Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ)




των
Α. ΛΑΖΑΡΟΥ
-Δ. ΧΑΤΖΗ
ΕΛΕΝΗΣ ΒΟΥΡΑΖΕΛΗ-ΜΑΡΙΝΑΚΟΥ



Ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ Ἰουλιανοῦ μέχρι τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου (379) ἐβασίλευσαν κατὰ σειρὰν ὁ Ἰοβιανός, ὁ Βαλεντινιανὸς καὶ ὁ Γρατιανός.

Ἐπὶ Βαλεντινιανοῦ τὴν διοίκησιν τοῦ ἀνατολικοῦ τμήματος τῆς αὐτοκρατορίας εἶχεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ αὐτοκράτορος Βάλης (364-378).Τὸν Βαλεντινιανὸν θανόντα διεδέχθη ὁ υἱός του Γρατιανὸς (375-383), ὁ ὁποῖος διώρισεν αὔγουστον τοῦ ἀνατολικοῦ κράτους τὸν στρατηγὸν Θεοδόσιον . Ὁ θρίαμβος τοῦ χριστιανισμοῦ ἐξησφαλίσθη ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοδοσίου, διότι οὗτος ἔλαβε μέτρα κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας, ἔκλεισε τοὺς ἀρχαίους ναοὺς καὶ ἐξέδωκεν αὑστηρὰ διατάγματα κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Ὡς τελευταῖον κτύπημα κατὰ τῆς ἀρχαίας θρησκείας δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ κατάργησις τῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων (394).
Μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Γρατιανοῦ εἰς τὸ Λούγδουνον (Λυὼν) ὁ Θεοδόσιος ἐπενέβη εἰς τὴν Δύσιν καὶ ἔλαβεν εἰς χεῖράς του τὴν διακυβέρνησιν ὁλοκλήρου τοῦ κράτους, ἀνατολικοῦ καὶ δυτικοῦ. Κατὰ τὴν 15ετῆ βασιλείαν του ὁ Θεοδόσιος ἐπέδειξεν ἐξαίρετα πολιτικὰ καὶ στρατηγικὰ προσόντα, ἐρρύθμισε τὸ διοικητικὸν σύστημα, κατέπνιξε τὰς ἑναντίον του ἐπαναστάσεις καὶ ἐχειρίσθη ἐπιδεξίως τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς χώρας. Ἰδιαιτέρως ἐφρόντισε διὰ τὴν ἄμυναν τῶν συνόρων τοῦ κράτους, διοργανώσας πρὸς τοῦτο ἰσχυρὸν στρατόν. Ὄθεν δικαίως ὠνομάσθη Θεοδόσιος ὁ Μέγας καὶ κατατάσσεται ὑπὸ τῶν ἱστορικῶν εἰς ἵσην μοῖραν μὲ τὸν Κωνσταντῖνον τὸν Μέγαν, διότι ἀμφότεροι εἶναι ἱδρυταὶ τοῦ βυζαντινοῦ κράτους καὶ θεμελιωταὶ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.
Κατακρίνεται μόνον τὸ βίαιον καὶ ὁρμητικὸν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Θεοδοσίου, ὁ ὁποῖος, ἐκδικούμενος τὸν φόνον ὀλίγων μισθοφόρων ἀξιωματικῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, διέταξεν ἀθρόαν σφαγὴν τῶν Θεσσαλονικέων εἰς τὸν Ἱππόδρομον. Ἄνω τῶν 7000 ἄνθρωποι ἐφονεύθησαν. Ὅταν ὅμως, εὑρισκόμενος εἰς Μεδιόλανον (Μιλᾶνον), προσῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὁ Θεοδόσιος διὰ νὰ κοινωνήσῃ, ὁ ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος τοῦ ἀπηγόρευσε τὴν θείαν κοινωνίαν καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ὑπεχρεώθη νὰ μετανοήσῃ δημοσίᾳ.
Ὁ Θεοδόσιος ἀπέθανε τὸ 395 εἰς τὸ Μιλᾶνον, ἀφοῦ εἶχε διανείμει τὸ κράτος του εἰς τοὺς δύο υἱούς του, Ἀρκάδιον καὶ Ὁνώριον, ἐξ ὧν ὁ πρῶτος ἔλαβε τὴν Ἀνατολὴν (Ρουμανίαν, Μακεδονίαν, Ἀσίαν, Πόντον, Αἴγυπτον) καὶ ὁ Ὁνώριος τὴν Δύσιν (Ἰταλίαν, Ἀφρικήν, Γαλλίαν, Ἱσπανίαν καὶ Ἀγγλίαν).
Ἡ διαίρεσις αὕτη ἦτο ἡ τελευταία. Εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἐνώνεται τὸ ἀνατολικὸν καὶ δυτικὸν κράτος. Τὸ δυτικὸν δέχεται ἐπιδρομὰς βαρβάρων, εἰς τοὺς ὁποίους τελικῶς ὑποκύπτει, ἐνῷ τὸ ἀνατολικὸν διατηρεῖται ἐπὶ 1000 ἔτη καὶ παίζει σπουδαιότατον ρόλον εἰς τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν, ἐκχριστιανίζεται καὶ ἐξελληνίζεται καὶ ὑπὸ τὴν νέαν του μορφὴν λέγεται βυζαντινὸν κράτος . Διὰ τοῦτο οἱ περισσότεροι ἱστορικοὶ ὡς ἀρχὴν τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας θεωροῦν τὸ ἔτος 395 καὶ ὄχι τὸ ἔτος τῆς κτίσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως (330). Μὲ τὸ ἔτος αὐτὸ τελειώνει ἡ προβυζαντινὴ περίοδος, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ τελευταία περίοδος τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας.
Ἐν συνόψει ὁ 4ος μ.Χ. αἰὼν ἀποτελεῖ σταθμὸν διὰ τὴν παγκόσμιον ἱστορίαν, διότι ἐνίκησε τελικῶς ὁ χριστιανισμός, καθ’ ὅσον μὲ τὴν μεγάλην μορφὴν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἀφέθη ἐλεύθερος νὰ διδάξῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὴν διδασκαλίαν του. Μὲ τὴν ἄλλην ἐξ ἴσου μεγάλην μορφὴν τοῦ Μ. Θεοδοσίου ἐθριάμβευσεν ὁριστικῶς καὶ διεμορφώθη διὰ τῶν συνόδων καὶ ἐνισχῦθη οἰκονομικῶς διὰ τὸ φιλάνθρωπον ἔργον του. Ἡ νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερον κοσμοϊστορικὸν γεγονὸς τοῦ 4ου αἰῶνος.

