Γεώργιος Τυπάλδος - Ἰακωβάτος (ΜΕΡΟΣ Α')




Ὁ πολιτικὸς τῆς Ρωμηοσύνης


τοῦ
πρωτοπρεσβυτέρου
π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ



Ἐλάχιστοι εἶναι οἱ πολιτικοί μας, ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι σήμερα, ποὺ ἀποδεικνύουν, μὲ τὴν πολιτικὴ πράξη καὶ τὴν ὅλη βιωτή τους, ὅτι διατηροῦν σχέση ζωντανὴ καὶ εἰλικρινὴ μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας. Ὁ πολιτικός μας κόσμος εἶναι θρεμμένος μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Εὐρώπης (μὴ ξεχνᾶμε ὅτι καὶ ὁ μαρξισμὸς σὲ ὅλες τὶς πραγματώσεις του εἶναι καρπὸς τῆς εὐρωπαϊκῆς–δυτικῆς διαλεκτικῆς), ποὺ ἀντιστρατεύεται τὴν Ὀρθοδοξία, τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, τὴν ὁποία ἢ κατάφωρα ἀπορρίπτει ἢ ἀσύστολα τὴν καπηλεύεται γιὰ τὴν ἐπίτευξη προσωπικῶν ὠφελημάτων. Ἡ ὑποδούλωση τοῦ πολιτειακοῦ καὶ πολιτικοῦ μας βίου στὸ εὐρωπαϊκὸ–δυτικὸ παράδειγμα ὁδήγησε τὸ Ἔθνος μας στὸ νὰ καταστεῖ οὐραγὸς τῆς «Δύσεως» μὲ ἀπόληξη τὴ σημερινή μας «εὐρωπαϊκή» δουλεία, χειρότερη ἀπὸ τὴν παλαιὰ τουρκοκρατία.
Στὴ μελέτη αὐτὴ θὰ παρουσιάσουμε ἕνα ἑπτανήσιο πολιτικὸ τοῦ 19ου αἰ. ποὺ ἐνσάρκωσε τὴν ἁρμονικὴ σύζευξη πολιτικῆς πράξης καὶ Ὀρθοδοξίας σ ̓ ὅλη τὴν κοινοβουλευτικὴ δράση του ὡς βουλευτὴς τοῦ Ἰονίου Κράτους (1850 ἑ.) ἢ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου (1864 ἑ.). Πρόκειται γιὰ τὸν Ληξουριώτη βουλευτὴ τοῦ «Ριζοσπαστικοῦ» (ἑνωτικοῦ) Κόμματος, Γεώργιο Τυπάλδο–Ἰακωβάτο (1813–1882). Ἡ περίπτωσή του εἶναι πολὺ διδακτική, ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ ἔχει τραγικὰ ἀπαξιωθεῖ ὁ πολιτικός μας κόσμος, ἄν ὄχι γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς πολιτικούς μας, τοὐλάχιστον γιὰ μᾶς, γιὰ τὶς ὅποιες ἐπιλογές μας.

