Γεώργιος Τυπάλδος - Ἰακωβάτος (ΜΕΡΟΣ Δ') (Τελευταῖον)

Ὁ πολιτικὸς τῆς Ρωμηοσύνης


τοῦ
πρωτοπρεσβυτέρου
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ



 

Τὸ Πνευματικὸ κλίμα

Δὲν εἶναι, φυσικά, δύσκολο νὰ ἐντοπίσει κανεὶς τοὺς χώρους, στοὺς ὁποίους διαμορφώθηκε ἡ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ Ἰακωβάτου. Τὸ περιβάλλον δηλαδή, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἄντλησε τὴ πληροφόρησή του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ὥστε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια γνώση καὶ ἀποδοχή της.
Πρῶτος χῶρος διασύνδεσή του μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἦταν ἡ ἴδια ἡ οἰκογένειά του. Ἀναθρεμμένος σὲ μία πολυάνθρωπη, τυπικὰ ἑπτανησιακὴ —θὰ λέγαμε καλύτερα, κεφαλλονίτικη— οἰκογένεια τοῦ 19ου αἰώνα, μὲ ἰσχυρὸ λαϊκὸ χαρακτήρα, ἐθίσθηκε ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια στὶς λαϊκὲς θρησκευτικὲς πρακτικές, ποὺ τὶς συντηροῦσαν καὶ ἐνίσχυαν μὲ ἀπόλυτη συνέπεια οἱ κατὰ κανόνα ὑποδειγματικοὶ κληρικοὶ τῆς ληξουριώτικης κοινωνίας, μὲ τοὺς ὁποίους διατηροῦσαν στενὲς σχέσεις ὅλοι οἱ Ἰακωβάτοι 48. Ἰσχυρὲς ἐξάλλου θρησκευτικὲς ἐμπειρίες πρέπει νὰ ἀπέκτησαν ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς οἰκογένειας κοντὰ στὴν ἁπλοϊκή, καλωσυνάτη καὶ βαθιὰ εὐσεβὴ Μητέρα τους (Αἰκατερίνη), ποὺ πιστὴ στὴ τοπικὴ παράδοση χάρισε τὸν πρῶτο γιό της στὴν ἱερωσύνη. Ἀπὸ τὴν οἰκογενειακὴ ἀλληλογραφία τῶν Ἰακωβάτων σχηματίζει κανεὶς τὴν εἰκόνα μιᾶς οἰκογένειας, στὴν ὁποία ἡ θρησκεία ἔχει δεσπόζουσα καὶ καθοριστικὴ σημασία.
Ἡ πηγαία εὐσέβεια τοῦ Ἰακωβάτου ἐνισχύθηκε μὲ τὶς πολύπλευρες σπουδές του, ποὺ παρὰ τὴν πολυμέρειά τους δὲν ἔπαυσαν ποτὲ νὰ ἐπικεντρώνονται στὰ θρησκευτικὰ ζητήματα. Ἀκόμη καὶ στὸ χῶρο τῆς εἰδίκευσής του, τὴ Νομική, ἡ θρησκεία κυριαρχεῖ, ὅπως δείχνει ἡ πολιτική του δράση. Ὁ Ἰακωβάτος, μποροῦμε νὰ ποῦμε ἀνεπιφύλακτα, ἦταν ἕνας ὀρθόδοξος «πολιτικὸς θεολόγος» στὴν ἐποχή του, ἐφόσον ἡ θεολογία ἦταν ὁ γνώμονας τῆς πολιτικῆς του. Ἦταν ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας του. Σημαντικὸ δὲ εἶναι ὅτι δὲν φαίνεται νὰ ἀποξενώθηκε ποτὲ ἀπὸ τὸ κλίμα τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας τῶν παιδικῶν καὶ νεανικῶν του χρόνων, στὰ ὁποῖα σταθερὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ἦταν ἡ μορφὴ τοῦ κληρικοῦ ἀδελφοῦ του. Ὅπως παρατηρήσαμε σὲ ἄλλη περίπτωση, «δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἀγῶνες τῶν πολιτικῶν τῆς οἰκογένειας, ἐρήμην τῆς προσωπικότητας καὶ τῆς ἰδεολογίας τοῦ θεολόγου Κωνσταντίνου, ποὺ ἦταν ἡ ἀναγνωρισμένη ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀδελφοὺς αὐθεντία καὶ πνευματικὰ 'τὸ πρῶτο κινοῦν' τῆς ὁμάδας. Ὁ Γεώργιος ἦταν ὁ δυναμικὸς ἐκτελεστὴς τῶν ἀποφάσεων».
Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Γεώργιος περιοριζόταν σὲ μιὰ παθητικὴ συμμόρφωση στὶς ἀποφάσεις τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν ἀπόλυτη ταύτισή του μὲ τὸν ἀδελφό του καὶ τὴν πρόθυμη ὑπεράσπιση τῶν ἀπόψεων ἐκείνου, γιατί ἦταν καὶ δικές του. Ὁ αὐθορμητισμὸς καὶ ἡ δυναμικότητα τῆς θρησκευτικότητας τοῦ Ἰακωβάτου, ποὺ τόσο ἐντυπωσιάζουν στὶς Ἀγορεύσεις του, ἦταν ἡ προέκταση τῶν νεανικῶν ἐμπειριῶν του, ποὺ ζύμωσαν μέσα στὴ βεβαιότητα τῆς πίστης ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του.
Ἡ πλατιὰ παιδεία τοῦ Ἰακωβάτου, ἀπὸ τὶς ὑψηλότερες ὄχι μόνο στὴν ἐποχή του, δὲν ἐπηρέασε ἀρνητικά, ὅπως συνηθιζόταν στοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων, τὴ σχέση του μὲ τὴ θρησκεία. Σ' αὐτὸ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ ἡ μαθητεία του κοντὰ στὸν ἀδελφό του Κωνσταντῖνο. Ὁ Γεώργιος εἶχε τὴν εὐκαιρία, ζώντας κοντὰ στὸν κατὰ δεκαοκτὼ χρόνια μεγαλύτερο ἀδελφό του, νὰ γνωρίσει τὴν ὀρθόδοξη παράδοση στὴν πατερική, ἀνατολικὴ δηλαδή, θεώρησή της. Αὐτὸ εἶχε τὶς ἀκόλουθες συνέπειες: α) Νὰ γνωρίσει τὸν χριστιανισμὸ στὴν αὐθεντικότητά του καὶ νὰ ἀγαπήσει τὴν ὀρθοδοξία, χωρὶς νὰ τὴν ταυτίζει μὲ τὶς ὁποιεσδήποτε παραχαράξεις της· β) νὰ ἀποκτήσει κριτήρια ὀρθόδοξα, συνειδητοποιώντας τὴν ἱστορικότητα τῆς πατερικῆς ὀρθοδοξίας καὶ τὴν εὐεργετικὴ δυναμική της στὴν πορεία τῆς Ρωμηοσύνης καὶ γ) νὰ πεισθεῖ ἀμετάκλητα γιὰ τὸ σωστικὸ ρόλο τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴ νέα φάση τῆς πορείας τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὰ ὅρια τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους.
Ὁ Γεώργιος Ἰακωβάτος ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ἁπλῶς ἕνας καλὸς γνώστης τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί ἦταν κάτι πολὺ περισσότερο: ἕνας ὁλοκληρωμένος θεολόγος, τοὐλάχιστο μὲ τὴ γνωστὴ ἀκαδημαϊκὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἡ θεολογικὴ κατάρτισή του ἔχει ἐπανειλημμένα ὑπογραμμισθεῖ. Ὁ βιογράφος του Ἠλίας Τσιτσέλης τονίζει ἰδιαίτερα τὴν κλασσικὴ καὶ πατερική του παιδεία. Ὁ Ἀμίλκας Ἀλιβιζάτος, ἀκαδημαϊκὸς θεολόγος αὐτός, σημειώνει ὅτι ὁ Ἰακωβάτος ὑπῆρξε «εἷς τῶν σημαντικωτέρων ἐρασιτεχνῶν θεολόγων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος». Προσωπική μας ἄποψη εἶναι ὅτι τὸ ἐπίθετο, ποὺ χρησιμοποί ησε ὁ Ἀλιβιζάτος («ἐρασιτεχνῶν»), ἔχει ἰσχὺ μόνο, ἂν περιορισθοῦμε στη διαπίστωση ὅτι ὁ Ἰακωβάτος δὲν διέθετε τὰ τυπικὰ κριτήρια, δηλαδὴ ἀκαδημαϊκοὺς τίτλους στὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν δίσταζε, ὅταν τὰ πράγματα τὸ ἐπέβαλλαν, νὰ ἐπικαλεσθεῖ μὲ κάποια ἐξεζητημένη ταπεινοσχημία τὴ θεολογικὴ κατάρτισή του, ὅπως