Ελένη του Ευριπίδου (Η ΤΑΙΝΙΑ)


του
Β’ Γυμνασίου Γέρακα Αττικής*



Πολιτικό υπόβαθρο

Η Ελένη γράφτηκε το 412 π.Χ. Η κατάσταση που επικρατούσε τότε στην Αθήνα ήταν αρκετά άσχηµη. Η σικελική εκστρατεία είχε τελειώσει και µε την ολοκληρωτική καταστροφή των Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν ήταν πανικόβλητοι, ντροπιασµένοι αλλά και πολύ προβληµατισµένοι µε αυτήν την πανωλεθρία. Από την άλλη, το κίνηµα των σοφιστών αµφισβητούσε πατροπαράδοτες αξίες εκµεταλλευόµενο την κρίση των ηθικών αξιών που είχε παρουσιαστεί από την αρχή του Πελοποννησιακού πολέµου, η αθηναϊκή δηµοκρατία είχε αρχίσει να παρακµάζει και φαινόµενα ασέβειας ήταν αρκετά συχνά.

Περίληψη του έργου «Ελένη»

Η Ελένη βρίσκεται στο παλάτι του βασιλιά Πρωτέα στην Αίγυπτο, ενώ στην Τροία βρίσκεται το είδωλό της. Ο βασιλιάς Πρωτέας έχει πεθάνει και ο γιος του Θεοκλύµενος πιέζει την Ελένη να τον παντρευτεί. Έτσι, αυτή αναγκάζεται να καταφύγει στον τάφο του νεκρού βασιλιά για να είναι ασφαλής. Εκεί απαγγέλλει τον πρόλογο του έργου και µας πληροφορεί για τα βασικά σηµεία της ιστορίας. Τον πρόλογο ακολουθεί η επίσκεψη του Τεύκρου, ο οποίος της δίνει κάποιες πληροφορίες για την οικογένεια και τον άντρα της. Αυτές οι πληροφορίες στεναχωρούν την Ελένη και την κάνουν ακόµα πιο θλιµµένη. Η Ελένη λοιπόν θρηνεί το χαµό του Μενέλαου µαζί µε το χορό. Αυτός της προτείνει να πάει στο παλάτι για να συµβουλευτούν την αδερφή του Θεοκλύµενου Θεονόη, που µπορεί να µαντέψει τα µελλούµενα, έτσι ώστε να δουν αν αληθεύουν οι πληροφορίες του Τεύκρου. Αυτή το δέχεται και πηγαίνει στο παλάτι. Εκείνη τη στιγµή εµφανίζεται ο Μενέλαος, σε άθλια κατάσταση και αφηγείται τις δικές του περιπέτειες. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι αυτή η αφήγηση είναι ένας δεύτερος πρόλογος. Όταν η Ελένη και ο χορός γυρίζουν από το παλάτι, οι δύο σύζυγοι αναγνωρίζονται αν και στην αρχή της σκηνής οι σύντροφοι υποπτεύονται ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια, η Ελένη προειδοποιεί το Μενέλαο για τον κίνδυνο που διατρέχει, αφού ο Θεοκλύµενος απειλεί κάθε Έλληνα που επισκέπτεται την Αίγυπτο µε θάνατο, επειδή φοβάται την απαγωγή της Ελένης. Και οι δύο ελπίζουν ότι η Θεονόη δε θα αποκαλύψει στον Θεοκλύµενο την άφιξη του Μενέλαου και της ζητούν να κρατήσει τη σιωπή της. Αυτή, ενώ στην αρχή αρνείται, τελικά δέχεται να µην προδώσει το ζευγάρι. Έτσι, απαλλαγµένοι από το φόβο της αποκάλυψης σχεδιάζουν το σχέδιο της απόδρασής τους : Ο Μενέλαος θα εµφανιστεί ως αγγελιοφόρος του δικού του θανάτου, ενώ η Ελένη θα ζητήσει από το Θεοκλύµενο ένα καράβι και κάποια αγαθά για να τιµήσει το νεκρό µέσα στο πέλαγος. Έτσι , θα βρουν την ευκαιρία να αποδράσουν και να γυρίσουν στην Ελλάδα. Το σχέδιο έχει επιτυχία. Ο Θεοκλύµενος µαθαίνει την απόδρασή τους, και έξαλλος ετοιµάζεται να τιµωρήσει τη Θεονόη αλλά και να καταδιώξει τους δύο συντρόφους. Εκείνη τη στιγµή όµως, παρουσιάζονται οι Διόσκουροι ως «από µηχανής θεός » και την πληροφορούν για τη θέληση των θεών και της Μοίρας. Έτσι , ο Θεοκλύµενος πείθεται να αποδεχτεί τα γεγονότα.

Πως εκφράζεται ο φιλειρηνισµός του ποιητή µέσα από το έργο «Ελένη»

Η Ελένη είναι σίγουρα ένα αντιπολεµικό έργο. Ο Ευριπίδης διάλεξε αυτήν την παραλλαγή του γνωστού µύθου για να τονίσει τη µαταιότητα τον πολέµων, όπως αναφέρεται και στο «θεατρικό λεξικό» του Αλέξη Σολωµού. Έτσι λοιπόν οι Αχαιοί πολεµούσαν δέκα χρόνια µε τους Τρωαδίτες για ένα είδωλο. Ο Ευριπίδης λοιπόν, αφού έχει γνωρίσει τον πελοποννησιακό πόλεµο, ξέρει ότι είναι κάτι µάταιο και ανούσιο, ενώ θεωρεί την ειρήνη υπέρτατο αγαθό. Όπως αναφέρει και ο χορός στο στίχο 1270-1272 «Ανέµυαλοι όσοι αποζητούν τη δόξα µε λόγχες και µε δυνατά στον πόλεµο κοντάρια». Ακόµα, υπαινίσσεται την κατάσταση που επικράτησε µετά την σικελική καταστροφή, αλλά µας δείχνει ότι και οι νικητές δε χαίρονται τη νίκη τους µετά από κάποιο πόλεµο(µετά την άλωση της Τροίας άρχισαν οι περιπέτειες των Αχαιών.)

