Το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Σωκράτους




της
Φλωρεντίας Δραγκιώτη*

Ο φιλόσοφος Σωκράτης μέσα από τα έργα του Πλάτωνα, αναδεικνύεται ως ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους της εποχής του αλλά και όλων των εποχών.Η φυσιογνωμία του μέσα από το έργο του Πλάτωνος "Απολογία Σωκράτους"σκιαγραφείται με αξεπέραστο τρόπο [...]




Βασική επιδίωξη του Σωκράτη ήταν να ορίσει ένα μέτρο για τις ηθικές έννοιες κοινό για όλους τους ανθρώπους με την ίδια εγκυρότητα που έχει το μαθηματικό μέτρο για τον ορισμό του μήκους ή του βάρους. Αν μπορούσε να οριστεί ένα μέτρο για τα ηθικά ζητήματα τότε δεν θα υπήρχαν διαφωνίες πάνω σε αυτά. Για το σωστό προσδιορισμό του μέτρου ο φιλόσοφος ξεκινάει με την αμφιβολία για την εγκυρότητα των ηθικών αντιλήψεων των συνομιλητών του. Για να εκφράσει την αμφιβολία του εισάγει στον τρόπο που συνδιαλέγεται με τους άλλους τη λεγόμενη σωκρατική ειρωνεία, η οποία συνοψίζεται στο περίφημο ’‘έν οίδα ότι ουδέν οίδα’’.

 
Η σωκρατική ειρωνεία δεν έχει τίποτα το κοινό με τη συνηθισμένη σε όλους ειρωνεία. Στην Απολογία του ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι είναι σοφότερος από τους άλλους γιατί δε γνωρίζει τίποτα και έχει βαθιά επίγνωση της άγνοιάς του ενώ οι άλλοι νομίζουν ότι γνωρίζουν κάτι αλλά στην ουσία δε γνωρίζουν τίποτα. Αν και ο Σωκράτης γενικά ισχυρίζεται ότι ξέρει λιγότερα από όλους τους άλλους με τους οποίους συνδιαλέγεται, είναι φανερό ότι το κάνει έχοντας κάποιο σκοπό. Με τις ερωτήσεις του δεν προσπαθεί μόνο να μάθει τις απόψεις των συνομιλητών του αλλά αμφισβητεί τη γνώση τους και αναζητά να ορίσει την ορθή πράξη.
Ο Σωκράτης δε δεχόταν για τον εαυτό του το ρόλο του δασκάλου και προτιμούσε να δημιουργεί συνεργάτες στις αναζητήσεις του. Το ρόλο των συνεργατών είχαν οι ακροατές του και ο ίδιος τόνιζε τη σημασία της αυτογνωσίας, η οποία συνοψίζεται στον περίφημο ‘‘γνωθι σαυτόν’’. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωκράτη όποιος γνωρίζει τον εαυτό του ξέρει τι είναι ωφέλιμο γι’ αυτόν, τι μπορεί να κάνει και τι όχι. Όταν δρα σύμφωνα με αυτά που γνωρίζει, ζει ευτυχισμένος εφόσον λαμβάνει όσα του είναι απαραίτητα. Όταν αποφεύγει αυτά που δεν ξέρει, αποφεύγει τα λάθη και την δυστυχία. Έχει το πλεονέκτημα να εκτιμά την αξία των άλλων και ν’ αποφεύγει τις κακοτοπιές. Το γνώθι σαυτόν αποκαλύπτει σ’ αυτόν που το κατέχει ποια είναι τα επιτήδεια γι’ αυτόν. Ο φιλόσοφος προτιμούσε να κάνει αυτός τις ερωτήσεις αν και μερικές φορές
επέτρεπε στους συνομιλητές του να διαλέξουν τους ρόλους τους.