* * *

1. Ριζοσπαστισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία

Ἡ δυναμικὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν ἑπτανησιακὴ Ριζοσπαστικὴ παράταξη 1 εἶναι σήμερα καθολικὰ δεκτή. Οἱ Ριζοσπάστες, οἱ «ἀριστεροὶ» τῆς ἀγγλο-κρατούμενης Ἑπτανήσου, πολεμοῦσαν τὴν ξενοκρατία μὲ κύριο ὅπλο τὴ θρησκευτικὴ παράδοση τοῦ Λαοῦ, τὴν Ὀρθοδοξία. Ριζοσπαστισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία ταυτίσθηκαν στὴ λαϊκὴ συνείδηση καὶ ὅποιος πολεμοῦσε τὴ θρησκεία ἢ τὴν ὑπονόμευε, ἐθεωρεῖτο αὐτόματα ἀντίπαλος καὶ τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ κατ ̓ ἐπέκταση τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ καὶ ἑνωτικοῦ ἀγώνα. Ἡ θρησκεία, ὅπως παρατηρεῖ ἡ κ. Μ. Παξιμαδοπούλου Σταυρινοῦ, ἀσκοῦσε στὰ Ἑπτάνησα τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἰδιαίτερα στὴν πατρίδα τοῦ Ριζοσπαστισμοῦ, τὴν Κεφαλληνία, «ἔντονη συνεκτικὴ ἐπίδραση σὲ ὅλα τὰ κοινωνικὰ στρώματα..., ἐπενεργοῦσε δηλαδὴ σὰν κοινωνικὴ δύναμη»2. Δὲν εἶναι περίεργο λοιπὸν ὅτι στὰ ριζοσπαστικὰ συνθήματα τοῦ 1849 περιλαμβανόταν καὶ τὸ «Λαμψάτω ἡ Ὀρθοδοξία». Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ τοποθέτηση τῶν συγκεκριμένων προσώπων ἀπέναντι στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ ἡ ἐμμονὴ τῶν ἡγετῶν τοῦ Ριζοσπαστισμοῦ στὴ θρησκευτικὴ παράδοση τοῦ ἑπτανησιακοῦ λαοῦ ἦταν αἴτημα τῶν περιστάσεων, ἀφοῦ ἐξασφάλιζε τὴ λαϊκὴ ἑνότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία ὁμοψυχία λαοῦ καὶ ἡγεσίας στὸν ἑνωτικὸ ἀγώνα.
Τὸ Ριζοσπαστικὸ Κίνημα, προερχόμενο «ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ
λαοῦ»3, ὄντας δηλαδὴ καθαρὰ λαϊκό, δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ στηρίζεται στοὺς δύο πόλους τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, τὸν ἐθνισμὸ καὶ τὴ θρησκευτικὴ πίστη, ποὺ συνιστοῦσαν τὴ λαϊκὴ ἰδεολογία καὶ ὁδηγοῦσαν στὴν ἀντικαθεστωτικὴ στάση. Ἡ βρετανικὴ «Προστασία» μὲ τὸ νὰ εἶναι «προτεσταντική», χρωματισμένη μάλιστα θρησκευτικὰ στὰ διπλωματικὰ ζητήματα σὲ ἕνα βαθμὸ πολὺ ὑψηλότερο ἀπόσο σήμερα, ἀντιστρατευόταν γιὰ τὸ λαὸ ὄχι μόνο τὸ ἑλληνικὸ-ἐθνικὸ φρόνημά του, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστη τῶν πατέρων του, καὶ συνεπῶς ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του. Ἡ ἀντίθεση, ἔτσι, τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ βρετανικὸ στοιχεῖο γινόταν καθολικὴ καὶ ἀγεφύρωτη, χωρὶς καμιὰ ἀπολύτως δυνατότητα σύμπτωσης ἢ συμβιβασμοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία ἄλλωστε εἶχε διαδραματίσει ἀνάλογο ρόλο καὶ στὴν περίοδο τῆς Βενετοκρατίας.
Αὐτὴ ἦταν, ποὺ διαφοροποιοῦσε οὐσιαστικά, ὅπως καὶ στὸ τουρκοκρατούμενο μέρος τοῦ Γένους, τὸ ἑλληνικὸ ἀπὸ τὸ φράγκικο-βενετσιάνικο στοιχεῖο καὶ συνιστοῦσε τὴν κατεξοχὴν ἀντιαλλοτριωτικὴ δύναμη τοῦ ἑπτανησιακοῦ λαοῦ κατὰ τὴν μακρόχρονη ξενοκρατία. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἀγνοοῦσαν οἱ Ριζοσπάστες.
