Τὰ δικαιώματα καὶ ὁ τρόπος τῆς ὑπερασπίσεώς των





των
Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ




«Ὅστις κατέστησεν ἑαυτὸν σκώληκα,
δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῆται
ἐὰν οἱ ἄλλοι τὸν καταπατοῦν»

(Κάντ).

Εἰς ἄμεσον ἀντιστοιχίαν πρὸς τὰ καθήκοντα εὑρίσκονταί τὰ δικαιώματα.
Ὅπως δηλαδὴ ὁ ἠθικὸς νόμος ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμὲ νὰ σέβωμαι τὴν ζωὴν ἢ τὴν τιμὴν τῶν ἄλλων, ὁμοίως ἀπαιτεῖ τοῦτο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὡς πρὸς ἐμέ. Εἰς ἐμὲ δίδει τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπαιτῶ, ὅπως τυγχάνουν σεβασμοῦ ἐκ μέρους ὅλων ἡ ζωή μου εἴτε ἡ τιμὴ εἴτε ἄλλο ἀγαθόν. Τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν ὁ ἠθικὸς νόμος παρέχει εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὥστε ν’ ἀπαιτῇ τὴν τήρησιν τῶν καθηκόντων ἔναντι αὐτοῦ, ὀνομάζομεν δικαίωμα . Καὶ περὶ μὲν τῶν καθηκόντων λέγομεν ὅτι ἐκτελοῦμεν αὐτὰ ἢ ἐκπληροῦμεν, περὶ δὲ τῶν δικαιωμάτων ὅτι ἀναγνωρίζομεν ἢ σεβόμεθα. Λέγομεν ἐπίσης ὅτι τὸ ἄτομον ἀρκεῖ, ὑποστηρίζει ἢ προστατεύει τὰ δικαιώματά του.
Ὁ ὅρος δικαίωμα καὶ δίκαιον εἶναι γνωστὸς ἀπὸ τὴν νομικὴν γλῶσσαν. Οἱ νόμοι τῆς πολιτείας προστατεύουν τοῦ πολίτου τὰ δικαιώματα καὶ τιμωροῦν ἢ ἀνακαλοῦν εἰς τὴν τάξιν τοὺς καταπατοῦντας τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν τὰ δικαιώματα εἶναι πρῶτον ἀτομικὰ ἢ προσωπικά, ὅσα τὸ Σύνταγμα ἐξασφαλίζει δι’ ὅλα τὰ ζῶντα εἰς τὴν πολιτείαν πρόσωπα. Ἡ αὐτοσυντηρησία καὶ ἡ ἄμυνα ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψεως εἶναι τὰ κυριώτερα ἀπὸ τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. Τὰ δὲ πολιτικὰ δικαιώματα ἐπιτρέπουν εἰς τὸ ἄτομον νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς πολιτείας διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του ἢ καὶ ἀμέσως. Τὰ δὲ ἀστικὰ δικαιώματα ἀφοροῦν εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀτόμου νὰ ἀγοράζῃ ἢ νὰ πωλῇ, νὰ δανείζεται ἢ νὰ δανείζῃ, νὰ μισθώνῃ ἢ νὰ ἐκμισθώνῃ. Καὶ πάλιν τὰ μὲν ἀφορῶντα εἰς τὰς σχέσεις τοῦ προσώπου πρὸς τὰ πράγματα εἶναι τὰ ἐμπράγματα δικαιώματα, ἐνοχικὰ τὰ καθορίζοντα τας μεταξὺ προσώπων περιουσιακὰς σχέσεις, τὰ δὲ κληρονομικὰ δικαιώματα δημιουργοῦνται συνεπείᾳ θανάτου προσώπου κεκτημένου ἀτομικὴν περιουσίαν.
Ὑπὸ καθαρῶς ἠθικὴν ἔποψιν: Προσωπικὰ μὲν εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ πρόσωπον μας, καὶ δὴ εἰς τὴν ζωήν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν μας, ὡς ἀτόμων, πραγματικὰ δὲ τὰ ἀναφερόμενα εἰς πράγματα. Τοῦτο ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται τὰ δικαιώματα.
Πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν καθηκόντων εἰς γενικὰ καὶ εἰδικὰ ἀντιστοιχεῖ διάκρισις δικαιωμάτων εἰς ἀπόλυτα καὶ σχετικά. Τὰ πρῶτα εἶναι ἰσχυρὰ δι’ ὅλους καὶ τρόπον τινα φυσικά, τὰ δεύτερα ἀπορρέουν ἀπὸ τὰς σχέσεις ποὺ οἰκειοθελῶς συνήψαμεν πρὸς ἄλλους. Τοιοῦτο π.χ. εἶναι τὸ δικαίωμα συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη ἐμπορικῆς ἐπιχειρήσεως. Τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἀπόλυτον καὶ φυσικόν. Ἡ διάκρισις αὕτη γίνεται ὡς πρὸς τὸ ὑποκείμενον.
Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὰ δικαιώματα εἶναι αὐστηρὰὡρισμένα, ὅταν ὁρίζωνται καὶ ἐπιβάλλωνται από τοὺς πολιτικοὺς νόμους, ἀόριστα δὲ ἢ ἀσθενῆ, ὅσων ἡ τήρησις ἐπαφίεται εἰς τὴν ἐλευθέραν βούλησιν καὶ τὴν συνείδησιν ἐκάστου. Τὰ πρῶτα ἀποσκοποῦν εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνουν ἀπὸ ἡμᾶς κάθε ἀναίτιον κακοποίησιν ἢ βλάβην, τὰ δεύτερα νὰ ἐλκύσουν τὴν βοήθειαν τῶν ἄλλων, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς ἀνάγκην. Καὶ τὰ μὲν πρῶτα ἀντιστοιχοῦν μὲ τὰ καθήκοντα δικαιοσύνης, τὰ δεύτερα δὲ μὲ τὰ καθήκοντα φιλανθρωπίας. Περιττὸν νὰ προστεθῇ ὅτι, μολονότι ἀόριστα καὶ ἀσθενῆ, δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωνται ἀπὸ τοὺς ὑποχρεωμένους νὰ τὰ σεβασθοῦν. Κατ’ ἀρχὴν βέβαια πρέπει νὰ σέβεται κανεὶς τὰ ὡρισμένα δικαιώματα τῶν ἄλλων. Ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐξ αὐτῶν προχωρεῖ πρὸς τὰ ἀόριστα καὶ ἀσθενῆ, ἀποδεικνύει ἀνώτερον βαθμὸν ἠθικότητος. Ἄριστα ἔχει τὸ ὑπὸ τοῦ Περικλέους, λεγόμενον εἰς τὸν Ἐπιτάφιον (Θουκ. 2, 37). Δὲν παραβαίνομεν τοὺς νόμους, κυρίως ἀπὸ σέβας πρὸς αὐτοὺς. Πειθαρχοῦμεν εἰς τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς νόμους, τόσον ἐκείνους ποὺ ἐτέθησαν διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἀδικουμένων, ὅσον καὶ ἐκείνους πού, μολονότι ἄγραφοι, φέρουν εἰς τοὺς παραβάτας ὁμολογουμένην ἐντροπὴν - «καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν» -. Εἰς τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν ἀντίληψιν περὶ καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, ἔφθασαν οἱ πρόγονοί μας εἰς ὡρισμένας στιγμὰς τῆς ἱστορικῆς των ζωῆς καὶ οἱ λοιποὶ λαοὶ σπανίως ἢ οὐδέποτε. Διὰ τὴν χριστιανικὴν κοινωνίαν τοῦ μέλλοντος ἡ τοιαύτη διαγωγὴ καὶ βιοθεωρία πρέπει νὰ εἶναι κανὼν ζωῆς.
Ἀπὸ τὰ λεχθέντα προκύπτει ὅτι ὑφίσταται στενὴ σχέσις μεταξὺ καθηκὁντων καὶ δικαιωμάτων. Θεωρητικῶς ημπορεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι εἰς ἕκαστον καθῆκον ἀντιστοιχεῖ ἀνάλογον δικαίωμα· καθῆκον σεβασμοῦ πρὁς τὴν τιμὴν τῶν ἄλλων καὶ δικαίωμα σεβασμοῦ τῆς ἰδίας μου τιμῆς· καθῆκον σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ δικαίωμα ὑπερασπίσεως τῶν ἰδίων κτημάτων· καθῆκον νὰ βοηθῶ τοὺς πάσχοντας καὶ δικαίωμα νὰ βοηθοῦμαι πάσχων - ἂν καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο, καθὼς ἐτονίσθη, δὲν εἶναι δικαίωμα ἀπαιτητὸν οὔτε ἐπιβαλλόμενον ἀπὸ νόμον ἄλλον πλὴν τοῦ ἠθικοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχουν κατηγορίαι καθηκόντων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀντιστοιχεῖ ἀνάλογον δικαίωμα. Ὀφείλω ν’ ἀγαπῶ καὶ νὰ λατρεύω τὁν Θεόν, δὲν δικαιοῦμαι ὅμως ν’ ἀπαιτήσω τι παρ’ αὐτοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν ὁφείλει τίποτε εἰς κανένα. Εἰς αὐτὸν ἀπεναντίας ὁφείλομεν τὰ πάντα καὶ αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν μας. Ὑπὸ οὐσιαστικὴν ἔποψιν θὰ ἦτο ἀνόητον ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὸν Θεόν ἀγάπην, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, συγκατάβασιν καὶ ἀγαθότητα, ἀφοῦ «οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μἠ εἷς, ὁ Θεὸς» , βοήθειαν καὶ προστασίαν, ἀφοῦ «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. ε΄, 45).
Κατὰ τὰ λοιπὰ ὁ ἄνθρωπος ὁφείλει νὰ ὑπερασπίζῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Τοῦτο γίνεται ὑπό τινας περιορισμούς.