Χρησιμοποιώντας το τέχνασμα της ειρωνείας και δεχόμενος την άγνοιά του δεν ήταν ανειλικρινής. Σκοπός του ήταν να κάνει τους άλλους να συνειδητοποιήσουν την πνευματική τους έλλειψη και να τους προκαλέσει στην αναζήτηση της αλήθειας διαμέσου της διαλεκτικής μεθόδου. Ο σκοπός της μεθόδου του Σωκράτη ήταν να συνειδητοποιήσει ο συνομιλητής ότι ενώ νόμιζε ότι ήξερε κάτι, στην πραγματικότητα δεν ήξερε τίποτα. Στο έργο του Πλάτωνα ‘‘Μένων’’ ο συνομιλητής του παραπονέθηκε ότι ο νους του μούδιαζε από τη μέθοδο αυτή που ακολουθούσε ο μεγάλος δάσκαλος. Στο διάλογο αυτό ο Σωκράτης προσπαθεί ν’ αποδείξει στο Μένωνα την αξία που έχει να ομολογεί κάποιος την άγνοιά του. Σωστή εκπαιδευτική μέθοδος είναι, ενώ ο δάσκαλος γνωρίζει την απάντηση της ερώτησης που θέτει να μην την ομολογεί στο μαθητή αλλά να τον βοηθά να τη βρει μόνος του διαμέσου αναιρέσεων των απαντήσεων που ενώ φαίνονται σωστές, στην πραγματικότητα είναι λανθασμένες. Στον πλατωνικό διάλογο ‘’Θεαίτητος’’ ο μεγάλος δάσκαλος παρομοιάζει τον εαυτό του με μαία όπως ήταν η μητέρα του. Σε αντίθεση, όμως, μ’ εκείνη δεν ασκεί την τέχνη αυτή της μαιευτικής σε γυναικεία σώματα αλλά στις ψυχές ανδρών και δεν εγκυμονεί τα δικά του πνευματικά γεννήματα αλλά έχει τον τρόπο να οδηγεί τους συνομιλητές του να ‘‘γεννήσουν’’ τις δικές τους ιδέες και έπειτα να τις κρίνει αν
είναι υγιείς ή ασθενείς. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί ορισμένες φορές τα γεννήματα του νου είναι είδωλα σκέψεων. Ο Σωκράτης ομοιάζει με τη μητέρα του και σε κάτι άλλο. Οι μαίες είναι καλές προξενήτρες εφόσον το επάγγελμά τους τις βοηθά να κρίνουν σωστά αν δύο άνθρωποι ταιριάζουν. Το ίδιο και ο Σωκράτης μπορούσε να κρίνει αν οι συνομιλητές του δεν ‘‘εγκυμονούσαν’’ σκέψεις. Τους έφερνε, λοιπόν, την κατάλληλη συντροφιά ώστε να μπορούν να μην είναι πια ‘‘άκαρποι’’ σκέψεων. Έτσι, λοιπόν, ο Σωκράτης εκμαίευε απαντήσεις από τους συνομιλητές του και εξέταζε αν οι σκέψεις τους μπορούσαν να υποστούν έλεγχο. Η εξέταση, όμως, αυτή θα ήταν ανυπόστατη χωρίς κάποιο κριτήριο με το οποίο θα γινόταν εφικτός ο έλεγχος των σκέψεων. Σ’ αυτό οδηγούσε και η ανάλυση της λεγόμενης σωκρατικής απορίας. Προϋπόθεσή της
είναι να υπάρχει συνείδηση του σκοπού των απόψεων και αυτό θα γινόταν χρησιμοποιώντας ένα πέρασμα ή κάποιο μέσο. Ο Σωκράτης όταν απορεί, ελέγχει τις σκέψεις των άλλων έχοντας ένα κριτήριο και αυτό είναι το ‘‘είδος’’, η ‘‘ιδέα’’ μιας κατηγορίας πράξεων. Η απορία βρίσκεται στη μέθοδο μέσω της
οποίας θα καταλήξουμε στον ορισμό τον οποίο ζητάμε. Η ειρωνεία, η μαιευτική μέθοδος και η απορία καταλήγουν στο φιλοσοφικό έλεγχο των απόψεων των άλλων. Ο Σωκράτης πίστευε ότι έλεγχε τους άλλους για το καλό τους, όμως, πολλούς τους εξόργιζε. Αυτός που ελεγχόταν από το φιλόσοφο είχε να αντιμετωπίσει το δίλημμα ή να ομολογήσει την άγνοια του και στη συνέχεια να αλλάξει ή να ομολογήσει ότι του αρέσει έτσι όπως είναι. Οι Τριάκοντα του είχαν απαγορέψει να διδάσκει, αυτός, όμως, δεν υπάκουσε ώσπου οι δημοκρατικοί κατέλαβαν την εξουσία και τον οδήγησαν στον θάνατο. Η κριτική και ο έλεγχος των απόψεων τον ανάγκασαν να πιει το κώνειο.38 Εφαρμόζοντας τον έλεγχο ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε και την μέθοδο της ‘‘εις άτοπον απαγωγής’’. Οι ομιλητές έκαναν υποθέσεις και διαμέσου της συζήτησης έφταναν σε συμπεράσματα που τους ανάγκαζαν στη συνέχεια να τις ανατρέψουν . Η μέθοδος είναι παρεμφερής με την μεθοδική αμφιβολία που εισάγει ο Descartes. Και οι δύο επιζητούν να φτάσουν σε βέβαιες προτάσεις και πιστεύουν ότι περισσότερο βέβαιες είναι οι μαθηματικές προτάσεις. Η διαφορά τους έγκειται στο ότι ο Σωκράτης εφαρμόζει πιο πολύ λογικά σχήματα ενώ η αμφιβολία του Descartes έχει υπαρξιακό χαρακτήρα.
