Διδάσκοντας Θουκυδίδη στο Γενικό Λύκειο




της
Αγάθης Γεωργιάδου,
Διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας 


 

Περίληψη
Η εργασία αυτή εντάσσεται στη θεματική ενότητα των Π.Ε.Κ. «Διδακτική των επιμέρους μαθημάτων κατά βαθμίδα εκπαίδευσης» και αναφέρεται συγκεκριμένα στη διδακτική των Αρχαίων Ελλήνων Ιστοριογράφων στο Γενικό Λύκειο, εστιάζοντας στον Θουκυδίδη. Αρχικά, παρουσιάζονται οι γενικοί σκοποί της διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας (πρωτότυπο/μετάφραση), όπως καθορίζονται στα Δ.Ε.Π.Π.Σ. και Α.Π.Σ., και ακολουθούν δύο διδακτικά παραδείγματα από τον Θουκυδίδη: Περικλέους Επιτάφιος 2.40. 35 και Σικελικά 7.75. 67 από τη Γ΄ και Α΄ Γενικού Λυκείου αντίστοιχα. Μετά από μια εισαγωγή σχετική με τους στόχους διδασκαλίας του συγκεκριμένου μαθήματος, δίνεται μια ενδεικτική οργάνωση της διδακτικής πορείας και ακολουθεί σχέδιο μαθήματος για τις δύο ενότητες που εξετάζονται, το οποίο περιλαμβάνει τα εξής μέρη: ΕισαγωγήΠαρουσίαση, Επεξεργασία/Ερμηνευτική προσέγγιση Διακειμενική/Διαθεματική προσέγγιση και Αξιολόγηση.


1. ΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ
1.1. Σκοποί:
Σύμφωνα με το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών, η διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στοχεύει στην επίτευξη των γενικών μορφωτικώνανθρωπιστικών σκοπών του μαθήματος μέσα από τη μελέτη αξιόλογων κειμένων της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας από το πρωτότυπο, αλλά και κειμένων από μετάφραση, τα οποία συμπληρώνουν και φωτίζουν σε βάθος τα κείμενα από το πρωτότυπο[1].
Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης στοχοθεσίας, οι σκοποί της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελλήνων Ιστοριογράφων (του Ξενοφώντα στην Α΄ Λυκείου και του Θουκυδίδη στην Α΄ και Γ΄) διαμορφώνονται ως εξής: α) να γνωρίσουν οι μαθητές το έργο των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών, β) να εξοικειωθούν με τη μέθοδό τους για την αναζήτηση της αλήθειας, γ) να γνωρίσουν τις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιούν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γραφής τους, διασυνδέοντας με τον τρόπο αυτό την ιστοριογραφία με τη λογοτεχνία.
Ωστόσο, τα κείμενα που διδάσκονται στο σχολείο αποτελούν ψήγματα μόνο της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, παρά την κοινή πεποίθηση ότι η μελέτη των κλασικών κειμένων ασκεί σημαντική ανθρωπιστική παιδευτική λειτουργία (Βερτσέτης 1997: 40). Υπάρχουν βέβαια τρόποι να εμπλουτίσουμε τη διδασκαλία μας αξιοποιώντας και άλλα κείμενα του ιδίου ή άλλων αρχαίων συγγραφέων, όπως και νεότερων, σύμφωνα και με τους σκοπούς του μαθήματος. Η διαθεματική προσέγγιση, προσφέρεται για συγκρίσεις και μπορεί να συμβάλει σε μια σφαιρικότερη κατανόηση του συστήματος των ιδεών, αξιών και αντιλήψεων του αρχαίου κόσμου συγκριτικά με τον σύγχρονο πολιτισμό[2].

