Όποιος ἀνυψώνεται θὰ ταπεινωθῆ καὶ ὅποιος ταπεινώνεται θὰ ἀνυψωθῆ




του
ΤΕΛΗ ΠΕΚΛΑΡΗ



Ἀφήνουμε σήμερα στὴν εἰσαγωγή μας νὰ μιλήση ὁ Κύριος γιὰ τὸν τρόπο ποὺ πρέπει νὰ προσευχόμαστε. Εἶναι παρμένα τὰ λόγια του ἀπὸ τὸν ἅγιο εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο (Ματθ. στ´, 5 - 13).
«Κι ὅταν κάνετε προσευχή, μὴ γίνεστε σὰν τοὺς ὑποκριτὲς ποὺ ἀγαποῦν νὰ στέκουν ὄρθιοι μέσα στὶς συναγωγὲς καὶ στὶς γωνιὲς τῶν μεγάλων δρόμων καὶ νὰ προσεύχωνται γιὰ νὰ φανοῦν στοὺς ἀνθρώπους. Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, αὐτοὶ (μὲ τὶς τιμὲς ποὺ τοὺς κάνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὴν ἐπιδεικτική τους εὐσέβεια) ἔλαβαν τὴν πληρωμή τους. Ἐσὺ ὅμως, ὅταν θέλης νὰ προσευχηθῆς, τραβήξου στὸ κελί σου, κι ἀφοῦ κλείσης τὴν πόρτα, προσευχήσου στὸ Θεὸ ποὺ εἶναι στὰ κρυφά, κι ὁ πατέρας σου ποὺ σὲ βλέπει στὰ κρυφὰ θὰ σὲ πληρώση στὰ φανερά.»

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (κεφ. ιη´, 10 - 14)

Κείμενον

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ Ιερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἶς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης.
Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ θεός, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἤ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης.
Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ Τελώνης μακρόθεν ἑστώς, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λὲγων ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
Λέγω ὑμῖν· κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἤ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψώθήσεται.

Ἐξήγησις

Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή. Δυὸ ἄνθρωποι πῆγαν μέσα στὸ ναό, γιὰ νὰ προσευχηθοῦν· ὁ ἕνας Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.
Κι ὁ Φαρισαῖος στάθηκε κι αὐτὰ παρακαλοῦσε μέσα του· σὲ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τοὺς ἅρπαγες, τοὺς ἄδικους, τοὺς μοιχούς, οὔτε καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν Τελώνη.
Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
Ὅμως ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ καὶ δὲν ἤθελε μήτε τὰ μάτια του νὰ σηκώση στὸν οὐρανό, μόνο χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε. Θεέ μου, εὐσπλαχνίσου με τὸν ἁμαρτωλό.
Σᾶς λέγω, αὐτὸς κατέβη ἀθωωμένος σπίτι του παρὰ ὁ ἄλλος, γιατὶ ὅποιος ἀνυψώνεται θὰ ταπεινωθῆ κι ὅποιος ταπεινώνεται θ’ ἀνυψωθῆ.