Για να προσδιορίσει τις ηθικές έννοιες ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε και την μέθοδο της αναλογίας. Αυτή η μέθοδος είχε το χαρακτήρα μιας μεταφορικής αναλογίας που ο Αριστοτέλης ονομάζει παραβολή. Για παράδειγμα ο Σωκράτης έλεγε ότι η διαλογή των κυβερνητών των πλοίων δεν γίνεται με κλήρο γι’ αυτό και οι άρχοντες της πολιτείας δεν πρέπει να ορίζονται με αυτόν τον τρόπο. Στη σωκρατική μέθοδο η αναλογία παίρνει πολλές φορές τη μορφή της επαγωγής όταν δηλαδή από ένα σύνολο περιπτώσεων με όμοια χαρακτηριστικά βγάζει ένα γενικό ορισμό. Στο διάλογο ‘‘Γοργίας’’ διατυπώνεται ότι αυτά που ισχύουν για τα ωραία πράγματα π.χ. χρώμα, σχήμα κτλ, ισχύουν και για το ωραίο γενικά. Η επαγωγή καταλήγει σε γενικό ορισμό. Ο ορισμός υπάρχει ήδη μέσα στη σκέψη του φιλοσόφου. Η επαγωγή λειτουργεί στο να την αποσαφηνίσει σ’ αυτόν και στους άλλους.
Σύμφωνα με το Σωκράτη για να υπερβούμε τον προβληματισμό μας για την ανακάλυψη του σωστού τρόπου ζωής, για το ποια είναι ορθά και ποια λανθασμένα στη συμπεριφορά του ανθρώπου, πρέπει να διαλευκάνουμε τι είναι δικαιοσύνη, τι ανδρεία και τις υπόλοιπες αρετές. Η διελεύκανση αυτή περιλαμβάνει δύο φάσεις. Στην πρώτη συγκεντρώνονται παραδείγματα για τα οποία όλοι δέχονται ότι είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί ο όρος που ερευνάται.
Όταν π.χ. εξετάζεται ο όρος οσιότητα, συγκεντρώνονται παραδείγματα από όσιες πράξεις. Η ιδιότητα αυτή, που στο συγκεκριμένο παράδειγμα επιτρέπει τη διάκριση των όσιων από τις ασεβείς πράξεις, ο Σωκράτης ονομάζει στο διάλογο του ‘‘Ευθύφρων’’ ιδέα ή ειδος. Το είδος των όσιων πράξεων χαρακτηρίζει ο προσωρινός ορισμός π.χ. μια πράξη είναι όσια όταν είναι προσφιλής στους θεούς. Το είδος στο Σωκράτη είναι ιδιότητα ιδίως των ανθρωπίνων πράξεων όπως τις αντιλαμβανόμαστε διαμέσου των αισθήσεών μας και όχι χωριστή υπόσταση όπως είναι το πλατωνικό ειδος που βρίσκεται μακριά από τον κόσμο των αισθήσεων. Η ιδιότητα αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ουσία ως αντικείμενο του ορισμού . Οι ορισμοί αυτοί του Σωκράτη λειτουργούν ως μέσο επηρεασμού της συμπεριφοράς των ακροατών του στη σωστή κατεύθυνση.