ΠΗΓΑΙ:

῾Ο ἱερὸς Αὐγουστίνος μιλάει γιὰ τὸ Μ. Θεοδόσιο.
...Μέσα σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ περιστατικά, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ὅλας τῆς βασιλείας του, δὲν ἔπαψε νὰ στέκεται στὸ πλευρὸ τῆς ἐκκλησίάς ποὺ βρισκόταν σὲ πόλεμο μὲ τοὺς ἐχθρούς της κι αὐτὸ τὸ ἔκανε μὲ νόμους πολὺ δίκαιους καὶ γεμάτους ἀπὸ διάθεση οἴκτου· γιατὶ ὁ αἱρετικὸς Βαλεντινιανός, ποὺ εὐνοοῦσε τοὺς ἀρειανούς, τὴν εἶχε θίξει σκληρὰ κι ὁ Θεοδόσιος εἶχε καλύτερη τύχη σὰ μέλος τῆς ἐκκλησίας, παρὰ σὰν κυβερνήτης στὸ κράτος. Πρόσταξε νθ; γκρεμιστοῦν παντοῦ τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνικῶν, γιατὶ ἤξερε κολὰ ὅτι τὰ ἀγαθὰ στὸν κόσμο αὐτὸ δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοὺς δαίμονες, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. ῾Ο Θεοδόσιος ὑπῆρξε ἀκόμη περισσότερο ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὴν ἐπιείκεια ποὺ ἔδειξε στὸ φοβερὸ ἔγκλημα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸν παρακάλεσαν οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς συγχωρέση. ῾Ο Θεοδόσιος ὕστερα παρασύρθηκε ἀπὸ τὶς διαμαρτυρίες καὶ τὶς φωνὲς τῶν ἀξιωμτ,ατικῶν καὶ αὐλικῶν καὶ ἀναγκάστηκε νὰ πάρη σκληρὴ ἐκδίκηση² δίχως νὰ τὸ θέλη. Μὰ ὅταν ὑποχρεώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία ἔδειξε τόση συντριβὴ καὶ μετάνοια, ὥστε ὁ λαὸς πῆρε τὸ μέρος του καὶ ἔχυναν δάκρυα καταλυπημένοι νὰ βλέπουν τόσο ταπεινωμένη τὴν αὐτοκρατορικὴ μεγαλειότητά του...
῾Ιερὸς Αὐγουστίνος [Θεολόγος τῆς Δύσης τοῦ 4-5ου αἰ. -Γιὰ τὴν πολιτεία τοῦ Θεοῦ. Βιβλ. 5 Κεφ. 26 Μετάφραση]

 
Ο διπλός άθλος του Θεοδοσίου

του
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ν. ΚΛΕΙΔΑ

Κατ’ ἀρχὰς ὁ Θεοδόσιος ἐστράφη ἐναντίον τῶν ἑξωτερικῶν ἑχθρῶν τῶν Γότθων. Μετὰ μακροὺς καὶ αἰματηροὺς ἀγῶνας κατώρθωσε νὰ τοὺς νικήσῃ.Κατόπιν ἐπεδόθη εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων. ᾽Εδήλωσεν ἐπισήμως τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὴν ὁρΘοδοξίαν καὶ ἥρχισε σκληρὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν αἰρετικῶν. Τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἐτάρασσε τὴν ᾽Εκκλησίαν ἡ αἵρεσις τοῦ Μακεδονίου. Οὖτος δὲν παρεδέχετο τὴν Θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ ὀπαδοί του ὠνομάσθησαν «Πνευματομάχοι» καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἁρειανούς ἐτάρασσον τὴν Ἐκκλησίαν.Ὁ Θεοδόσιος συνεκάλεσεν εἰς Κων/πολιν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον (381 μ.Χ.), ἡ ὁποία κατεδίκασε τὴν αἴρεσιν τοῦ Μακεδονίου καὶ προσέθεσεν εἰς τὸ «Σύμβολον τῆς Πίστεως» τὰ ὑπόλοιπα πέντε ἂρθρα.Ἔπειτα ὁ Θεοδόσιος ἐκτύπησεν ἀποφασιστικῶς καὶ τὴν εἰδωλολατρίαν. Ἀπηγόρευσε τὰς θυσίας καὶ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν των, κατήργησε τοὺς ᾽Ολυμπιακοὺς ἀγῶνας (394 μ.Χ.) καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς εἰδωλολάτας νὰ διορίζωνται εἰς δημοσίας θέσεις.Οἱ χριστιανοὶ ἐφανατίσθησαν τὸσον, ὤστε ἕγιναν σφαγαὶ εἰς τὴν ᾽Αλεξάνδρειαν καὶ κατεστράφη τὸ περίφημον «Σεραπεῖον». Τὸτε οἱ ναοὶ τῶν ᾽Εθνικῶν κατεκρημνίζοντο ἤ μετρέπεντο εἰς χριστιανικούς, τὰ ἱερὰ δένδρα ἐκόπτοντο, τὰ ἀγάλματα ἑθραύοντο καὶ οἱ βωμοὶ καταστρέφοντο. Πολλὰ ἔργα τέχνης, ἀληθινὰ ἀριστουργήματα, κατεστράφησαν τότε καὶ πολλὰ πολύτιμα συγγράμματα ἀρχαίων ἐκάησαν.Τὰ βίαια μέτρα τοῦ Θεοδοσίου προεκάλεσαν δύο ἐπαναστάσεις. Εἰς τὴν ᾽Αντιόχειον ὁ λαὸς κατέστρεψε τοὺς αὐτοκρατσρικοὺς ἀνδριάντας, ἀλλὰ δέν συνέβησαν σοβαρὰ ἀντίποινα. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ὅμως ἡ ἐπανάστασις ἑπνίγη μέσα εἰς τὸ αἶμα χιλιάδων λαοῦ. Διὰ τὸ ὁμαδικὸν αὐτὸ ἕγκλημα ὁ ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος ἀφώρισε τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν ἑξηνάγκασεν νὰ ζητὴσῃ δημοσίᾳ συγχώρησιν.Ὁ Θεοδόσιος, πάντως, ἐπετέλεσε διπλοῦν ἀθλον: ἀπέτρεψε τὸν βαρβαρικὸν κίνδυνον τῶν Γότθων καὶ ἐπέβαλε τὸν Χριστιανισμόν. Δι’ αὐτὸ καὶ ὠνομάσθη, μετὰ τὸν θάνατόν του, Μέγας.