1.2. Οργάνωση μαθήματος (Μέθοδος και ενδεικτική πορεία διδασκαλίας)
Η μέθοδος μελέτης των αρχαίων ελληνικών έργων είναι η ερμηνευτική – κειμενοκεντρική, που στηρίζεται στην αντίληψη ότι το κείμενο αποτελεί οργανικό όλον και επομένως η συνεξέταση μορφής και περιεχομένου αποτελεί βασική προϋπόθεση. Η ερμηνευτική μέθοδος ασχολείται με την ερμηνεία των κειμένων∙ είναι μέθοδος διείσδυσης και κατανόησης του κειμενικού περιεχομένου μέσα από τις γλωσσικές συνυποδηλώσεις. Αρχίζει από μια συνολική θεώρηση του κειμένου, προχωρεί στη διερεύνηση της δομής / μορφής και περιεχομένου και καταλήγει σε μια συνθετική εκτίμηση. Σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι δυνατό να διαπλέκονται ποικίλες ερμηνευτικές θεωρίες και μέθοδοι (φορμαλιστική, σημειολογική, φαινομενολογική, ψυχαναλυτική, θεωρία της πρόσληψης κ.ά.), ανάλογα με το πού εστιάζεται το ερμηνευτικό ενδιαφέρον: στο ίδιο το κείμενο ή στον αναγνώστη. Στη διδακτική πράξη συνήθως επιλέγουμε συνδυασμό μεθόδων, ανάλογα με το κειμενικό είδος και σε συνάρτηση πάντοτε με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των εκάστοτε μαθητών μας.
Μια ενδεικτική πορεία διδασκαλίας περιλαμβάνει τις ακόλουθες φάσεις:
Αρχικά συνδέουμε τη νέα ενότητα με τα προηγούμενα ή διεγείρουμε το ενδιαφέρον για τα επόμενα, εξαγγέλλοντας τους στόχους της νέας μάθησης. Ακολουθεί η ανάγνωση του κειμένου και ο εντοπισμός του βασικού θεματικού πυρήνα και των άλλων θεματικών κέντρων. Αν προσφέρεται το κείμενο, διακρίνουμε τις ενότητες δίνοντας ένα χαρακτηριστικό πλαγιότιτλο, τον οποίο μπορούμε να αναγράψουμε στον πίνακα. Στη συνέχεια επεξεργαζόμαστε το περιεχόμενο του κειμένου κατά ενότητες, αφού προηγηθεί λεξιλογική, μορφολογική και συντακτική εξομάλυνση, όπου υπάρχει εμφανής δυσκολία. Στη συντακτική εξομάλυνση είναι χρήσιμα τα διαγράμματα, τα οποία απλουστεύουν και διαφωτίζουν τη δομή του αρχαίου λόγου, όσο σύνθετος και αν είναι. Η μετάφραση σ’ αυτό το σημείο εκ μέρους των μαθητών με τη διακριτική παρέμβαση του εκπαιδευτικού διευκολύνει το επόμενο στάδιο, που περιλαμβάνει την εις βάθος ερμηνευτική προσέγγιση, ώστε να προβληθούν και να συζητηθούν με τους μαθητές τα διαχρονικά στοιχεία του κειμένου. Ως δραστηριότητα για το σπίτι μπορούν να δοθούν παράλληλα κείμενα του ίδιου συγγραφέα ή άλλου, που εμπεδώνουν τη νέα μάθηση και συγχρόνως μεταφέρουν /προεκτείνουν τον προβληματισμό στην εποχή μας. Εναλλακτικά, δίνονται ασκήσεις που επικεντρώνουν την προσοχή στην ερμηνευτική διερεύνηση του περιεχομένου, στη λειτουργία των όρων μέσα στην πρόταση ή την περίοδο, στη σημασία λέξεων και εκφράσεων μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα κ.ά.

2. ΔΙΔΑΚΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ:
2.1. Θουκυδίδη Περικλέους Επιτάφιος 2.40. 35
«διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν ὥστε τολμᾶν τε οἱ αὐτοὶ μάλιστα καὶ περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν ἐκλογίζεσθαι˙ ὅ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει, κράτιστοι δ΄ ἄν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν οἱ τὰ τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτραπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων. Καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἠναντιώμεθα τοῖς πολλοῖς˙ οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους. Βεβαιότερος δἐ ὁ δράσας τὴν χάριν ὥστε ὀφειλομένην δι΄ εὐνοίας ᾧ δέδωκε σῴζειν˙ ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ΄ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων. Καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἤ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν».

