει τὸ βασίλειόν του εἰς τοὺς Ρωμαίους. Cypria trabs: διότι οἱ Κύπριοι ἦσαν τολμηροὶ θαλασσοπόροι καὶ ἱκανοὶ ἔμποροι. Africus = λίψ (κοιν. γαρμπῆς), θυελλώδης κατὰ τὸν χειμώνα ἄνεμος


19 - 29.
poculum -i = ποτήριον. demo -mpsi -mptum (γ’) = ἀφαιρῶ. solidus (ἐπίθ.) = στερεός, ἀκέραιος. sperno -sprevi -etum (γ’) = ἀποχωρίζω, ὀλιγωρῶ. nunc ...nunc = ὁτὲ μέν ... ὁτὲ δέ. arbŭtys -i = κόμαρος. viridis -is = πράσινος, θαλερός. ῾Η φυσ. σειρά: nunc stratus membra sub viridi arbuto. ad lele caput sacrae aquae = παρὰ τὴν ἤρεμον πηγήν (κεφαλόβρυσον) ἱεροῦ ὕδατος˙ (αἱ πηγαὶ ἦσαν καθιερωμέναι εἰς θεότητας). tuba -ae = σάλπιγξ. lituus -i = κέρας, ἐπικαμπὴς σάλπιγξ. detestor (α’) = μυσάττομαι, καταρῶμαι. sub Jove frigido ἀντὶ τοῦ sub caelo. seu -seu = εἴτε - εἴτε. catulus -i = σκύλαξ, κυνάριον. rumpo -pi -ptum, (γ’) = θραύω, διαρρηγνύω. teres -ĕtis = στρογγύλος, ἐπιμήκης. plaga -ae = δίκτυον. Massicus : καλεῖται περίφημος οἶνος τῆς Καμπανίας (καμπανίτης) φέρων τὸ ὄνομα τοῦ ὁμωνύμου ὄρους τῆς ᾽Ιταλίας. sub Jove frigido : διότι Juppiter, ὡς προσωποποιία τοῦ οὐρανοῦ, λαμβάνεται ἀντὶ τοῦ ψυχροῦ ὑπαίθρου. Marsus = Μαρσικός, ὄνομα λαοῦ ἰταλικοῦ


30 - 36.
hedĕra -ae = ὁ κισσός, φυτὸν ἱερὸν τοῦ Βάκχου, τοῦ ἐξάπτοντος τὴν φαντασίαν τῶν ποιητῶν. gelidus, ἐπίθ. = κρυερός, παγετώδης. secerno, -crevi -ētum (γ’) = διακρίνω, χωρίζω. tibia -ae = αὐλὸς (μουσικὸν ὄργανον). Euterpe -Polymnia, ὀνόματα Μουσῶν, barbitus -i = βάρβιτος, ἔγχορδον μουσ. ὄργανον, ὅμοιον πρὸς τὴν λύραν. Lesbous : διότι Σαπφὼ καὶ Ἀλκαῖος οἱ περίφημοι λυρικοὶ ποιηταὶ τοῦ 6ου π.Χ. αἰῶνος ἦσαν Λέσβιοι. vates -is = μάντις, ποιητή. insero -ui -rtum (γ’) = συγκαταλέγω. sublimis -is ἐπίθ. = μετέωρος, μετάρσιος. ferio -īre (δ’) = πλήττω. quos se me ... vertice = διότι, ἐὰν μὲ κατατάξῃς μεταξὺ τῶν λυρικῶν ποιητῶν, διὰ μεταρσίου κεφαλῆς θὰ πλήξω τὰ ἄστρα.



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him