Η επανάστασις της Αντιόχειας 387 μ.Χ. (Φλαβιανός – Χρυσόστομος)

Τοῦ Ἀρχιμ. Μελετίου Ἀπ. Βαδραχάνη,
Ορθόδοξος τύπος, 15 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2013

Το 387 μ.Χ. ἐξερράγη μεγάλη ἀνταρσία τῶν κατοίκων τῆς Ἀντιοχείας, ἐναντίον τοῦ Μ. Θεοδοσίου τοῦ A΄ (347-395), αὐτοκράτορα τοῦ ἑνιαίου ἀνατολικοῦ καὶ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους (379-395), ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε νέους καὶ ὑπερβολικοὺς φόρους. Ὁ λαὸς ὁδηγοῦνταν μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια σὲ οἰκονομικὸ στραγγαλισμό. Ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ἀγωνία, ἡ ἀνησυχία, ὁ φόβος, γιὰ τὸ πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἀπροσδόκητη αὐτὴ οἰκονομικὴ ἐξόντωση, ἐξερέθισε τὸν λαὸ στὸ ἔπακρον, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀνταρσία. Ἡ ἀνταρσία ἦταν καθολική. Ὁ λαὸς ἔγινε ἀνάστατος. Οἱ ἄνεργοι καὶ ὅλα τὰ παράσιτα στοιχεῖα ἐξερέθισαν περισσότερο τὴν κατάσταση, μὲ ἀποτέλεσμα, ἡ ἀντίδραση νὰ ξεφύγει ἀπὸ κάθε ἔλεγχο καὶ σύνεση. Ὁ διοικητὴς τῆς πόλεως μόλις ξέφυγε τὸ θά-
νατο, τὰ δὲ ἀγάλματα τῆς αὐτοκρατορικῆς οἰκογενείας συνετρίβησαν ἀπὸ τὸν ἀφηνιάσαντα λαὸ καὶ μὲ βρισιὲς καὶ μὲ κατάρες ρίχτηκαν στὸν ποταμὸ Ὀρόντη. Οἱ βιαιοπραγίες ἄρχισαν νὰ αὐξάνονται καὶ ἡ κατάσταση νὰ ἐπιδεινώνεται πρὸς τὸ χειρότερο.
Ἡ ἀπάντηση τῆς ἐξουσίας ἦταν ἄμεση. Αὐτοκρατορικὸς στρατὸς ἔφθασε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἄρχισαν μαζικὲς συλλήψεις, φυλακίσεις καὶ ἀνακρίσεις. Οἱ δὲ ἀνακρίσεις τότε γινόταν μὲ βασανιστήρια καὶ ἄνευ ἐλέους. Ἐπακολούθησαν δημεύσεις περιουσιῶν καὶ σφραγίσματα σπιτιῶν καὶ καταδίκες σὲ θάνατο. Ἐπιπλέον κλείσανε μὲ ἀπόφαση τοῦ αὐτοκράτορα τὰ
λουτρά, τὰ θέατρα, ὁ ἱππόδρομος, καὶ ἡ Ἀντιόχεια ἔχασε τὸ ἀξίωμα τῆς Μητροπόλεως καὶ ἡ ἕδρα τῆς διοικήσεως πῆγε στὴ Λαοδίκεια. Ἡ κατάσταση ἀπέβη φρικτή.
Τὸ πλῆθος, ἔξαλλο ἀπὸ ἀγωνία καὶ φόβο γιὰ τὴν τύχη του, ἄρχισε νὰ φεύγει στὰ ὄρη καὶ τὶς ἐρημιές. Ἡ Ἀντιόχεια, ποὺ ἔσφυζε ἀπὸ κίνηση καὶ βομβοῦσε, ὅπως μία πολυάριθμη κυψέλη, νεκρώθηκε. Παντοῦ σιωπὴ βασίλευε γεμάτη ἀπὸ φρίκη καὶ ἐρημιά. Ἡ συμφορὰ σὰν γλωσσοδέτης εἶχε κλείσει τὸ στόμα ὅλων. Ἡ ζωὴ καὶ ἡ κίνηση τῆς πόλεως ἔπαυσε. Κενὰ τὰ σπίτια, κενὴ ἡ ἀγορά, μόλις δύο ἢ τρεῖς «ἔμψυχοι νεκροὶ» περιφερόταν.
Τὰ λείψανα τῆς πόλεως μαζεύτηκαν στὶς θύρες τῶν δικαστηρίων, γιὰ νὰ φθέντες. Κι ἐνῶ ὑπῆρχε πολὺ πλῆθος ἔξω ἀπὸ τὶς θύρες κανεὶς δὲν μιλοῦσε, διότι ὑποπτευόταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ ἐντὸς τῶν δικαστηρίων βασανιζόταν οἱ κρατούμενοι καὶ ἐκτὸς τῶν δικαστηρίων βασανιζόταν χειρότερα οἱ δικοί τους, μαθαίνοντας τί γινόταν μέσα καὶ ἀγωνιώντας τί θὰ ἀπογίνουν.
Πέντε μέρες διάρκεσαν οἱ ἀνακρίσεις, οἱ συλλήψεις, καὶ οἱ βασανισμοί. Ἀναμενόταν δὲ γενικὴ τιμωρία τῆς πόλεως. Ὁ λαός, περίτρομος, κατέφυγε στοὺς ναοὺς ζητώντας τὴν θεία προστασία. Μόνο ἕνα θαῦμα θὰ τοὺς ἔσωζε. Στὴν Ἀντιόχεια τότε, ζοῦσε καὶ δροῦσε ὡς ἱερεὺς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· ἐπίσκοπος δὲ ἦταν ὁ Φλαβιανός, ποὺ ἕνα χρόνο πρὶν τὸν εἶχε χειροτονήσει ἱερέα. Ἀφοῦ ἄφησε ὁ Χρυσόστομος νὰ περάσει μία βδομάδα παρακολουθώντας τὶς ραγδαῖες, ἀναπάντεχες καὶ ἄνευ προηγουμένου ἐξελίξεις, ἀνέβηκε στὸν ἄμβωνα καὶ εἶπε·
«Τί νὰ πῶ καὶ τί νὰ μιλήσω; Ἡ παροῦσα κατάσταση εἶναι γιὰ δάκρυα καὶ ὄχι γιὰ λόγια· γιὰ θρήνους καὶ ὄχι γιὰ ὁμιλίες· γιὰ προσευχὴ καὶ ὄχι γιὰ δημηγορίες. Ποιὸς μᾶς βάσκανε καὶ ἔγινε αὐτὸ τὸ κακό…Τίποτα δὲν εἶναι πιὸ γλυκὺ ἀπὸ τὴν γενέτειρα πατρίδα μας· τώρα ὅμως ἔγινε ὅ,τι πιὸ πικρό. Ὅλοι τὴν ἐγκαταλείπουν, ὅπως φεύγουν κάποιοι ἀπὸ καταστροφικὴ παγίδα, καὶ ὅλοι ἀπομακρύνονται ἔξαλλοι καὶ ἀλλόφρονες, ὅπως ὅταν κινδυνεύουν νὰ καοῦν».