Παρὰ τὸν διαπιστωμένο ἐπηρεασμό τους ἀπὸ δυτικὲς πολιτικὲς και κοινωνικὲς ἰδέες οἱ Ριζοσπάστες Ἡγέτες ἔμειναν, σχεδὸν στὸ σύνολό τους, ὅσο ἄφορα στὸ θέμα τῆς θρησκευτικῆς τοποθέτησής τους, «ἀνατολικοὶ»4. Σ' αὐτὸ δὲν συνέβαλε ἁπλῶς ἡ ὁποιαδήποτε πολιτικὴ σκοπιμότητα, ἀλλὰ καὶ ἡ προσωπική τους ἐμπειρία. Ζώντας τὴν ἑπτανησιακὴ πραγματικότητα, γνώριζαν καλὰ τὸ δυτικὸ χριστιανισμὸ στὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνική του πράξη. Γιατί, ὅπως παλαιότερα ὁ παπισμός, ἔτσι καὶ ὁ προτεσταντισμὸς τῆς Προστασίας καὶ τῶν εὐνοουμένων ἀπ' αὐτὴν Μισσιοναρίων, ὑποστύλωναν στὰ Ἑπτάνησα τὴν ξένη κυριαρχία, συντηρώντας τὸ κοινωνικὸ κλίμα, ποὺ ἐπέτρεπε τὴ διατήρηση πέρα ἀπὸ ὅλα τ' ἄλλα μιᾶς προνομιούχου ἑπτανησιακῆς τάξης, ποὺ ἐκφραζόταν πολιτικὰ ὡς ἀνθενωτισμὸς καὶ ξενοφιλία. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ λαϊκή ἀντίδραση δὲν εἶχε στόχο μόνο τοὺς Ξένους, ἄλλα καὶ τὴν ξενόδουλη «καμαρίλλα», τὸ ἀρχοντολόϊ.
Ἡ φιλορθοδοξία ὅμως τῶν Ριζοσπαστῶν, πέρα ἀπὸ τὶς ὁποιεσδήποτε ἄλλες προϋποθέσεις της, εἶχε ἕνα ἰσχυρότατο στήριγμα: τὴ στάση τοῦ ὀρθοδόξου Κλήρου ἀπέναντι στὸν ἑνωτικὸ ἀγώνα καὶ τὴν ἴδια τὴν ἰδεολογία τοῦ Ριζοσπαστισμοῦ 5. Ἰδιαίτερα ὁ λεγόμενος «κατώτερος κλῆρος», φτωχὸς καὶ ἀ- γράμματος στὴν πλειοψηφία του, ταυτιζόταν ἰδεολογικὰ μὲ τὸ λαὸ καὶ συντελοῦσε στὴ διατήρηση τοῦ ἐθνικοῦ φ ρ ο ν ή μ α τ ο ς .
Παρὰ τὴν αὐστηρὰ πολιτειοκρατικὴ διάρθρωση τῶν σχέσεων τῆς Ἑπτανησιακῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν Πολιτεία καὶ τὸν ἀπόλυτα κατὰ συνέπεια ἔλεγχο τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Καθεστώς, ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ τοῦ ἑπτανησιακοῦ Κλήρου δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀδιαφορήσει μπροστὰ στὶς θυσίες καὶ τὰ παθήματα τοῦ λαοῦ. Ἔτσι σὲ κάθε ἐξέγερση πρωτοστατοῦν ἱερεῖς, δεμένοι μὲ τὸν ὑπόλοιπο λαό, στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Καὶ αὐτὸ σ' ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Ἀγγλοκρατίας.
Ὁ πατριωτισμὸς τοῦ Κλήρου καὶ ἡ συμμετοχή του στὸ ριζοσπαστικὸ κίνημα βρίσκει τὴν καλύτερη ἐπιβεβαίωσή του ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Προστασία. Στὴν ἀλληλογραφία λ.χ. τοῦ ἁρμοστῆ Ward τὸ 1850 βρίσκουμε πολὺ ἐνδιαφέρουσες ἐμπιστευτικὲς καὶ ἀπόρρητες-ἀναφορὲς γιὰ τὴ δράση τῶν κληρικῶν στὸ πλευρὸ τῶν Ριζοσπαστῶν. Κληρικοὶ διάβαζαν ἐμπρηστικὰ κείμενα στὴ Λειτουργία καὶ ἐπηρέαζαν τὸ λαὸ ὑπὲρ τῶν Ριζοσπαστῶν. Ἔτσι, ἡ Γερουσία ἀναγκάσθηκε νὰ ἐπέμβει, ζητώντας ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κεφαλληνίας (Σπυρίδωνα Κοντομίχαλο, 1843-1873) νὰ συγκρατήσει τοὺς «κομματιζόμενους» κληρικούς του 6. Ἦταν ἑπόμενο ἡ πολιτικὴ
δραστηριότητα τοῦ Κλήρου νὰ εἶναι ἔντονη τὴν περίοδο αὐτὴ στὴν Κεφαλληνία, ἐκεῖ ὅπου ὁ ριζοσπαστισμὸς εἶχε γεννηθεῖ ὡς λαϊκὸ κίνημα. Ὁ Ward, παίρνοντας ἀφορμὴ καὶ ἀπὸ λίγο μεταγενέστερες συγκρούσεις στὴ Ζάκυνθο (Ἰούλιος 1850, περίπτωση «ἑλλήνων προτεσταντῶν») θὰ ἀποδώσει, μὲ μεγάλη
πράγματι ἐπιτυχία, τὸ σύνδεσμο κλήρου καὶ λαοῦ στὶς ἱστορικὲς περιπέτειες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐπιβεβαιώνοντας ὅμως ἔτσι τὴν ἑνότητα τῆς βάσης τοῦ ἑπτανησιακοῦ στοιχείου στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῆς Προστασίας καὶ γενικὰ τῆς Ξενοκρατίας.

2. Τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Γ. Ἰακωβάτου

Ἡ πιὸ ἐκφραστικὴ περίπτωση διασύνδεσης ὀρθοδοξίας καὶ ριζοσπαστικῆς συνείδησης εἶναι ὁ Ληξουριώτης πολιτικὸς Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος 7, μία ἀπὸ τὶς γνωστότερες καὶ δυναμικότερες προσωπικότητες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ βίου τὸν 19ο αἰώνα 8.
Ἡ ἐποχὴ τῆς ἔναρξης τῆς δημόσιας πολιτικῆς δράσης τοῦ Ἰακωβάτου, ποὺ συμπίπτει μὲ τὴν ἐπίσημη ἐμφάνιση τοῦ Ριζοσπαστισμοῦ στὸ πολιτικὸ στίβο (ἐκλογὲς 1850), διαπνέεται ἀπὸ τὸ αἴτημα τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου γιὰ ἐθνικὴ ἑνότητα, κάτι ποὺ θὰ κορυφωθεῖ μὲ τὴν ἔκρηξη τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου (1853). Τὸ αἴτημα αὐτὸ συνοδευόταν, ὅπως ἦταν εὐνόητο, καὶ ἀπὸ αἰσθητὴ ἄνωση τῆς θρησκευτικότητας. «Μιὰ ἰσχυρὴ θρησκευτικὴ παρόρμηση συνέχει τὸν ἑλληνισμό», σημειώνει γιὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Κ. Δημαρᾶς.
Αὐτὸ ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τὰ λαϊκὰ στρώματα, ποὺ ζοῦσαν μέσα στὶς παραδεδομένες θρησκευτικὲς πρακτικὲς ἡσυχαστικοῦ χαρακτήρα, καὶ λιγότερο φυσικὰ στὸν κόσμο τῶν λογίων, ποὺ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ διαφωτισμοῦ ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀπέρριπτε φανερὰ τὴν παραδοσιακὴ θρησκευτικὴ πίστη καὶ πράξη, ἐσωτερικὰ διατηροῦσε μία συγκρατημένη καὶ κριτικὴ στάση ἀπέναντί της, μέσα σὲ ἕνα πνεῦμα ἐκκοσμίκευσης καὶ ἐκλεκτισμοῦ. Ἡ ἀπόσταση λογιοσύ-
νης–διανόησης καὶ λαοῦ γίνεται συνεχῶς μεγαλύτερη μέσα στὴν ὅλη διαδικασία τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Ὁ Ἰακωβάτος προσφέρει μία περίπτωση λογίου πολὺ διαφορετική. Ἡ θρησκευτικότητά του, ἡ ἐσωτερική του σχέση μὲ τὴν θρησκεία τῶν πατέρων του συνδυάζει τὴν λαϊκὴ ἁπλότητα καὶ φυσικότητα μὲ τὴ βαθειά, ἔγκυρη καὶ αὐθεντικὴ θεολογικὴ γνώση. Γι' αὐτὸ ἡ Ὀρθοδοξία του ξεπερνοῦσε τὴν ἐθιμική, συμβατικὴ ἢ ὀρθολογιστικὴ θρησκευτικὴ τοποθέτηση πολλῶν ἀπὸ τοὺς συγχρόνους του, ἀποβαίνοντας κινητήρια δύναμη ὅλης τῆς ὕπαρξής του. Ὅσοι