Απόψεις που εκφράζονται για τους θεούς στο έργο

Ο ποιητής από τον πρόλογο ακόµα αµφισβητεί δοξασίες της εποχής του όπως ότι ο Δίας φέρνει την βροχή και αντιτάσσει τη φυσική θεωρία του Αναξαγόρα ότι τα νερά του Νείλου και οι πληµµύρες προέρχονται από τα χιόνια των βουνών. Ακόµα σκανδαλίζει το θεατή αµφισβητώντας πως η Ελένη είναι κόρη του Δία. Επίσης, η Ελένη µας αναφέρει πως όλες οι συµφορές που έχει υποστεί είναι αποτέλεσµα του καυγά της Ήρας και της Αφροδίτης. Έτσι, βλέπουµε τους θεούς, εγωιστές να µη νοιάζονται καθόλου για την δικαιοσύνη παρά µόνο για τα συµφέροντά τους. Θα ήταν όµως τροµερό λάθος µας να πούµε ότι η Ελένη προσβάλλει τους θεούς, όπως αναφέρεται και στο έργο «αρχαία ελληνική τραγωδία» του Jacqeline de Romily. Η δράση ακολουθεί απλά την πορεία της. Και όταν οι θεοί(Διόσκουροι) επεµβαίνουν στην υπόθεση, το κάνουν απλά για να δώσουν ένα τέλος στα βάσανα των δύο ηρώων. Ένας άλλος πολύ σηµαντικός παράγοντας στην εξέλιξη του έργου είναι η τύχη. Το ναυάγιο του Μενέλαου στην Αίγυπτο είναι καθαρή σύµπτωση και όχι αποτέλεσµα της θέλησης των θεών. Έτσι βλέπουµε πως στο έργο υπάρχουν πολλές ανατροπές, µεταστροφές της κατάστασης προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Μόνο που οι µεταστροφές προς το χειρότερο είναι φυσικό ν. αποδίδονται στις ενέργειες των θεών. Ο Ευριπίδης όµως µε τη λέξη «θεοί»αναφέρεται στους παράγοντες αστάθειας και παραπλάνησης που εµπεριέχονται στην ανθρώπινη φύση. Όταν όµως βλέπουµε να παρεµβαίνει στα έργα µια θεϊκή βούληση ρητή και συγκεκριµένη, πρόκειται, κατά κανόνα, για θεότητες έντονα εξατοµικευµένες, µε ανθρώπινα πάθη και αδυναµίες. Πρόκειται, εν ολίγοις, για τις θεότητες των «παλαιών µύθων», που ενώ ο ποιητής επικρίνει δριµύτατα, τους δίνει πίστη κάθε φορά που η κακία των θεών µπορεί να δικαιολογήσει τις δυστυχίες και τις πράξεις των ανθρώπων. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αυτής της τάσης του ποιητή είναι τα λόγια της Θεονόης που λέει πως η Αφροδίτη θέλει οι δύο σύντροφοι να µη γυρίσουν στην Ελλάδα, για να µην αποκαλυφθεί ο τρόπος µε τον οποίο κέρδισε το βραβείο της πιο όµορφης, ενώ η Ήρα που στην αρχή δεν επιθυµούσε και αυτή το γυρισµό του ζευγαριού, τελικά πήρε το µέρος τους.

Η καταδίκη της µαντικής

Όπως αναφέραµε και πιο πάνω, το έργο αυτό του Ευριπίδη γράφτηκε σε µια πολύ δύσκολη στιγµή για το αθηναϊκό κράτος. Μετά από την πανωλεθρία της σικελικής εκστρατείας, πολλοί Αθηναίοι είχαν στραφεί εναντίον των µαντείων, που µε τους χρησµούς τους ενθάρρυναν αυτήν την εκστρατεία. Σε αυτό το έργο, η καταδίκη της µαντικής είναι αρκετά έντονη. Τα λόγια του αγγελιοφόρου αλλά και των ελληνίδων του χορού αρκούν για να αποδείξουν αυτόν τον ισχυρισµό. Ο ποιητής λοιπόν, µέσω του αγγελιοφόρου, µας αναφέρει πως το να συµβουλεύεσαι ένα µάντη είναι ανώφελο και πως αν έχεις τους θεούς µε το µέρος σου, δε χρειάζεσαι τους χρησµούς των µαντείων. Θα πρέπει να αναφέρουµε πως η έκρηξη του αγγελιοφόρου είναι αναπάντεχη και άσχετη µε τη δραµατική κατάσταση και έτσι συµπεραίνεται πως ο ποιητής µέσα από αυτά τα λόγια θέλει να εκφράσει την οργή των συµπολιτών του εναντίον των µαντείων. Ακόµα, όµως, ο Ευριπίδης εκφράζει και µια θέση των σοφιστών, και µας δείχνει τη µεγάλη τους επιρροή στο έργο του. Έτσι, ο αγγελιοφόρος µας αναφέρει πως ο άνθρωπος πρέπει να εµπιστεύεται µόνο τη γνώµη και την ευβουλία του, δύο όρους που είναι συνήθεις στους σοφιστές.