τὸ 1880 στὴν Ἑλληνικὴ Βουλή: «οὐδείς μοι ἀμφισβητεῖ ὅτι ὀλίγην θεολογίαν γνωρίζω καὶ ἐγὼ» 49. Καὶ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τοῦ ἀμφισβητήσουν τὴ σχέση του μὲ τὴ θεολογία οἱ συνάδελφοί του στὴ Βουλή, τόσο τῆς Κερκύρας, ὅσο τῆς Ἀθήνας, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι τοῦ ἀνέθεταν ὁμόφωνα τὴν προεδρία ἐπιτροπῶν γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Τὴν ἴδια γνώμη ὅμως
εἶχε καὶ ὁ λαός, ποὺ πολιτικὰ τὸν ἀκολουθοῦσε. Στὰ λαϊκὰ στιχουργήματα, ποὺ προεκλογικὰ κυρίως κυκλοφοροῦσαν στὴν Κεφαλληνία, ἔστω καὶ ἂν συντάσσονταν συχνὰ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στενὸ περιβάλλον τῶν Ἰακωβάτων, ὑπάρχουν διακηρύξεις, ὅπως ἡ ἀκόλουθη: «...Χρειάζεται σοφία / γνώση πολιτικὴ / βαθειὰ θεολογία καὶ ἀτρόμητος ψυχή...». Καὶ ἦταν σ' ὅλους γνωστὸ ὅτι τὸ «βαθειὰ θεολογία» περισσότερο ἀπ' τοὺς ἄλλους πολιτευόμενους ἀδελφοὺς ἴσχυε γιὰ τὸν Γεώργιο.
Ἡ θεολογικὴ κατάρτιση τοῦ Ἰακωβάτου ξεπερνοῦσε κατὰ πολὺ τὰ ἐρασιτεχνικὰ ὅρια. Παρὰ τὴν ἔλλειψη ἀκαδημαϊκῶν τίτλων στὸ χῶρο τῆς θεολογίας ὁ Ἰακωβάτος δὲν εἶχε μείνει ἄγευστος συστηματικῶν θεολογικῶν σπουδῶν, πέρα ἀπὸ τὴν μακρὰ καὶ ἐπίπονη ἐνασχόλησή του μὲ ἁγιογραφικὲς καὶ πατερικὲς μελέτες. Στὴν Κέρκυρα, κατὰ τὰ δέκα χρόνια τῶν ἐκεῖ σπουδῶν του (1827-1837), παρακολουθοῦσε τὶς θεολογικὲς παραδόσεις τοῦ Καθηγητῆ ἀδελφοῦ του. Ἄλλωστε ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ἐπιστημονι κῶν κλάδων στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία ἐξασφάλιζε τέτοιες δυνατότητες. Ὁ Γεώργιος ὅμως δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἀκροατὴς τῶν θεολογικῶν μαθημάτων. Ὁ Γεώργιος εἶχε τὸ ἰδιαίτερο προνόμιο νὰ ἀναμειγνύεται ἐνεργότερα στὸ θεολογικὸ ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου καὶ νὰ συμμετέχει σ' αὐτὸ ἀμεσότατα.
Ἦταν ὁ προσωπικὸς γραμματέας του ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀλληλογραφία του, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀντιγράφει καὶ καθαρογράφει τὰ θεολογικὰ διδακτικὰ ἐγχειρίδιά του, ὅπως διαπιστώνουμε ἀναγνωρίζοντας σχεδὸν μόνιμα τὴ γραφὴ τοῦ Γεωργίου στὰ χειρόγραφα τοῦ ἀδελφοῦ του, ποὺ σώζονται στὸ Ἀρχεῖο τους στὸ Ληξούρι. Δὲν πρέπει, παράλληλα, νὰ παραθεωρηθοῦν οἱ θεολογικὲς συζητήσεις τῶν ἀδελφῶν καὶ τὸ καθημερινὸ ζύμωμα τοῦ Γεωργίου μὲ τὸν θεολογικὸ λόγο τοῦ Κωνσταντίνου. Ἔτσι μπόρεσε νὰ ἐξοικειωθεῖ σὲ ὑ ψηλὸβαθμὸ μὲ τὰ θεολογικὰ καὶ ἐκ κλησιαστικά, σὲ σημεῖο, ποὺ νὰ ἐπιτρέπεται νὰ μιλεῖ κανεὶς γιὰ συστηματικὴ σπουδή του στὴ Θεολογία, ἀφοῦ ἡ ἐνασχόλησή του μὲ αὐ τὴ (σὲ ἀκαδημαϊκὰ τοὐλάχιστο πλαίσια) ἦταν πολὺ βαθύτερη καὶ ἐντατικότερη ἀπὸ ἐκείνη κάθε ἄλλου σπουδαστῆ τῆς Ἰόνιας Ἀκαδημίας 50.