ἀπέκρουαν τὸν Ἰακωβάτο ἢ καλύτερα τὶς ἰδέες του μέσα στὴν Ἰόνιο ἢ στὴν Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἢ εἶχαν χάσει ὁλότελα τὰ ὀρθόδοξα (πατερικὰ) κριτήρια ἢ ἔβλεπαν τὴν ὀρθοδοξία σὰν τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία παράμετρο τῆς κρατικῆς-ἐθνικῆς ἰδεολογίας, μέσα στὸ συνθηματοποιημένο τρίπτυχο Πατρίδα - θρησκεία - οἰκογένεια, ποὺ θὰ ἀποτελέσει βαθμιαία τὸ ἰδεολογικὸ στίγμα τῆς συντήρησης. Γι' αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὴ καμμιὰ σύμπτωση, ὡς πρὸς τὸν τρόπο θεώρησης καὶ ἀποδοχῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀνάμεσα στὸν Ἰακωβάτο —ὅπως ἄλλωστε καὶ στὸν Μακρυγιάννη— καὶ τοὺς περισσότερους λογίους ἢ πολιτικοὺς ἀντιπάλους του. Γι' αὐτὸν ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν τὸ πᾶν, ἡ καθολικὴ κατηγορία τῆς ἐθνικῆς συνείδησης, ὄχι ἕνα ἁπλὸ στοιχεῖο τοῦ ἐθνισμοῦ, ἀλλὰ ὁ ἐθνισμὸς στὴν πεμπτουσία του. Ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν στὸν Ἰακωβάτο ἡ συνεκτικὴ δύναμη καὶ ἐντελέχεια τῆς ρωμαίϊκης ἰδέας, τῆς Ρωμηοσύνης του.
Ἀπὸ τὸ πρῶτο του κείμενο, τὴν «Ἱστορία τῆς Ἰόνιας Ἀκαδημίας»,9 μέχρι τὶς μνημειώδεις ἀγορεύσεις του στὴν Ἑλληνικὴ Βουλὴ (1864 κ. ἑπ.), φαίνεται ἡ ἀταλάντευτη πεποίθησή του ὅτι τὸ Γένος ζεῖ καὶ κινεῖται μέσα στὴ Θρησκεία του, τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ σκανδαλίζουν τοὺς θρεμμένους στὴν πλειοψηφία τους μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ δυτικοῦ διαφωτισμοῦ πολιτικοὺς οἱ σχετικὲς διακηρύξεις του: «Ἐκτὸς τῆς Θρησκείας δὲν ὑπάρχει ἐθνισμός. Ὁ μόνος ἐθνισμός, ὅστις ὑπάρχει, εἶναι ἡ Θρησκεία»10. Ἡ Θρησκεία ἦταν γι' αὐτὸν τὸ «κύριο συστατικὸ» τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Παρόλο ποὺ ἐπανειλημμένα ὑποστηρίζει τὴν ἐ λευθερία τῆς συνείδησης καὶ ἀγωνίζεται γι' αὐτήν, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸ «ρωμαίϊκο»—καὶ συνεπῶς τὸν Ἑλληνισμό— χωρὶς αὐτὸν τὸν ἐσωτερικὸ καὶ ἀδιάσπαστο σύνδεσμο μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ταυτίζοντας ἀπερίφραστα Ἑλληνισμὸ καὶ Ὀρθοδοξία.