1. Τὸ πρῶτον μέσον, διὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν τὰ δίκαιά μας, εἶναι νὰ σεβώμεθα ἡμεῖς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων πράττοντες πάντοτε τὸ καθῆκον. Διότι ἐκεῖνο ποὺ συνήθως γίνεται εἶναι νὰ κραυγάζωμεν διαρκῶς ότι καταπατοῦν τὰ δίκαιά μας, νὰ λησμονῶμεν δὲ τελείως ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθήκοντα. Ὅταν κανεὶς ἐκπληροῖ μὲ ἀκρίβειαν καὶ προθυμίαν τὰ καθήκοντά του, εἶναι περίπου βέβαιον ὅτι θὰ τυγχάνῃ τοιαύτης ἀναγνωρίσεως καὶ τιμῆς, ὥστε κανεὶς δὲν θὰ σκεφθῇ νὰ τὸν ἀδικήσῃ. Ἄν ὅμως ὁ ὅλος αὐτοῦ βίος εἶναι σειρὰ πράξεων ποὺ προσβάλλουν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἠθικήν, οἱ πάντες θὰ ἐπωφεληθοῦν, γνωρίζοντες ὅτι ἡ πρὸς ἄμυναν ἱκανότης τοῦ ἀνθρώπου τούτου εἶναι ἠλαττωμένη. Δὲν εἶναι βεβαίως χριστιανικόν, ἀλλ’ εἶναι τόσον σύνηθες εἰς τὰς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων νὰ καταπατοῦνται τὰ δικαιώματα των ἠθικῶς ἀσθενεστέρων.
2. Ἡ προστασία τῶν δικαιωμάτων μας οὐδέποτε πρέπει νὰ γίνεται δι’ αὐτοδικίας. Ἡ ἔκφρασις «θὰ πάρω τὸ δίκιο μου μἐ τὁ χέρι μου» δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὰ χείλη τοῦ χριστιανοῦ. Ἀλλὰ καὶ πρὶν καταφύγωμεν εἰς τοὺς νόμους καὶ τὰ δικαστήρια, πρέπει νὰ προηγηθῇ στάδιον διαιτησίας. Ἀδικούμενοι, ἂς ἐπικαλούμεθα τὴν κρίσιν τῶν πρεσβυτέρων καὶ φρονιμωτέρων, προτοῦ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἐνεργείας. Ὁ χριστιανὸς θεωρεῖ τὸ ἀνταδικεῖν ἲσον πρὸς τὸ ἀδικεῖν.
3. Ἡ ἀπαίτησις τοῦ δικαιώματος πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἐπιείκειαν. Πρέπει δηλαδὴ νὰ λαμβάνωνται ὑπ ὅψιν αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ μὴ ἐκπληρώσας μίαν ὑποχρέωσίν του πρὸς ἡμᾶς. Δυνατὸν λόγοι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν θέλησίν του νὰ συνετέλεσαν εἰς τοῦτο. Ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι ἀνάλγητος ἀπαιτητής, ὡσὰν ἐκεῖνον ποὺ ὁ Σαίξπηρ ἀπεικόνισεν εἰς τὸν «ἔμπορον τῆς Βενετίας». Οὔτε ὁμοιάζει πρὸς τὸν δοῦλον τοῦ Εὐαγγελίου (Ματθ. ιη΄, 28), ποὺ ὀλίγου δεῖν καὶ θὰ ἀπέπνιγε τὸν σύνδουλόν του διὰ τὰ ἑκατὸν δηνάρια. Γνωρίζει νὰ ὑπομένῃ καὶ νὰ ἀναμένῃ, ὅταν ἐνδείκνυται ὑπομονὴ, νὰ συγχωρῇ δέ, ὅταν ἐπιβάλλεται συγχώρησις. Ὁ χριστιανὸς ἐνθυμεῖται τὸ λόγιον ὅτι ἄκρα δικαιοσύνη καταντᾷ ἄκρα ἀδικία - summum jus summa injuria.
4. Τοὺς ἀσεβοῦντας πρὸς τὰ δίκαιά μας εἶναι δυνατὸν πολλάκις νὰ σωφρονίσωμεν καὶ νὰ ἐθίσωμεν εἰς τὸν σεβασμὸν τῆς ἠθικῆς τάξεως ὄχι τιμωροῦντες, ἀλλ ἀγαθοποιοῦντες καὶ νικῶντες, καθὼς ὁ Παῦλος εἶπε, τὸ κακὸν διὰ τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ἔχων τὴν δύναμιν νὰ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ ὀργὴν διὰ τὴν γενομένην ἀδικίαν καὶ ν’ ἀπαντήσῃ διὰ τῆς ἠθικῆς αὐτοῦ ἀνωτερότητος, εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ τὸν ἀδικοῦντα διὰ τὴν ἠθικὴν ποιότητα τῆς πράξεώς του καὶ νὰ τὸν κάμῃ νὰ ἐπιστραφῇ καὶ ἀνανήψῃ.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him