Ἡ ἐπαφὴ τοῦ Ἰακωβάτου μὲ τὴ Θεολογία καὶ ἡ ἕλξη του ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα στὴν εὐρύτερη διάστασή τους, δὲν θὰ σταματήσει ποτὲ στὴν περιπετειώδη σταδιοδρομία του. Ἐντελῶς δειγματοληπτικά, γιὰ ἕνα πρόχειρο ἔλεγχο τοῦ ποιοῦ τῶν θεολογικῶν του ἐνδιαφερόντων, παραθέτουμε ἕνα πολὺ χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ γράμμα του τῆς 13ης Σεπτεμβρίου 1848, ποὺ στέλνει ἀπὸ τὴν Πάτρα στὸν νεοχειροτονημένο σὲ Ἐπίσκοπο ἀδελφό του στὴ Χάλκη: «...Ἐδέσαμεν λαμπρῶς ὑπὲρ τοὺς τετρακοσίους τόμους τῆς ἡμετέρας βιβλιοθήκης καὶ σὺν Θεῷ δὲν θέλομεν παύσει τοῦ νὰ δένωμεν, μέχρις οὗ ἐξαντλήσωμεν τὸν κατάλογον ὅλων τῶν θεολογικῶν, νομικῶν καὶ ἰατρικῶν ἀδέτων τόμων. Νὰ ἔβλεπες τὸν ταπεινὸν Νικόδημον πῶς μᾶς κοιτάζει ἀπὸ τὴν θέσιν του ὡς καρδινάλιος! Ν' ἀπείκαζες τὸν ἐκ Θηβαΐδος Αἰγύπτιον Μακάριον κομπάζοντα εἰς τὴν πορφύραν του! Νὰ ἐθεώρεις τὸν ἀσκητικὸν Βασίλειον ἐνδεδυμένον τὰ χρυσᾶ! Συγκαταβατικοὶ εἰς τὰ συγγράμματα, ἐσπογγίσαμεν τὴν κόνιν τοῦ Ροδοτᾶ καὶ Ἀλλατίου, καὶ περιβαλόντες αὐτοὺς δυτικὰ χρώματα, ἐθέσαμεν ὑποπόδιον τῶν ἀ νατολικῶν».
Καὶ μόνο τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ νὰ φανερώσει τὴ φύση τῶν θεολογικῶν πηγῶν τοῦ Γεωργίου. Εἶναι μία σπουδαία αὐτομαρτυρία γιὰ τὸ χῶρο, στὸν ὁποῖο ἐντοπιζόταν ἡ θεολογικὴ πληροφόρησή του. Γνώρισε τὴν Ὀρθοδοξία μέσα ἀπὸ τὶς ἀντιπροσωπευτικότερες καὶ αὐθεντικότερες ἐκφράσεις της: τὸν Ἅγιο Νικόδημο Ἁγιορείτη (ἴσως ἐδῶ πρόκειται γιὰ τὸ Πηδάλιό του), τοὺς ἀσκητικοὺς πατέρες καὶ τὸν Μ. Βασίλειο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰακωβάτος ἀποκαλύπτει ἐδῶ προσεγγίσεις στὴν ἀσκητικὴ-νηπτικὴ πατερικὴ γραμματεία, εἶναι μία ἔνδειξη καὶ γιὰ μία γνώση ἀπ' αὐτὸν τῆς Θεολογίας, πέρα ἀπὸ τὰ σχολαστικὰ ἀκαδημαϊκὰ πλαίσια, στὶς πατερικὲς πρακτικές της, κάτι ποὺ μεταβάλλει σὲ βεβαιότητα ἡ μακρὰ ἐγκαταβίωσή του στὸ «κελλὶ» τοῦ ἱερομονάχου ἀδελφοῦ του.