2.2. ΕΙΣΑΓΩΓΗΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Από το σχολικό έτος 20052006 ο Επιτάφιος Λόγος του Περικλή από την Ιστορία του Θουκυδίδη διδάσκεται μία ώρα εβδομαδιαίως στη Γενική Παιδεία, στη Γ΄ Λυκείου, εν μέρει από μετάφραση και εν μέρει από το πρωτότυπο. Στην παρούσα εργασία δεν θα ασχοληθούμε με την αξιολόγηση της εμπειρίας από την ως τώρα διδασκαλία του κειμένου στη Γενική Παιδεία, παρ’ ότι τα μηνύματα φαίνεται να επιβεβαιώνουν το αυτονόητο –δυστυχώς για την ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, ότι τα μαθήματα που δεν εξετάζονται σε πανελλήνια κλίμακα αντιμετωπίζουν την απροθυμία ή και την παντελή αδιαφορία των μαθητών3. Ανεξάρτητα από την πικρή αυτή διαπίστωση και με δεδομένη και αναμφισβήτητη την παιδευτική αξία του κλασικού αυτού κειμένου, θα προσπαθήσουμε μέσα από ένα ενδεικτικό διδακτικό παράδειγμα να δείξουμε έναν τρόπο προσέγγισης του ομολογουμένως «δύσκολου», τόσο από την άποψη της γλώσσας όσο και της ερμηνείας, Επιταφίου λόγου.
Αφού διαβάσουμε το αρχαίο κείμενο, συνδέουμε το απόσπασμα με τα προηγούμενα. Ήδη οι μαθητές γνωρίζουν ότι ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε από τον Περικλή για τους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου, τον χειμώνα του 431 π.Χ., κατά την τρίτη μέρα της πατροπαράδοτης τελετής ενταφιασμού των νεκρών που έπεσαν σε πολεμικές επιχειρήσεις. Γνωρίζουν επίσης τη διάρθρωση του λόγου: προοίμιο (κεφ. 35), έπαινος των προγόνων (κεφ. 36.1), των πατέρων (κεφ. 36.2), της σύγχρονης γενιάς και του τρόπου ζωής (κεφ. 36.34), της αθηναϊκής πολιτείας (κεφ. 3741, 4), των νεκρών (κεφ. 41.542), παραίνεση στους πολίτες (κεφ. 43), παραμυθία στους συγγενείς των νεκρών (κεφ. 4445) και επίλογος (κεφ. 46)∙ επομένως μπορούν να εντάξουν το συγκεκριμένο απόσπασμα στον έπαινο των προγόνων, που κατελάμβανε στους επιταφίους λόγους το εκτενέστερο μέρος. Κεντρική θέση στο τμήμα αυτό είχε και η μνημόνευση του πολιτεύματος της πόλης, η οποία αποτελούσε ένα εγκώμιο στην ιδεατή του μορφή. Στον Επιτάφιο του Περικλή, όπως καταγράφεται από τον Θουκυδίδη, απεικονίζονται με θαυμαστή δύναμη όλα τα ψυχικά γνωρίσματα του Αθηναίου που συνέθεταν τη δύναμη και το μεγαλείο της πόλης: τα ανεκτικά ήθη, το φιλελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα, που δεν μειώνει όμως την αγωνιστική διάθεση, η ακαταπόνητη δραστηριότητα, η πολιτική ωριμότητα.
Με αφετηρία τη φράση «διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν» συνδέουμε το πρώτο μέρος του κεφ. 40 που ανήκει στον έπαινο της αθηναϊκής πολιτείας και το οποίο αναφέρεται στην πολύπλευρη ενασχόληση των Αθηναίων πολιτών με τις τέχνες, τα γράμματα, τις ιδιωτικές και τις δημόσιες υποθέσεις, με μια καινούρια «ξεχωριστή» ιδιότητα που τους διακρίνει.
Εστιάζουμε στο βασικό θεματικό πυρήνα του αποσπάσματος, που είναι η διαφορά των Αθηναίων από τους άλλους ως προς την εκλογικευμένη τόλμη και την ευεργετική διάθεση, έχοντας θέσει ως κύριους στόχους της ενότητας τους εξής:
• Να γίνει κατανοητή η έννοια της ανδρείας των Αθηναίων και η υπεροχή τους σε σχέση με τους άλλους.
• Να αναδειχθεί η άποψη του Περικλή για το πώς αντιλαμβάνονται οι Αθηναίοι τη φιλία.
Η προσέγγιση μπορεί να αρχίσει με την επισήμανση της δομής. Το κείμενο χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτες ενότητες με τους εξής ενδεικτικούς πλαγιότιτλους:
α. «διαφερόντως γὰρ δὴ μὴ ἀποτραπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων»: Η εναρμόνιση του λογισμού με την ανδρεία.
β. «Καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἠναντιώμεθα ... τῷ πιστῷ ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν»: Οι προϋποθέσεις της ουσιαστικής φιλίας.
Ακολουθεί η επεξεργασία του κειμένου, που περιλαμβάνει και την ερμηνευτική του προσέγγιση.