Σημαντική στη διδασκαλία του Σωκράτη είναι και η έννοια του αγαθού. Στο διάλογο ‘‘Πρωταγόρας’’ ο Σωκράτης εκθέτει την άποψη ότι ένας άγιος κι ένας κακοποιός πράττουν έχοντας ως σκοπό τους κάτι που θεωρούν αγαθό και που αν τον εκπληρώσουν θα αποκτήσουν την ευδαιμονία. Η διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι ο άγιος ζητά το πραγματικό αγαθό σε αντίθεση με τον κακοποιό που ζητά το φαινομενικό αγαθό. Αν οριστεί η φύση του ατόμου τότε μπορεί να γίνει και η σωστή διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό αγαθό. Ο
άνθρωπος είναι η ψυχή και όχι το σώμα, που είναι ένα σύνολο οργάνων τα οποία χρησιμεύουν για να ζήσει. Η μόνη λειτουργία της ψυχής είναι το λογικό, ο νους. Η ταύτιση της ψυχής με το νου είχε ρίζες στην ιωνική επιστημονική θεωρία αλλά και στη διδασκαλία του Πυθαγόρα, όμως, ο τρόπος που την πραγματευόταν ο Σωκράτης είχε πρωτοτυπία. Στο διάλογο ‘Γοργίας’ θεωρεί ότι πολλά πράγματα τα κάνουμε γιατί έχουμε στο νου μας κάποιον απώτερο σκοπό. Αυτό που επιθυμούμε είναι ο απώτερος σκοπός και όχι το μέσο το οποίο μας οδηγεί σ’ αυτόν, που μπορεί να είναι δυσάρεστο ή παράνομο. Το σκοπό αυτόν τον θέλουμε, τον επιθυμούμε γιατί η νόησή μας θεωρεί ότι είναι αγαθός. Η επιθυμία μας αυτή εξαρτάται από τη νόησή μας. Το πραγματικό αγαθό είναι εξασφαλισμένο όταν η ψυχή έχει τον έλεγχο του σώματος, όταν εξουσιάζει τα πάθη και τις αισθήσεις μας. Όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τα εξωτερικά ερεθίσματα για την ικανοποίηση των αναγκών του σώματος, ύστερα από λογική επεξεργασία, τότε είναι υγιής. Έτσι το πραγματικό αγαθό απορρέει από υγιή κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής. Όταν αποφασίζει η ψυχή και κυβερνά τη βούληση τότε ο άνθρωπος αισθάνεται τη μεγαλύτερη ηδονή. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η ηδονή δεν μπορεί να ορίσει το αγαθό. Αντίθετα το αγαθό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέτρο για να αξιολογήσουμε θετικά τις ηδονές.
Μπορούμε να διακρίνουμε με αυτό τις πραγματικές από τις φαινομενικές ηδονές. Η θεωρία του Σωκράτη για το αγαθό καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι το επιδιώκουν όταν το γνωρίζουν. Οι κακοί βλάπτουν λόγω της άγνοιάς τους. Η φράση του φιλοσόφου ‘ουδείς εκών κακός’ συνοψίζει μέσα της αυτή την άποψη και ταυτόχρονα εκφράζει την αισιοδοξία του για το ανθρώπινο είδος. Το άτομο δεν είναι από τη φύση του κακό. Όταν βλάπτει με τις πράξεις του δεν το κάνει γιατί το θέλει αλλά γιατί αγνοεί ότι αυτό που κάνει είναι κακό. Άρα, λοιπόν, η κακία έχει την αιτία της στην άγνοια και είναι ακούσια. Στο διάλογο ‘Πρωταγόρας’ ο φιλόσοφος λέει ότι κανείς σώφρων δεν πιστεύει ότι κάποιος σφάλει με τη θέλησή του. Κάθε κακή πράξη γίνεται ακούσια. Στο ‘Μένωνα’ λέει ότι όποιος επιθυμεί το κακό πρέπει να συμπεράνουμε ότι αγνοεί πως αυτό είναι κακό. Στην ‘Πολιτεία’ υποστηρίζει ότι αυτός που επαινεί τη δικαιοσύνη λέει αλήθεια ενώ αυτός που τη δυσφημεί εκφράζεται έτσι λόγω της άγνοιάς του και το λάθος του αυτό δεν είναι εκούσιο. Για να εξαφανίσει ο άνθρωπος από μέσα του την αμάθεια πρέπει να αποκτήσει τη γνώση, η οποία είναι αρετή. Η αρετή, λοιπόν, είναι η γνώση, η επιστήμη του αγαθού. Οι απόψεις του Σωκράτη ότι ‘‘ουδείς εκών κακός’’ και ‘‘η αρετή είναι γνώση, επιστήμη’’ αποτελούν καινοτομία στην ηθική σκέψη της εποχής. Ο Σωκράτης στον ‘‘Πρωταγόρα’’ αναθέτει στην παιδεία το έργο να εξασκήσει το νου ώστε να μπορεί να διακρίνει το καλό και το κακό κι έτσι να αποφεύγει το δεύτερο. Η ορθή πράξη εξαρτάται από τη γνώση του αγαθού. Στα ‘‘Ηθικά Μεγάλα’’ ο Αριστοτέλης αποδίδει στο Σωκράτη την άποψη ότι οι αρετές είναι επιστήμες. Στη συνέχεια σημειώνει ο Σταγειρίτης ότι η άποψη αυτή του φιλοσόφου έχει ως επακόλουθο πως αν γνωρίζει κανείς τι είναι δικαιοσύνη γίνεται αμέσως δίκαιος. Αυτό, όμως, είναι άτοπο γιατί μπορεί κάποιος να γνωρίζει την έννοια αυτή ωστόσο να μην είναι δίκαιος λόγω κάποιου πάθους.