Ὁ Χρυσόστομος προσπάθησε νὰ τοὺς δώσει κουράγιο, τοὺς κατήχησε μὲ πλούσια ἠθικὰ διδάγματα ἐπωφελούμενος τὴν ψυχολογική τους κατάσταση, καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ ἐλπίζουν στὸ Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά του. Τοὺς εἶπε, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπαναλάμβανε σʼ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς κρίσεως, ὅτι ὅλα ὅσα συμβαίνουν στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων -εὐχάριστα ἢ λυπηρὰ- εἶναι
ἐντεταγμένα μέσα στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποβλέπουν στὸ νὰ μᾶς ἐξασκήσουν, ὥστε νὰ γίνουμε κατὰ τὸ δυνατὸν ἅγιοι καὶ τέλειοι. Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ ὄχι μόνο γιὰ τὰ εὐχάριστα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ δυσάρεστα γεγονότα ,ποὺ συναντοῦμε στὴ ζωή μας, καὶ μάλιστα περισσότερο γιʼ αὐτά, γιατί μᾶς κρατοῦν σὲ μία διαρκῆ νήψη καὶ ἐγρήγορση.
Ἀντίθετα τὰ εὐχάριστα, ἂν δὲν προσέξουμε, μᾶς κοιμίζουν καὶ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν πνευματικὴ χαλάρωση καὶ ἀδράνεια. Ἐπίσης τόνισε ὅτι δὲν εἶναι ἡ φύση τῶν πραγμάτων, ποὺ μᾶς λυπεῖ ἢ μᾶς εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ ἡ διάθεση. Ἂν λοιπὸν ἔχουμε τὴ σωστὴ διάθεση θὰ εἴμαστε πάντοτε χαρούμενοι καὶ εὐτυχισμένοι ἀσχέτως τῆς φύσεως τῶν γεγονότων. ΠΑΝΤΩΣ δὲν περιορίσθηκε στὴν λεκτικὴ ἀπὸ ἄμβωνος παρηγορία, ἀλλὰ προχώρησε –ἀπʼ ὅτι φαίνεται στὶς ὁμιλίες του– σὲ ἐκπόνηση ὁλοκλήρου ἐπιτελικοῦ σχεδίου μὲ ποικίλες φάσεις καὶ δυναμικὲς ἐνέργειες, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς τραγικῆς καταστάσεως. Ἔτσι, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, τοὺς ἀνάγγειλε ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Φλαβιανὸς ἀποφάσισε νὰ μεταβεῖ στὴν Κων/πολη, γιὰ νὰ συναντήσει τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν ἐξευμενίσει. Ὁ ἐπίσκοπος ἂν καὶ ἦταν γέροντας καὶ εἶχε ἀδελφὴ ἑτοιμοθάνατη, καὶ ἐνῶ ἦταν περίοδος χειμῶνος καὶ πλησίαζε ἡ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ἐν τούτοις ἀνέλαβε αὐτὴ τὴν ἐπικίνδυνη προσπάθεια. Δὲν ὑπολόγισε τίποτα παρὰ μόνο τὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του· ἀλλὰ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀλλοεθνῶν καὶ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν κατοίκων τῆς Ἀντιοχείας.
Ἡ Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, εἶχε 200.000 κατοίκους -ὅπως ἀναφέρει ὁ ἱερὸς Χρυσοστομος- ὄχι μόνο χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἰδωλολάτρες καὶ Ἰουδαίους καὶ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς. Μαζὶ δὲ μὲ τοὺς
δούλους ἦταν, κατὰ τὸν Παναγιώτη Χρήστου, περίπου 500.000. Συνεπῶς κατὰ τὴν χρονικὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε ἡ στάση, τὸ 387 μ.Χ., δηλαδὴ 300 χρόνια περίπου ἀργότερα, ὁ πληθυσμός της θὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερος.
Στὸ μέσον τοῦ δρόμου ὁ ἐπίσκοπος συνάντησε τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορα, Ἐλέβιχο τὸν στρατηλάτη καὶ Καισάριο τὸν μάγιστρο, νὰ κατευθύνονται στὴν Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ πρωτοστατήσουν στὴν διενέργεια ἀνακρίσεων καὶ ἐπιβολὴ τῶν ἀναλόγων κυρώσεων καὶ ἀναλύθηκε σὲ δάκρυα. Ὁ αὐτοκράτωρ, ποὺ εἶχε μάθει τὰ συμβάντα, ἔδωσε αὐστηρὲς διαταγὲς νὰ τιμωρηθοῦν ἀμείλικτα οἱ δράστες, ποὺ στασίασαν καὶ συνέτριψαν τοὺς ἀνδριάντες τῆς οἰκογενείας του. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι στάση ποὺ ἔγινε τρία χρόνια ἀργότερα, τὸ 390 μ.Χ., στὸν ἱππόδρομο τῆς Θεσσαλονίκης –γιὰ ἄλλη αἰτία βέβαια– ὁ Μ. Θεοδόσιος τὴν κατέστειλε φονεύοντας 7.000 ἢ κατʼ ἄλλους
15.000 στασιαστές. Ἦταν ἀδίστακτος καὶ ἀποφασισμένος γιὰ ὅλα κατὰ τὴν ἀντιμετώπιση στάσεων στὸ βασίλειό του.