2.3. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ / ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
2.3.1. α΄ ενότητα:
Απαραίτητο στοιχείο πριν από κάθε ερμηνευτική προσέγγιση είναι να γίνει μια στοιχειώδης γλωσσική εξομάλυνση, ώστε οι μαθητές να μπορέσουν να συλλάβουν το κεντρικό νόημα. Δίνονται κάποια γλωσσικά σχόλια, όπως η περίφραση «διαφερόντως ἔχομεν» (διαφέρομεν), « ἐκλογίζομαι» (σκέφτομαι κάτι σ’ όλες του τις λεπτομέρειες, κατανοώ, μαθαίνω), «ἀμαθία» (άγνοια), «θράσος» (αλόγιστη τόλμη), «ὄκνος» (δισταγμός), «κράτιστοι τὴν ψυχὴν» (οι πιο δυνατοί στην ψυχή) κ.ά. Στη συνέχεια διαβάζουμε το κείμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδειχθεί η βασική συντακτική του δομή (βάζουμε δηλ. τις λέξεις στη «σωστή» σειρά). Στόχος μας είναι να γίνει κατανοητός ο αντιθετικός λογισμός που εμπεριέχεται στην πρώτη ενότητα. Η συντακτική επεξεργασία μπορεί να καταγραφεί στον πίνακα ως εξής:
Α. διαφερόντως γὰρ δὴ καὶ τόδε ἔχομεν
ὥστε οἱ αὐτοὶ μάλιστα τολμᾶν τε καὶ ἐκλογίζεσθαι περὶ ὧν ἐπιχειρήσομεν
ὅ τοῖς ἄλλοις ἀμαθία μὲν θράσος, λογισμὸς δὲ ὄκνον φέρει
Β. κράτιστοι δ΄ ἄν τὴν ψυχὴν δικαίως κριθεῖεν
οἱ τὰ τε δεινὰ καὶ ἡδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες
καὶ διὰ ταῦτα μὴ ἀποτραπόμενοι ἐκ τῶν κινδύνων
Αφού γίνει η συντακτική εξομάλυνση, ακολουθεί η ερμηνευτική προσέγγιση του κειμένου, στην οποία δίνεται η μεγαλύτερη βαρύτητα. Συζητάμε με τους μαθητές τον ορισμό της πραγματικής ανδρείας, όπως προκύπτει από το κείμενο. Η ανδρεία, δηλαδή, για τους Αθηναίους δεν προκύπτει από την «ἀμαθία», αλλά από το λογισμό, δηλαδή την πλήρη επίγνωση των κινδύνων. Αντίθετα, στους άλλους (π.χ. στους Λακεδαιμονίους) το θάρρος απορρέει από την άγνοια του κινδύνου. Η υπεροχή των Αθηναίων βρίσκεται, δηλαδή, στη γνώση και των δεινών του πολέμου που όμως δεν τους αποθαρρύνει από τη μάχη καθώς και των αγαθών της ειρήνης. Έτσι, ο Αθηναίος πολίτης πετυχαίνει την τελειότητα: την αρμονική σύζευξη θεωρίας και πράξης, λόγων και έργων (πρβλ. ομηρικό: «μύθων τε ῥητὴρ καὶ ἔργων πρηκτὴρ» και την κρίση του Θουκυδίδη για τον Περικλή στο 1.139.4: «λέγειν τε καὶ πράσσειν δυνατώτατος»).
Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί στους μαθητές ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται συνδέεται με τους Σπαρτιάτες, αφού συχνά ο όρος «ἀμαθία» αποδίδεται στην εξωτερική πολιτική των Λακεδαιμονίων, άλλοτε υποτιμητικά, σε συνάρτηση με την απραγμοσύνη τους (βλ. το λόγο των Κορινθίων στη Σπάρτη 1. 68.2: «ἀμαθίᾳ δὲ πλέονι πρὸς τὰ ἔξω πράγματα χρῆσθε πολλάκις») και άλλοτε επαινετικά (βλ. το λόγο του Αρχίδαμου 1. 84.2 3).