Όπως επιβεβαιώνεται στο ‘‘Γοργία’’ ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι όποιος γνωρίζει το δίκαιο είναι δίκαιος και πράττει δίκαια. Η άποψη, λοιπόν, του Σωκράτη ότι η αρετή ως ικανότητα να πράξουμε το αγαθό προϋποθέτει τη γνώση του δηλώνει ότι αρκεί να γνωρίζουμε το αγαθό για να το πράξουμε. Η ακρασία που μπορεί να υπάρξει οφείλεται σε λάθος υπολογισμούς. Κάποιες φορές είναι δυνατόν να προτιμούμε την άμεση ευχαρίστηση που μας δίνει κάτι που κάνουμε και να μην υπολογίζουμε τη λύπη που συνεπάγεται π.χ. όταν τρώμε κάτι βλαβερό. Άρα ο ακρατής διακατέχεται από άγνοια εφόσον δεν υπολογίζει σωστά τα επακόλουθα των πράξεών του. Σύμφωνα με το έργο ‘’Πρωταγόρας’’ η αρετή είναι μία, η σοφία, και έχει ως προϋπόθεσή της τη γνώση του αγαθού. Οι υπόλοιπες αρετές είναι απλά μορφές της σοφίας π.χ. η ανδρεία. Η θέση του φιλοσόφου ότι η αρετή είναι επιστήμη οδηγεί στην άποψη ότι η αρετή είναι διδακτή και ο Πλάτων την εκθέτει στο έργο ‘‘Μένων’’. Η μάθηση έχει ως προϋπόθεσή της την ανάμνηση.
Μπορούμε ν’ αποκτήσουμε τη γνώση του αγαθού αν ξαναθυμηθούμε την έννοια που ήδη κατέχουμε γι’ αυτή. Για να γίνει αυτό πρέπει να προβούμε στην αναζήτησή της σύμφωνα με την μέθοδο του Σωκράτη και να μην αρκεστούμε στις απόψεις που μεταδίδονται γι’ αυτήν μέσω κοινωνικών επιδράσεων.
Στο έργο ’‘Γοργίας’’ παρουσιάζεται ο Σωκράτης ν’ αναφέρει μια αντίληψη που έμαθε από ποιητές και ιερείς ότι η ψυχή είναι αθάνατη και η ζωή μας αποτελεί ένα μόνο κομμάτι της ιστορίας της. Αν ισχύει αυτό τότε η ψυχή γνωρίζει τα πάντα εξαρχής αλλά προσωρινά τα έχει λησμονήσει. Για να ξαναθυμηθεί το στοιχείο που ξέχασε πρέπει να ανατρέξει στην ανάμνηση. Η μάθηση είναι διαδικασία ανάμνησης. Κάποτε γνωρίζαμε την αλήθεια αλλά προσωρινά τη λησμονήσαμε και πρέπει να την επανακαλέσουμε. Η διαδικασία της ανάμνησης είναι η απαρχή μιας διαρκούς προσπάθειας να επαναφέρουμε την αλήθεια στη σκέψη μας. Εδώ θέλει να τονίσει το σημαντικό ρόλο της εμπειρίας των αισθήσεων εμποτισμένης με αλήθειες οι οποίες βρίσκονται στο επίπεδο του νου όπου η εμπειρία των αισθήσεων δεν αρκεί για να τις αναγνωρίσει. Οι απόψεις αυτές ανήκουν στη διδασκαλία περί ψυχής, όμως, η φιλοσοφική της σπουδαιότητα έγκειται στο ότι η κατοχή της γνώσης συνίσταται στη διαρκή ατομική διανοητική προσπάθεια και όχι στην παθητική αποδοχή μιας διδασκαλίας. Η γνώση μπορεί να κατακτηθεί με προσωπική συμμετοχή στην αναζήτησή της, ακολουθώντας τις ενδείξεις των αισθήσεων.
Εφόσον την αρετή, τη γνώση του αγαθού την αναζητούμε μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό συνεπάγεται ότι προϋπόθεση της αρετής είναι η αυτογνωσία. Στο διάλογο ‘’Χαρμίδη’’ η συζήτηση έχει ως θέμα την αυτογνωσία και δηλώνεται ότι είναι απαραίτητο να ερευνούμε τι γνωρίζουμε και τι όχι.


*Εκ της εργασίας αυτής
«Η φυσιογνωμία του Σωκράτη με επίκεντρο την Απολογία του»
[GRI-2007-538] Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him