Τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα του πλούτου



των
Κ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ –
Π. Χ. ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ



Οἱ ἔχοντες νομίζουν ὅτι δικαιοῦνται νὰ διαθέτουν τὰ κεκτημένα κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον διάθεσίν των. Οἱ μὴ ἔχοντες θεωροῦν τὸν συγκεντρωμένον πλοῦτον ὡς τὸ αἵτιον τῆς κακοδαιμονίας των. Αἱ ἀντιθέσεις αὗται εἶναι τόσον παλαιαί, ὅσον καὶ ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία, ἀλλὰ ἔφθασαν εἰς μεγίστην ὀξύτητα κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους.
Εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἡ ραγδαία ἐξέλιξις τῆς βιομηχανίας, ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης ἀναπτύξεως τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Εἰς τὰς πόλεις, ὅπου λειτουργοῦν αἱ παντὸς εἴδους βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ ἐκμεταλλεύσεις, συνέρρευσαν μεγάλαι μᾶζαι ἀνθρώπων. Αὗται ἀπετέλεσαν τὴν τάξιν τῶν προλεταρίων , ἐργατῶν δηλαδὴ μὲ μοναδικὴν περιουσίαν τὰ τέκνα των, ἤτοι ἀκτημόνων. Ἡ τελειοποίησις τῆς μηχανῆς καὶ η βελτἴωσις τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς ἐδημιούργησε μεταξὺ αὐτῶν ἀνεργίαν, ἡ δὲ μεγάλη προσφορὰ ἐργατικῶν χειρῶν ἐπέφερε πτῶσιν ἡμερομισθίων. Ἐὰν εἰς αὐτὰ προστεθοῦν οἱ ἀνθυγιεινοὶ ὅροι ἐργασίας εἰς τὰ ἀνήλια διαμερίσματα τῶν ἐργοστασίων καὶ τὰς στοὰς τῶν ὀρυχείων, ἦ καταπόνησις τῶν ἀνηλίκων, ἡ ἀπειλὴ διακοπῆς τῆς ἐργασίας λόγῳ συναγωνισμοῦ πρὸς ὁμοειδεῖς ἐπιχειρήσεις, μὲ μίαν λέξιν ἡ ἀβεβαιότης διὰ τὴν αὔριον κοντὰ εἰς τὴν ἀθλιότητα τῆς σήμερον, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κανεὶς ἀμυδρὰν εἰκόνα τῆς δημιουργηθείς δυσαρέστου καταστάσεως. Οὕτω προέκυψεν εἰς τὸ μέσον τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα . Εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπῆρξε πρόβλημα σχέσεων μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργατῶν. Μὲ τὸν καιρὸν ὅμως καὶ αἱ λοιπαὶ κοινωνικαὶ τάξεις συνετάχθησαν μὲ τὴν μίαν ἢ μὲ τὴν ἄλλην μερίδα, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων ἢ τῶν συμπαθειῶν των, καὶ τὸ πρόβλημα ἔλαβε τοιαύτην εὐρύτητα, ὥστε νὰ ἀπεβῇ ἓν μέγα, πολύπλοκον καὶ δυσεπίλυτον πρόβλημα τοῦ νεωτέρου κοινωνικοῦ βίου τῶν λαῶν, καὶ τοιαύτην ὀξύτητα, ὥστε νὰ ἀπαιτηθῇ σθεναρὰ ἀντιμετώπισις ἀπὸ τὰς κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ τοὺς λοιποὺς παράγοντας τῆς δημοσίας ζωῆς.
Ἀπόπειραι λύσεως ἔγιναν πολλαί.