Ἡ Ἀντιόχεια μὲ τὶς ἐνδείξεις, ποὺ ὑπῆρχαν περίμενε σκληρὴ καὶ
ἄτεγκτη τιμωρία. Ἄρχισαν νέες συλλήψεις καὶ κάποια ἡμέρα διαδόθηκε ἡ φήμη ὅτι θὰ κατασκαφτεῖ ὁλόκληρη ἡ πόλη. Ἡ φρίκη τοῦ λαοῦ ἔφθασε στὸ ἀπερίγραπτο· ἀλλόφρων πῆγε στὸ ἱ. ναὸ, ἐνῶ ὁ Χρυσόστομος ἀπουσίαζε. Ὁ διοικητὴς τῆς πόλεως, ἂν καὶ εἰδωλολάτρης, ὅταν εἶδε τὴν κατάσταση τοῦ λαοῦ καὶ προφανῶς φοβούμενος μήπως ἡ ἀπόγνωσή του βρεῖ νέα ἐπιθετικὴ διέξοδο, πῆγε στὸ ἱ. ναὸ καὶ προσπάθησε νὰ τοὺς καθησυχάσει. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τους εἶπε·
«Ἐπαινῶ τὸν ἄρχοντα γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον του, ντρέπομαι ὅμως γιὰ λογαριασμό σας. Χρειασθήκατε τὸ λόγο ἀπίστου, γιὰ νὰ πάρετε κουράγιο, μετὰ ἀπὸ μακροὺς καὶ πολλοὺς δικούς μου λόγους. Εὐχόμουν νʼ ἀνοίξει ἡ γῆ καὶ νὰ μὲ καταπιεῖ, ὅταν τὸν ἄκουγα μία νὰ σᾶς ἐμψυχώνει, καὶ μία νὰ σᾶς κατηγορεῖ γιὰ τὴν ἄκαιρη καὶ ἄλογη δειλία σας…Μὲ τί μάτια θʼ ἀντικρύσουμε τοὺς ἀπίστους, ἔτσι ψοφοδεεῖς καὶ δειλοὶ πού εἴμαστε;».
Κι ὅμως οἱ συλλήψεις ἐξακολουθοῦσαν καὶ οἱ φυλακὲς γέμισαν καὶ πάλι. Κι ὁ μὲν διοικητὴς καθησύχασε τὸν λαό, ἀλλὰ συνέχιζε νὰ ψάχνει γιὰ τοὺς πρωταιτίους τῆς στάσεως. Τὰ συνηθισμένα παιχνίδια τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία σὲ ἀνακουφίζει προσωρινὰ, γιὰ νὰ σὲ βασανίσει ἀργότερα· μέχρι νὰ κάμψει τὴν ἀντίστασή σου.Ἡ ἡμέρα τῆς δίκης τῶν συλληφθέντων πλησίαζε. Τότε συνέβη κάτι τὸ ἀπροσδόκητο. Τὴν στιγμὴ ποὺ πλούσιοι, οἱ κατέχοντες θέσεις καὶ ἀξιώματα, οἱ ἐθνικοὶ φιλόσοφοι καὶ τὰ «κυνικὰ καθάρματα» φύγανε στὴν ἔρημο γιὰ νὰ σωθοῦν, οἱ μοναχοὶ ποὺ μένανε στὴν ἔρημο καὶ δὲν εἶχαν λόγο καὶ συμφέρον νὰ ἐνδιαφερθοῦν κατέβηκαν στὴν Ἀντιόχεια. Ἀφοῦ διέσπασαν τὸν κλοιὸ τῆς φρουρᾶς, περικύκλωσαν τοὺς δικαστὲς καὶ ἄρχισαν νὰ διαμαρτύρονται γιὰ τὶς διώξεις. Μὲ αὐταπάρνηση δήλωσαν ὅτι δέχονται νὰ διωχθοῦν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν αὐτοί, ἀντὶ τῶν Ἀντιοχέων. Εἶπαν δὲ μὲ θάρρος καὶ σθένος πρὸς τὸν διοικητή· «Δὲν θὰ ἐπιτρέψουμε οὔτε θʼ ἀνεχθοῦμε νὰ βάψετε τὸ ξίφος σας μέσα στὸ αἷμα, οὔτε νὰ κόψετε κεφάλια. Καὶ ἂν ἐσεῖς δὲν ὑποχωρήσετε καὶ ἐμεῖς μαζί τους θὰ πεθάνουμε». Καὶ κάποιος μοναχός τούς εἶπε· «Οἱ ἀνδριάντες ποὺ καταστράφηκαν στήθηκαν πάλι· ἂν ὅμως φονεύσετε τὶς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τοὺς ἔμψυχους ἀνδριάντες, πῶς θὰ τοὺς ἀναστήσετε καὶ πῶς θὰ ἑνώσετε ξανὰ τὰ σώματα μὲ τὶς ψυχές»;
Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι τὸ 376, δηλαδὴ 11 χρόνια νωρίτερα, ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ ἀρειανὸς Οὐάλης (364-378), εἶχε κηρύξει διωγμὸ ἐναντίον τῶν μοναχῶν τῆς Ἀντιοχείας. Τότε πολλοὶ Ἀντιοχεῖς, ὄχι μόνο ἐθνικοὶ καὶ ἀλλόθρησκοι, ἀλλὰ καὶ χριστιανοί, ὀνείδιζαν, ἔβλαπταν, καὶ πρόδιδαν τοὺς μοναχοὺς στὶς ἀρχές.Μάλιστα, κοκορευόταν ὅτι πρῶτοι αὐτοὶ πρόδωσαν τὸν τάδε μοναχό, ἐπέφεραν πληγὲς στὸν ἄλλον, παρόξυναν τοὺς δικαστὲς ἐναντίον τους, καὶ ἄλλα ἐλεεινὰ καὶ φρικτὰ πράγματα. Καὶ τότε, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, γιὰ νὰ στηρίξει τὸν μοναχικὸ θεσμό, ἀναγκάσθηκε νὰ γράψει τρεῖς πραγματεῖες· α΄) πρὸς τοὺς πολεμοῦντας τὸν μοναχικὸ βίο, β΄) πρὸς ἄπιστο πατέρα, καὶ γ΄) πρὸς πιστὸ πατέρα. Κι ὅμως, παρὰ τὴν ἐλεεινὴ διαγωγὴ τῶν Ἀντιοχέων τὸ 376, τώρα τὸ 387, οἱ μοναχοὶ κατέβηκαν νὰ τοὺς ὑπερασπισθοῦν.