2.3.2. β΄ ενότητα
Παρόμοια, κατά την επεξεργασία της δεύτερης ενότητας ακολουθείται η ίδια πορεία: σχολιάζεται αρχικά η έννοια της «ἀρετῆς» στο συγκεκριμένο χωρίο, η οποία εδώ έχει τη σημασία της ευεργετικής διάθεσης, της γενναιοδωρίας. Δίνεται επίσης η σημασία του «πάσχοντες εὖ» (οι ευεργετούμενοι) και της αντίθετης φράσης: «[εὖ] δρῶντες» (οι ευεργετούντες). Στη συνέχεια εξομαλύνουμε τη συντακτική δομή της δεύτερης ενότητας, επισημαίνοντας και πάλι τους αντιθετικούς λογισμούς:

Α. Καὶ τὰ ἐς ἀρετὴν ἠναντιώμεθα τοῖς πολλοῖς
οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους
Β. Βεβαιότερος δὲ ὁ δράσας τὴν χάριν
ὥστε ὀφειλομένην δι’ εὐνοίας σῴζειν ᾧ δέδωκε
Γ. ὁ δὲ ἀντοφείλων ἀμβλύτερος, εἰδὼς
οὐκ ἐς χάριν, ἀλλ΄ ἐς ὀφείλημα τὴν ἀρετὴν ἀποδώσων
Δ. ἀδεῶς τινὰ ὠφελοῦμεν
Καὶ μόνοι οὐ τοῦ ξυμφέροντος μᾶλλον λογισμῷ ἤ τῆς ἐλευθερίας τῷ πιστῷ
Στην ενότητα αυτή είναι ενδιαφέρουσα από ερμηνευτική άποψη, όπως ειπώθηκε, η χρήση του όρου «ἀρετὴ» με την έννοια της ευεργετικής διάθεσης, η οποία στην αρχαία ηθική συνδέεται με την έννοια της αμοιβαιότητας. Η «ἀρετὴ» έχει άμεση σχέση με την «χάριν» με την παθητική αλλά και την ενεργητική σημασία (σημαίνει δηλαδή και «ευγνωμοσύνη» και «χάρη»). Σ’ αντίθεση με την κοινή ηθική, οι Αθηναίοι δεν περιμένουν ανταπόδοση της ευεργεσίας, επειδή πιστεύουν ότι η ευεργεσία προς τους άλλους επιστρέφει σ’ αυτούς ως φήμη για γενναιοδωρία, σύμφωνα με το ακόλουθο κυκλικό σχήμα:
ἀρετὴ (ευεργεσία) 􀃆 χάρις (ευγνωμοσύνη) 􀃆 ἀρετὴ (φήμη για γενναιοδωρία)
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζουμε τη συνήθη τακτική των Αθηναίων να αυτοεπαινούνται για την ευεργετική τους διάθεση, όπως βλέπουμε στους λόγους των ρητόρων του 4ου αι. π.