Κατὰ τὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰῶνος ὁ Γερμανοεβραῖος οἰκονομολόγος καὶ φιλόσοφος Κάρ. Μὰρξ (Marx) εἰσηγήθη διὰ τῶν συγγραμμάτων του καὶ δι’ ἄλλων μέσων ριζικὴν λύσιν τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος. Ἐθεώρησε πηγὴν ὅλων τῶν κακῶν τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐπρότεινε λοιπὸν τὴν κατὰργησιν πάσης ἀτομικῆς περιουσίας καὶ τὴν κοινὴν κατοχὴν ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἰδίᾳ δὲ τῶν μεγάλων «μέσων τῆς παραγωγῆς». Παραλλήλως εἰσηγήθη τὴν κατάργησιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων, διότι κατ’ αὐτὸν ἠ παρατηρουμένη κακοδαιμονία εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ μεταξὺ τούτων ἀνταγωνισμοῦ, τῆς περιφήμου «πάλης τῶν τάξεων». Τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, κεφάλαιον, ἔγγειος κτῆσις, ἐργοστάσια, μηχανήματα καὶ τὰ παρόμοια, καθὼς καὶ αἰ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κράτους.
Τὸ σύστημα τοῦτο ὠνομάσθη αὐστηρὸς ἂ ἄκρατος κοινωνισμὸς καὶ μὲ τὴν διεθνῶς ἐπικρατήσασαν λέξιν κομμουνισμός , ἐκ τῆς λατινικῆς λέξεως communis, ἤτοι κοινός. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸν μεταφράσωμεν ἀρχὴν ἢ σύστημα κοινοκτημοσύνης. Ὠνομάσθη δὲ ἄκρατος ἢ ἐπαναστατικὸς κοινωνισμός, διότι καὶ πρὸ τοῦ Μάρξ ὅμοιαι ἀντιλἡψεις εἷχον ἐμφανισθῆ ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ. Αὗται πρὸς διάκρισιν ἔλαβον τὸ ὄνομα τοῦ οὐτοπιστικοῦ ἢ μετριωτέρου κοινωνισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τῶν Μὰρξ καὶ Ἔγκελς (Fr. Hangels) παραλλήλας πρὸς τὴν κίνησιν τῶν ὁπαδῶν τοῦ ἀκράτου κοινωνισμοῦ ἀνεπτύχθη καὶ ὑφίσταται μέχρι σήμερον μία μετριωτέρα κοινωνιστικὴ θεωρία καὶ δρᾶσις, ἡ ὁποία καλεῖται ἀπλῶς σοσιαλισμός . Ὁ σοσιαλισμός, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχὴν ἠκολούθησε κοινὸν δρόμον μὲ τὸν θυμοειδῆ ἀδελφόν του, ὕστερον ἀπεσχίσθη ἀπ’ αὐτοῦ καὶ σήμερον ἀκολουθεῖ ἐντελῶς ἰδίαν τροχιάν. Ἐνῷ συμφωνοῦν μὲ αὐτὸν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὡς πρὸς τὰ αἴτια τῆς κακοδαιμονίας τῶν μαζῶν, διίστανται ριζικῶς ὡς πρὸς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀντὶ τῆς βιαίας ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος ὁ σοσιαλισμὸς εἰσηγεῖται τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ, ἡ ὁποία θὰ συντελεσθῇ κατὰ μικρὸν καὶ θὰ ἐπιβληθῇ ὄχι διὰ τῶν ὅπλων ἢ διὰ της ἀπειλῆς τῶν ὅπλων, ἀλλὰ διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, καταλλήλως διαφωτιζομένου. Ὁ σοσιαλισμὸς ἐπιθυμεῖ νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν «ἐκμετάλλευσὶν ἀνθρώπου ἀπὸ ἄνθρωπον» καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἴσα δικαιώματα μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας καὶ ἴσας προϋποθέσεις διὰ τὴν ζωήν. Ἀλλὰ δὲν φθάνει εἰς τὴν τελείαν ἄρνησιν τῆς ἀτομικῆς πρωτοβουλίας καὶ ζητεῖ νὰ θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον μόνον τὰ μεγάλα μέσα τῆς παραγωγῆς καὶ αὐτὰ κατὰ μικρόν. Δὲν ἀρνεῖται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ πιστεύει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ εἰς ἐπιτυχὴς συγκερασμὸς μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ κρατικοῦ καὶ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Θὰ ἐπιχειρὴσωμεν μίαν σύντομον κριτικὴν τοῦ συστήματος τῆς ἐπαναστατικῆς κοινοκτημοσύνης. Ἡ βαθυτέρα ἀνάπτυξις τοῦ θέματος ἀνήκει εἰς τὴν Ἀγωγὴν τοῦ Πολίτου.