Παράλληλα ὅμως διαπιστώνεται καὶ ἡ ἀταλάντευτη στάση τοῦ Ἰακωβάτου ἀπέναντι στὴν ἑτεροδοξία, εἴτε πρόκειται γιὰ καθαρὰ δυτικοὺς ἢ λατινίσαντες Ρωμηούς, ὅπως ὁ Ροδοτᾶς 51 καὶ ὁ Ἀλλάτιος 52. Οἱ ἐπιστημονικὲς προϋποθέσεις του δὲν ἀποκλείουν τὴν ἐνασχόληση μαζί τους. Τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του ὅμως λειτουργεῖ ἀπωθητικὰ ἀπέναντί τους. Πράγματι, τὸ κείμενο αὐτὸ εἶναι μία περιεκτικὴ ἀποκάλυψη τοῦ θεολόγου Ἰακωβάτου, γιατί φανερώνει τὴ θεολογική του στάση, ποὺ σὰν φωτεινὴ γραμμὴ διαπερνᾶ ὅλη τὴ δράση του.
Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Ἰακωβάτος ἔχοντας
ἀποκτήσει μίαν ἐσωτερικὴ σχέση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴ Θεολογία της, κατεχόταν ἀπὸ μία ἰσχυρὴ συμπάθεια ἀπέναντί της, προσεγγίζοντάς την «ἐκ τῶν ἔσω», ἀπὸ τὴν προσωπικὴ μετοχή του στὴν παράδοσή της. Ἔτσι μόνο μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ ὁ ἰδιαίτερος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἀγωνίζεται γι' αὐτήν, διακινδυνεύον τας ἀδιάλειπτα τὸ «κῦρος» του στὴν κυριαρχούμενη ἀπὸ τὴν διαφωτιστικὴ ἀτμόσφαιρα Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου ἢ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦταν, πράγματι, κάτι ἁπλὸ καὶ αὐτονόητο γιὰ ἕνα πολιτικὸ τοῦ ἀναστήματος τοῦ Ἰακωβάτου νὰ προσέξει ὅτι κάτι, ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὴ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἦταν ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ παροτρύνει τὸν λιγότερο ἔκθετο φυσικὰ στὰ ὁπωσδήποτε ὄχι εὐχάριστα σχόλια τῶν συν αδέλφων τους Νέστορα Σολομὸ νὰ προτείνει τὴν τοποθέτησή της: «Ὁ φίλος μας Κύριος Νέστωρ Σολομὸς ἔκαμε πρότασιν, μὲ τὴν γνώμην μας 53, νὰ τεθῇ ἡ εἰκὼν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Συνελεύσεως». Αὐτὰ γράφει στὶς 27 Ἰουλίου 1864 ὁ Γεώργιος στὸν ἀδελφό του Νικόλαο, στὸ Ληξούρι.
Ἦταν μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐνέργειές του στὴν Β´ Ἐθνοσυνέλευση, ποὺ θὰ προδιαγράψει σύνολη τὴν κατοπινή του πορεία. Ἡ Ὀρθοδοξία ἔγινε γιὰ τὸν Ἰακωβάτο ὑπόθεση τῆς ζωῆς καὶ δράσης του. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μὲ τὴν ἰδέα τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τοῦ «κέντρου» τοῦ Γένους, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως / Νέας Ρώμης. Ἡ μεγάλη δὲ προσφορά του στὴν πορεία τοῦ Νεοελληνικοῦ Κράτους, στὸ σημεῖο αὐτό, ἔγκειται στὸ ὅτι συνέβαλε στὴ συντήρηση τῆς οἰκουμενικῆς - ὀρθόδοξης - ρωμαίϊκης ἰδέας, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἄρχιζε ἡ κυριαρχία τῆς ἰδέας τοῦ «ἐθνικοῦ κέντρου» 54 δηλαδὴ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ποὺ θὰ ἐπικρατήσει ἀπόλυτα στὸν πολιτικό μας βίο μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ (1922).