Χ., οι οποίοι συνήθιζαν να αναφέρουν ως παραδείγματα αυτής της διάθεσης τη βοήθεια που πρόσφεραν προς τους Ηρακλείδες και τις μητέρες των Επτά επί Θήβας, προς τους Ίωνες όταν επαναστάτησαν κατά του Δαρείου και προς τους Σπαρτιάτες στην επανάσταση των Ειλώτων. Το ερώτημα, όμως, είναι αν πράγματι οι Αθηναίοι λειτουργούσαν ανιδιοτελώς ή το χωρίο «απαντά» ουσιαστικά στο «λυτρωτικό ρόλο» τον οποίο αυτοεπωμίστηκαν οι Λακεδαιμόνιοι στην αρχή του πολέμου, το ρόλο δηλαδή των υπερασπιστών της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων. Σ’ αντίθεση με αυτούς, οι Αθηναίοι τονίζουν τη δική τους ευεργετική διάθεση απέναντι στους δικούς τους «συμμάχους».
Με αφορμή τη «δράση» που υπαινίσσεται ο Περικλής στο χωρίο 2.40.4 («δρῶντες») σχολιάζουμε ότι η «ἀρετὴ» συνδέεται με τη γνωστή πολυπραγμοσύνη της Αθήνας, ιδιότητα που τη διαφοροποιεί από τη Σπάρτη, την οποία χαρακτηρίζει[3] η  «βραδυτὴς» (1.71.4). Η γενναιοδωρία και η ανιδιοτέλεια της Αθήνας, που προκύπτει από τα λόγια του Περικλή, μπορεί να αναφέρεται τόσο στην εξωτερική πολιτική της όσο και στις προσωπικές σχέσεις των πολιτών. Το πνεύμα όμως και ο τόνος είναι χαρακτηριστικός της αυτοπεποίθησης που διακρίνει τους Αθηναίους στα πρώτα χρόνια του πολέμου5, όταν δεν παραδέχονταν ακόμη ότι το «ξυμφέρον» κατηύθυνε την εξωτερική τους πολιτική. Χρήσιμο είναι σ’ αυτό το σημείο για την κατανόηση της αλλαγής της νοοτροπίας των Αθηναίων (όταν η «συμμαχική» τους διάθεση μετατράπηκε σε «ιμπεριαλιστική») να γίνει μια αντιπαραβολή των λόγων τους με όσα είπαν αργότερα στους Μηλίους στον περίφημο διάλογο (5. 91.2), όπου φαίνεται η καθαρά βασισμένη στο συμφέρον διάσταση της ηγεμονίας τους: «…ὡς δὲ ἐπ’ ὠφελίᾳ τε πάρεσμεν τῆς ἡμετέρας ἀρχῆς καὶ ἐπὶ σωτηρίᾳ νῦν τοὺς λόγους ἐροῦμεν τῆς ὑμετέρας πόλεως, ταῦτα δηλώσομεν, βουλόμενοι ἀπόνως μὲν ὑμῶν ἄρξαι, χρησίμως δ’ ὑμᾶς ἀμφοτέροις σωθῆναι».[4]