1. Ὁ ἐπαναστατικὸς σοσιαλισμὸς παραγνωρίζει τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀναπτύσσεται ὁ ἀτομικὸς καὶ κοινωνικὸς βίος. Οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως διαφέρουν κατὰ τὴν σωματικὴν ρώμην καὶ ἀντοχήν, κατὰ τὴν νοητικὴν ἱκανότητα καὶ εὐφυΐαν καὶ κατὰ τὸ δυναμικὸν τῆς βουλήσεως. Ἡ κοινωνικὴ ἀνισότης ἐν μέρει μὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνίσου κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν δυνατοτήτων, ἀλλὰ κατὰ κύριον λόγον εἶναι προϊὸν τῆς φυσικῆς ἀνισότητος. Καὶ ἂν λοιπὸν διὰ τεχνητῶν καὶ βιαίων μέτρων καὶ μέσων ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξομάλυνσις, ἡ ἀνισότης θὰ ἀνακύψῃ ἐκ νέου.
2. Ὁ κομμουνισμὸς παραλύει τὴν ἅμιλλαν, ποὺ εἶναι σπουδαιότατον ἐλατήριον ἀτομικῆς πρωτοβουλίας, περιστέλλει τὴν ὁρμὴν πρὸς ἐλευθερίαν καὶ πρὸς ἀβίαστον διάθεσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς καὶ γενικῶς ἀδυνατίζει τὴν εὐγενῆ πλευρὰν τῆς φιλαυτίας. Ὑγιὴς φιλαυτία ἀποτελεῖ σπουδαῖον κίνητρον πρὸς δημιουργίαν. Συνέπεια τῆς καταστάσεως αὐτῆς θὰ ἦτο ἐλάττωσις τῶν ἀγαθῶν καὶ πτῶσις τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἀντὶ τῆς ἀναμενομένης βελτιώσεως αὐτοῦ.
3. Ὁ κομμουνισμὸς διεκήρυξε τὴν κατάργησιν τῶν συνόρων καὶ εἰσηγήθη ἀρχὰς κοσμοπολιτικὰς εὐαγγελιζόμενος διαρκῆ εἰρήνην εἰς τὴν μίαν, παγκόσμιον, πανευτυχῆ πολιτείαν. Ἀλλ’ ὅπου ἐπεκράτησεν, ἐφήρμοσεν αὐστηρὸν ἀπομονωτισμόν, ἐνεκλείσθη εἰς τὸ ἴδιον αὐτοῦ κέλυφος, ἀπέφυγε κάθε στενὴν ἰδεολογικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν ὑπόλοιπον κόσμον. Παρεσκεύασε δὲ καὶ παρασκευάζει ἐντατικῶς τὴν νέαν ἰσχυρὰν πολεμικὴν μηχανήν, ἡ ὁποία θὰ ὑπηρετήσῃ τὰς περαιτέρω ἐπιδιώξεις του.