Ἀμέσως, μετὰ τοὺς μοναχούς, ἦρθε καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μὲ
τοὺς ὑπολοίπους ἱερεῖς τῆς Ἀντιοχείας. Κατέλαβε τὶς θύρες τοῦ δικαστηρίου καὶ εἶπε στοὺς δικαστὲς ὅτι δὲν θὰ περάσουν μέσα παρὰ μόνο ἂν πατοῦσαν πάνω στὰ πτώματά τους. Συγχρόνως δέ, μαζὶ μὲ τὸν λαό, ἐκλιπαροῦσαν γονατιστοί τούς δικαστὲς νʼ ἀναβάλουν τὴν δίκη. Ἐνεργοῦσαν μὲ παρρησία καὶ ἀγαθότητα συγχρόνως καὶ ὄχι μὲ θρασύτητα καὶ ἐγωισμό. Οἱ δικαστὲς ὅμως, βοηθούμενοι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, κατόρθωσαν νὰ διασχίσουν τὸ πλῆθος καὶ νὰ εἰσέλθουν στὸ δικαστήριο. Τρέμανε κι αὐτοὶ κυριολεκτικὰ μήπως κατηγορηθοῦν γιὰ ἐπιεικῆ ἀντιμετώπιση τῶν στασιαστῶν καὶ ὑβριστῶν τοῦ βασιλιᾶ. ΩΣ ἐπιστέγασμα τῶν ὅλων ἀντιδραστικῶν ἐνεργειῶν συνέβη τὸ ἑξῆς. Μία μητέρα, μὲ λυμένα τὰ ἄσπρα μαλλιά της, ἅρπαξε τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου ἑνὸς δικαστικοῦ καὶ μπῆκε μαζί του στὸν περίβολο τοῦ δικαστηρίου. Βλέποντας ἐκεῖ τὸν υἱὸ της δεμένο τὸν ἀγκάλιασε καὶ μὲ σπαρακτικὲς φωνὲς ζητοῦσε νὰ φονευθεῖ μαζὶ του. Ἡ δραματικὴ αὐτὴ σκηνὴ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀντιδράσεως καὶ προκάλεσε φοβερὴ ἐντύπωση. Ὁ αὐτοκρατορικὸς ἐπίτροπος κάμφθηκε ἐπιτέλους, δέχθηκε νὰ ἀναβληθεῖ ἡ δίκη καὶ νὰ σταλεῖ ἐπιστολὴ τῶν μοναχῶν στὸν αὐτοκράτορα, ποὺ θὰ παρακαλοῦσε γιὰ τὴν ἐπιεικῆ διευθέτηση τοῦ θέματος Ἡ ἀναβολὴ τῆς δίκης ὑπῆρξε τὸ πρῶτο χαρούμενο γεγονός, ποὺ ἁπάλυνε τὴν φρικτὴ κατάσταση τῶν Ἀντιοχέων.
Ἦταν κάτι ποὺ τὸ πέτυχαν οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἱερεῖς μὲ τὴν ζωηρὴ καὶ θαρραλέα ἀντίδρασή τους μέσα σὲ μία ἡμέρα. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος τούς θαυμάζει, περισσότερο ἀπʼ ὅτι θαύμασαν ἄλλοι τούς συγγενεῖς καὶ μάλιστα τὶς μητέρες, γιὰ τὴν
αὐτοθυσία ποὺ ῾δεῖξαν. Χωρὶς νὰ γεννήσουν τοὺς φυλακισμένους, χωρὶς νὰ τοὺς ἀναθρέψουν, χωρὶς κἄν νὰ τοὺς γνωρίζουν, πῆγαν νὰ θυσιασθοῦν, γιὰ νὰ τοὺς σώσουν. Ὁ ἐπίσκοπος Φλαβιανός μόλις ἔφθασε στὴν Κων/πολη, ἀμέσως πῆγε στὸ παλάτι χύνοντας στὸ δρόμο ἄφθονα δάκρυα. Ὁ αὐτοκράτωρ μόλις τὸν συνάντησε, νευριασμένος κατηγόρησε τοὺς Ἀντιοχεῖς γιὰ ἀγνωμοσύνη, ἀφοῦ τόσα καλὰ παλαιότερα προσέφερε αὐ τὸς στὴ πόλη τους, καὶ γιὰ ἀσέβεια, ἀφοῦ σπάσανε τοὺς ἀνδριάντες ὄχι μόνο αὐτοῦ καὶ τῶν παιδιῶν του, ἀλλὰ καὶ τῆς συζύγου του Πλακίλλας, ἡ ὁποία ἦταν πολὺ ἐνάρετη, εἶχε πεθάνει πρὶν δύο χρόνια, στὶς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 385, καὶ ἀνακηρύχτηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἁγία, λόγῳ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς της. Ποιὸς ὁ λόγος νὰ τὰ βάζουν καὶ μὲ τοὺς ἀνεύθυνους νεκρούς; Ὁ Φλαβιανός, ὅταν εἶδε τὴν ὀργὴ τοῦ αὐτοκράτορα, συνέχισε νὰ χύνει δάκρυα καὶ ἀφοῦ τὸν ἄφησε νὰ ξεσπάσει τότε πῆρε τὸν λόγο. Μίλησε μὲ διάκριση, δεξιοτεχνία καὶ σύνεση, ὥστε νὰ πετύχει τὴν σωτηρία τῆς Ἀντιοχείας. Ἂς ἀπολαύσουμε τὸ λόγο του.
«Βασιλιὰ πράγματι μᾶς εὐεργέτησες καὶ εἶχες μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὴ πόλη μας. Καὶ πράγματι σοῦ φερθήκαμε, μὲ τὴ συνεργεία τοῦ διαβόλου βέβαια, μὲ ἀγνωμοσύνη. Καὶ πράγματι ὁμολογῶ· ὅ,τι κι ἂν κάνεις δὲν πρόκειται ἄξια νὰ μᾶς τιμωρήσεις. Κι ἂν κατασκάψεις τὴν πόλη, κι ἂν τὴν κάψεις, κι ἂν μᾶς φονεύσεις ὅλους. Μαζὶ μὲ σένα, ὅλη ἡ οἰκουμένη μᾶς κατηγορεῖ. »Ἂν θέλεις ὅμως ὑπάρχει θεραπεία τοῦ κακοῦ. Διότι τὰ μεγάλα καὶ ἀφόρητα καὶ ὀδυνηρὰ γεγονότα γίνονται αἴτια, γιὰ νὰ προκύψουν μεγάλες ὠφέλειες καὶ ἀγαθά.