Ο χορός ως δραµατικό όργανο

Ο χορός σε αυτό το έργο του Ευριπίδη µοιάζει περισσότερο µε χορό από την Παλαιά Τραγωδία και όχι από τη Νέα. Πολλές φορές εκφράζει τις ιδέες του ποιητή, αν και κάτι τέτοιο δε συνηθίζεται στα έργα του Ευριπίδη. Θα µπορούσαµε λοιπόν να πούµε ότι ο χορός στο µεγαλύτερο µέρος του έργου έχει ρόλο υποκριτή, αν λάβουµε υπ. όψιν µας και το µικρό αριθµό στάσιµων(µόλις τρία), αν και κάποιοι µελετητές υποστηρίζουν πως ο ρόλος του είναι κατώτερος από τους υποκριτές. Αν και όπως αναφέραµε και πιο πάνω σε όλο το έργο υπάρχουν µόλις τρία στάσιµα, το κάθε ένα απ. αυτά έχει ξεχωριστή σηµασία. Πριν όµως αναλύσουµε καθένα από τα τρία χορικά, ας εστιάσουµε λίγο στον χαρακτήρα του χορού. Ο χορός λοιπόν αποτελείται από ελληνίδες αιχµάλωτες. Ο Ευριπίδης χρησιµοποιεί ελληνίδες στο χορό, γιατί αυτό επιτάσσει η θεατρική οικονοµία. Οι κοπέλες του χορού πρέπει να είναι ελληνίδες για να επιτευχθεί το σχέδιο της απόδρασης του Μενέλαου και της Ελένης. Ο χορός δικαιολογεί την παρουσία του λέγοντας ότι βρισκόταν στην ακροθαλασσιά και άπλωνε ρούχα για στέγνωµα και η παρουσία του οφείλεται στο άκουσµα της πονεµένης φωνής της Ελένης. Αφού κάναµε µια γενική παρουσίαση του χορού, ας δούµε τώρα τα χορικά και τη στάση του χορού σε κάθε ένα από αυτά.

1ο στάσιµο:

Το στάσιµο αυτό έχει καθαρά αντιπολεµικό χαρακτήρα. Ο χορός σε αυτό το στάσιµο αποκαλύπτει τον ανθρωπισµό του ποιητή και τα αντιπολεµικά του αισθήµατα. Ειδικότερα, στην α΄ αντιστροφή ο χορός µας δείχνει τα προβλήµατα που αντιµετώπισαν και οι νικητές µετά τον Τρωικό πόλεµο και µε αυτό τον τρόπο µας δείχνει τη µαταιότητα του πολέµου. Εκτός όµως από τις αντιπολεµικές ιδέες που εκφράζει ο χορός ,σε αυτό το στάσιµο αναπτύσσονται και φιλοσοφικές ιδέες. Στη β΄ στροφή ο χορός προβληµατίζεται για τη διάκριση θεού και ανθρώπου και οµολογεί πως είναι πολύ δύσκολο για τον άνθρωπο να καταλάβει την ουσία του Θεού. Ακόµα, ο ποιητής µέσα απ. αυτό το στάσιµο προσπαθεί να εµψυχώσει τους συµπολίτες του παραλληλίζοντας την ιστορία της Ελένης µε αυτήν της σικελικής καταστροφής και µας κάνει να πιστέψουµε πως, αφού οι θεοί αλλάζουν συνέχεια γνώµη και αφού η σικελική καταστροφή οφείλεται σε αυτούς ίσως αλλάξουν γνώµη και στραφούν προς το µέρος των Αθηναίων. Ακόµα, στο τέλος της στροφής β΄ ο ποιητής, µέσω του χορού, δείχνει απόλυτη εµπιστοσύνη στους θεούς, κάτι που έρχεται σε αντίθεση µε τα προηγούµενα λεγόµενά του. Η αντίφαση αυτή είναι αρκετά παράξενη, αν και από κάποιους µελετητές ερµηνεύεται ως προσπάθεια του ποιητή να µην κατηγορηθεί ως ασεβής.

2ο στάσιµο :

Το 2ο στάσιµο είναι αφιερωµένο στη Δήµητρα και στην αρπαγή της κόρης της, Περσεφόνης. Αυτό το στάσιµο είναι ένα από τα πιο ιδιόµορφα της αρχαίας τραγωδίας και για αυτό έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες. Μια από αυτές είναι ότι το χορικό είναι εµβόλιµο και ότι δεν έχει καµία σχέση µε την υπόθεση του έργου, µιας και δεν ανήκει σε αυτό. Ακόµα, επειδή είναι έντονα τα βακχικά στοιχεία που σχετίζονται µε τη λατρεία της Μητέρας θεάς στη β΄ αντιστροφή θεωρείται και ως «πρώιµη µαρτυρία τάσεων συγκρητισµού». Αλλά ας γνωρίσουµε καλύτερα αυτό το ιδιόµορφο αλλά σίγουρα υπέροχο χορικό : Στην α΄ στροφή γίνεται λόγος για την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη και την περιπλάνηση της µητέρας της, θεάς Δήµητρας. Εδώ θα πρέπει να τονίσουµε ότι οι περιπτώσεις της Ελένης και της Περσεφόνης είναι πολύ όµοιες ,µιας και οι δύο αποχωρίστηκαν από τις οικογένειές τους χωρίς να το θέλουν και πιέστηκαν να παντρευτούν χωρίς τη θέλησή τους, και τελικά η Περσεφόνη και τελικά σώθηκε. Έτσι προοικονοµείται η σωτηρία της Ελένης . Αλλά ας περάσουµε στην αντιστροφή α΄. Εδώ γίνεται λόγος για την αντίδραση της θεάς Δήµητρας και τα αποτελέσµατα αυτής της αντίδρασης. Στην στροφή β΄ ο ποιητής µέσω του χορού µας µιλά για την παρέµβαση του Δία και την αποκατάσταση της τάξης που επέφερε µε αυτή του την παρέµβαση. Στην αντιστροφή β΄ ο χορός µας µιλά για την Ελένη και για την ευθύνη που έχει για αυτήν την κατάσταση, µιας και µε κάποια παράλειψή της εξόργισε την θέα Μητέρα. αλλά και εξηγείται η σηµασία των συµβόλων της θεάς Δήµητρας αλλά και αυτών του Διονύσου. Το στάσιµο είναι αρκετά δυσνόητο, αφού τα γεγονότα δεν οργανώνονται µε αρκετά λογικό τρόπο και το χορικό δεν παρουσιάζει αλληλουχία.