4. Ὁ κομμουνισμὸς δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ εἰμὴ μόνον διὰ τῆς βἰας. Ἀλλ’ ἡ βία δημιουργεῖ ἑκατόμβας θυμάτων καὶ τὸ ὄργιον αὐτὸ τοῦ αἵματος ἀποτελεῖ ἐπὶ πολλὰς δεκαετηρίδας αἰτίαν ἀβεβαιότητος καὶ ὑποψίας. Οἱ ζῶντες φοβοῦνται διαρκῶς μήπως ἔχουν τὴν τύχην τῶν ἐκλιπόντων, οἱ θῦται μήπως καταστοῦν θύματα, οἱ ἀσθενεῖς μήπως ὑποκύψουν εἰς τοὺς ἰσχυροτέρους, οἱ ἰσχυροὶ μήπως θεωρηθοῦν ὑπαίτιοι σφετερισμοῦ τῆς λαϊκῆς δυνάμεως καὶ κυριαρχίας. Δι’ αὐτὸ ἐπὶ μακρὶν χρόνον μετὰ τὸν ἀρχικὸν τυφῶνα ἀκολουθοῦν ἄλλαι ὄχι ὀλιγώτερον σφοδραὶ θεομηνίαι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν τὸ ἐπιεικὲς ὄνομα τῆς «ἐκκαθαρίσεως», μετὰ τὸν ἀρχικὸν σεισμὸν συυεχίζονται κατὰ διαστήματα οἱ μετασεισμοί. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι πολύνεκροι δονήσεις τῆς νέας, ἀσταθοῦς καὶ τεχνητῆς κοινωνικῆς διαστρωματώσεως.
5. Ὁ κομμουνισμὸς ὑπισχνεῖται δημοκρατίαν καὶ ἰσότητα, ἐφαρμόζει ὅμως πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν ὁλοκληρωτισμόν. Ὀνομάζεται ὁλοκληρωτικὸν κάθε σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς δικαστικῆς, ἀπορρέουν ἀπὸ μίαν κεντρικήν, ἀνεξέλεγκτον θέλησιν. Συνέπεια τῶν ὁλοκληρωτικῶν ἀντιλήψεων εἶναι ἠ ἄγρυπνος ἀστυνομικὴ παρακολούθησις, ἡ πλήρης ὑποδούλωσις τοῦ πνεύματος εἰς τοὺς κρατικοὺς καὶ κυβερνητικοὺς σκοπούς, τὰ στρατόπεδα καταναγκαστικῆς ἐργασίας, τὸ μονοκομματικὸν ψηφοδέλτιον, μὲ μίαν λέξιν ἡ συντριβὴ τῆς ἀτομικότητος καὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
6. Τὸ θεωρητικὸν ὑπόβαθρον τῆς κομμουνιστικῆς διδασκαλίας εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀντίληψις τῆς ἱστορίας, ἤτοι ὁ λεγέμενος ἱστορικὸς ὑλισμός . Εἰσηγητὴς τῆς θεωρίας εἶναι ὁ μνημονευθεὶς ἀπόστολος τοῦ ἄκρου κοινωνισμοῦ. Σύμπας ὁ ἱστορικὸς βίος κατ’ αὐτὸν διέπεται ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς παράγοντας. Ἡ κοινωνικὴ καὶ ἱστορικὴ ζωὴ ἀναπτύσσεται κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα. Οἱ οἰκονομικοὶ παράγοντες καθορίζουν τὸν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν βίον. Οἱ πολιτικοὶ θεσμοί, αἱ κοινωνικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ φιλοσοφικαὶ ἰδέαι, αἱ θρησκευτικαὶ πεποιθήσεις εἶναι ὅλα ἐπιγεννήματα τοῦ οἰκονομικοῦ παράγοντος, συμπτώματα τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῶν λαῶν. Μόνον αἱ οἰκονομικαὶ σχέσεις ἠμποροῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὴν ἱστορίαν τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων.