Βασιλιά, θυμήσου ὅτι οἱ προπάτορές μας φέρθηκαν μὲ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ συνεργάσθηκαν μὲ τὸν διάβολο, ποὺ δὲν τοὺς εἶχε προσφέρει τίποτα. Κι ὅμως ὁ Θεὸς δὲν τοὺς κατάστρεψε· τοὺς τιμώρησε παιδαγωγικὰ βγάζοντάς τους ἀπὸ τὸν παράδεισο καί, συνεργαζόμενος μὲ τὸν Υἱό του, τιμώρησε τὸν πρωταίτιο τῆς παρακοῆς τὸν διάβολο. Ἂν τιμωρήσεις τοὺς Ἀντιοχεῖς καταστρέφοντάς τους, τότε οὐσιαστικὰ ἱκανοποιεῖς τὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος παρέσυρε τοὺς Ἀντιοχεῖς σʼ αὐτὴ τὴν ἀνταρσία, γιὰ νὰ τοὺς καταστρέψει. Ἂν τοὺς συγχωρήσεις, καὶ τὸν διάβολο ἐξουδετερώνεις, ποὺ φθόνησε τὴν Ἀντιόχεια λόγῳ τῆς δικῆς σου εὐνοίας καὶ αὐτοὺς τοὺς γεμίζεις τύψεις γιὰ τὴν ἄτιμη καὶ ἄδικη συμπεριφορά τους. Καταστρέψανε τʼ ἀγάλματά σου· μπορεῖς ὅμως ἐσὺ μὲ τὴν φιλανθρωπία σου καὶ τὴν συγγνώμη σου, σὲ κάθε Ἀντιοχέα, νὰ ἱδρύσεις τὸ ἄκτιστο ἄγαλμά σου μέσα στὴ ψυχή του, γιὰ πάντοτε.»Λὲς ὅτι κανένας ἄλλος βασιλιὰς δὲν ξευτελίστηκε, ὅπως ἐσύ. Ἂν θέλεις ὅμως αὐτὴ ἡ ὕβρη μπορεῖ νὰ σοῦ δώσει λαμπρότερο στεφάνι ἀπὸ τὸ στέμμα ποὺ φορεῖς.
Διότι στὸν ἄρχοντα δὲν προσδίδει τόσο ἀξία ἡ τιμὴ καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ ἀξίωμα ποὺ ἔχει, ἀλλὰ κυρίως -καὶ προπαντὸς- ἡ προσωπική του ἀρετή. Τὸ διάδημα εἶναι ἀπόδειξη τῆς ἀρετῆς σου ὅπως καὶ τῆς εὐνοίας τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ θὰ σὲ καταστήσει πιὸ ἀξιοθαύμαστο καὶ θεοπρόβλητο εἶναι ἡ συγγνώμη καὶ ἡ φιλανθρωπία. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψεις νὰ σοῦ θυμίσω ἕνα γεγονός, ποὺ συνέβη σʼ ἕνα προκάτοχο τοῦ θρόνου σου. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ὅταν κάποτε λιθοβόλησαν τὸν ἀνδριάντα του καὶ τὸν κατέστρεψαν, ἐνῶ οἱ συνεργάτες του τοῦ ὑπέδειξαν νὰ τιμωρήσει σκληρά τούς αἰτίους τοῦ γεγονότος, ἐκεῖνος δὲν τὸ ἔκανε. Ἀλλὰ φιλοσοφικὰ φερόμενος, ἀφοῦ μὲ ἀταραξία καὶ ἀδιαφορία ψηλάφησε μὲ τὰ χέρια του τὸ πρόσωπό του, χαμογέλασε ἤρεμα καὶ εἶπε· “Δὲν βλέπω πουθενὰ πληγή. Ὅλο μου τὸ κεφάλι εἶναι ἐν τάξει· τὸ δὲ πρόσωπό μου δὲν ἔχει ὑποστεῖ καμμία ἀλλοίωση”. Οἱ συνεργάτες, ποὺ τὸν προέτρεπαν γιὰ τιμωρία, ντροπιάστηκαν καὶ ὑποχώρησαν. Πολλὰ τὰ κατορθώματα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου· τὸ λεχθὲν ὅμως ἀπὸ αὐτὸν στὴ περίπτωση αὐτὴ εἶναι τὸ λαμπρότερο καὶ τὸ ὕψιστο. Ἀξίζει τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ στεφάνια τοῦ Θεοῦ. »Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ξένων παραδειγμάτων. Βασιλιά, θυμήσου ὅτι μὲ εὐκαιρία τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα ποὺ πλησιάζει, ἐξέδωσες διάταγμα νʼ ἀποφυλακισθοῦν ὅσοι ἐξέτιαν ποινὴ στὶς φυλακές. Ἐκεῖ ἔγραψες· “Μακάρι νὰ μποροῦσα νὰ φέρω ξανὰ στὴ ζωὴ καὶ τοὺς τεθνεῶτας, λόγῳ τιμωρίας, διὰ θανάτου”. Κι ὅμως βασιλιά, μπορεῖς μʼ ἕνα σου λόγο νʼ ἀναστήσεις τὴν νεκρωθεῖσα Ἀντιόχεια. Μπορεῖς νὰ τὴν εὐεργετήσεις περισσότερο ἀπʼ αὐτὸν, ποὺ τὴν ἵδρυσε. Διότι ἡ Ἀντιόχεια τώρα πεθαίνει καὶ οὐδὲν ὄφελος, ποὺ ἱδρύθηκε. Ἐὰν τὴν ἐλευθέρωνες ἀπὸ τοὺς βαρβάρους καὶ ἄλλοι τὸ ἔκαναν αὐτό· δὲν εἶναι θαυμαστό. Θαυμαστὸ εἶναι νὰ τὴν συγχωρήσεις. »Ἔπειτα δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὸ πρόσωπό σου· πρόκειται καὶ γιὰ τὸν χριστιανισμό. Ἐὰν ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀναπλάσει τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ποὺ συγχωροῦσε καὶ τοὺς ἐχθρούς του. Ἰουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες περιμένουν νὰ τὸ δοῦν αὐτό. Μὴ ἀκοῦς αὐτοὺς ποὺ λένε ὅτι ἂν δὲν τιμωρηθεῖ ἡ Ἀντιόχεια θὰ εἶναι κακὸ παράδειγμα καὶ γιὰ τὶς ἄλλες πόλεις. Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι μπορεῖς νὰ τιμωρήσεις τοὺς πάντες. Οἱ δὲ Ἀντιοχεῖς τιμωρήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀγωνία τους καὶ ἀπὸ τὰ ὅσα παθαίνουν τώρα. Εὔκολο εἶναι νὰ τιμωρήσεις. Δύσκολο καὶ ἔκτακτο καὶ σπάνιο εἶναι νὰ συγχωρήσεις. Καὶ μάλιστα, ὅταν εἶσαι βασιλιάς.»Βασιλιά, σὲ τιμᾶ ἡ Ἀντιόχεια στέλνοντας ἐμένα, διότι ξέρει τὴν εὐσέβειά σου γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ ὅτι προτιμᾶς ἀντὶ ἄλλων ἀρχῶν τοὺς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη κι ἂν εἶναι εὐτελεῖς. Ἔρχομαι ὅμως πρεσβευτὴς ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ὁποῖος λέγει· “Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς
ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν” (Ματθ. 6,14-15). Θυμήσου πὼς καὶ σὺ ἔχεις βασιλιᾶ, τὸν ὁποῖο πρέπει νʼ ἀκοῦς. Θυμήσου ὅτι καὶ σὺ κάποτε θὰ κριθεῖς· καὶ ὅτι, ἂν παρατηρήσει ὁ Θεὸς τὶς ἀνομίες μας, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἀθῶος ἀπέναντί του. Θυμήσου πὼς συγχώρησε ὁ Χριστὸς τοὺς σταυρωτές του· καὶ πὼς συνεχῶς συγχωρεῖ καὶ μᾶς ἀγαπᾶ ὅλους μας, καὶ “ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους” (Ματθ. 5,45).