3ο στάσιµο :

Πριν αναλύσουµε σε βάθος αυτό το χορικό, ας δούµε πρώτα το περιεχόµενό του. Στην α΄ στροφή ο ποιητής απευθύνεται στο καράβι που θα µεταφέρει την Ελένη πίσω στην Ελλάδα. Έτσι, ο χορός καλεί τους ναύτες να την οδηγήσουν γρήγορα στην πατρίδα της. Στην αντιστροφή α΄ οι ελληνίδες του χορού φαντάζονται την Ελένη πίσω στην πατρίδα να παίρνει µέρος σε εορταστικές τελετές. Στην β΄ στροφή οι ελληνίδες του χορού εύχονται να ήταν αποδηµητικά πουλιά και να πετούσαν. Στην αντιστροφή β΄ γίνεται επίκληση του χορού προς τους Διόσκουρους, που όπως έχει αναφερθεί έχουν γίνει θεοί. Σε αυτό το στάσιµο είναι έντονη η νοσταλγία του χορού για την πατρίδα και η επιθυµία του να επιστρέψει κάποτε σε αυτήν. Όπως µας αναφέρει και ο πατήρ A.J. Festugiere οι επικλήσεις για απόδραση, φυγή προς άλλο τόπο είναι πολύ συχνή στα έργα του Ευριπίδη και έµµεσα εκφράζουν το ανικανοποίητο και τις µύχιες επιθυµίες της ψυχής. Ακόµα, ο ποιητής σε αυτό το στάσιµο δείχνει φιλειρηνική διάθεση και φιλικά αισθήµατα προς τη Σπάρτη. Ας µην ξεχνάµε πως το έργο αυτό γράφτηκε µετά τη σικελική καταστροφή και αφού ο ποιητής έχει καταλάβει πόσο ανούσιος είναι αυτός ο πόλεµος µεταξύ Αθήνας και Σπάρτης προσπαθεί να δείξει φιλικά αισθήµατα προς τον αντίπαλο της πόλης του.

Οι ήρωες του έργου και ποιες ιδέες εκφράζει καθένας από αυτούς

Ελένη

Η Ελένη είναι σίγουρα ένα τραγικό πρόσωπο. Και αυτή και το είδωλό της είναι όργανα θεϊκά και οι συµφορές της ηρωίδας οφείλονται στη θεία βούληση. Η Ελένη λοιπόν είναι έρµαιο στις αποφάσεις των θεών και όταν τελικά βρίσκει τον άντρα της διακινδυνεύει να τον ξαναχάσει εξαιτίας της θέλησης της Αφροδίτης. Αφού µιλήσαµε για τις ιδέες που εκφράζονται για τους θεούς µέσα από την ηρωίδα, ας αναλύσουµε λίγο το χαρακτήρα της : Η Ελένη λοιπόν εµφανίζεται ως αγνή κι αµόλυντη σύζυγος. Ο ποιητής τη θέλει πιστή, χωρίς καµία ευθύνη για τα βάσανά της. Αν και ο Ευριπίδης έχει χαρακτηριστεί σαν µισογύνης, εδώ εκθειάζει το γυναικείο φύλο, παρουσιάζοντας µια ηρωίδα µε θαυµαστή ηθική ποιότητα, εξυπνάδα και επινοητικότητα. Τρανό παράδειγµα της επινοητικότητάς της είναι το σχέδιο που επινοεί για την απόδρασή τους. Επίσης, η Ελένη γνωρίζει πολύ καλά την ψυχολογία των ανθρώπων και τα επιχειρήµατα που θέτει στην Θεονόη έτσι ώστε να καταφέρει να την µεταπείσει και να την κάνει να µην αποκαλύψει την άφιξη του Μενέλαου στο Θεοκλύµενο είναι κάτι παραπάνω από πειστικά. Στον διάλογό της µε το Θεοκλύµενο είναι απόλυτα φυσική και πάρα πολύ εύκολα καταφέρνει να τον κάνει να την εµπιστευθεί και να πιστέψει πως ο Μενέλαος έχει πεθάνει, παρά την δυσπιστία που δείχνει στην αρχή. Ακόµα, η Ελένη µας παρουσιάζει το παιχνίδι ανάµεσα στην αλήθεια και στην πλάνη, βασικό στοιχείο αυτής της τραγωδίας. Πολλές φορές, το παιχνίδι αυτό δηµιουργεί έντονες τραγικές ειρωνείες, όπως στο διάλογο Τεύκρου-Ελένης. Έτσι, η θέση της ηρωίδας γίνεται ακόµα πιο δύσκολη και αρκετές φορές τα λόγια της γίνονται απόλυτα τραγικά. Επίσης, στα λόγια της Ελένης είναι αρκετά έντονο το στοιχείο του «νόστου», αλλά και της ελπίδας για διαφυγή από την Αίγυπτο και την επιστροφή σε αγαπηµένα µέρη, πίσω στην πατρίδα. Ο ποιητής µέσα από τον χαρακτήρα της Ελένης, µας παρουσιάζει και µιαν άλλη σηµαντική άποψή του: την µαταιότητα των πολέµων. Πιο συγκεκριµένα, η Ελένη στη β΄ στροφή της παρόδου η Ελένη τονίζει την αφροσύνη του τρωικού πολέµου, που έγινε εξαιτίας του ονόµατός της και όχι της ίδιας. Τόσες χιλιάδες ψυχές λοιπόν χάθηκαν για ένα είδωλο, για ένα ψέµα. Ας επιστρέψουµε όµως στην τραγικότητα της ηρωίδας : εκτός του ότι οι µόνοι αίτιοι των συµφορών της είναι οι θεοί, η Ελένη είναι τραγική ηρωίδα και για έναν ακόµα λόγο : Αντιµετωπίζει ένα τεράστιο δίληµµα : Θα έπρεπε να δεχτεί την πρόταση του Θεοκλύµενου και να παντρευτεί µαζί του ή να παραµείνει πιστή στο Μενέλαο ; Εάν δεχτεί να τον παντρευτεί, θα εξασφαλίσει µια εύκολη και ευτυχισµένη ζωή, αλλά θα µισεί τον εαυτό της για πάντα. Αν δεν τον παντρευτεί, θα έχει κερδίσει την αξιοπρέπειά της, αλλά θα ζει για πάντα σαν ικέτισσα στον τάφο του Πρωτέα, χωρίς να είναι ποτέ ασφαλής, µιας και ο Θεοκλύµενος µπορεί να παραβιάσει τον ιερό χώρο του τάφου του πατέρα του και να προσπαθήσει να την πάρει µε την βία και να την παντρευτεί χωρίς τη θέλησή της. Η ηρωίδα λοιπόν ζώντας αυτή την τραγική κατάσταση πολλές φορές θεωρεί τον εαυτό της καταραµένο και εκφράζει την επιθυµία της να πεθάνει µιας και θεωρεί τη ζωή της ένα µαρτύριο. Το συναίσθηµα αυτό γίνεται ακόµα πιο έντονο µετά τις πληροφορίες του Τεύκρου, ενώ όταν τελικά βρίσκει τον άντρα της, του ανακοινώνει πως, εάν δεν µπορεί να γυρίσει µαζί του στην πατρίδα, είναι πρόθυµη να πεθάνει, µιας και η ζωή της δε θα έχει κανένα νόηµα πια.