Ὁ Ἰακωβάτος, ὡς ἑπτανήσιος, συνεχίζει στὰ 1864 νὰ ζεῖ μέσα στὴν Ἐθναρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, στὴ ρωμαίϊκη οἰκουμενικότητα, ποὺ μόνη συνεκτική της δύναμη εἶχε τὴν πίστη. «Πρῶτον εἴμασθε ἄνθρωποι καὶ ἔπειτα Ἕλληνες· πρῶτον ὀρθόδοξοι καὶ ἔπειτα Ἕλληνες», θὰ διακηρύξει στὴν ἀσυνήθιστη σὲ τέτοιες θέσεις Ἑλληνικὴ Βουλή 11. Εἶναι ἕνα σημεῖο, στὸ ὁποῖο συναντᾶται μὲ τὸν Κ. Οἰκονόμο ἢ τὸν Μακρυγιάννη καὶ τοὺς κύκλους τους. Μὲ ὅσους δηλαδὴ δὲν εἶχαν ἀποξενωθεῖ ἀκόμη ἀπὸ τὴν ἰδέα τοῦ Ρωμαίϊκου καὶ δὲν εἶχαν ταυτισθεῖ μὲ τὴν στενὴ ἐθνικὴ ἰδέα, προσαρμοζόμενοι στὴν εὐρωπαϊκὴ νοοτροπία ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸ τῶν συστατικῶν τῆς ταυτότητας τοῦ Ἔθνους (γλώσσα, θρησκεία, ἔθιμα).
Ὁ νεαρὸς Ἰακωβάτος τῆς «Ἱστορίας», σπουδαστὴς τῆς ἐπηρεαζόμενης ἀπὸ τὴν Εὐρώπη Ἰόνιας Ἀκαδημίας, δὲν θὰ παραγνωρίσει βέβαια τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τοῦ ἐθνισμοῦ, θὰ σπεύσει ὅμως νὰ τὰ ἱεραρχήσει ἢ μᾶλλον νὰ τὰ ἐντάξει στὴ «Θρησκεία», εὐθυγραμμιζόμενος μὲ τὴ ρωμαίϊκη παράδοση καὶ
πραγματικότητα. Ἔτσι κατανοεῖται ὅλη ἡ περὶ ὀρθοδοξίας θεωρία του.

Υποσημειώσεις:
1.
Τὸ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ», τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ κόμμα ἀρχῶν, ἱδρύθηκε στὴν Κεφαλληνία τὸ 1848. Μιὰ γενικὴ θεώρηση βλ. στὴν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν), τ. ΙΓ´ (1977) σ. 208 ἑ.ἑ. (Ν. Μοσχονᾶς).
2.
Μιρ. Παξιμαδοπούλου –Σταυρινοῦ, Οἱ ἐξεγέρσεις τῆς Κεφαλληνίας κατὰ τὰ ἔτη 1848 καὶ 1849, Ἀθήνα 1980, σ. 28.
3.
Ἡ φράση ἀνήκει στὸν ἐπιφανὴ ριζοσπάστη Ἠλία Ζερβὸ (βλ. Σπ. Δ. Λουκάτου, «Ἐκθέσεις Ἑλλήνων Προξένων στὰ Ἑπτάνησα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Θ´ Ἰονίου Βουλῆς (1850–1851)», Κεφαλληνιακὰ Χρονικά, τ. 2 (1977) σ. 2 ἑ. (σημ. 5).
4.
Ἡ ἔκφραση ἀνήκει στὸν Γ. Ἰακωβάτο, ποὺ δηλώνει ὅτι οἱ Ριζοσπάστες ἐκινήθησαν πάντοτε «πνεύματι ἀνατολικῷ» (Γ. Ἰακωβάτου, Ὁ Τζαλίμης καὶ ὁ Μόσχος ἢ κατὰ τοῦ ἀνθελληνισμοῦ, Ἐν Κεφαλληνίᾳ 1867, σ. 13).
5.
Βλ. Ντ. Κονόμου, «Ὁ Κλῆρος τῆς Ζακύνθου ἐπὶ Ἀγγλοκρατίας», Ἑπτανησιακὰ Φύλλα 6 (1968) σ. 72–84. Χρ. Βουνᾶ, Τὰ τιμημένα Κεφαλονίτικα ράσα, Πάτρα 1979. Ἰδιαίτερα βλ. στοῦ: Σπ. Λουκάτου, «Οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ θυσίαι τοῦ ὑπὸ ἀγγλικὴν δεσποτείαν ἑπτανησίου Κλήρου πρὸς ἕνωσιν μετὰ τῆς Μητρὸς Πατρίδος», στὸ Δ.Ι.Ε.Ε.Ε. τ. 17 (1964) καὶ σ ̓ ἀνάτυπο.