2.4. ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗ / ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Παρόμοια, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε στους μαθητές ότι ο κομπαστικός τόνος του χωρίου του Επιταφίου έρχεται σε αντίθεση με όσα θα πει ο Περικλής στην αμέσως επόμενη δημηγορία του στους Αθηναίους (2. 63. 13), μετά τη μεσολάβηση του λοιμού. Η σύγκριση των δύο κειμένων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και ως διακειμενική/διαθεματική εργασία για το σπίτι. Μπορεί, δηλαδή, να δοθεί το παρακάτω χωρίο7 από τη δημηγορία του Περικλή, την οποία εκφώνησε λίγο αργότερα, το καλοκαίρι του 430 π.Χ., και να ζητηθεί από τους μαθητές να επισημάνουν τη διαφοροποίηση στον τόνο και τις απόψεις του Περικλή σε σχέση με τον Επιτάφιο λόγο:
Μηδὲ νομίσαι περὶ ἑνὸς μόνου, δουλείας ἀντ΄ ἐλευθερίας, ἀγωνίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ ἀρχῆς στερήσεως καὶ κινδύνου ὧν ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπήχθεσθε. ἧς οὐδ΄ ἐκστῆναι ἔτι ὑμῖν ἔστιν, ἔι τις καὶ τόδε ἐν τῷ παρόντι δεδιὼς ἀπραγμοσύνῃ ἀνδραγαθίζεσθαι˙ ὡς τυραννίδα γὰρ ἤδη ἔχετε αὐτὴν, ἥν λαβεῖν μὲν ἄδικον δοκεῖ εἶναι, ἀφεῖναι δὲ ἐπικίνδυνον [...] τὸ γὰρ ἄπραγμον οὐ σῴζεται μὴ μετὰ ταῦ δραστηρίου τεταγμένον, οὐδὲ ἐν ἀρχούσῃ πόλει ξυμφέρει, ἀλλ’ ἐν ὑπηκόῳ, ἀσφαλῶς δουλεύειν[5].
Μια άλλη ανάλογη διαθεματική άσκηση, που μπορεί να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση και προέκταση των απόψεων στη σύγχρονη εποχή, είναι να δοθεί ένα απόσπασμα από την ίδια την περιγραφή του λοιμού (2.53.34) και να ζητηθεί από τους μαθητές να επισημάνουν τη μεταβολή που επήλθε στην έννοια του συμφέροντος κατά τη διάρκεια της εμπειρίας αυτής –που είχε ως αποτέλεσμα τη χαλάρωση των ηθών σε σχέση με το χρόνο εκφώνησης του Επιταφίου λόγου:
«καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρὀθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ελθεῖν διαφθαρήσεται˙ ὅ τι δὲ ἤδη τε ἡδὺ πανταχόθεν τε ἐς αυτὸ κερδαλέον, τοῦτο καὶ καλὸν καὶ χρήσιμον κατέστη»[6].

2.5. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Τέλος, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του αν επιτεύχθηκαν οι στόχοι της διδασκαλίας μας, θα μπορούσαν να δοθούν κάποιες ασκήσεις εμπέδωσης και προέκτασης, όπως λ.χ. να επισημάνουν οι μαθητές τις αντιθέσεις και τις επαναλήψεις που παρατηρούνται στο κείμενο και να σχολιάσουν τη λειτουργία τους ή να σχολιάσουν σε μία παράγραφο πώς οι Αθηναίοι αντιλαμβάνονται την έννοια της «σταθερής φιλίας» και να κάνουν διασυνδέσεις με σύγχρονες υπερδυνάμεις.
Επίσης, χρήσιμες είναι και οι ακόλουθες λεξιλογικές ασκήσεις λ.χ.:
• Να γράψετε τρεις παράγωγες λέξεις της νέας ελληνικής (απλές ή σύνθετες) για καθεμιά από τις επόμενες λέξεις:
ἡδέα
χάριν



[1] Συγκεκριμένα, οι σκοποί του μαθήματος στα Δ.Ε.Π.Π.Σ. /Α.Π.Σ. (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΥΠΕΠΘ., 2002), καθορίζονται ως εξής: «Με τη διδασκαλία κειμένων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας επιδιώκεται οι μαθητές: Να γνωρίσουν την πνευματική δημιουργία των αρχαίων Ελλήνων, με την οποία συνδέεται άρρηκτα ο νεοελληνικός πολιτισμός και η οποία αποτέλεσε τη βάση για τη διαμόρφωση του ελληνορωμαϊκού και του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, γεγονός που επιβάλλει τη μελέτη της –όχι, όμως, και τη μυθοποίησή της. Να επικοινωνήσουν με περισσότερα κείμενα που προβάλλουν τη σπουδαιότητα του αρχαίου κόσμου, δηλαδή αντιπροσωπεύουν σημαντικές στιγμές της αρχαίας πολιτισμικής δραστηριότητας και περιλαμβάνουν τα κύρια σημεία για τη δημιουργία μιας εικόνας αυτού του κόσμου κατά το δυνατόν σφαιρικής (ως προς τα είδη και τους συγγραφείς, αλλά και ως προς τις ιδεολογικές τάσεις), ρεαλιστικής και ενδιαφέρουσας στο βαθμό που θα συνδέεται και με τη σύγχρονη ζωή και θα συμβαδίζει με τις ανάγκες του σημερινού νέου ανθρώπου. Να ανακαλύψουν και να εκτιμήσουν τη λογοτεχνική αξία των έργων των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων κατά τη διδασκαλία τόσο από το πρωτότυπο, όσο και από μετάφραση, στο βαθμό που αυτή, με την ποιότητά της, διασώζει τους εκφραστικούς τρόπους του αρχαίου κειμένου και με τη σειρά της αποτελεί ένα νέο λογοτεχνικό κείμενο».