Ἡ ἀντίληψις ὅμως αὕτη εἶναι ἐντελῶς μονομερής. Ἡ ἱστορία, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν σήμερον ἀντίληψιν, εἶναι ἀποτέλεσμα παραγόντων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν. Ἡ οἰκονομία εἶναι εἰς ἀπὸ τοὺς ἐξωτερικοὺς παράγοντας τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως καὶ δὲν εἶναι οὔτε μοναδικὸς οὔτε θεμελιώδης. Διότι κοντὰ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτὰς ἐπιδράσεις καὶ δυνάμεις ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐσωτερικοὶ παρὰγοντες, ἤτοι ἡ ἀντίδρασις ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν βούλησιν τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων. Ὁ ἄνθρωπος, ἀκριβῶς διότι εἶναι ἄνθρωπος καὶ διότι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ θέτῃ σκοπούς, μετασχηματίζει καὶ χειραγωγεῖ τὴν δύναμιν τῶν ἐξωτερικῶν παραγόντων. ῾Ο ἄνθρωπος δημιουργεῖ τὴν ἱστορίαν του.
Ἡ προσπάθεια τοῦ Μὰρξ νὰ ἐξαρτήσῃ ὅλην τὴν θαυμαστὴν ἀνθρωπίνην δραστηριότητα ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ κατὰ μηχανικὸν τρόπον τὰ ἐπιτεύγματα τῆς τεχνικῆς, τὰ πνευματικὰ κατορθώματα, τὰ καλλιτεχνικὰ δημιουργήματα, τοὺς ἠθικοὺς ἄθλους καὶ τὴν θρησκευτικὴν βίωσιν εἶναι καταδικασμένη.
Ἡ προσπάθεια τοῦ αὐστηροτέρου κοινωνισμοῦ πρὸς λύσιν τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ναυαγήσασα. Αἱ βάσεις του εἶναι σφαλεραί. Ἐν τῇ μερίμνῃ του νὰ ρυθμίζῃ τὸν οἰκονομικὸν βίον, ἀναμοχλεύει ὅλον τὸ σκοτεινὸν ὑπόστρωμα τῆς ψυχῆς καὶ φέρει εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὴν ἔξαλλον χορείαν τῶν ἐνστίκτων. Τὸ ἐπιθυμητικὸν τῆς ψυχῆς ποὺ οἱ σοφοὶ ὅλων τῶν αἰώνων καὶ ἡ ἀνθρωπίνη πεῖρα ἠθέλησαν νὰ χαλιναγωγῄσουν μὲ τὰς ἡνίας τοῦ λογιστικοῦ, ἰδοὺ ἀνακύπτει καὶ πάλιν παντοδύναμον καὶ ἀπαιτεῖ νὰ ρυθμίζωμεν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις του τὰς πράξεις μας. Ὁρίζουν συνήθως τὸν πολιτισμὸν ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ διμετώπου ἀγῶνος τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως κυριαρχήσῃ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν φυσικῶν δυνάμεων καὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἀδυναμιῶν καὶ ἐνστίκτων. Καὶ ἐνῷ ἡ ἀνθρωπότης ἔφθασεν εἰς κάποιο ἀξιόλογον ἀποτέλεσμα, ἰδοὺ τὸ ρηθὲν κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν σύστημα ἀνατρέπει πᾶν ὅ,τι ἐπετεύχθη καὶ θέτει τὸν ἄνθρωπον πρὸ τῶν ἰδίων προβλημάτων ποὺ εἶχεν ἀντιμετωπίσει εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς ἱστορίας του. Δι’ αὐτὸ ἐλέχθη, ὀρθῶς, ὅτι ὁ κομμουνισμὸς ἀποτελεῖ ἄρνησιν τοῦ πολιτισμοῦ. Εἶναι βεβαίως ἀληθὲς ὅτι οὗτος δὲν ἀποκρούει τὴν τεχνικὴν βελτίωσιν καὶ ἀνύψωσιν. Ἀλλ’ ἡ μονόπλευρος καλλιέργεια τοῦ τεχνικοῦ πολιτισμοῦ ὅχι μόνον δὲν συντελεῖ εἰς ἀληθῆ ἡμέρωσιν, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ἐξαγριώνει τὸν ἄνθρωπον, εἰς τὸν ὁποῖον δίδει τὴν ψευδαίσθησιν ὅτι κατέστη παντοδύναμος.

DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him