* * *

Δὲν εἶναι δυνατό, ἀλλ ̓ οὔτε καὶ εὔκολο, νὰ ἐμφανίζονται συχνὰ
στὸν πολιτικό μας κόσμο, μορφές, ὅπως ὁ Γεώργιος Ἰακωβάτος. Τὸ παράδειγμά του ὅμως μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει ὡς κανόνας ἐκτιμήσεως τῆς πολιτικῆς μας πραγματικότητας καὶ δυνατότητα ἀνανήψεως ἐκείνων τοὐλάχιστον, ποὺ διατηροῦν βιωματικὴ σχέση μὲ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας. Τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι στὰ χέρια τῆς οἰκογένειας, στὴ στενότερη καὶ εὐρύτερη διάστασή της, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὸν Ἰακωβάτο. Ἂν δὲν ξαναβροῦν τὴν ταυτότητά τους τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον καὶ ἡ Ἐνορία / Ἐκκλησία, ἀνάσταση γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει.

Ὑποσημειώσεις:

48. Τέτοιοι ἦσαν λ.χ. οἱ ἱερομόναχοι, ἱεροκήρυκες καὶ διδάσκαλοι Χαράλαμπος Ποβερέτος (1762-1836) καὶ Φλόριος Λαγκούσης († 1821) κ.ἄ. Στὴν ἀλληλογραφία τους ἐμφανίζονται συχνὰ κληρικοί, στοὺς ὁποίους ἀναφέρονται μὲ σεβασμό, ὡς π.χ. Γρ. Μελιδόνης, Σπ. Δαφαράνας, Διον. Ἀραβαντινὸς κ.ἄ.
49. Ἀγορεύσεις, σ. 266.
50. Τὴ θεολογική του πληρότητα καὶ συνείδηση δείχνουν οἱ Ἀγορεύσεις του καὶ ὅλα τὰ χειρόγραφά του (ὅπως π.χ. Χ 161 καὶ
Χ 165 στὸ Α.Τ.Ι.), ποὺ εἶναι διάσπαρτα μὲ ἁγιογραφικὰ καὶ πατερικὰ χωρία.
51. Πρόκειται γιὰ τὸν ἰταλοαλβανὸ Pietro Pompilio Rodotà,καθηγητὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Βατικανοῦ (ἔζησε τὸν 18ο αἰ.). Γνωστὸ εἶναι τὸ τρίτομο ἔργο τοῦ Dell’ origine, progresso, e stato presente del vito greco in Italia, osservato dai Greci, monci Basiliani, e Albaresi, ποὺ ἐκδόθηκε στὴ Ρώμη 1758-1763 Νὰ ἐννοεῖ αὐτὸ τὸ ἔργο ἐδῶ ὁ Ἰακωβάτος; Δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ ἐξακριβώσουμε. Γιὰ τὸν Rodotà βλ. στοῦ Ζ. Ν. Τσιρπανλῆ, «Οἱ μαθητὲς τοῦ ἑλληνικοῦ Κολλεγίου», Δωδώνη 7
(1978) σ.35.
52. Ὁ γνωστὸς Λέων Ἀλλάτιος (Leone Alacci), 1588-1669. Βλ. τὰ βιογραφικά του στοῦ Ζαχαρία Ν. Τσιρπανλῆ, Τὸ Ἑλληνικὸ Κολλέγιο τῆς Ρώμης καὶ οἱ Μαθητές του (1576-1700), Θεσσαλονίκη 1980, σ. 377-383 (μὲ βιβλιογραφία).
53. Ἐννοεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἀδελφό του Χαραλάμπη, βουλευτὴ ἐπίσης, ὅπως καὶ ὁ Νέστωρ Σολομός, ποὺ ἐκλέχθηκε καὶ αὐτὸς βουλευτὴς στὴ Β´ Ἐθνοσυνέλευση τοῦ 1863/64 (Βλ. Δέσποινας Κατηφόρη, «Οἱ Ἑπτανήσιοι Βουλευτὲς στὴν πρώτη δεκαετία ἀπὸ τὴν ἕνωση», Πρακτικὰ Συμποσίου 1984 τοῦ Κέντρου Μελετῶν Ἰονίου, Ἀθήνα 1984, σ. 100 καὶ στὴν Πίνακα ἀρ. 1).
54. Βλ. στοῦ Πασχ. Κιτρομηλίδη, «Τὸ ἑλληνικὸ κράτος ὡς ἐθνικὸ κέντρο», στὸ ἔργο: Ἑλληνισμὸς-Ἑλληνικότητα (Ἰ δεο λογικοὶ καὶ βιωματικοὶ ἄξονες τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας, Ἀθῆναι (χ. χρ.) σ. 149 ἑ.ἑ.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him