[2] Βλ. επίσης Τσάφος (2006:24‐30), όπου με αφορμή τον Επιτάφιο, προτείνονται ποικίλα κείμενα για παράλληλη ανάγνωση και προέκταση του προβληματισμού στην εποχή μας και επισημαίνεται ότι «η συνανάγνωση και άλλων κειμένων, της ίδιας ή άλλων περιόδων, και κυρίως αποσπασμάτων από σύγχρονα έργα μας βοηθούν να αναδείξουμε τη δύναμη του κειμένου που προσεγγίζουμε» (Τσάφος, ό.π.:29).  
[3] «…ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και πως, όσα θα πούμε τώρα, σκοπό έχουν τη σωτηρία της πόλης σας, επειδή θέλουμε και χωρίς ταλαιπωρίες να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να μην καταστραφείτε».
[4] «…ότι βρισκόμαστε εδώ για το συμφέρον της ηγεμονίας μας και πως, όσα θα πούμε τώρα, σκοπό έχουν τη σωτηρία της πόλης σας, επειδή θέλουμε και χωρίς ταλαιπωρίες να σας εξουσιάσουμε και για το συμφέρον και των δυο μας να μην καταστραφείτε».  

[5] Μτφρ.: «Ούτε να νομίζετε ότι αγωνίζεστε για ένα μόνο πράγμα, την ελευθερία αντί της υποδούλωσης, αλλά και για να μη χάσετε την ηγεμονία σας και για να αποφύγετε τους κινδύνους απ’ την εχθρότητα αυτών που εξουσιάζετε. Απ’ την ηγεμονία σας αυτή δεν είναι δυνατόν πια να παραιτηθείτε, κι αν ακόμη κάποιος το προτείνει από φόβο μέσα στις σημερινές περιστάσεις, επειδή του αρέσει να παριστάνει το γενναίο στην ησυχία και την αδράνεια. γιατί την ασκείται πια σαν τυραννίδα, την οποία φαίνεται άδικο να αποκτήσει κανείς, να την αφήσει όμως επικίνδυνο (…) . γιατί η ησυχία δεν εξασφαλίζεται αν δεν συνοδεύεται από δράση, ούτε συμφέρει σε μια πολιτεία που εξουσιάζει, αλλά σε μια που είναι υπήκοος, να είναι υπόδουλη μέσα σε ασφάλεια».  

[6]  Μτφρ.: «Και κανείς δεν ήταν πρόθυμος να ταλαιπωρείται από πριν για κάτι που θεωρούνταν ωραίο, γιατί νόμιζε πως ήταν πιθανό να τον βρει ο θάνατος πριν το πετύχει. Ό,τι ήταν άμεσα ευχάριστο κι από κάθε άποψη συντελούσε σ’ αυτό, τούτο κατάντησε να θεωρείται και ωραίο και χρήσιμο».







DMCA.com Protection Status


author image

About the Author

This article is written by: Φιλόλογος Ερμής - He has already written over 2.200 articles for Φιλόλογος Ερμής. He has Graduate Diploma in Classical Philology, Postgraduate Diploma in Applied Pedagogic, and is Candidate Doctor(Dph) of Classical Philology. Stay touch with him on Twitter, Facebook or email him