Μενέλαος

Ο Μενέλαος είναι και αυτός ένα τραγικό πρόσωπο και εµφανίζεται σε αυτό το έργο γεµάτος αντιθέσεις : Από τη µια είναι ένας ένδοξος στρατιώτης γεµάτος αντρεία και γενναιότητα κι από την άλλη εµφανίζεται απλοϊκός, µε επιπόλαιη σκέψη, σε σηµείο που πολλές φορές να προκαλεί τα γέλια στους θεατές. Οι αντιθέσεις αυτές δικαιολογούνται από την άσχηµη σωµατική και ψυχική κατάσταση του, αφού από λαµπρός βασιλιάς έχει µετατραπεί σε ρακένδυτο ναυαγό. Πολλές φορές τα λόγια του είναι γεµάτα τραγική ειρωνεία και η στάση του κάνει ακόµα πιο έντονο το παιχνίδι ανάµεσα στην αλήθεια και στην πλάνη, µιας και, όντας προσκολληµένος στο είδωλο πολλές φορές δεν µπορεί να καταλάβει την πραγµατικότητα. Έτσι λοιπόν, ο Μενέλαος γίνεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα ανθρώπου που πλανιέται εκεί ακριβώς που είναι σίγουρος για τη λογική του. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουµε πως ο Μενέλαος ισορροπεί θαυµάσια ανάµεσα στην κωµικότητα και στην τραγικότητα, φέρνοντας πολλές φορές το θεατή σε αµηχανία, µιας και δεν ξέρει αν ο Μενέλαος πρέπει να του προξενεί το έλεος ή τα γέλια! Μετά τη σκηνή της αναγνώρισης, ο Μενέλαος κατηγορεί για τις συµφορές του τον Πάρη αλλά και την Ήρα. Στη σκηνή µε τη Θεονόη εµφανίζεται( σε αντίθεση µε τη σκηνή µε τη γερόντισσα όπου φαίνεται απλοϊκός και δειλός ) γενναίος και λογικός, και της τονίζει το χρέος της απέναντι στον πεθαµένο Πρωτέα, ενώ απευθύνεται στον Άδη, τον θεό του κάτω κόσµου και του ζητά να το βοηθήσει να κερδίσει την Ελένη, αφού αυτός του έδωσε τόσες ψυχές κατά τη διάρκεια του πολέµου. Ακόµα, απειλεί την Θεονόη πως εάν δε βοηθήσει αυτόν και την Ελένη να δραπετεύσουν, και οι δύο τους θα σκοτωθούν µπροστά στον τάφο του Πρωτέα, κάτι που είναι µεγάλο µίασµα για την οικογένεια του νεκρού αλλά και για ολόκληρη την πόλη.

Αγγελιοφόρος

Ο χαρακτήρας του Αγγελιοφόρου, αν και δεν είναι ένας από τους βασικούς της ιστορίας, παρουσιάζει µεγάλο ενδιαφέρον. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουµε ότι ο ρόλος του γέροντα ξεπερνά τα όρια ενός απλού αγγελιοφόρου και είναι πολύ οικείος µε τους πρωταγωνιστές, ενώ δικαιολογεί την οικειότητά του λέγοντας πως γνωρίζει χρόνια τους δύο συζύγους. Τα λόγια του είναι γεµάτα από θυµοσοφίες και πολλές φορές παρεµβάλλει στο λόγο του διάφορα γνωµικά και αποφθέγµατα, ακόµα και σε ρητορείες. Θα µπορούσαµε λοιπόν, χωρίς να υπερβάλλουµε να ισχυριστούµε πως ο ποιητής χρησιµοποιεί το χαρακτήρα του αγγελιοφόρου για να εκφράσει τις απόψεις του για διάφορες θρησκευτικές αλλά και κοινωνικές δοξασίες του ποιητή του. Συγκεκριµένα, κατηγορεί τη µαντική λέγοντας πως οι άνθρωποι χρειάζονται τη γνώµη και την ευβουλία( δυο όρους γνωστούς από το σοφιστικό κίνηµα ) και όχι τους µάντεις για να έχουν µια επιτυχηµένη ζωή και ότι όποιος έχει σαν σύντροφό του θεό η µαντική του είναι άχρηστη. Επίσης αναφέρει πως οι µάντεις είναι ψεύτες , τεµπέληδες και φιλάργυροι ενώ αντικρούει το σύνηθες επιχείρηµα των µάντεων, που, όταν δεν προέβλεπαν ένα γεγονός, έλεγαν πως ο θεός δεν ήθελε να µαθευτεί η αλήθεια. Η επίθεση αυτή του αγγελιοφόρου κατά των µαντείων και της µαντικής γενικότερα δεν είναι άσχετη, οφείλεται στη σικελική καταστροφή. Οι Αθηναίοι, απογοητευµένοι από τα αποτελέσµατα της σικελικής εκστρατείας, στρέφονται κατά των µάντεων που ενθάρρυναν την πραγµατοποίησή της. Ακόµα, τονίζει τη µαταιότητα του πολέµου, αφού Έλληνες και Τρωαδίτες πολέµησαν για δέκα χρόνια για ένα είδωλο. Έτσι, µας παρουσιάζει το βασικό θέµα του έργου αυτού, δηλαδή τη µαταιότητα του πολέµου. Ακόµα, αναφέρεται στους θεούς και προβάλλει την ανικανότητα του ανθρώπου να κατανοήσει τη θεϊκή µορφή, αλλά και ότι ο µόνος τρόπος επικοινωνίας του ανθρώπου µε το θεό είναι η θυσία και η προσευχή. Επίσης, αναφέρει πως ο άνθρωπος είναι έρµαιο του θεού, που εδώ ταυτίζεται µε την έννοια της τύχης και του πεπρωµένου. Ακόµα, αναφέρεται στο θεσµό της δουλείας, δίνοντας µας την εικόνα του κακού δούλου και αναφέροντας πως είναι ευχαριστηµένος µε τη θέση του. Επίσης, ο αγγελιοφόρος παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξισορροπήσει τις σωµατικές ελλείψεις και αδυναµίες µε τις αρετές της ψυχής του. Αφού τελειώσαµε την ανάλυση αυτού του ήρωα, πρέπει να τονίσουµε πως οι ιδέες και οι αξίες που εκφράζει ο αγγελιοφόρος είναι ανάλογες µε το ήθος του και την περιορισµένη πνευµατική του ικανότητα .