Ρητό:
«Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

Δίδαγμα

Ἡ προσευχὴ εἶναι ἀνάγκη στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες. Ὁ καθένας μας αἰσθάνεται τὸν ἑαυτό του ὑποχρεωμένο νὰ μιλήση μὲ τὸ Θεό.
Σ’ αὐτόν, σὰ γιὸς στὸν πατέρα, λέγει τὸν πόνο του, τὶς στενοχώριες του, τὶς θλίψεις του, τὰ βάσανά του καὶ ζητάει βοήθεια. Ἀπ’ αὐτὸν ζητάει νὰ χύση βάλσαμο παρηγοριᾶς στὰ πονεμένα στήθη του. Νὰ τοῦ σφουγγίση τὰ δάκρυα τοῦ πόνου καὶ νὰ τοῦ δώση τὴ δύναμη νὰ νικήση τὶς μπόρες καὶ τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς.
Στὸ Θεό μας λέμε καὶ τὴ χαρά μας καὶ τὴ νιώθομε διπλὴ σὰν ξέρομε· πὼς μᾶς συντροφεύει. Λόγια εὐγνωμοσύνης τοῦ ἀπευθύνομε κι ἀναφωνοῦμε «δόξα σοι ὁ Θεός», ὅταν μὲ τὴ βοήθειά του πιτυχαίνομε στὶς πράξεις μας.
Μεγάλη ἡ τιμή ποὺ μᾶς κάνει νὰ μιλᾶμε ἀπευθείας μαζί του. Γιατὶ ὁμιλία μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἡ προσευχή.
Ἐμεῖς οἱ ταπεινοὶ στεκόμαστε μπροστὰ στὸν Παντοδύναμο Θεό μας καὶ ζητᾶμε νὰ μᾶς ἀκούση. Ἄς μὴ νομίσωμε ὅμως πὼς κάθε προσευχὴ εἶναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸ Θεό. Ἡ προσευχή ποὺ γίνεται μὲ ταπεινοφροσύνη, μὲ φόβο Κυρίου, δηλαδὴ μὲ σεβασμό, γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεό. Προσευχὴ ὑπερήφανη δὲ γίνεται δεκτή, γιατὶ ὁ Κύριος, λέγει ἡ Αγία Γραφή, πάει ἐνάντια σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι ὑπερήφανοι καὶ εὐλογάει τοὺς ταπεινούς. «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».
Δυὸ διαφορετικοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσεύχονται μᾶς παρουσιάζει ἡ σημερινὴ περικοπὴ καὶ δυὸ διαφορετικοὺς τρόπους προσευχῆς. Ὁ ἕνας εἶναι Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης.
Ὁ Φαρισαῖος μπαίνει στὴν ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Εἶναι ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Ὁ κόσμος τοῦ κάνει μέρος νὰ περάση καὶ τὰ μακριά του ράσα σέρνουν τὴ σκόνη τοῦ δαπέδου. Κρόσσια πολλὰ κρέμονται ἀπὸ τὸ μεταξωτὸ σάλι, ποὺ ἔχει ριγμένο στὶς πλάτες του. Στέκεται μπροστά ἀπ᾽ ὅλους. Σηκώνει τὰ χέρια ψηλὰ καὶ τὰ πλατυμάνικα ράσα του κρεμιοῦνται μὲ μεγαλοπρέπεια.
Μὲ λόγια εὐχαριστίας ἀρχίζει τὴν προσευχή του, πολὺ σωστά, ἀλλὰ καὶ μὲ λόγια περηφάνειας καὶ αὐτοθαυμασμοῦ τὴ συνεχίζει.
Ἡ ὑποκρισία ποὺ διακρίνει ὅλα του τὰ ἔργα, ὅλες τους τὶς πράξεις, γυμνὴ παρουσιάζεται καὶ στὴν προσευχή του. Κατηγορεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σὰν ἅρπαγες, ἄδικους, ἀνήθικους. «Δὲν εἶμαι καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη».
«Οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ» λέγει στὸ Θεὸ καὶ τοῦ ἀπαντοῦμε ἐμεῖς: Ναί, δὲν εἶσαι σὰν τοὺς λοιπούς. Γιατὶ ἐκεῖνοι εἶναι ταπεινοὶ κι ἐσὺ περήφανος. Ἐκεῖνοι προσέρχονται μὲ εὐλάβεια μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ σὺ μ᾽ ἀδιαντροπιά. Ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν τὰ σφάλματά τους καὶ σὺ προσθέτεις καὶ ἄλλα μ’ αὐτὰ ποὺ λέγεις. Ἐκεῖνοι εἶναι πραγματικὰ δίκαιοι καὶ σὺ μόνο μέ λόγια.
Καὶ συνεχίζει ὁ ὑποκριτής: Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα Δευτέρα καὶ Πέμπτη καὶ δίνω στὴν ἐκκλησία τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ ὅλα ὅσά ἀποχτῶ.
Μᾶς τὸ εἶπε ὁ Κύριος γιὰ πιὰ πράγματα πλήρωναν τὸ δέκατο. Νὰ πῶς τοὺς καυτηριάζει καὶ τοὺς ξεσκεπάζει: «Ἀλίμονό σας γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριτές, ποὺ πληρώνετε τὸ δέκατο τοῦ δυόσμου, τοῦ ἄνηθου καὶ τοῦ κύμινου καὶ παραμελήσατε τὰ σημαντικότερα τοῦ νόμου, τὴ δικαιοσύνη, τὸ ἔλεος καὶ τὴν πίστη. Ὁδηγοὶ τυφλοί, διυλίζετε τὸ κουνούπι καὶ καταπίνετε τὴ γκαμήλα».
Δὲν τοὺς ἀρνεῖται κανεὶς τὴ νηστεία, ἀλλὰ ὅλα ὅμως αὐτὰ εἶναι ἐξωτερικὰ γνωρίσματα καὶ δὲ δείχνουν τὸν πραγματικὸν ἄνθρωπο. Δὲ δείχνουν πὼς βασιλεύει μέσα του ἡ καλοσύνη, ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀλήθεια.
Τέτοια προσευχὴ δὲν εἶναι δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀντὶ νὰ ἀκούση ὁ Θεὸς, ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό Του. Τέτοια προσευχή, ὅταν ἀνεβαίνη σὰν τὸ θυμίαμα ἐνώπιόν Του, σκορπίζεται πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸν ἀέρα, προτοῦ νὰ φτάση ὡς τὸν Πλάστη.
Ἀλλὰ εἶναι καιρὸς νὰ γυρίσωμε στὸν τελώνη. Νὰ σταθοῦμε κοντά του στὴ γωνιὰ τοῦ ναοῦ καὶ νὰ ἀκούσωμε τὰ λόγια, ποὺ σιγὰ σιγὰ λέγει ὁ ταπεινὸς τοῦτος, σὲ σύγκριση μὲ τὸ Φαρισαῖο, ἄνθρωπος. Τὰ ψιθυρίζει. Βγαίνουν ἀπὸ τὸ στῆθος του μὲ συντριβή, μὲ ἀληθινὴ μετάνοια.
Δὲν τολμάει οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώση πρὸς τὸν οὐρανό, ἀπὸ φόβο μὴν ἀντικρίση τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν μαλώση γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Δὲν σηκώνει καὶ τὰ χέρια ψηλὰ μὲ ὕφος θεατρίνου. Χτυπάει τὸ στῆθος του, γιὰ νὰ δείξη τὴν εἰλικρινῆ του διάθεση τῆς μετάνοιας. Τὰ κρατάει ἀνταμωμένα μπροστὰ στὸ στῆθος του καὶ σὲ στάση ἀπόλυτης συντριβῆς, στέλνει στὸ Θεὸ αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Θεέ μου συγχώρεσέ μου τὶς ἁμαρτίες, ἐμένα τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Πόση ταπείνωση καὶ πόση εἰλικρίνεια δείχνουν τοῦτα τὰ λόγια. Ἀναγνωρίζει πὼς σὰν ἄνθρωπος ἔχει ἁμαρτίες. Ξέρει πὼς κανεὶς δὲν εἶναι ἀναμάρτητος, παρὰ μονάχα ὁ Θεὸς, καὶ ζητάει συγχώρεση.
Τὸ συμπέρασμα; Μᾶς βγάζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Σᾶς λέγω πὼς ὁ τελώνης κατέβηκε ἀθωωμένος στὸ σπίτι του παρὰ ὁ ἄλλος, γιατὶ ὅποιος ἀνυψώνεται θὰ ταπεινωθῆ καὶ ὅποιος ταπεινώνεται θὰ ἀνυψωθῆ.



DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him