»Βασιλιὰ, μὴ ντροπιάσεις τὶς ἐλπίδες μας καὶ μὴ ἀποδείξεις ψεύτικες τὶς ὑποσχέσεις, ποὺ ἔδωσα στὸ λαό. Ἐὰν μὲ ἀκούσεις, θὰ γυρίσω μὲ παρρησία πολλή. Ἐὰν ὅμως ὄχι, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπιστρέψω πίσω, ἀλλὰ καὶ θʼ ἀρνηθῶ τὴν Ἀντιόχεια ὡς πατρίδα μου καὶ θὰ γραφῶ ὡς πολίτης σὲ ἄλλη. Ποτὲ νὰ μὴ ὑπάρξει πατρίδα μου αὐτή, ποὺ ἐσύ, –ὁ πιὸ φιλάνθρωπος καὶ ὁ πιὸ ἥμερος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους– δὲν δέχθηκε νὰ τὴ δεχθεῖ καὶ νὰ τὴ συγχωρήσει».
Ὁ αὐτοκράτωρ συγκινήθηκε μέχρι δακρύων ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ ἐπισκόπου, ἔδωσε συγγνώμη, καὶ προέτρεψε τὸν ἐπίσκοπο νὰ σπεύσει νὰ ἐπιτελέσει τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἔστειλε ταχυδρόμους νʼ ἀναγγείλουν ἐσπευσμένα τὴ χαρμόσυνη εἴδηση στὴν Ἀντιόχεια καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι καὶ αὐτοπροσώπως θὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ. Οἱ Ἀντιοχεῖς, μόλις ἦρθε ἡ εἴδηση, στόλισαν καὶ φωταγώγησαν τὴν πόλη σὰ νὰ γιόρταζαν τὰ ἐγκαίνια τῆς δημιουργίας της. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἀνέβηκε στὸν ἄμβωνα καὶ εἶπε· «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἀξιώνει τὴν ἱερὰ αὐτὴ ἑορτὴ μὲ χαρὰ καὶ σωφροσύνη πολλὴ νὰ τὴν γιορτάσουμε καὶ ὁ ὁποῖος ἀποδίδει τὴν κεφαλὴ στὸ σῶμα, τὸν ποιμένα στὰ πρόβατα, τὸν δάσκαλο στοὺς μαθητές, τὸν στρατηγὸ στοὺς στρατιῶτες, τὸν ἀρχιερέα στοὺς ἱερεῖς. Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς “ὁ ποιῶν ὑπερ εκ περισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν” (πρβλ. Ἐφεσ. 3,20)».
Ἔτσι ἔληξε ἡ μεγάλη αὐτὴ δοκιμασία τῆς Ἀντιοχείας, ἡ ὁποία κράτησε περίπου ἐπὶ δίμηνο καὶ συντάραξε κυριολεκτικὰ τὴν πολυάνθρωπη αὐτὴ πόλη. Κατὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, φάνηκε ἡ μεγάλη δύναμη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ κοινωνική της προσφορά. Ἡ προσωπικότητα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου κυριάρχησε, ἀφοῦ αὐτὸς –μὲ τὶς 21 ὁμιλίες ποὺ ἐκφώνησε «εἰς τοὺς ἀνδριάντας»– δὲν παραμύθησε μόνο τὸ λαό, οὔτε καὶ φρόντισε μόνο γιὰ τὴν αἴσια ἀντιμετώπιση τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ ἐπωφελούμενος τὴν ψυχολογικὴ κατάσταση τῶν ἀνθρώπων καταπολέμησε ἀποτελεσματικὰ διάφορες κακίες τῶν Ἀντιοχέων καὶ μάλιστα τὴ βλασφημία καὶ τὴ ροπὴ πρὸς τοὺς ὅρκους. Μελετώντας κανεὶς τὶς ὁμιλίες αὐτές, βλέπει λεπτομερῶς τὴν ἐξέλιξη τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἀντιοχείας, τὸν ἡρωισμὸ τοῦ ἐπισκόπου Φλαβιανοῦ, τοῦ Χρυσοστόμου, τῶν μοναχῶν, καὶ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως. Ἀπὸ τὶς ὁμιλίες αὐτές, ἡ πρώτη ἐκφωνήθηκε πέντε μέρες πρὶν τὴ θραύση τῶν ἀνδριάντων. Θέμα της ἦταν· «οἱ αἰτίες τῶν θλίψεων καὶ τῶν συμφορῶν». Προφητικὸ κυριολεκτικὰ θέμα, ποὺ προετοίμασε τοὺς Ἀντιοχεῖς γιὰ ὅσα ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν, καὶ προαπάντησε στὸ «γιατί», ποὺ προβάλλουν οἱ ἄνθρωποι, ὅποτε τοὺς τυχαίνει κάποια συμφορά. Ἡ δὲ 19η ὁμιλία ἀφορᾶ τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Ἀναλήψεως καὶ δὲν σχετίζεται μὲ τὰ διαδραματισθέντα γεγονότα. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦταν νὰ διαβαστοῦν ἀπʼ ὅλους μας οἱ ὁμιλίες αὐτές, ὥστε νʼ ἀπολαύσουμε μὲ τὴ γλώσσα τοῦ Χρυσοστόμου τὸ προαναφερθὲν γεγονός.




DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him