6.
Ἔγραφο τῆς Γερουσίας (Senate) ἀπὸ 11.4.1850 σημειώνει: «The Senate has been officially informed, that, during the late Elections, too marked a part has been taken by some Ministers of our Religion, and, although as Citizens, Priests are not prohibited from taking some share in elections, the sacerdotal character should never be made use of, in such cases, to excite political parties, and subject freedom of opinion to the influence of human passions... not to make use of Religion as an instrument to constrain opinions (...) such Members of the Priesthood (...) have placed themshelves in open opposition to the law» (σ. 1-3).
7.
Τὴν πληρέστερη μέχρι σήμερα βιογραφία του μᾶς ἄφησε ὁ συμπατριώτης του Ἠλ. Τσιτσέλης (Κεφαλληνιακὰ Σύμμικτα, τ. Α´, Ἐν Ἀθήναις 1904, σ. 649-669 καὶ τ. Β´, Ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 601 ἑ., 604 ἐ.). Γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὴ δράση του βλ. ἀκόμη: Σπ. Ν. Ἀβούρη, Τὰ Ἐκκλησιαστικὰ τῆς Ἑπτανήσου, 1815-1867, Ἀθῆναι 1965, σ. 93 ἑ.ἑ. Ἀμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, «Ὁ Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωσις», Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος τ. ΙΓ´ (1914) σ. 606-631 καὶ ΙΔ´ (1915) σ. 52-67, 134-146. Σπ. Ι. Ἀσδραχᾶ, Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος, Ἱστορία τῆς Ἰόνιας Ἀκαδημίας. Ἔκδοση –εἰσαγωγή –σχόλια... (Νέα Ἑλληνικὴ Βιβλιοθήκη, ΣΠ 37), Ἀθήνα 1982. Γεωργίου Τυπάλδου Ἰακωβάτου, Ἀγορεύσεις ἐν τῇ Β´ ἐν Ἀθήναις Ἐθνοσυνελεύσει καὶ ἐν ταῖς Βουλαῖς, Ἐν Ἀθήναις 1902 (ἔκδ. Α. Καλογερᾶ). Γ. Ἰ. Κονιδάρη, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, τ.Β´, Ἐν Ἀθήναις 1970 2 , σ. 256 ἑ.ἑ. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, «Οἱ ἀδελφοὶ Ἰακωβᾶτοι ὡς συλλογεῖς δημοτικῶν τραγουδιῶν χάριν τοῦ Δ. Σολωμοῦ», Παρνασσὸς ΙΓ (1971) σ. 90-118. Στ. Ι. Παπαδάτου, Ἡ ἀφομοίωσις τῆς Ἰονίου Ἐκκλησίας, Ἐπετηρὶς Ἑταιρείας Λευκαδικῶν Μελετῶν, τ. 4 (1977) σ. 61 –112. Γερ. Η. Πεντόγαλου, «Γεωργίου Τυπάλδου-Ἰακωβάτου, Φύλλα Ἡμερολογίου (1843-1866)», Ἡ Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τ. 25/1974, σ. 4-9.
8.
«Ἰδιοφυίαν τὸν ἐχαρακτήρισε ὁ Ἠλ. Τσιτσέλης (Α´, σ. 669)· «μέγαν πολιτευτὴν καὶ δεινὸν ἐγκυκλοπαιδιστὴν» ὁ Ἀμ. Ἀλιβιζάτος (ὅ.π., σ. 609). Ἤδη οἱ σύγχρονοί του τὸν ὀνόμαζαν «μέγαν» (αὐτ. σ. 619), αὐτὴ τὴν ἔννοια δὲ εἶχε καὶ τὸ παρωνύμιο «Γεωργαντάρας», μὲ τὸ ὁποῖο ἦταν γνωστὸς καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν συμπατριωτῶν του.
9.
Βλ. παραπάνω στὴ σημ. 7.

10.
Ἀγορεύσεις, ὅ.π. π, σ. 18.  11. Στὸ ἴδιο, σ. 81




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him