Θεονόη

Η ηρωίδα αυτή δεν µπορεί να χαρακτηριστεί τραγική ηρωίδα, αλλά παίζει σηµαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης. Εµφανίζεται αγνή και αµόλυντη, αλλά και πάρα πολύ ευσεβής. Είναι έτοιµη να ακολουθήσει τις εντολές των θεών και οι πράξεις της είναι πάντοτε εναρµονισµένες µε τη θεία βούληση. Η Θεονόη προβάλλει το καθήκον προς τον νεκρό πατέρα της, το οποίο θεωρεί πολύ σηµαντικό. Αυτό ακριβώς το καθήκον της δηµιουργεί ένα σηµαντικό δίληµµα : εάν πρέπει να προδώσει τους δύο συζύγους, σύµφωνα µε τη θέληση της Αφροδίτης αλλά και του αδερφού της Θεοκλύµενου ή να µην αποκαλύψει την άφιξη του Μενέλαου επιτελώντας το καθήκον της απέναντι στο νεκρό της πατέρα αλλά και λειτουργώντας σύµφωνα µε τη θέληση της Ήρας, που, έχοντας αλλάξει τελικά γνώµη, είναι υπέρ του ζευγαριού. Παρ. όλη την ευσέβειά της, πολλές φορές έχει αλαζονική στάση, αφού ξέρει πως η µοίρα Μενέλαου και Ελένης εξαρτάται από αυτήν.

Θεοκλύµενος
 
Ο Θεοκλύµενος, φαίνεται εξωτερικά ευσεβής και πιστός στον πατέρα του, ενώ στην πραγµατικότητα είναι ασεβής και θέλει να παντρευτεί την Ελένη χωρίς την θέλησή της, να την αναγκάσει όπως λέει και η ίδια να κάνει έναν άτιµο γάµο. Ο ρόλος του Θεοκλύµενου προβάλλει την αντίθεση µεταξύ των Ελλήνων και των βαρβάρων. Ο Θεοκλύµενος όπως αναφέρεται και στο διάλογο Μενέλαου-γερόντισσας σκοτώνει κάθε Έλληνα που θα βρεθεί στην Αίγυπτο, παραβιάζοντας τον κανόνα της φιλοξενίας, ενώ η Ελένη φοβάται πως ίσως παραβιάσει ακόµα και τον ιερό τάφο του νεκρού πατέρα του Πρωτέα. Παρ. όλα αυτά, µετά την επέµβαση των Διοσκούρων, µεταπείθεται και αποδέχεται την κατάσταση, ενώ αποκαθιστά την Ελένη και δεν τιµωρεί την αδερφή του Θεονόη. Ακόµα, παρουσιάζεται αρκετά εύπιστος. αφού εύκολα πείθεται από την Ελένη, όταν αυτή του ανακοινώνει τον υποτιθέµενο θάνατο του Μενέλαου. Αν και στην αρχή εκδηλώνει κάποια δυσπιστία και προσπαθεί να αποσυνδέσει την Ελένη από τη διαδικασία της τίµησης του νεκρού και της θέτει αρκετές ερωτήσεις, µε ευκολία η Ελένη καταφέρνει να ξεδιαλύνει όλες τις αµφιβολίες του και να οδηγήσει τη συζήτησή τους εκεί που αυτή επιθυµεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει την επιτυχία του σχεδίου της.

Τεύκρος

Η παρουσία του Τεύκρου είναι επινόηση του ποιητή και έχει ταλαιπωρήσει αρκετά τους µελετητές της Ελένης. Αρκετοί από αυτούς, µάλιστα, θεωρούν πως η παρουσία του συνδέεται άµεσα µε τα πολιτικά γεγονότα της εποχής. Ο ποιητής µετά τη σικελική καταστροφή θέλει να τονώσει το ηθικό των Αθηναίων παρουσιάζοντας το µυθικό πρόγονο του βασιλιά Ευαγόρα Α΄ της Σαλαµίνας της Κύπρου, ενός πιστού συµµάχου της αθηναϊκής δηµοκρατίας , ο οποίος, σε µια περίοδο που άλλοι σύµµαχοι των Αθηναίων αποστατούσαν, τάχθηκε στο πλευρό τους. Ας αναλύσουµε όµως το χαρακτήρα του ήρωα αυτού : Η µοίρα του µοιάζει αρκετά µ. αυτήν της Ελένης, αφού εκδιώχθηκε άδικα από τον πατέρα του, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αυτοκτονία του αδερφού του Αίαντα. Όταν φτάνει στην Αίγυπτο, είναι σε αρκετά άσχηµη κατάσταση, ενώ µόλις βλέπει την Ελένη εξαγριώνεται και την καταριέται. Αργότερα, όταν της µιλά πείθεται πως δεν είναι αυτή η Ελένη της Τροίας και µάλιστα της λέει πως αν και είναι ίδια στη µορφή µε την Ελένη, δε µοιάζουν καθόλου σαν χαρακτήρες και καταριέται την Ελένη της Τροίας, ενώ ταυτόχρονα της εύχεται να είναι ευτυχισµένη, χωρίς να γνωρίζει πως απευθύνεται στο ίδιο πρόσωπο. Τα λόγια του αυτά προκαλούν µια έντονη τραγική ειρωνεία, ενώ οι πληροφορίες που δίνει στην Ελένη για το θάνατο αγαπηµένων της προσώπων κάνουν την κατάστασή της ακόµα πιο τραγική.

Το τέλος του έργου. Η λειτουργικότητα της σκηνής µε τους Διόσκουρους

Το τέλος αυτής της τραγωδίας πραγµατοποιείται µετά την εµφάνιση του « από µηχανής θεού», µε τον τρόπο δηλαδή που τελειώνουν οι περισσότερες τραγωδίες του Ευριπίδη. Εδώ, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι οι εµφανίσεις αυτές των θεών στο τέλος των τραγωδιών έχουν µια αρκετά σηµαντική θρησκευτική αποστολή. Συγκεκριµένα, ο Αριστοτέλης έχει αναφερθεί στην αναγκαιότητα του « από µηχανής θεού », λέγοντας πως η χρήση αυτού του τεχνάσµατος πρέπει να περιορίζεται σε θέµατα έξω του δράµατος, τα οποία ή έχουν ήδη συµβεί ή πρόκειται να συµβούν. Στην Ελένη το ρόλο του « από µηχανής θεού » αναλαµβάνουν οι Διόσκουροι, τα δύο θεοποιηµένα αδέλφια της ηρωίδας. Πολλοί µελετητές του έργου αυτού θεωρούν πως η σκηνή αυτή είναι περιττή και θα µπορούσε να παραλειφθεί, µιας και οι δύο σύζυγοι έχουν ήδη φύγει για την πατρίδα. Άλλοι όµως θεωρούν τη θεωρούν σηµαντική, αφού µέσα από αυτήν µαθαίνουµε το µέλλον των δύο πρωταγωνιστών. Ας δούµε όµως αναλυτικότερα τα κυριότερα σηµεία αυτής της σκηνής : Οι δύο αδερφοί της Ελένης µιλούν µε το Θεοκλύµενο και τον πείθουν να συγκρατήσει το θυµό του, αφού ήταν γραπτό η Ελένη να φύγει από το παλάτι του και του ζητούν να µην τιµωρήσει την αδερφή του Θεονόη, αφού αυτή εκτέλεσε θεϊκές εντολές και για αυτό δεν του πρόδωσε τους δύο συζύγους. Μετά αναφέρουν πως σαν θεοί θα µπορούσαν εδώ και καιρό να σώσουν την αδερφή τους, αλλά δεν το έκαναν γιατί ανώτερες θεότητες από αυτούς ( αλλά και το Πεπρωµένο) δεν ήθελαν να τη σώσουν, και η σωτηρία της ήρθε µόνο µετά από την απόφαση αυτών των ανώτερων θεών πως έπρεπε πια να γυρίσει στην πατρίδα της. Ακόµα, οι Διόσκουροι προφητεύουν το µέλλον της αδερφής τους, λέγοντας πως θα γίνει και αυτή θεά και πως οι άνθρωποι θα την τιµούν µε θυσίες. Όσον αναφορά το Μενέλαο, αυτός θα κερδίσει την αθανασία. Όπως αναφέραµε και πιο πριν ο Θεοκλύµενος πείθεται µετά την παρέµβαση των Διόσκουρων να µην τιµωρήσει την αδερφή του και ο ίδιος αποκαθιστά ηθικά την Ελένη. Στο τέλος αυτής της σκηνής, ο χορός ψέλνει το « εξόδιο άσµα », στο οποίο εκφράζεται µια γενική αντίληψη, ότι οι θεοί είναι ρυθµιστές της ανθρώπινης ζωής και ότι η τύχη των ανθρώπων εξαρτάται απόλυτα από αυτούς, όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ελένης. Αρκετές τραγωδίες τελειώνουν µε τον ίδιο τρόπο, γιατί ο ποιητής θέλει να δώσει ένα παρόµοιο µήνυµα που προκύπτει από την όλη παρουσίαση και επεξεργασία του µύθου στα έργα αυτά .

Ο ρόλος των γνωµικών στο έργο.

Τα γνωµικά είναι άφθονα σε αυτό το έργο του Ευριπίδη και πολλές φορές είναι άσχετα µε τη δραµατική κατάσταση του έργου και την πλοκή του. Έτσι θα µπορούσαµε να πούµε πως ο ποιητής παρεµβάλλει τα γνωµικά αυτά, έτσι ώστε να εκφράσει την άποψη του για πολλές θρησκευτικές αλλά και κοινωνικές δοξασίες της εποχής του.

Τα σηµαντικότερα γνωµικά που παρουσιάζονται στο έργο

! Στίχος 335- 337: « Η γυναίκα σαν θα δεχτεί έναν άντρα που δεν στέργει, δεν έχει σέβας διόλου στον εαυτό της. » Η φράση αυτή ήταν πολύ τολµηρή στην εποχή του Ευριπίδη, όταν οι γυναίκες δεν είχαν κανένα δικαίωµα στην επιλογή του συζύγου τους.


! Στίχος 338 : « Πιο καλά θάνατος, µα να. ναι ωραίος » η Ελένη εκφράζει εδώ την ηρωική αντίληψη σύµφωνα µε την οποία είναι προτιµότερος ο έντιµος θάνατος από την αισχρή ζωή.


! Στίχοι 474-476 : « Ο ευτυχισµένος όταν κακοπάθει νιώθει πικρότερη τη δυστυχία, παρ. όσο αυτός που από παλιά τη ξέρει » Η φράση αυτή είναι αποφθεγµατική. Είναι βέβαια αλήθεια πως αντιµετωπίζει καλύτερα την δυστυχία αυτός που την έχει γνωρίσει και παλιότερα στη ζωή του. Αντίθετα, εκείνος που είχε συνηθίσει να ζει ευτυχισµένος νιώθει τη δυστυχία αβάσταχτη.


! Στίχοι 491-492 : « Να οικονοµήσω από τους φτωχούς δεν έχεις ακόµη κι αν το θέλουνε βοήθεια » Πρόκειται για µια ακόµη αποφθεγµατική φράση, που θυµίζει την παροιµιώδη έκφραση « ουκ αν λάβοις παρά του µη έχοντος »


! Στίχος 575 : « Η πιο µεγάλη δύναµη είναι η ανάγκη » Η πιο µεγάλη δύναµη είναι η ανάγκη . Η ανάγκη είναι η µητέρα των µοιρών( Λάχεση, Κλωθός , Άτροπος )και αντιπροσωπεύει το αναπόφευκτο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι και οι θεοί πείθονται στην ανάγκη.


! Στίχοι 731- 732 : « Πρέπει όσα µας δίνουν, καλά ή κακά οι θεοί, ν. ακούµε »Το επιχείρηµα του γνωµικού έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι και καλά και κακά προέρχονται από τους θεούς και οφείλουν να τα δέχονται χωρίς να δυσανασχετούν. Και καλά και κακά θεωρούνται τρόποι δοκιµασίας και η απόρριψη τους ήταν ύβρη, που επέσυρε την τιµωρία των θεών. Ο Μενέλαος σε αυτό το σηµείο υπαινίσσεται τη δυστυχία για την οποία η Ελένη δε θέλει να µιλήσει.


! Στίχοι 786-787, 791 : « Δυσκολονόητος ο θεός, παιδί µου ολοένα και αλλάζει . δεν έχει πάντα η τύχη σιγουριά » Στους στίχους αυτούς η λέξη θεός χρησιµοποιείται ως συνώνυµη της λέξης δαίµονας ή τύχη και εποµένως έχει τη σηµασία του πεπρωµένου. Εδώ, θα πρέπει να τονίσουµε πως ο Αγγελιοφόρος σε αυτό το σηµείο δε διατυπώνει µια άποψη για την ουσία του θεού, αλλά µια εµπειρική αλήθεια για την αστάθεια των ανθρωπίνων πραγµάτων . Έτσι, η δυστυχία εναλλάσσεται µε την ευτυχία και το αντίστροφο και κανείς δεν µπορεί να είναι σίγουρος για την τύχη του.


! Στίχοι 835-836: « κανένας δεν πλούτισε µ. αυτές(τις µαντείες) όντας τεµπέλης » ο Αγγελιοφόρος εδώ εννοεί πως κανείς δεν πλούτισε καταφεύγοντας στις µαντείες και αποφεύγοντας τη δουλειά. Η φράση αυτή απαντάται και σ. άλλα έργα του Ευριπίδη.


! Στίχος 837 : « σωστό µυαλό και νους, να σοφός µάντης » ο Αγγελιοφόρος θεωρεί πως τους µόνους «προφήτες» που µπορεί να εµπιστευθεί ο άνθρωπος είναι η γνώµη και η ευβουλία ,δύο όρους αρκετά γνωστούς από τους σοφιστές. Η φράση αυτή του Αγγελιοφόρου δείχνει την επιρροή του σοφιστικού κινήµατος στο έργο του Ευριπίδη.


! Στίχος 894 : « Το αδύνατο αν ζητάς, σοφός δεν είσαι » είναι ανόητο να επιδιώκει κανείς τα. αδύνατα, δηλαδή αυτά που είναι πάνω από τις δυνάµεις του. Η φράση αυτή είναι απαντάται και σε άλλες ελληνικές τραγωδίες.


! Στίχοι 996-999: « Πάντα µισεί ο θεός τη βία και προστάζει ν. αποκτούν όλοι οι δίκαια τα. αγαθά τους. Ας µη ζητάει κανείς άδικα πλούτη » οι στίχοι αυτοί δεν φαίνεται να έχουν κάποια σχέση µε τη δραµατική κατάσταση που εκτυλίσσεται. Πολλοί µελετητές θεωρούν πως είναι ακόµα µια περίπτωση γνωµικού που παρεµβάλλει ο Ευριπίδης στο έργο του για να διατυπώσει κάποια άποψη γενικού κύρους, ενώ άλλοι θεωρούν αυτούς τους στίχους εµβόλιµους.


! Στίχοι 1138-1139 : « Ο άδικος ποτέ χαρά δε βλέπει, µονάχα µε το δίκιο η σωτηρία »ο χορός µετά τη σκηνή µε τη Θεονόη καταλήγει στο αποφθεγµατικό συµπέρασµα πως τελικά µόνο ο δίκαιος ευτυχεί.


! Στίχοι 1254-1255 : « Τι. ναι θεός τι µη θεός και τι τ. ανάµεσά τους ; » στους στίχους αυτούς ο χορός αναφέρεται στην ανθρώπινη αδυναµία να κατανοήσει την ουσία του θεού ή άλλων δυνάµεων ( ανάµεσά τους )


! Στίχοι 1267-1268 : « µέσα στους ανθρώπους δεν υπάρχει τίποτα σίγουρο. Στων θεών µόνο τα λόγια βρήκα την αλήθεια »ο στίχος αυτός δηµιουργεί πολλά προβλήµατα στην ερµηνεία του µιας και η απόλυτη εµπιστοσύνη στους θεούς έρχεται σε αντίθεση µε τα προηγούµενα λόγια του χορού. Αυτή η αντίφαση µπορεί να ερµηνευτεί ως προσπάθεια του ποιητή να αποφύγει την κατηγορία του άθεου ή ως πρόθεση να αντιτάξει την αβεβαιότητα των ανθρώπινων πραγµάτων µε τη σταθερότητα της θεϊκής αλήθειας.


! Στίχοι 1270- 1274 : « Ανέµυαλοι όσοι αποζητούν τη δόξα µε λόγχες και µε δυνατά στον πόλεµο κοντάρια, λογιάζοντας αστόχαστα πως έτσι θα πάψουν των θνητών τις συµφορές » οι στίχοι αυτοί εκφράζουν το αντιπολεµικό πνεύµα του ποιητή και αποτελούν έµµεση καταγγελία εναντίων εκείνων που πιστεύουν ότι ο πόλεµος µπορεί να λύσει τις διαφορές µεταξύ των ανθρώπων.

* https://2gym-gerak.att.sch.gr/portal/





DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him